Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Φρύνη, η ονομαστή εταίρα από τις Θεσπιές

[[ δαμ- ων ]]

Οι αρχαίες Θεσπιές δεν είναι γνωστές μόνο για τη συμμετοχή των επτακοσίων μαχητών, υπό την αρχηγία του Δημόφιλου, στη μάχη των Θερμοπυλών με του τριακόσιους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, είναι γνωστές και σαν τόπος καταγωγής της περίφημης εταίρας της αρχαιότητας Φρύνης. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μνησαρέτη- δηλαδή αυτή που θυμάται την αρετή- και γεννήθηκε το 371 ή το 365 π.Χ. Υπολογίζεται ότι πέθανε γύρω στα 310 π.Χ. Πατέρας της ήταν ο Επικλής, που ήταν πάμφτωχος. Για να βοηθήσει οικονομικά την πολύ φτωχή οικογένειά της, από μικρή μάζευε κάπαρη στην εξοχή και την πουλούσε.
Μικρή ακόμα βρέθηκε στην Αθήνα. Πώς έγινε αυτό και πως η παιδούλα εξελίχθηκε σε εταίρα; Η Θήβα επιτέθηκε στις Θεσπιές, τις οποίες κατέλαβαν γιατί ήσαν ισχυρότεροι οι Θηβαίοι. Πήραν μαζί τους πολλά παιδιά καθώς γύριζαν στην πόλη τους, ανάμεσά τους και την Φρύνη. Αυτή, όμως, τους ξέφυγε και κατέφυγε στην Αθήνα. Επισκέφθηκε από τις πρώτες ημέρες την Αγορά των Αθηνών και το ναό της Αφροδίτης. Από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισε στην Αθήνα ήταν η εταίρα Παμφίλη, όπου έμεινε για δύο χρόνια μαζί της. Στη συνέχεια έζησε μόνη της πουλώντας κάπαρη, όπως ήξερε από την πατρίδα της. Στην αγορά γνώρισε τον Καρίωνα, ο οποίος της έμαθε την τέχνη της αρωματοποιίας. Δεν εξάσκησε, όμως, το επάγγελμα γιατί στο μεταξύ η Παμφίλη την εμπιστεύτηκε στη Μήστρα. Αυτή την μύησε στα μυστικά της εταίρας, και της άλλαξε το όνομα από Μνησαρέτη σε Φρύνη, εξαιτίας της διάφανης, κάπως ωχρού χρώματος, και απαλής επιδερμίδας της- που παρέπεμπε στον φρύνο (είδος βάτραχου).

