Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Παναγία, η μάνα όλου του κόσμου


[[ δαμ-ων ]]


Πάλι σήμερα θα ξεφυλλίσουμε τα βιβλία του Ν. Καζαντζάκη και θα σταθούμε σε ένα άλλο απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Ζορμπάς”:
[[ Θυμήθηκε ο γερο- Κρητικός τα παλιά, τα χρόνια της Τουρκιάς, αναστορήθηκε τα λόγια του κυρού του• τα θάματα που γίνουνταν την εποχή εκείνη, γιατί οι άνθρωποι ήταν θεοφοβούμενοι και πίστευαν.
Να, εγώ που θωρείτε, εγώ ο μπαρμπα- Αναγνώστης, από θάμα γεννήθηκα. Ναίσκε, από θάμα. Και να σας στορήσω το πώς, να θαμάξετε και να πείτε: «Μήστητί μου, Κύριε!» και να πάτε στο μοναστήρι της Παναγιάς μας να της ανάψετε ένα κερί.
Έκαμε το σταυρό του κι άρχισε ήσυχα- ήσυχα με τη γλυκιά φωνή του:
-Στο χωριό μας, το λοιπόν, που λέτε, ήταν την εποχή εκείνη μια πλούσια Τουρκάλα-πίσσα στα κόκαλά της! Μα να που γκαστρώθηκε η αναθεματισμένη κι ήρθε ο καιρός της να γεννήσει. Τη βάλανε στα σκαμνιά, και μούγκριζε σαν τη μουσκάρα τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Μα το παιδί δεν έβγαινε. Μια φιλενάδα της-πίσσα στα κόκαλά της!-της κάνει! «Δε φωνάζεις, Τζαφέρ-χανούμ, και τη Μεϊρέ-μάνα;» Μεϊρέ-μάνα λεν οι Τούρκοι την Παναγία, μεγάλη η χάρη της! «Αυτή να φωνάξω; Μούγκρισε η σκύλα η Τζαφέραινα• αυτή; Κάλλιο να πεθάνω!» Μα οι πόνοι ήταν μεγάλοι. Πέρασε ένα μερονύχτι ακόμα, μούγκριζε, μα δε γεννούσε. Τι να κάμει; Δε βαστούσε πια τους πόνους, έσυρε φωνή: «Μεϊρέ-μάνα! Μεϊρέ-μάνα!» Φώναζε, φώναζε μα οι πόνοι δε σκολνούσαν, το παιδί δεν έβγαινε. «Δεν ακούει, είπε η φιλενάδα, δε θα κατέχει τούρκικα• κράξε τη με το ρωμαίικό της όνομα.-Παναγιά των Ρωμιών! έσυρε τότε φωνή η σκύλα, «Παναγιά των Ρωμιών!» - μα του κάκου∙ ο ι πόνοι πλήθαιναν. «Δεν της φωνάζεις καλά, Τζαφέρ χανούμ, είπε πάλι η φιλενάδα∙ δεν της φωνάζεις καλά, και δεν έρχεται.» Και τότε πια η σκύλα η χριστιανομάχα, βλέποντας τα κίντυνα, έσυρε φωνή μεγάλη: «Παναγιά μου!» και μονομιάς γλίστρηξε το παιδί από την κοιλιά, σα χέλι.