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ήταν εξαιρετικά όμορφη και είχε πολύ μεγάλη επιτυχία στους κύκλους των πλούσιων πολιτών. Ξεκίνησε σαν αυλήτρια και πολύ σύντομα απόχτησε μεγάλη φήμη και πολλά χρήματα, καθώς την καλούσαν στα σπουδαιότερα συμπόσια της εποχής της, όπου συνδέθηκε με τους σημαντικότερους άντρες της Αθήνας. Έγινε ονομαστή γιατί ζητούσε πολύ μεγάλη αμοιβή. Ο κωμικός ποιητής Μάχων αναφέρει πως για μια νύχτα ζητούσε μια μνα (ισοδυναμούσε με 100 δραχμές). Αναφέρεται, μάλιστα πως καθόριζε την αμοιβή της ανάλογα με το πώς αισθανόταν για τον εκάστοτε πελάτη της. Αν τον έβρισκε αντιπαθητικό του ζητούσε υπέρογκο ποσό. Πρόσφερε, όμως, δωρεάν τον εαυτό της στον φιλόσοφο τον Διογένη τον Σινωπέα, γιατί τον θαύμαζε για το τετραπέρατο μυαλό του.
Δεν διακρίθηκε μόνο για την ομορφιά της, αλλά και για το σπινθηροβόλο πνεύμα και τον ετοιμόλογο χαρακτήρα της. Ο Δημοσθένης την συμπαθούσε πολύ και ήταν γενναιόδωρος μαζί της, ξεχωρίζοντάς την από τις άλλες εταίρες και της έπλεκε το εγκώμιο. Εγκαταστάθηκε στην συνοικία του Κολλυτού, κοντά στο σπίτι του Πλάτωνα, και εξελίχθηκε στην «επιφανεστάτη όλων των εταίρων» και στην ηλικία των είκοσι χρόνων της ήταν η πλουσιότερη εταίρα της Αθήνας. Υπήρξε φίλη του περίφημου γλύπτη Πραξιτέλη, του ονομαστού ζωγράφου Απελλή, του Υπερείδη, του Ξενοκράτη κι άλλων επιφανών αντρών της εποχής της. Ποτέ της δεν είχε φτωχό εραστή, όντας ακριβή εταίρα.
Γνωστότερος εραστής της ήταν ο μεγάλος γλύπτης Πραξιτέλης. Γνωρίστηκαν στο δρόμο, όπου οι καλλιτέχνες παρουσίαζαν τα καινούργια έργα τους. Εκεί ο γλύπτης είχε εκθέσει έναν μπρούτζινο Σάτυρο κι ένα άγαλμα του Απόλλωνα, όταν πέρασε η Φρύνη, που τον εντυπωσίασε με την ομορφιά της. Της ζήτησε, λοιπόν, να την χρησιμοποιήσει σαν μοντέλο γιατί σ’ αυτήν έβλεπε το πρότυπο για να φτιάξει άγαλμα της θεάς Αφροδίτης.
Δεν ήταν μόνο μια πανέμορφη εταίρα, αλλά ήταν και καλλιεργημένη και έξυπνη και αυτό το αποδεικνύουν μερικές εύστοχες απαντήσεις που έδωσε σε επίδοξους εραστές της, οι οποίες δείχνουν την ετοιμότητά της. Ο Μάχων γράφει ότι κάποτε ο Μοίριχος ζήτησε από τη Φρύνη να του δοθεί κι εκείνη απαίτησε μία μνα, δηλαδή εκατό δραχμές. Κι όταν εκείνος σχολίασε ότι την προηγούμενη μέρα είχε πάει μ’ έναν ξένο για δύο χρυσούς στατήρες, δηλαδή σαράντα αργυρές δραχμές, εκείνη του απάντησε: «Περίμενε λοιπόν κι εσύ μέχρι να μου ξαναέρθει ερωτικό πάθος (έως ου βινητιάσω) και θα σου πάρω τόσα». Ο Αθήναιος αναφέρει πως στην πραγματικότητα η Φρύνη ήταν ακόμα πιο όμορφη στα αθέατα σημεία του σώματός της. Κανένας δεν μπορούσε να δει γυμνό το σώμα της γιατί φορούσε πάντα μία εσθήτα που το κάλυπτε καλά και επίσης δε σύχναζε ποτέ στα δημόσια λουτρά. Την μοναδική φορά που δημόσια έδειξε το γυμνό της σώμα ήταν στην Ελευσίνα, σε μια γιορτή προς τιμή του Ποσειδώνα, την πρώτη ημέρα του Ανθεστηρίωνα, όπου συμμετείχε μεγάλο πλήθος κόσμου.
Σαν έφτασε η γιορτή στο αποκορύφωμά της, η Φρύνη, που ποτέ δεν έλυσε τα πλούσια μαλλιά της και ποτέ δεν έδειξε γυμνό το όμορφο σώμα της, πέταξε το φόρεμά της, έλυσε τα μαλλιά της και μπήκε ολόγυμνη στη θάλασσα. Ο ενθουσιασμός του πλήθους μπροστά στη θεία ομορφιά της ήταν μεγάλος και επηρέασε τη θρησκευτικότητα της στιγμής. Λέγεται πως τότε ο Πραξιτέλης και ο Απελλής εμπνεύστηκαν, o πρώτος να την
κάνει άγαλμα της Αφροδίτης και ο δεύτερος να τη ζωγραφίσει ως «Αναδυομένη Αφροδίτη». Άλλοι αναφέρουν πως o Πραξιτέλης δεν εμπνεύστηκε την «Αφροδίτη της Κνίδου» τότε στην Ελευσίνα, αλλά μετά τη γνωριμία
τους. Το άγαλμά του o Πραξιτέλης το φιλοτέχνησε χρησιμοποιώντας μάρμαρο της Πάρου και, σαν το τελείωσε, ο Αθηναίος ζωγράφος Νικίας το κάλυψε με χρωματισμένο στιλβωτικό υλικό. Πριν σταλεί το άγαλμα στην Κνίδο, το εξέθεσε και αυτό στην οδό Τριπόδων, γιατί εκεί γνώρισε για πρώτη φορά τη Φρύνη. Αυτή η έκθεσή του εξασφάλισε στη Φρύνη πλήθος θαυμαστών.
Ανάμεσα στον Πραξιτέλη και την Φρύνη δημιουργήθηκε μεγάλος ερωτικός δεσμός. Η Φρύνη ομολογούσε πως μόνο με τον Πραξιτέλη ένιωσε τον έρωτα. Έγινε η μούσα του γλύπτη και με πρότυπο εκείνη, έφτιαξε 3 αγάλματα. Το πρώτο το αγόρασαν οι Κνίδιοι και ήταν η Αφροδίτη της Κνίδου. Το δεύτερο ήταν από πεντελικό μάρμαρο και ο Πραξιτέλης το δώρισε στη γενέτειρα της Φρύνης, στις Θεσπιές. Το τρίτο ήταν ολόχρυσο και στήθηκε στους Δελφούς. Η Φρύνη, παρά τον έρωτά της, δεν έχανε ευκαιρία να αποκομίσει δώρα απ’ τον Πραξιτέλη. Κάποια στιγμή της είπε, ότι θα της έδινε ότι του ζητούσε. Εκείνη ήθελε το μεγαλύτερο αριστούργημά του. Τότε ο Πραξιτέλης της απάντησε, ότι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ανάμεσα στα έργα του, ίσως για να αποφύγει να της δώσει το αγαπημένο του. Η πανούργα Φρύνη δεν τον πίστεψε. Έβαλε έναν υπηρέτη του Πραξιτέλη να φωνάξει μες στη μέση της νύχτας, ότι είχε πάρει φωτιά το εργαστήριο του γλύπτη. Ο Πραξιτέλης έντρομος, ζήτησε να βγάλουν έξω το άγαλμα του Έρωτα. Η Φρύνη, που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του, χαμογέλασε πονηρά και τον ενημέρωσε ότι το εργαστήριο δεν κινδύνευε. Εκείνη είχε στήσει όλο το σχέδιο, για να μάθει ποιο ήταν το αγαπημένο του έργο. «Τον Έρωτα θα μου δώσεις», του είπε και ο Πραξιτέλης δεν μπόρεσε να αρνηθεί.
Χώρισαν, όμως, νωρίς, γιατί αυτή ήθελε να επιδοθεί αποκλειστικά στον εταιρισμό, από τον οποίο κέρδιζε πολλά χρήματα. Ο Πραξιτέλης το άγαλμα της Αφροδίτης το πούλησε στους Κνιδίους, γι’ αυτό και ονομάστηκε «Κνιδία Αφροδίτη». Οι Κνίδιοι τοποθέτησαν το άγαλμα σε ναό, που τον ανήγειραν μόνο για το άγαλμα μέσα σε ένα άλσος. Ήταν υπέροχο. Ο Πραξιτέλης την εμφανίζει μέτριου αναστήματος, καλλίγραμμη τελείως γυμνή, με το χέρι της να σκεπάζει την ήβη της και με το άλλο να τοποθετεί το ένδυμά της πάνω σε υδρία, έτοιμη να λουστεί, να υπομειδιά και να έχει χαρούμενη ματιά. Όταν ο Νικομήδης, ο βασιλιάς της Βιθυνίας, πρόσφερε πολλά χρήματα για να αγοράσει το άγαλμα, αν και οι Κνίδιοι ήταν χρεωμένοι και με τα χρήματα θα ξεχρέωναν το δημόσιο χρέος τους, αρνήθηκαν να πουλήσουν την Αφροδίτη τους. Το άγαλμα έμεινε εκεί, ως τις αρχές του 5ου μ. Χ αιώνα. Τότε το πήρε ο Θεοδόσιος και από την Κνίδο, το πήγε στην Κωνσταντινούπολη και το τοποθέτησε σε ένα από τα μουσεία της. Λένε πως καταστράφηκε από πυρκαγιά. Από αναπαραστάσεις ρωμαϊκών νομισμάτων της Κνίδου έβγαλαν αντίγραφο του αγάλματος.
Η Φρύνη είχε συγκεντρώσει τόσα πλούτη, που προσφέρθηκε να χτίσει ξανά τα τείχη της Θήβας, τα οποία είχε καταστρέψει ο Μέγας Αλέξανδρος το 336 π.Χ. Ο Καλλίστρατος μας αφηγείται πως το μόνο που ζήτησε σαν αντάλλαγμα, ήταν να τοποθετήσουν σ’ αυτά μία επιγραφή, που θα έλεγε: «Καταστράφηκαν από τον Αλέξανδρο, επισκευάστηκαν από τη Φρύνη την εταίρα». Οι Θηβαίοι απέρριψαν την πρότασή της, από φόβο μήπως προσβάλουν τον Αλέξανδρο.
Κάποτε έβαλε στοίχημα η εταίρα πως κανείς άντρας δεν μπορούσε να αντισταθεί στα κάλλη της. Διάλεξε για επιβεβαίωση τον φιλόσοφο Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα και δάσκαλο του Δημοσθένη. Πήγε στο σπίτι του και του ζήτησε να διανυκτερεύσει εκεί, με τη δικαιολογία ότι την κυνηγούσαν ληστές. Ο Ξενοκράτης τη φιλοξένησε. Τη νύχτα, η Φρύνη μπήκε κρυφά στο δωμάτιο του Ξενοκράτη και ξάπλωσε δίπλα του. Ο φιλόσοφος δεν ενέδωσε στον πειρασμό. Της ζήτησε να επιστρέψει στο δωμάτιό της και η Φρύνη υπάκουσε, απογοητευμένη. Την επόμενη μέρα, όταν γνωστοποιήθηκε η αποτυχία της, η Φρύνη προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας: «Στοιχημάτισα να νικήσω άνθρωπο, όχι άγαλμα».
Η Φρύνη «έγραψε ιστορία» με τη δίκη της. Όλα τα ξεκίνησε ο Ευθίας. Κάποια εποχή, λοιπόν, την προσέγγισε ερωτικά ο ρήτορας Ευθίας. Η Φρύνη απέρριψε όλες του τις προτάσεις, γιατί τον θεωρούσε πολύ άσχημο και αγενή. Ο Ευθίας θίχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει την αυθάδη εταίρα. Την κατηγόρησε ότι προσπαθούσε να εισάγει στην Αθήνα μία θρησκεία απ’ τη Θράκη, που θα έβλαπτε τα ήθη των νεαρών κοριτσιών. Αυτή ήταν ίσως η πιο συνηθισμένη κατηγορία στην αρχαία Αθήνα. «Ηδίκησεν Φρύνη Θεοίς,
ησέβησεν ιερά τε και άσια προσβαλούσα τα Άστεως και δήμον ητίμασεν». Το ίδιο το τροπάρι στην Αθήνα. Τα ίδια έκαναν στον Φειδία: «αδικεί Φειδίας, ιεροσυλίαν και ασέβειαν διαπράπων τη πόλει». Τα ίδια έκαναν και στο Σωκράτη: «αδικεί Σωκράτης ους η πόλις νομίζει θεούς, ου νομίζων».
Ο Ευθίας έσυρε τη Φρύνη στο δικαστήριο, όπου την εκπροσώπησε ο πρώην εραστής της, Υπερείδης, ο γιος του Γλαύκιππου, που υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα, του Ισοκράτη και του Λυκούργου. Παρά το ανυπόστατο της κατηγορίας του Ευθία, η δίκη δεν εξελισσόταν με αίσιο τρόπο για την εταίρα. Οι δικαστές φαίνονταν να έχουν πειστεί απ’ το κατηγορητήριο και πίστευαν ότι ο Υπερείδης ήταν επηρεασμένος απ’ τη σχέση του με τη Φρύνη. Λίγο πριν παρθεί η τελική απόφαση, ο Υπερείδης τράβηξε την εταίρα στο κέντρο του δικαστηρίου, για να μπορούν να την δουν όλοι. Χωρίς να πει κουβέντα, έσκισε τα ρούχα της και αποκάλυψε στον κόσμο, το εκθαμβωτικά όμορφο κορμί της. Οι δικαστές τα έχασαν. Νόμισαν ότι έβλεπαν μπροστά τους την ίδια τη θεά Αφροδίτη. Οι φήμες για το απαράμιλλο κάλλος της εταίρας αποδείχθηκαν αληθινές. Την εποχή εκείνη, ο κόσμος πίστευε ότι η σωματική ομορφιά είχε σχέση με το ήθος και την εύνοια των θεών. Όταν οι δικαστές αντίκρισαν την τελειότητα της Φρύνης, πείστηκαν ότι αν καταδίκαζαν αυτή τη γυναίκα, καταδίκαζαν την αγαπημένη των θεών. Η εταίρα αθωώθηκε και η φήμη ότι ήταν η επίγεια θεά Αφροδίτη εξαπλώθηκε.
Σχετικά με αυτή τη δίκη ο Αλκίφρων διέσωσε δύο επιστολές της εταίρας Βακχίδας. Η πρώτη απευθύνεται στον Υπερείδη και η δεύτερη στην ίδια τη Φρύνη. Η επιστολή της προς Υπερείδη αναφέρει: «Όλες μαζί οι εταίρες της πόλης και κάθε μία χωριστά, σου οφείλουμε ευγνωμοσύνη καθώς και η Φρύνη. Διότι μπορεί το κατηγορητήριο του παμπόνηρου Ευθία να στράφηκε μόνον κατά της Φρύνης αλλά ο κίνδυνος μας αφορούσε όλες. Εμείς είτε ζητάμε χρήματα από τους εραστές μας είτε όχι, πάντοτε κάποιοι θα βρεθούν να μας κατηγορήσουνε ως ασεβείς. Θα ήταν κατά τη γνώμη τους προτιμότερο να σταματήσουμε τον βίο αυτό και να μην έχουμε ούτε φίλους. Τώρα όμως κανείς δεν πρέπει να κατηγορεί το επάγγελμά μας επειδή βρέθηκε ο δόλιος Ευθίας και τα προκάλεσε όλα αυτά αλλά να επαινούμε οι πάντες τον δίκαιο Υπερείδη. Πολλά αγαθά ας αποκτήσεις αφού έσωσες χρηστή εταίρα, κι εμείς θα σ’ ανταμείψουμε για λογαριασμό της. Εάν μάλιστα καθίσεις και γράψεις τον λόγο που εκφώνησες υπέρ της Φρύνης, τότε θα πρέπει να σου στήσουμε όλες οι εταίρες χρυσό ανδριάντα σε όποιο μέρος της Ελλάδας εσύ μας υποδείξεις.»
Και η δεύτερη επιστολή της προς τη Φρύνη αναφέρει: «Δεν στεναχωρήθηκα τόσο για τον κίνδυνο που διέτρεξες όσο χάρηκα διότι απαλλάχθηκες από πονηρό εραστή και βρήκες να ερωτευθείς τον χρηστό Υπερείδη. Διότι η δίκη έγινε και για την ευτυχία σου, εφόσον από αυτήν έγινες διάσημη, όχι μόνον στην Αθήνα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Ο Ευθίας θα τιμωρηθεί όπως του πρέπει αφού θα σε στερηθεί. Τον οδήγησε η έμφυτη αμάθεια να υπερβεί το μέτρο της ερωτικής ζηλοτυπίας. Σίγουρα τώρα σε ποθεί περισσότερο από τον Υπερείδη και δεν σε έχει. Ο Υπερείδης δίκαια υπερηφανεύεται για τη συνηγορία του, ενώ ο Ευθίας πρόθυμα θα σου προσφέρει παρακλήσεις και χρυσό. Πρόσεχε φίλη μου, για χάρη της αξιοπρέπειάς μας, μην παραλείψεις τίποτα απ’ όσα οφείλεις. Ούτε τον Υπερείδη να παραγκωνίσεις, που σου χάρισε την ελευθερία και τη ζωή, ούτε στις ικεσίες του Ευθία να υποκύψεις, ούτε και να πιστέψεις όσους λένε, ότι εάν δεν γύμνωσες το στήθος σου δεν θα πετύχαινε ποτέ την αθώωση σου ο ρήτορας. Και αυτό διότι μόνον η συνηγορία εκείνου βρήκε την κατάλληλη στιγμή για την υπέροχη χειρονομία και την αξιέπαινη πράξη.»
Η Φρύνη δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άντρα. Ούτε καν στον μεγαλύτερό της έρωτα, τον Πραξιτέλη. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για το τέλος της ζωής της. Παρά μόνο ότι μέχρι τα γεράματά της, παρέμεινε εταίρα, προκλητική και ακατανίκητα γοητευτική…