» Αυτό γίνηκε μιάν Κυριακή∙ και να δείτε το τυχερό : την άλλη Κυριακή, κι η μάνα μου κοιλοπονούσε. Πονούσε κι αυτή η κακομοίρα, πονούσε, μούγκριζε η μάνα μου. Φώναζε: «Παναγιά μου! Παναγιά μου!» μα λευτεριά δε θωρούσε. Ο κύρης μου κάθουνταν χάμου, στη μέση της αυλής, και μήτε έτρωγε, μήτε έπινε από τον καημό του. Τα’ χε με την Παναγιά. Μια φορά μαθές τη φώναξε η σκύλα η Τζαφέραινα, και γκρεμοτσακίστηκε και πήγε να τη λευτερώσει∙ και τώρα… Την τέταρτη πια μέρα ο κύρης μου δε βάσταξε∙ παίρνει τη διχαλόβεργά του μια και δυο και πάει στο μοναστήρι της Παναγιάς της Σφαμένης, βοήθειά μας! Πάει, μπαίνει μέσα στην εκκλησιά, χωρίς μήτε το σταυρό του να κάμει, τόση ήταν η φούρκα του, μανταλώνει ξοπίσω του την πόρτα και στέκεται μπροστά από το κόνισμά της: « Ε, Παναγιά, της φώναξε, η γυναίκα μου η Μαρουλιά, κατέχεις τη δα που σου φέρνει κάθε Σαββάτο βράδυ λάδι κι ανάβει τα καντήλια σου, η γυναίκα μου η Μαρουλιά κοιλοπονάει τρία μερόνυχτα και σου φωνάζει- δεν την ακούς; Κουφάθηκες, θαρρώ, και δεν ακούς. Να ‘τανε μαθές καμιά σκύλα Τζαφέραινα, καμιά μαγαρισμένη, γιβεντισμένη Τουρκάλα, θα μου γκρεμοτσακίζουσουν να πας να την ξεμπερδέψεις. Μα τη χριστιανή, τη γυναίκα μου τη Μαρουλιά, κουφάθηκες, δεν την ακούς! Ε μωρέ, να μην ήσουνα Παναγιά και σου ‘δειχνα εγώ με τούτη εδώ τη χαρχαλόβεργα! »
Είπε, και χωρίς να προσκυνήσει, γύρισε την πλάτη του να φύγει. Μα, μέγας είσαι, Κύριε! Τη στιγμή εκείνη έτριξε δυνατά το κόνισμα, σα να ράισε. Έτσι τρίζουν τα κονίσματα, και μάθετέ το αν δεν το ‘χετε ακουστά, έτσι τρίζουν όταν κάνουν τα θάματα. Ο κύρης μου κατάλαβε∙ στράφηκε, έβαλε μετάνοια, έκαμε το σταυρό του: « Ήμαρτον, Παναγιά μου, φώναξε, κι ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι! »
Δεν είχε φτάσει καλά- καλά στο χωριό και του πρόφτασαν το καλό μαντάτο: « Να σου ζήσει, Κωσταντή, γέννησε η γυναίκα σου, έκαμε γιο.» Εμένα δα που θωρείτε∙ εμένα, τον μπάρμπα- Αναγνώστη. Μα γεννήθηκα λιγάκι με περήφανο αυτί∙ ο κύρης μου μαθές βλαστήμησε κι είπε την Παναγιά κουφή. « Έτσι ε; θα ‘πε η Παναγιά∙ θα κάμω το λοιπόν κι εγώ το γιο σου κουφό, για να μάθεις να βλαστημάς!»
Ο μπαρμπα- Αναγνώστης σταυροκοπήθηκε.
- Πάλι καλά, είπε, δόξα σοι ο Θεός! Γιατί μπορούσε να με κάμει στραβό ή νεραίδιάρη, ή καμπούρη, ή, Θε μου ξεμπέρδευε! Θηλυκό. Πάλι καλά, προσκυνώ τη χάρη της!
Γέμισε τα ποτήρια:
- Βοήθειά μας η χάρη της! Είπε και σήκωσε το γεμάτο. ]]
Κάθε χρόνο τον 15- Αύγουστο η Ελλάδα, αλλά κι όλος ο Χριστιανικός κόσμος, ζει και κινείται στους ρυθμούς της μεγάλης γιορτής της Παναγίας. Η Παναγία δεν είναι το αρχέτυπο της μάνας μόνο για τους Χριστιανούς, την τιμούν και οι Μουσουλμάνοι.
Μπρος στην Αγία μορφή της πιο γλυκιάς μάνας του κόσμου, αυτές τις ημέρες της περισυλλογής και της αναζήτησης, τις ημέρες του «Πάσχα του Καλοκαιριού», κάθε ψυχή με ευλάβεια και ταπείνωση καταθέτει την προσευχή της και την παρακαλεί να ακούσει τα προβλήματά της. Με την πίστη και την πεποίθηση ότι αυτή αδιάλειπτα μεσιτεύει προς τον φιλάνθρωπο Θεό να συντρέχει τον άνθρωπο στους κινδύνους και στις ανάγκες του.
Το πρόσωπο της Θεοτόκου αποτέλεσε αντικείμενο εμπιστοσύνης, τιμήθηκε και υμνήθηκε όσο κανένα άλλο στο Θρησκευτικό χώρο. Γιατί ως Μάνα γνωρίζει τον καημό κάθε μάνας, ως γυναίκα γεμάτη από συναισθηματισμούς ανταποκρίνεται στο σπαραγμό κάθε χειμαζόμενης ψυχής.