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ο θεός Ήλιος

[[ δαμ- ων ]]

B΄ μέρος
Ένας μεγάλος έρωτας του θεού υπήρξε η Ωκεανίδα Κλυτίη. Τότε η θεά Αφροδίτη για να πάρει εκδίκηση, που ο Ήλιος φανέρωσε στον κουτσοπόδαρο Ήφαιστο- τον νόμιμο άντρα της- τον παράνομο έρωτά της με τον Άρη, έκανε τον Ήλιο να ερωτευθεί την Λευκοθόη, την κόρη του Όρχαμου και της Ευρυνόμης. Την ερωτεύθηκε τόσο πολύ που αμελούσε τα καθήκοντά του. Κάθε μέρα καθυστερούσε στη διαδρομή του, πάνω στον ουρανό, για να κοιτάζει τη Λευκοθόη, την οποία πλησίαζε, παίρνοντας τη μορφή της μητέρας της. Θύμωσε η παραμελημένη Κλυτίη για τα καμώματα του Ήλιοι, και φανέρωσε το μυστικό στον πατέρα της ανυποψίαστης κόρης. Ο Όρχαμος τότε έπιασε και ζωντανή έθαψε την άμοιρη Λευκοθόη. Δεν μπόρεσε ο Θεός να σώσει την αγαπημένη του γιατί στη Μοίρα δεν μπορούν ούτε οι τρανότεροι θεοί να εναντιωθούν. Μόνο άλειψε το σώμα της με αμβροσία και είπε: «θα φτάσεις ως τον ουρανό». Το νεκρό σώμα άπλωσε ρίζες κι έγινε μυροφόρος θάμνος, που δίνει το λιβάνι. Σαν καίγεται το θυμίαμα φτάνει ψηλά στον ουρανό. Μια παραλλαγή του μύθου μας λέει πως η κόρη έγινε ο θάμνος δεντρολίβανο.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Μετά τον τραγικό χαμό της κόρης του Όρχαμου, η Κλυτίη δεν ξανακέρδισε την έρωτα του Ήλιου, παρά την καταφρόνια του. Έλιωνε από τον καημό κι ούτε έτρωγε, ούτε κι έπινε. Μετά από ασιτία εννέα ημερών, έβγαλε ρίζες και φύλλωμα και μεταμορφώθηκε σε ηλιοτρόπιο. Από τότε το πρόσωπό της- το άνθος του ηλιοτρόπιου- ακολουθεί την πορεία του μεγάλου έρωτά της, του Ήλιου.
Αυτήν την ωραία ιστορία θα παρακολουθήσουμε μέσα από τους στίχους του λατίνου ποιητή της αρχαιότητας, του Οβίδιου, όπως την εξιστορεί στις “Μεταμορφώσεις” του:
[[ Αγαπάς μόνη αυτή, και ούτε η Κλυμένη, ούτε η Ρόδος
σε κρατεί, ούτε της Αιαίας Κίρκης η πανωραία μάνα,
ούτε η Κλυτία, που, αν και ήταν σε καταφρόνια, μ’ εσέ μαζί
ζητούσε να κοιμάται, και πληγμένη εκείνον τον χρόνο ήταν βαριά.
Η Λευκοθόη σε έχει κάνει να λησμονήσεις εσύ πολλά·
Γέννησε τούτην η Ευρυνόμη, η πιο ωραία από το γένος
το ευωδιασμένο· όταν η κόρη μεγάλωσε όμως ξεπερνούσε
σ’ όψη τη μάνα, όσο η μάνα ξεπερνούσε όλες τις άλλες.
Ο Όρχαμος ήταν πατέρας τούτης σ’ Αχαιμενίδες πόλεις ρήγας·
έβδομος απαριθμείται τούτος από του Βήλου το αρχαίο γένος.
Τα άλογα του Ήλιου έχουν τις βοσκές κάτω από της Εσπερίας το κλίμα·
αντί για χλόη αμβροσία τρώγουν, που τα κουρασμένα μέλη
τρέφει από τον κόπο της καθεμιάς μέρας και για νέο μόχθο ανανεώνει.
Κι ενώ την ουράνια βοσκή τ’ άλογα πέρα εκεί καρπούνται
κι η νύχτα το ιδικό της μέρος κάνει, τότε μπαίνει ο θεός
στην ερωτική την κάμαρά της, αφού της Ευρυνόμης την όψη πήρε,
της μάνας· ανάμεσα σε δώδεκα δούλες βλέπει στο φως
τη Λευκοθέη, να στρίβει το αδράχτι και λεπτό νήμα να γνέθει.
Πολλά φιλιά της έδωσε, όπως η μάνα σ’ αγαπημένη κόρη, και ύστερα
στις δούλες είπε: « Ένα μυστικό στην κόρη μου έχω να πω, γι’ αυτό κοπέλες
αποσυρθείτε, να μη στερήσετε από τη μάνα το δικαίωνα
να λέει στη θυγατέρα της τα μυστικά της.»
Πείστηκαν εκείνες· κι ως χωρίς μαρτύρους έμεινε στη κάμαρη της κόρης,
της είπε ο θεός: «Είμαι εκείνος, όπου το μακρύ το έτος μετράω,
που όλα τα βλέπω, που από μένα η γη τα πάντα θωρεί, το μάτι
όλου του κόσμου· πίστεψε, πολύ μ’ αρέσεις.» Σαστίζει από φόβο εκείνη
και ως χαλαρώσαν τα δάχτυλά της, της έπεσαν ρόκα κι αδράχτι.
Σ’ αυτή ταίριαζε ο φόβος· εκείνος χωρίς να χάσει χρόνο
Την αληθινή του όψη πήρε και ση συνηθισμένη του λαμπρότητα·
Και η παρθένα, που από την αιφνίδια θεία θωριά του εξεπλάγη,
νικημένη από τη λάμψη του, εκούσια υποτάχθηκε στην ερωτική αγκάλη.
Ζήλεψε τότε η Κλυτία- γιατί σ’ εκείνη του Ήλιου ο έρωτας
ήταν μεγάλος- κι ερεθισμένη από της ερωμένης το θυμό
την απιστία σ’ όλους μαρτύρησε και στο γονιό της τη δυσφήμησε
καθώς το φανερώνει· εκείνος καθώς ήταν απηνής κι άγριος- παρ’ ότι
τον παρακαλούσε υψώνοντας τα δυο της χέρια στο φως τοη Ήλιου, του είπε
«εκείνος δική του μ’ έκανε χωρίς να θέλω»- τη ρίχνει μέσα στης γης τα βάθη
χωρίς να νιώσει λύπηση και πάνω στο κορμί της μάζεψε σωρό βαριάς άμμου.
Του Υπερίονα ο γιος τούτη με τις ακτίνες του σκορπά, και δρόμο δίνει,
απ’ όπου μπορείς στο φως να φέρεις το πρόσωπο απ’ το βάθος του τάφου.
Όμως, εσύ δεν ημπορούσες από το βάρος της άμμου το εξαντλημένο κεφάλι
να σηκώσεις, και άψυχο το σώμα σου κειτόταν, νύφη.
Ο ηνίοχος των φτερωτών αλόγων, λένε, οικτρότερο θέαμα από ‘κεινο
δεν είδε άλλο, μετά από τη φωτιά τη Φαεθόντεια.
Να ξαναφέρει στη ζωή εκείνος πασχίζει ζεσταίνοντας τα μέλη τα ψυχρά,
αν ημπορούσε, με τις δυνάμεις που ‘χουν οι ζωογόνες ακτίνες του·
κι επειδή σε τέτοιες πράξεις η μοίρα πάντα εναντιούται,
ράντισε τότε ο ίδιος σώμα και τόπο με μυρωμένο νέκταρ
και πριν πολύ θρηνήσει, είπε: «Στον αιθέρα όμως θ’ ανέβεις».
Και το ποτισμένο σώμα με το ουράνιο θεϊκό το νέκταρ, αμέσως
έλειωσε κι από τη γη τότε βρέχει με τη δική του ευωδία·
και μέσα στους βώλους άπλωσε ήσυχα ρίζες κι ένα βλαστάρι
υψώθηκε από λιβάνι κι η κορυφή του το χώμα σχίζει.
Δεν ξανάρθε ο φωτοπλάστης πλέον στην Κλυτία, αν και να συγχωρήσει
ο έρωτας τη λύπη ημπορούσε, καθώς και την αγγελία η λύπη,
κι έπαψε πλέον τον έρωτα που ‘χε για κείνη.
Από έρωτα φρενήρη για εκείνον έλιωνε η ίδια·
μακριά απ’ τις νύμφες κάθεται μέρα και νύχτα από τον αιθέρα κάτω
στο χώμα γυμνή κι άθλια, μ’ ακάλυπτη την κεφαλή και ξέπλεκα τα μαλλιά της,
χωρίς καθόλου ν’ αγγίξει φαγητό ή και νερό για εννιά μέρες·
την ασιτία έτρεφε με δάκρυα μόνο και με δροσούλα·
στη γη κάτω διόλου δεν εκινιόταν· εθώρει μόνο την όψη του θεού
που πορευόταν και προς εκείνον τούτη έστρεφε το πρόσωπό της.
Λένε πως στη γη ριζώσαν τα μέλη της, και η χλωρή ωχρή χλωμάδα της
πιάνοντας μέρος του χρώματός της το έχει άναιμη χλόη κάνει·
κόκκινο είναι ένα μέρος της, και όμοιο με ίο άνθος καλύπτει το πρόσωπό της·
εκείνη, αν κι από τις ρίζες της κρατιέται, προς τον δικό της
τον Ήλιο πάντα στρέφει με την ίδια αγάπη, αν κι αλλαγμένη σε φυτό. ]] (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, βιβλ. IV, 204 -270)
Άλλη αγαπημένη του θεού Ήλιου ήταν η Κλυμένη, θυγατέρα της Τηθύος και σύζυγος του μέροπα, που βασίλευε στη χώρα των Αιθιόπων. Καρπός αυτουνού του έρωτα ο Φαέθοντας, που σαν μεγάλωσε και αμφισβητούσαν τη θεία καταγωγή του, ζήτησε να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του, για να του αποδείξει πως ήταν γιος του. Ο Ήλιος για να τον βεβαιώσει πως ήταν γιος του είχε ορκιστεί στα ιερά νερά της Στύγας, πως θα του έκανε ό,τι κι αν του ζητούσε. Έτσι δεσμευμένος με μεγάλο όρκο, δεν μπορούσε να μην τον τηρήσει. Τα θεία άλογα σαν κατάλαβαν πως ο αρματηλάτης δεν ήταν τ’ αφεντικό τους, ξέφυγαν από την καθορισμένη πορεία τους προκαλώντας πολλές καταστροφές στη γη. Έτσι αναγκάστηκε ο βασιλιάς του κόσμου, ο βροντόχαρος Δίας, να εξαπολύσει έναν κεραυνό και να σκοτώσει τον αδέξιο ηνίοχο, βυθίζοντας σε πένθος τον πατέρα του Ήλιο, ο οποίος ήταν η αιτία του θανάτου του. (Γι’ αυτόν τον μύθο αναφέρουμε εκτενώς στο παράρτημα… )
Μα πάνω απ’ όλες τις γυναίκες, ο Ήλιος φαίνεται ν’ αγάπησε πιο πολύ τη Ρόδο, που ‘ταν κόρη της Αμφιτρίτης ή της Αφροδίτης. Ο Πίνδαρος μας αναφέρει πως η Ρόδος ήταν θυγατέρα της Αφροδίτης:
[[ Τώρα κι εγώ κατέβηκα με φόρμιγγα και αυλούς
και με τον Διαγόρα αντάμα, τη θαλασσινή
της Αφροδίτης κόρη υμνώντας,
τη Ρόδο, του Ήλιου τη νύφη]] (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος, 7, 13-14)
Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, όταν ο Δίας αποφάσισε να μοιράσει τη Γη στους Θεούς του Ολύμπου, μετά τη νίκη τους στη Γιγαντομαχία, ο Θεός Ήλιος έλειπε σε ένα από τα καθημερινά του ταξίδια που έκανε πάνω από τη Γη για να τη φωτίζει τη όλη. Έτσι, οι υπόλοιποι Θεοί του Ολύμπου, τον ξέχασαν και δεν του έβγαλαν κλήρο. Όταν γύρισε από το ταξίδι του και το αντιλήφθηκαν, ο Δίας θέλησε να ξανά κάνει από την αρχή τη μοιρασιά της Γης, για να μη μείνει αδικημένος ο Ήλιος. Εκείνος όμως δεν το επέτρεψε, διότι έβλεπε να αναδύεται από τα βάθη της θάλασσας ένα κομμάτι γης. Τότε ζήτησε από το Δία, η χώρα που θα αναδυόταν από τη θάλασσα, όταν εκείνος θα ανέτελλε το επόμενο πρωί θα ήταν δικιά του. Έτσι ο Δίας, κάλεσε τη Λάχεση να δώσει όρκο, πως αυτή η χώρα θα ήταν κλήρος του Θεού Ήλιου.
Πράγματι αναδύθηκε μέσα από τη θάλασσα ένα όμορφο νησί, το οποίο δόθηκε στο Θεό Ήλιο. Στο νησί αυτό, πήγε και κατοίκησε με την αγαπημένη του, την Νύμφη Ρόδο, και το νησί πήρε το όνομα της αγαπημένης του. Εκεί απόκτησαν εφτά σοφούς γιους: τον Όχιμο, τον Κέρκαφο, τον Μάκαρο, τον Ακτίονα, τον Τενάγη, τον Τριόπα, τον Κάνδαλο και μια κόρη, την Ηλεκτρυώνη.. Ένας από αυτούς, ο Κέρκαφος, έκανε τρεις άλλους γιους: τον Ιαλυσό, τον Κάμειρο και τον Λίνδο, στους οποίους μοίρασε το νησί σε τρία ίσα μέρη, όπου στη γη τους έχτισαν τις τρεις μεγάλες πόλεις στο νησί της Ρόδου, που πήραν και το όνομά τους.
Για όλα αυτά ο Πίνδαρος έχει γράψει:
[[ Κι όπως πολλές το ανιστορούν ανθρώπων
διηγήσεις, όταν ο Δίας
κι οι αθάνατοι μοιράζονταν τη γη,
ακόμα η Ρόδος δεν φαινόταν στο κύμα του πελάγου,
γιατ᾽ ήταν στ᾽ αρμυρά βάθη το νησί κρυμμένο.
Αλλά του Ηλίου που έλειπε λαχνό δεν όρισε κανείς,
κι έτσι άκληρο από μερίδιο γης αφήσαν
τον αγνό θεό.
Το θύμισε στον Δία που θέλησε
τη μοιρασιά να ξαναρχίσει. Όμως εκείνος τον εμπόδισε, γιατί
έβλεπε, όπως είπε, απ᾽ τον βυθό της
γκρίζας θάλασσας μια γη να ξεπροβάλλει
πολύβοσκη για τους ανθρώπους και φιλική για τα κοπάδια.

Πρόσταξ᾽ ευθύς τη Λάχεση τη χρυσομαντηλούσα
τα χέρια της να υψώσει και τον μέγα όρκο των θεών
να μην τον παραβεί
και με τον γιο του Κρόνου να κατανεύσει
πως, άμα αυτή η γη στον φωτεινό προβάλλει αιθέρα,
για πάντα πια δικό του γέρας
θα ᾽ναι. Και η ουσία των λόγων του
βγήκε αληθινή. Να, το νησί ξεπρόβαλε

μέσ᾽ απ᾽ το υγρό το κύμα,
και το ᾽χει πια ο πατέρας που γεννά τις αιχμηρές ακτίνες,
των πυρίπνοων ο αφέντης αλόγων.
Εκεί μια μέρα έσμιξε με τη Ρόδο και μαζί της γέννησε
εφτά γιους, που κληρονόμησαν τους πιο σοφούς
στοχασμούς μες στους ανθρώπους του παλιού καιρού.
Κι απ᾽ αυτούς ένας είχε γιο του τον Κάμειρο,
τον Ιάλυσο τον πρωτότοκο
και τον Λίνδο. Στα τρία μοιράστηκαν
την πατρική τη χώρα κι έχει ο καθείς ξεχωριστά το μερτικό
της γης του και οι πόλεις πήραν από κείνους τ᾽ όνομά τους.]] (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος, 7, 54-75)
Στη Ρόδο τιμούσαν τον θεό Ήλιο και πραγματοποιούσαν κάθε 4 χρόνια εντυπωσιακές γιορτές προς τιμήν του, στις οποίες συμπεριλάμβαναν αρματοδρομίες και αθλητικούς αγώνες. Κάθε χρόνο οι Ρόδιοι έριχναν στην θάλασσα ένα στολισμένο τέθριππο. Ο περίφημος Κολοσσός της Ρόδου, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, που δημιουργήθηκε το 284 π.Χ, ήταν η εικόνα του Θεού Ήλιου. Ο Πλίνιος αναφέρει πως ήταν 105 πόδια ψηλός και πως ένα από τα δάκτυλά του ήταν μεγαλύτερο. Κατέρρευσε μετά από σεισμό, 66 χρόνια μετά την ανέγερσή του.
Συναντάμε περιορισμένη άμεση λατρεία του Ήλιου στην Αρχαία Ελλάδα, αν και υπάρχουν ίχνη αρχαιότερων τελετών. Ο Πλάτωνας λέει πως οι πρώτοι Έλληνες υπάκουαν στον ανατέλλοντα και δύοντα Ήλιο. Ο Παυσανίας, στην "Περιήγησή" του, αναφέρει αρκετούς βωμούς αφιερωμένους στον Ήλιο, κυρίως σε απομονωμένες περιοχές. Αλλά το κέντρο της λατρείας του στην ηπειρωτική Ελλάδα, βρισκόταν στην Κόρινθο που ονομαζόταν και Ηλιούπολις. Στην αγορά της Κορίνθου υπήρχαν προπύλαια πάνω στα οποία υψώνονταν δύο άρματα επίχρυσα, με τον Φαέθοντα, τον γιό του Ήλιου πάνω στο ένα και τον ίδιο τον Ήλιο, στο άλλο (Παυσανίας, ΙΙ 3,2).
Στην Κρήτη, ο Ήλιος λατρεύτηκε με την μορφή ταύρου. Ο μύθος εξάλλου της Πασιφάης, της κόρης του Ήλιου, που ερωτεύεται έναν ταύρο, ανάγεται σε μια παλιά αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο ηλιακός Θεός με την μορφή ταύρου και η Θεά της Σελήνης με τη μορφή αγελάδας ενώθηκαν σε ιερό γάμο.
Βρίσκουμε στους "Νόμους" του Πλάτωνα τον Σωκράτη να προσεύχεται στον ανατέλλοντα Ήλιο.
Στη Θρινακία- κατ’ άλλους στην Τρινακρία- που όπως έλεγαν βρισκόταν κοντά στη Σικελία, βρίσκονταν τα κοπάδια του Ήλιου, τα οποία φύλαγαν οι Ηλιάδες κόρες, η Λαμπετίη και η Φαέθουσα, που τις είχε γεννήσει η η Νέαιρα, άλλη αγαπημένη του θεού. Η πρώτη κόρη φρόντιζε τα βόδια και η δεύτερη τα πρόβατα. Κάθε είδος είχε εφτά κοπάδια και σε κάθε κοπάδι υπήρχαν πενήντα ζώα. Σ’ αυτά τα κοπάδια έπρεπε να μείνει σταθερός ο αριθμός, μήτε να αυξηθεί, αλλά και μήτε να ελαττωθεί. ( 7x 50= 350, αναγόμαστε το έτος, που ημερολογιακά έπρεπε να είναι σταθερό). Όποιος τα πείραξε, τον περίμενε μεγάλη τιμωρία. Η Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να μην πειράξουν τα κοπάδια του πατέρα της, του Ήλιου:
[[ Στης Θρινακίας το νησί θα φθάσεις, όπου βόσκουν
βόδια του Ηλίου πάμπολλα και σαρκωμέν' αρνία·
βοδιών επτά κοπές, αρνιών επτά, κι έχει πενήντα
κάθε κοπή· και δεν γεννούν, αλλ' ούτε ολιγοστεύουν·
δυο νύμφες καλοπλέξουδες επιστατούν εκείνα,
Φαέθουσα και Λαμπετιά, και θυγατέρες είναι
του Ηλίου του Υπερίονα και της καλής Νεαίρας.
τες γέννησε και ανάστησεν η σεβαστή μητέρα,
και εις το νησί τες έβαλε να ζουν της Θρινακίας,
τα πατρικά τους πρόβατα και βόδια να φυλάγουν.
και αν δεν τα εγγίζεις κι εννοιασθείς για την επιστροφή σου,
τότε, και αν πάθετε πολλά, θα φθάστε εις την Ιθάκη·
αλλ' αν τα βλάψεις, όλεθρο προβλέπω εις το καράβι
και εις τους συντρόφους· και αν σωθείς μόνος εσύ, θα φθάσεις
αργά και κακώς έχοντας, και από συντρόφους έρμος». ]] (Όμηρος, Οδύσεια, μ΄, 127- 141)
Οι σύντροφοι του Οδυσσέα, όμως, παράκουσαν τις εντολές του, έσφαξαν από τα βόδια του και γι’ αυτό τιμωρήθηκαν. Δεν τους τιμώρησε ο ίδιος ο θεός. Αλλά παραπονέθηκε στον Δία και τον πνιγμό τους τον προκάλεσε ο συννεφοσυνάχτης Δίας. Μας αναφέρει ο Όμηρος:
[[ Κι έτρεξε ευτύς η Λαμπετώ, με το συρτό φουστάνι,
μαντατοφόρα γλήγορη, στον Ήλιο να μηνύσει
πως του 'σφαξαν τα βόδια του· κι ο Ήλιος θυμωμένος
τους αθανάτους φώναξε και τους παρακαλούσε·
«Δία πατέρα, κι οι λοιποί μακαριστοί κι αιώνιοι,
πλερώστε εσείς τους άσεβους συντρόφους του Δυσσέα,
που τα γελάδια μου 'σφαξαν, που με χαρά θωρούσα
στον ουρανό όταν πήγαινα τον αστροστολισμένο,
και πίσω πάλε όταν στη γης γυρνούσα απ' τα ουράνια.
Και των βοδιών την πλερωμή, που πρέπει, αν δε μου δώσουν
θα πάω στον Άδη να χωθώ και στους νεκρούς να φέγγω».
Κι ο Δίας τότε απάντησε ο συγνεφοσυνάχτης·
«Ήλιε μου, λάμπε στους θεούς και στους θνητούς στον κόσμο,
κι εγώ μ' αστροπελέκι μου - στο τάζω - φλογισμένο
να σπάσω το καράβι τους στη μέση του πελάγου».]] (Όμηρος, Οδύσεια, μ΄, 374- 387)
Ο Ήλιος είναι ο κατ' εξοχὴν θεός της όρασης. Και εξ αιτίας του φωτός που παρέχει ο Ήλιος είναι εφικτή η όραση. Σύμφωνα με τν Πλάτωνα, το κυριότερο όργανο του ανθρώπου είναι οι οφθαλμοί του, που ονομάζονται φωσφόροι. Το ανόθευτο πυρ της ψυχής είναι ομοειδές με το ηλιακό φως και ρέει από τους οφθαλμούς λείο και πυκνό. Καθώς το ρεύμα της όρασης ρέει προς τα έξω, συνενώνεται με το ομοειδές του ηλιακό φως, δημιουργώντας ένα ομογενές πεδίον, που είναι οικείο στην ευθεία των οφθαλμών.
Όλοι οι μύστες τον τίμησαν και κάποιοι έγραψαν θαυμάσιους ύμνους για τον Ήλιο:
[[ Εισάκουσέ με, βασιλέα του νοητικού πυρός, Τιτάνα με τα χρυσά ηνία, εισάκουσέ με,
χορηγέ του φωτός, βασιλέα, που ο ίδιος κρατάς το κλειδί της ζωογόνας πηγής και διοχετεύεις από ψηλά πλούσιο ρεύμα αρμονίας στους Κόσμους της ύλης.
Εισάκουσέ με. Γιατί εσύ, που βρίσκεσαι στην υπέρ του αιθέρος μεσαία έδρα και κατέχεις τον ολοφώτεινο δίσκο, την καρδιά του Κόσμου, γέμισες τα πάντα με τη δική σου πρόνοια που διεγείρει τον νου…
Ζωσμένοι οι πλανήτες με τους αιώνιους πυρσούς σου, στέλνουν με τους αδιάκοπους και ακούραστους χορούς τους ζωογόνες σταγόνες στα επιχθόνια. Κάτω από τις επαναλαμβανόμενες πορείες του άρματός σου αναβλάστησε ολόκληρη η πλάση σύμφωνα με την τάξη των Ωρών.
Ο ορυμαγδός των ιόντων συγκρούονταν μεταξύ τους σταμάτησε μόλις εμφανίστηκες από τον άρρητο γονιό σου. Μπροστά σου υποχώρησε ο ακλόνητος χορός των Μοιρών. Και ξανακλώθουν πάλι το νήμα της άφευκτης ανάγκης, όταν θελήσεις.
Γιατί ολόγυρα κυβερνάς, ολόγυρα βασιλεύεις με ισχύ. Από τη δική σου σειρά ξεπήδησε ο βασιλιάς του τραγουδιού που υπακούει στο θείο, ο Φοίβος. Ψάλλοντας θεόπνευστα τραγούδια με τη συνοδεία της κιθάρας ησυχάζει το μεγάλο κύμα της βαριόηχης πλάσης.
Από τον δικό σου σωτήριο θίασο ξεπήδησε ο γλοικόδωρος Παιάνας και επέβαλε στον πλατύ κόσμο τη δική του υγεία, γεμίζοντας τον με άφθαρτη αρμονία. Εσένα υμνούν ως ξακουστό πατέρα του Διονύσου.
Άλλοι πάλι στα τραγούδια σε εξυμνούν ως βακχικό Άττη στα απώτατα βάθη της ύλης και άλλοι ως όμορφο Άδωνη.
Φοβούνται την απειλή του γοργού μαστιγίου σου οι αγριόψυχοι δαίμονες που βλάπτουν τους ανθρώπους και μηχανεύονται κακά για τις δύστυχες ψυχές μας, προκειμένου για πάντα μέσα στον πάτο της βαριόηχης ζωής να υποφέρουν πεσμένες στα δεσμά του σώματος και έτσι να ξεχάσουν την ολοφώτεινη αυλή του υψηλού πατέρα.
Εσύ όμως, άριστε των θεών, στεφανωμένε με πυρ, όλβιε δαίμονα, εικόνα του θεού που γέννησε τα πάντα, ανυψωτή των ψυχών, εισάκουσέ με και καθάρισέ με για πάντα από κάθε αμαρτία.
Δέξου την πολυδακρισμένη ικεσία, σώσε με από τις ολέθριες κηλίδες, φύλαγε με μακριά από τις Ποινές καταπραΰνοντας το γρήγορο μάτι της Δικαιοσύνης που βλέπει τα πάντα.
Με σωτήρια βοήθειά σου ας χαρίζεις για πάντα στην ψυχή μου το αλεξίκακο αγνό φως, διαλύοντας τη φαρμακερή ομίχλη που καταστρέφει τους θνητούς.
Χάρισε ακόμα την ακεραιότητα και την υγεία με τα λαμπρά της δώρα στο σώμα μου και οδήγησέ με στη δόξα, ώστε σύμφωνα με τους θεσμούς των προγόνων να καλλιεργώ τα δώρα των ωριοπλόκαμων Μουσών.
Και δώσε μου, άναξ, αν θες, αδιατάρακτη ευτυχία για την λατρευτή ευσέβεια μου. Όλα μπορείς να τα κάνεις εύκολα.Γιατί έχεις ισχυρή και άπειρη δύναμη. Κι αν μας απειλεί κανένα κακό προερχόμενο από την άτρακτο της Μοίρας που περιστρέφεται ελικοειδώς κάτω από τα νήματα που κινούνται από τα άστρα, διώχνε το εσύ με τη μεγάλη φεγγοβολή σου. ]] (Πρόκλος, Ύμνος στον Ήλιο)
Αργότερα ο Ήλιος ταυτίστηκε με τον Απόλλωνα. Αυτό δεν είναι σωστό, γιατί υπάρχει μία σημαντική διάκριση μεταξύ τους. Ο Ήλιος είναι το «αισθητόν ον» και αποτελεί αντανάκλαση του νοητού θεού Απόλλωνα και των Ιδεών του επί του αισθητού πεδίου. Έτσι δεν είναι ορθό να θεωρούμε ότι ταυτίζονται, αλλ’ ότι ο Ήλιος προέρχεται από τον Απόλλωνα και πως αποτελεί μία από τις ελλόγιμες εκφράσεις του θεού. Συνεπώς ο Ήλιος είναι ο ορατός θεός ενώ ο Απόλλωνας είναι ο νοητός, ο οποίος είναι το αίτιο και αρχή του ορατού. Μεταφυσικά, η ύπαρξη του Ήλιου οφείλεται στον Απόλλωνα, ενώ η ύπαρξη του Απόλλωνα δεν οφείλεται στον Ήλιο, αλλά είναι αυθύπαρκτος και απορρέει από τον εαυτό του. Κλείνουμε αυτό το αφιέρωμα στον Ήλιο με το ακόλουθο απόσπασμα:
[[ ὅθεν οἱ μὲν πολλοὶ τῶν
προγενεστέρων ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἡγοῦντο θεὸν Ἀπόλλωνα
καὶ ἥλιον· οἱ δὲ τὴν καλὴν καὶ σοφὴν ἐπιστάμενοι
καὶ τιμῶντες ἀναλογίαν, ὅπερ σῶμα πρὸς ψυχὴν ὄψις δὲ
πρὸς νοῦν φῶς δὲ πρὸς ἀλήθειάν ἐστι, τοῦτο τὴν ἡλίου
δύναμιν εἴκαζον εἶναι πρὸς τὴν Ἀπόλλωνος φύσιν, ἔκγονον
ἐκείνου καὶ τόκον ὄντος ἀεὶ γιγνόμενον ἀεὶ τοῦτον
ἀποφαίνοντες. ἐξάπτει γὰρ καὶ προάγεται καὶ συνεξορμᾷ
τῆς αἰσθήσεως τὴν ὁρατικὴν δύναμιν οὗτος ὡς τῆς ψυχῆς
τὴν μαντικὴν ἐκεῖνος.]] (Πλούταρχος, Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν, 42)


Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

" Απειλείται η εθνική μας ακεραιότητα "

Για την παραχώρηση του ονόματος Μακεδονία, απο την κυβέρνηση, στη ΠΓΔτΜ

Οι καιροί ου μενετοί.
Όταν φοβάσαι να πεις ότι αγαπάς την πατρίδα σου κι όταν -ακόμα χειρότερα την ξεπουλάς- αυτό είναι ραγιαδισμός.
Όταν δεν φοβάσαι να πεις ότι την αγαπάς και έχεις το θάρρος να το βροντοφωνάξεις, αυτό δεν είναι εθνικισμός, είναι πατριωτισμός!
Και η Ελλάδα σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχει ανάγκη από πατριώτες!