Κι αν οι άνθρωποι την πίκραναν και την πικραίνουν τόσο πολύ αυτή παραμένει κοντά στον άνθρωπο.
Καταφύγιο η ματιά της, ανακούφιση η μορφή της, η μητέρα για τα ορφανά, παρηγοριά για τους θλιβόμενους, η προστάτιδα για τους αδικημένους, η τροφή για τους φτωχούς, η γιατρειά για τους αρρώστους, η ελπίδα για τους απελπισμένους, το καταφύγιο για τους κινδυνεύοντες.
Η Παναγία για εμάς τους Έλληνες, είναι η μεγάλη Μάνα μας, γιατί είναι το αποκούμπι μας.
Σ' αυτήν καταθέτουμε τις ευαισθησίες μας και τους καημούς μας. Εκείνης το όνομα φέρνουμε αβίαστα στα χείλη μας κάθε φορά που καλούμαστε ν' αντιμετωπίσουμε κινδύνους, προβλήματα, να ξεπεράσουμε τις ανασφάλειές μας.
Είναι η Μάνα μας γιατί σ' αυτήν ακουμπάμε και παρακαλούμε γιατί είμαστε σίγουροι πως θ' ακούσει, όπως ακούει η κάθε μάνα την παράκληση των παιδιών της.
Ο Χριστιανός γιορτάζει τον «θάνατο» της Μεγαλόχαρης, γιατί με την Άνοδό της στους ουρανούς γίνεται η Kλίμακα για τον κάθε άνθρωπο. Η «σκάλα» δηλαδή που καλείται να ανεβεί και μέσω αυτής πλέον να θεωθεί και ο ίδιος. Μια θνητή που Γέννησε έναν Θεό, ο οποίος ενανθρωπίστηκε δι' αυτής με σκοπό να οδηγήσει στη θέωση τον άνθρωπο «μεσολαβεί», γίνεται το «σκαλοπάτι» για να επιτύχει ο κάθε ένας από τους πιστούς αυτόν τον θεϊκό σκοπό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, όταν ζητούν την εξ ύψους βοήθεια και ειδικά όταν είναι αρνητικά αιφνιδιασμένοι από ένα γεγονός, η πρώτη φράση που έρχεται στο στόμα τους είναι «Παναγιά μου». Αναζητούν δηλαδή την «θνητή» μητέρα και όχι τον Θεό Υιό της. Αυτός ο ρόλος είναι πράγματι ξεχωριστός και ο δημιουργός τον ανέθεσε σε μια γυναίκα γιατί η γυναίκα βρίσκεται πολύ πιο κοντά από τον άνδρα στη δημιουργία, αφού αυτή εκκολάπτει στα σπλάχνα της και φέρνει στον κόσμο την ζωή. Αυτή που γεννά τον άνθρωπο είναι σαφές ότι είναι κοντά σε αυτόν, συνομιλεί μαζί του, γίνεται μεσήτρια, βοηθός και συμπαραστάτης του, τον καταλαβαίνει, τον πονά. Kι αυτός -ο άνθρωπος- αυτήν αναζητά όποτε έχει ανάγκη, αυτήν εμπιστεύεται. Είναι η Παναγία η Μάνα του, που εκφράζεται μέσα στην καθημερινότητα από την κάθε μάνα, η οποία στο δικό της μικρόκοσμο γίνεται η καθημερινή κλίμακα ανυψώσεως του δικού της δημιουργήματος. Να λοιπόν γιατί δεν αναζητούμε το Θεό Υιό αλλά την μάνα Του στις δυσκολίες μας, να γιατί όταν, από μικρά παιδιά πέφτουμε και χτυπάμε, κλαίγοντας φωνάζουμε «μάνα» και όχι «πατέρα». Τι τεράστιος «ρόλος» πράγματι και πόσο πολύμορφος και πολυδιάστατος, παρά το γεγονός ότι δεν είναι «ευκόλως διακριτός», εάν δεν τον αναζητήσεις, εάν δεν τον ψάξεις που λέει και ο λαός. Η Μάνα Παναγία είναι το παντοτεινό σκαλοπάτι που πατάει ο άνθρωπος για να βρει τον κατ' εικόνα και ομοίωση δημιουργό του. Η Παναγία είναι η κλίμακα ανάμεσα σε γη και ουρανό…
Χρόνια Πολλά και είθε η Πλατυτέρα των Ουρανών να σας έχει υπό την σκέπη της…