το άρθρο >> CNN

Ο θεός Ήλιος

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος
Ο καθορισμός του έτους, οι αλλαγή των εποχών, ακόμη και οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές συνδέονται με την κίνηση του Ήλιου. Έτσι θ’ αρχίσουμε τις εφετινές δημοσιεύσεις μας με ένα μικρό αφιέρωμα στον Ήλιο. Τον Ήλιο όπως τον αντιλαμβάνονταν οι πρόγονοί μας σαν θεότητα.
Ένας από τους πιο σεβάσμιους θεούς στην αρχαιότητα ήταν ο Ήλιος. Ο Ήλιος κατά την “Θεογονία” του Ησίοδου, ήταν γιος του Τιτάνα Υπερίωνα και της Τιτανίδας Θείας. Τούτοι ήσαν παιδιά του Ουρανού και της Γης. Αδέλφια, λοιπόν και σύζυγοι ο Υπερίωνας και η Θεία είχαν την ευτυχία να γίνουν οι γονείς του «μεγάλου και υπέρλαμπρου» Ήλιου, της «λαμπερής» Σελήνης και της Ηώς ή Αυγής.
Ο Βοιωτός ποιητής γράφει:
[[ Κι η Θεία τον Ήλιο το μεγάλο γέννησε και τη λαμπρή Σελήνη
και την Ηώ που δίνει φως σε όλους όσους κατοικούν πάνω στη γη
και στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ τον ουρανό κατέχουν.
Τους γέννησε αφού υποτάχθηκε στον έρωτα του Υπερίονα.]] (Ησίοδος, Θεογονία, 371- 374)
Σε έναν Ομηρικό ύμνο, έχουμε την πληροφορία πως μητέρα του Ήλιου ήταν η Ευρυφάεσσα, όπου, όμως, δεν αφήνεται το περιθώριο να εννοήσουμε ότι πρόκειται για διαφορετικό πρόσωπο, γιατί την ονομάζει όμαιμη του Υπερίωνα και ότι γέννησε ακριβώς τα ίδια παιδιά:
[[ Πάλι, παιδί του Δία, Μούσα Καλλιόπη, άρχισε να εξυμνείς
τον ήλιο που ακτινοβολεί που η Ευρυφάεσσα, βοϊδομάτη
γέννησε για το παιδί της Γαίας και του Ουρανού μ’ αστέρια.
Γιατί ο Υπερίωνας πήρε την ξακουστή Ευρυφάεσσα, την όμαιμη
που του γέννησε ωραιότατα παιδιά και την Ηώ
με ροδόχροους βραχίονες και τη Σελήνη με την όμορφη κόμη
και τον ακαταπόνητο Ήλιο, παρόμοιο με τους αθάνατους,
που φωτίζει τους θνητούς και τους αθάνατους θεούς
ανεβασμένος στους ίππους του. Βέβαια φρικαλέοι οι οφθαλμοί
διακρίνουν απ’ τη χρυσή περικεφαλαία του. Και λαμπερές ακτίνες
απ’ αυτόν γυαλίζουν φωτεινές στους κροτάφους κι η λαμπρή
χαίτη τους απ’ το χαριτωμένο κεφάλι εκτείνεται στην όψη
την περίοπτη. Και λάμπει γύρω απ’ την επιδερμίδα του όμορφο
ένδυμα λεπτοδουλεμένο μα το φύσημα του ανέμου. Κάτω οι αρσενικοί
ίπποι. Συνεπώς, αφού έστησε το άρμα του με το χρυσό ζυγό κι άλογα
[εκεί αναπαύεται στην άκρη τ’ ουρανού έως ότου αμέσως]
κατευθύνεται θαυμάσιος μέσω του ορίζοντα προς τον Ωκεανό.
Χαίρε, βασιλιά, πρότασσε την ευχαρίστησή μας με μια ζωή ευμενή.
Αφού μάλιστα αρχίσω από σένα, θα εγκωμιάσω το γένος
των προικισμένων με φωνή θνητών
ημιθέων που οι θεοί έδειξαν τα έργα τους στους θνητούς. ]] (Ομηρικοί Ύμνοι, Εις Ήλιον)
Σε ακόμη πιο παλιά παράδοση ο Ήλιος και ο Υπερίωνας ταυτίζονται, και δεν είναι γιος και πατέρας. Αυτή μας μεταφέρει ο Όμηρος στην “Ιλιάδα” και στην “Οδύσσεια”, όπως λ.χ.:
[[ δυο νύμφες καλοπλέξουδες επιστατούν εκείνα,
Φαέθουσα και Λαμπετιά, και θυγατέρες είναι
του Ηλίου του Υπερίονα και της καλής Νεαίρας ]]
Οι πρόγονοί μας φαντάστηκαν τον Ήλιο, ή καλύτερα τον ηλιακό δίσκο σαν ένα μάτι του ουρανού, που από ψηλά επιτηρεί κάθε μορφή ζωής πάνω στη γη. Άλλοτε τον φαντάζονταν σαν ένα ολόκληρο πρόσωπο, με πλούσια χρυσόξανθα μαλλιά, ή με ένα στεφάνι ή με ένα στέμμα, που ήσαν οι ακτίνες του. Αφού αυτό το πρόσωπο ήταν αναγκασμένο καθημερινά να κάνει το μεγάλο ταξίδι του στον ουρανό για να ακτινοβολεί και να θερμαίνει, φαντάζονταν τον ημεροδρόμο με φτερά.
Αργότερα ο ακούραστος ημεροδρόμος έγινε ένας ηνίοχος και πολεμιστής, πάνω σε ένα λαμπρό άρμα, που το ‘σερναν φτερωτά άλογα. Ο Ήλιος φορούσε χιτώνα από φως και στο κεφάλι φορούσε αστραφτερή περικεφαλαία. Στο χέρι του κρατούσε τόξο και εκτόξευε τα βέλη του, που ήσαν οι ηλιαχτίδες. Αυτό το όμορφο και λαμπρό παλικάρι μαχόταν με τα δαιμονικά του σκοταδιού, της ομίχλης και της συννεφιάς και πάντα ήταν αυτός ο νικητής! Το άρμα του ήταν από φωτιά και το ‘σερναν δυο ή τέσσερα άλογα. Τους έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες διάφορα ονόματα: Ερυθραίος (κόκκινος)- Ξάνθος (ξανθός)- Πυρόεις (πύρινος)- Φλέγων (φλογερός)- Στεροπή (αστραπή)- Βροντή- Λάμπος (λάμψη)- Φαέθων (φωτεινός)- Αίθων (λαμπρός)- Αιθίοψ (μαύρος)- Ηώος (αυγινός)- Ακταίων (μετέωρος)- Χρόνος- Φιλόγαιος (φίλος της γης). Κάποια απ’ αυτά τα άλογα είχε χαρίσει τον γιο του Αιήτη, και στην εγγονή του Μήδεια. Ακόμη και στον Ηρακλή είχε χαρίσει. Τα άλογα του Ήλιου ήσαν αθάνατα και καθημερινά τα τάιζε μ’ ένα μαγικό βοτάνι, που μόνο στα νησιά των Μακάρων φύτρωνε την εποχή της Άνοιξης, κι ήταν παρόμοιο με την αμβροσία.
Κάθε πρωί, για να κάνει την ημερήσια διαδρομή του στον ουρανό, ο Ήλιος σηκώνεται από τη μια μεριά του μεγάλου Ωκεανού, αφήνει πίσω του την χώρα του, την Αία, υψώνεται πάνω από την Ερυθρά θάλασσα και των Αιθιόπων τη χώρα, όπου περνά τον περισσότερο χρόνο τον χειμώνα, και κατευθύνεται προς του ουρανού το κέντρο, πάνω απ’ όλες τις χώρες, στις οποίες χαρίζει θερμότητα και φως. Μετά αρχίζει να κατηφορίζει προς τα βουνά για να καταλήξει στην άλλη άκρη του Ωκεανού, την Ερύθεια, όπου βρίσκονται και τα ιερά του κοπάδια με τα κατακόκκινα βόδια. Στο ξεκίνημα και στην επιστροφή του έχει την βοήθεια των Ωρών και των Νηρηίδων. Αυτές τον χαιρετούν και τον παραστέκουν. Κάθε πρωί η Θέτιδα του ανοίγει την πόρτα του αμαξοστάσιου, ενώ το βράδυ ο Ποσειδώνας τον περιμένει στην άκρη του Ωκεανού, όπου ο Φωσφόρος παίρνει τα κουρασμένα από τον ουράνιο δρόμο άλογα για να τα καθαρίσει από τον ιδρώτα, να τα ταΐσει και να τα ξεκουράσει.
Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του “Ίων”, περιγράφει την ανατολή του Ήλιου:
[[ Να, το λαμπρό τετράλογο άρμα·
ο ήλιος που τη γη φωτίζει κιόλας
και τα’ άστρα που, διωγμένα από τη φλόγα
του αιθέρα, μες στη νύχτα
φεύγουν την ιερή.
Του Παρνασσού τα κορφοβούνια
τ’ απάτητα, λαμποκοπώντας
το δίσκο τον ολόφωτο υποδέχονται
για χάρη των θνητών. ]] (Ευριπίδης, Ίων, 82-88)
ενώ ο Στησίχορος περιγράφει την δύση του Ήλιου, όπου σαν καλός οικογενειάρχης επιστρέφει στο σπίτι του::
[[ Κι ο Ήλιος εκατέβαινε σε χρυσαφένιο τάσι,
ο γιός του Υπερίωνα, τον Ωκεανό περνώντας,
να φτάσει μέσα στης νυχτός της ιερής τα βάθη
στη μάνα, στη γυναίκα, στ’ αγαπητά παιδιά του. ]]
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο τραγικός μας ποιητής Αισχύλος:
[[ το ιερό της θάλασσας της κόκκινης το ρέμα,
τον πορφυρένιο το βυθό, την παντοτρόφο λίμνη
των Αιθιόπων τη λαμπρή, στου ωκεανού την άκρη,
όπου τ’ αθάνατο κορμί ο παντεπόπτης Ήλιος
και των ατιών τον κάματο πάντα σ’ αυτό τον τόπο
χύνοντας απ’ το μαλακό θερμό νερό αναπαύει. ]]
Πριν να ξεφύγουν από το γεωκεντρικό σύστημα οι πρόγονοί μας, έπρεπε να δικαιολογήσουν πως από τη δύση, το επόμενο πρωινό ο Ήλιος βρίσκεται πάλι στην ανατολή. Ο Μίμνερμος περιγράφει, λοιπόν, ένα χρυσό φτερωτό κρεβάτι που κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταφέρει τον κοιμισμένο θεό στην αφετηρία του:
[[ Κι αυτόν, μέσ’ απ’ τα κύματα το ζηλευτό κρεβάτι,
το πλουμιστό, στου Ήφαιστου τα χέρια δουλεμένο,
κι από χρυσάφι ακριβό και με φτερά αποκάτω,
πάνω στην άκρη του νερού γλυκά αποκοιμισμένον,
στων Αιθιόπων απ’ τη γη των Εσπερίδων,
όπου το άρμα το ταχύ και τ’ άλογά του στέκουν,
ευθύς ως η Αυγή θα ‘ρθει, του πρωινού η κόρη·
κι ο γιος του Υπερίωνα σ’ άρμα άλλο ανεβαίνει. ]]
Ο Στησίχορος αναφέρεται σε ένα χρυσαφένιο τάσι, που ταξιδεύει στον Ωκεανό, σαν να ήταν σχεδία, κάνοντας τον αντίστροφο δρόμο από το άρμα, δηλαδή από τη δύση στην ανατολή. Είναι το ίδιο τάσι που ο Ήλιος δάνεισε στον Ηρακλή για να φτάσει στη μακρινή Ερύθεια, να πάρει τα βόδια του Γηρυόνη. Η μυθολογική μας παράδοση αναφέρει πως καθώς βάδιζε ο Θηβαίος ήρωας, θύμωσε από το κάμα του Ήλιου, και όντας κουρασμένος και διψασμένος σήκωσε το τόξο του κατά του Ήλιου κι άρχισε να του ρίχνει βέλη. Ο θεός θαύμασε την τόλμη του Ηρακλή και προθυμοποιήθηκε να του δανείσει το χρυσαφένιο τάσι του για να τον μεταφέρει στον προορισμό του και να τον βοηθήσει μετά στην επιστροφή.
Από τη θέση του Ήλιου στον ουρανό, μπορούσε να βλέπει τα πάντα. Καμία ανθρώπινη πράξη δεν του ξέφευγε. Ακόμη και οι πράξεις των θεών δεν ήταν κρυφές από τον παντεπόπτη οφθαλμό του. Είδε τον παγαπόντη Άρη, όταν πήγε στο κρεβάτι της Αφροδίτης, και το φανέρωσε στον άντρα της τον Ήφαιστο. Γράφει, λοιπόν ο Όμηρος:
[[ ο Άρης πώς την εύμορφην αγάπησε Αφροδίτη,
όταν πρωτόσμιξαν κρυφά στου Ηφαίστου τον κοιτώνα.
πολλά 'δωσε και ατίμασε το νυμφικά κρεβάτι
του Ηφαίστου· κι ήλθε μηνυτής και αμέσως το 'πε κείνου,
ο Ήλιος, που στον έρωτα τους είδε αγκαλιασμένους. ]] (Όμηρος, Οδύσεια, κ΄, 267- 271)
Ο Ήλιος είδε την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα και το φανέρωσε στην μάνα της, τη Δήμητρα, που την έψαχνε. Στον Ομηρικό ύμνο περιγράφεται πως η απελπισμένη μάνα συνάντησε την Εκάτη, κι αυτή της είπε πως άκουσε μεν φωνές, αλλά δεν είδε τον άρπαγα. Μα ό Ήλιος, που όλα τα βλέπει, δεν μπορεί, σίγουρα θα τον είδε:
[[Και φτάσανε στον Ήλιο τον φρουρό θεών και ανθρώπων,
μπροστά στους ίππους στάθηκαν και η πάνσεπτη θεά τον ρώτησε,
Ήλιε, σεβάσου εμένα τη θεά, αν κάποτε εγώ
με λόγο ή μ’ έργο επράϋνα την καρδιά και την ψυχή σου.
Την κόρη αυτή τη γέννησα γλυκό φυντάνι με θωριά καμαρωτή
Άκουσα τον παντέρημο αιθέρα τη γοερή κραυγή της,
σαν να την εξανάγκαζαν, αλλ’ όμως με τα μάτια μου δεν είδα.
Όμως εσύ τον πόντο, κι όλη τη στεριά και τον αιθέρα
από ψηλά με τις αχτίδες που εποπτεύεις,
πες μου στ’ αλήθεια αν έχεις δει κάπου το προσφιλές μου τέκνο
που κάποιος μακριά μου αθέλητα της άρπαξε και πάει
κάποιος απ’ τους θεούς ή απ’ τους θνητούς ανθρώπους.
Έτσι, είπε, και σ΄ αυτήν ο γιός του Υπερίωνος αποκρίθη,
Της καλλίκομης Ρέας θυγατέρα ω Δήμητρα άνασσα
Θα μάθεις, γιατί σέβομαι πολύ και συμπονώ
Την βαριολυπημένη εσέ για το καλλίσφυρο παιδί σου, άλλος κανείς
απ’ τους αθάνατους δεν είναι ο αίτιος πάρεξ ο νεφεληγερέτης Ζευς,
που την παρέδωσε στον αδερφό του Άδη θαλερή του ομόκλινη
να του είναι, αυτός μες στ’ ομιχλώδες σκότος
αφού την άρπαξε την πήγαινε με τ’ άλογα ενώ εκείνη δυνατά ξεφώνιζε.
Αλλά θεά πάψε τον μέγα θρήνο, ούτε σου πρέπει
Ανώφελα έτσι να εξοργίζεσαι, μήτε για σένα ανάξιος
είναι ο γαμπρός μες στους αθάνατους ο άρχων των νεκρών ο Αϊδωνεύς
ο αδερφός και ομόσπορός σου, του έλαχε η τιμή
πρώτη φορά όταν έγινε η μοιρασιά στα τρία,
σε κείνους που μαζί τους κατοικεί του έλαχε ναναι ο άρχοντας τους.
Σαν μίλησε έτσι τ’ άλογα του κάλεσε κι αυτά στην πρoσταγή του
γοργόσυραν πλατύφτερα το ευκίνητο άρμα ως όρνεα ]] (Ομηρικός Ύμνος, Εις Δήμητρα, 62- 90)
Αφού ο Ήλιος γνώριζε τα πάντα, στις δύσκολες στιγμές τους οι άνθρωποι επικαλούνταν την μαρτυρία του κι ορκίζονταν στο όνομά του. Όσοι είχαν κάνει κακό, έτρεμαν την εκδίκησή του. Έτσι, ο μεγάλος ήρωας του Τρωικού πολέμου ο Αίας ο Τελαμώνιος, λίγο πριν την αυτοκτονία του ζήτησε από τον Ήλιο να σταθεί λίγο πάνω από το σπιτικό του στη Σαλαμίνα και να τους μαρτυρήσει το πόσο είχε αδικηθεί. Η Κασσάνδρα με δάκρυα στα μάτια ζητάει από τον Ήλιο να εκδικηθεί τους Αχαιούς για την αδικία τους. Ο Ορέστης, εκδικούμενος τον θάνατο του πατέρα του Αγαμέμνονα από την γυναίκα του Κλυταιμήστρα και τον εραστή της Αίγισθο, καθώς σκότωνε τη μητέρα του για το ανόσιο φονικό, κάλεσε μάρτυρα τον Ήλιο, που με αποτροπιασμό είχε γυρίσει αλλού το πρόσωπό του.
Εκτός από θεός του φωτός και της ακτινοβολίας, ο Ήλιος ήταν προστάτης των όρκων. Οι αρχαίοι Έλληνες πολύ ορκιζόντουσαν, και ο Ήλιος που γνώριζε τα πάντα- «Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον»- ήταν ο καλύτερος εγγυητής του όρκου τους. Ο Προμηθέας στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου, δεμένος στον βράχο με τις αλυσίδες, καλεί τον «παντεπόπτη κύκλο του Ήλιου» να έλθει μάρτυρας στους όρκους του. Στον “Οιδίποδα Επί Κολονώ” του Σοφοκλή, ο Κρέοντας οδηγεί έξω από το σπίτι τον γαμπρό του Οιδίποδα, ώστε «ο Ήλιος να μή δεί ένα τέτοιο άθλιο πλάσμα». Η Μήδεια στο έργο του Ευριπίδη, κάνει τον Αιγέα να ορκιστεί στην Γη και τον Ήλιο, πως θα την προστατέψει. Στα “Αργοναυτικά” του Απολλώνιου του Ρόδιου, η Μήδεια ορκίζεται στον Ήλιο και την Εκάτη.
Για επισφράγιση του όρκου πολλές φορές θυσίαζαν στον Ήλιο και μαζί στον βασιλιά των θεών, τον Δία.
[[ Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Εχάρηκα όπως άκουσα τον λόγον σου, Οδυσσέα,
τα είπες όλα ορθότατα και όπως τα θέλ’ η τάξις.
Αυτά θα ομώσω πρόθυμος, ως και η ψυχή μου θέλει.
Ουδέ θα γίνω επίορκος εμπρός των αθανάτων.
Και απ’ την ορμήν ας κρατηθεί της μάχης ο Πηλείδης
και όλοι εδώ μείνετε μαζί, όσο τα δώρα να’λθουν
απ’ την σκηνήν και κάμωμε των όρκων την θυσίαν.
Και εις σε τον ίδιον τούτο εγώ να κάμεις παραγγέλλω.
Διάλεξε των Παναχαιών τα πρώτα παλικάρια,
τα δώρα όσα ετάξαμεν εχθές στον Αχιλλέα
απ’ την σκηνήν μου φέρετε, και αντάμα τες γυναίκες.
Κι έτοιμον ο Ταλθύβιος απ’ το στρατόπεδόν μας
χοίρον ας έχει να σφαγεί στον Ήλιον και στον Δία.».]] (Όμηρος, Ιλιάδα, Ν΄, 184-197)
Ή αλλού:
[[ Πρόβατο φέρτε ολόασπρο και προβατίνα μαύρη,
του Ήλιου και της Γης, κι' εμείς ένα άλλο (να θυσιάσουμε) για το Δία.]]
Θεωρώντας οι πρόγονοί μας τον Ήλιο «παντεπόπτη», πίστευαν πως είναι ο ακηλίδωτος, ο αγνός θεός, το μάτι της δικαιοσύνης. Δεν ήταν μόνον η ζωογόνος δύναμη και δίνει και παίρνει τη ζωή, αλλά και η δύναμη που καθαρίζει ηθικά, που ενεργεί ιαματικά και σαν γιατρός είναι υπεύθυνη για την όραση. Αναγνώριζαν στον Ήλιο την ιδιότητα του σωτήρα της ανθρώπινης ζωής και της ευτυχίας, τον επόπτη και ρυθμιστή της τάξης στον ανθρώπινο βίο. Έτσι, τον θεωρούσαν πατέρα του Χρόνου και των Εποχών.
Δίκαια, λοιπόν τον υμνούσαν με πολλούς ύμνους, όπως ο παρακάτω:
[[ Άκουσε, μακάριε, πού έχεις μάτι αιώνιον και βλέπει τα πάντα· συ ό Τιτάν πού λάμπεις ωσάν χρυσός, πού βαδίζεις υψηλά, και είσαι το επουράνιον φώς. Σύ είσαι αφ’ εαυτού γεννημένος, ακαταπόνητος, των ζώων γλυκύ θέαμα και είσαι της μεν αυγής ο δεξιός γεννήτωρ της δε νυκτός ο αριστερός· συνενώνεις τις εποχές χορεύοντας (κινούμενος κυκλικώς) με τέσσερα πόδια (ό δημιουργός των τεσσάρων εποχών του έτους), είσαι ταχύς, ορμητικός, πύρινος, με χαρωπόν βλέμμα, διφρηλάτης. και διέρχεσαι την όδόν του απέραντου ρόμβου με περιστροφικάς κινήσεις· καθοδηγείς τους ευσεβείς ανθρώπους εις τας καλάς πράξεις και εις τους ασεβείς επιδεικνύεις δυσμένειαν· συ έχεις χρυσήν λύραν και διανύεις τον άρμονικόν δρόμον του κόσμου, επισημαίνεις τα καλά έργα, συ είσαι ό νέος που τρέφεις τάς έποχάς. Είσαι ο κυρίαρχος του κόσμου, ό αυλητής, διατρέχεις δια του πυρός και περιστρέφεσαι κυκλικώς, φέρεις το φως εμφανίζεσαι με ποικίλες μορφές, φέρεις την ζωήν, είσαι καρποφόρος, ώ Παιάν αειθαλής, αμόλυντος, πατήρ του χρόνου.
Αθάνατε Ζευ, καθαρός και λαμπερός σε όλους, είσαι το κυκλικώς περιφερόμενον μάτι
του κόσμου, πού σβήνει και λάμπει με ωραίες φωτεινές ακτίνες· δεικνύεις την δικαιοσύνη,
αγαπάς το νερό. είσαι ό δεσπότης (ό κύριος) του κόσμου, ο φύλαξ της αληθείας,
ο αιώνιος υπέρτατος, ό βοηθός εις όλους, είσαι ό οφθαλμός της δικαιοσύνης,
το φως της ζωής· ώ συ, πού οδηγείς τους ίππους, και κατευθύνεις με λιγυρό
μαστίγιο τέθριππον (με τέσσερα άλογα) άρμα, άκουσε τους λόγους μου και φανέρωσε
εις τους μεμυημένους γλυκεία και ευχάριστη ζωή. ]] (Ορφικός Ύμνος)
Στη Γιγαντομαχία ο Ήλιος τάχτηκε με τους Ολύμπιους θεούς. Σε κάποια φάση πήρε πάνω στο άρμα του τον καταβεβλημένο από την άγρια μάχη Ήφαιστο. Αυτό ο κουτσοπόδαρος τεχνίτης θεός ποτέ δεν το ξέχασε και του ‘φτιαξε νέο περίτεχνο άρμα, καθώς και λαμπρό παλάτι για να ξεκουράζεται. Το ίδιο έκανε και στον Αιήτη, τον γιο του Ήλιου.
Στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας ο Δίας έδωσε εντολή στον Ήλιο να καθυστερήσει την εμφάνισή του στον ουρανό, για προφτάσει ο Ηρακλής να βρει το μαγικό βοτάνι, που θα τον έκανε άτρωτο απέναντι στους Γίγαντες. Μια ακόμη φορά ξέφυγε από το καθιερωμένο ωράριό του. Τότε ήταν η ρήγισσα Ήρα, που του ‘δωσε την εντολή να βασιλέψει νωρίτερα για να τερματιστεί η μάχη ανάμεσα σε Αχαιούς και Τρώες. Ακόμη μια φορά ο ρήγας Δίας του ζήτησε να ξεφύγει από την καθιερωμένη ανατολή του. Τότε ο βασιλοθεός επιθυμούσε να κερδίσει κάποιο στοίχημα ο Ατρέας και να πάρει το θρόνο από τον Θυέστη, τον αδερφό του.
Ως γυναίκα του Ήλιου κάποιοι αναφέρουν τη Σελήνη, ενώ κάποιοι άλλοι την Ωκεανίδα Πέρση ή Περσηίδα. Με την Περσηίδα απόκτησε τον Αιήτη, τον πατέρα της Μήδειας, και τη μάγισσα Κίρκη. Άλλοι, πάλι, λένε πως με την Περσηίδα απόκτησε μόνο γιούς, τον Πέρση και τον Αιήτη.
Στην οδύσσεια του Ομήρου διαβάζουμε να λέει ο Οδυσσέας:
[[Στης Αίας πάμε το νησί που κατοικούσε η Κίρκη,
θεά μεγάλη, φοβερή, που σα θνητή λαλούσε,
κι ήταν ομόσπλαχνη αδελφή του δολοπλέχτη Αιήτη.
Είχαν το θνητοφωτιστή πατέρα τους τον Ήλιο,
κι είχαν την Πέρση μάνα τους, του Ωκεανού την κόρη.]] (Όμηρος, Οδύσεια, κ΄, 135- 139)

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Μ ή δ ε ι α

[[ δαμ- ων ]]

3. ΑΙΣΟΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΛΙΑΣ
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ
Αρκετά χρόνια πριν γεννηθούν ο Ιάσονας και η Μήδεια, στην Αιολίδα- όπως ονομαζόταν τότε η Θεσσαλία- ζούσε ο Σαλμωνέας. Τούτος ήταν γιος του Αιόλου, του ρήγα της Αιολίδας, και της Εναρέτης. Και για τον Σαλμωνέα ήταν μικρός ο τόπος της Αιολίδας. Το βασιλόπουλο δεν πήγε τόσο μακριά, όσο ο Αιήτης. Αυτό ήρθε στην Ήλιδα με πολλούς Αιολείς, που το ακολούθησαν. Στο νέο τόπο, αφού έδιωξε τον Αιτωλό, ίδρυσε μια νέα πόλη κοντά στον Αλφειό ποταμό, του της έδωσε το όνομά του και την ονόμασε Σαλμώνη, κι έγινε ο βασιλιάς της. Εκεί παντρεύτηκε την Αλκιδίκη, τη θυγατέρα του ρήγα Αλεού της Αρκαδίας, από την οποία απόχτησε μια πανέμορφη κόρη, την Τυρώ.
Σύντομα πέθανε η Αλκιδίκη και πήρε δεύτερη σύζυγο τη Σιδηρώ. Τα μυαλά του Σαλμωνέα πήραν αέρα. Μέθυσε από το αξίωμα του βασιλιά και στη φαντασία του θέλησε να γίνει ίδιος με το ρήγα των θεών, τον βροντορίχτη Δία. Για να κάνει τους υπηκόους του να το πιστέψουν κι έτσι να τον λατρεύουν σαν το πρώτο των θεών και να του προσφέρουν θυσίες, πρόσταξε να του έφτιαξαν ένα λαμπρό άρμα με χάλκινους ή σιδερένιους τροχούς.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Στο άρμα κρέμασε χάλκινα λεβέτια, που με την κίνηση του άρματος χτυπούσαν μεταξύ τους και καμπάνιζαν δίνοντας την εντύπωση πως ο αρματηλάτης εκσφενδόνιζε κεραυνούς, ενώ ταυτόχρονα πέταγε αναμμένους δαυλούς, μαζί με το ηνίοχό του, κάνοντας πως ρίχνει αστραπές. Ο λαός τρομοκρατήθηκε από το θέαμα και πίστεψε πως ήταν θεός. Έτσι άρχισε να το λατρεύει σα να ‘ταν ο Δίας.
Σε μια παραλλαγή του μύθου έβαλε ο βλάσφημος βασιλιάς να στρώσουν τους δρόμους με χάλκινα φύλλα, πάνω στους οποίους οδηγούσε το χάλκινο ή σιδερένιο άρμα του, πίσω από το οποίο είχε κρεμάσει χοντρές και μακριές αλυσίδες, που έκαναν μεγάλο κρότο, πιστεύοντας πως μιμείται τους κεραυνούς του Ολύμπιου Δία.
Η πεντάμορφη Τυρώ, η κόρη του ανόσιου Σαλμωνέα, αν και ήταν ανήλικη, δεν δίστασε να αντιδράσει στις αξιώσεις του πατέρα της. Προσπαθούσε να τον προσγειώσει λέγοντας πως κανείς θνητός δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στους αθάνατους θεούς. Πολύ δε περισσότερο δεν δικαιούται να έχει την αξίωση να λατρεύεται! Γι’ αυτή τη στάση της κέρδισε την αγάπη των θεών.
Ο νεφοσκεπάστης Δίας δεν ανέχτηκε για πολύ το υβριστικό κι ανόσιο φέρσιμο του φαντασμένου βασιλιά. Αγανάκτησε, λοιπόν, για την αλαζονεία του και ρίχνοντας από τον υψηλό Όλυμπο τα αστροπελέκια του καρβούνιασε τον απερίσκεπτο ρήγα, αλλά ταυτόχρονα εξόντωσε και τον άπιστο λαό του.Η τιμωρία του, λένε, πως συνεχίστηκε και στον Άδη. Εκεί, στον Κάτω Κόσμο, είναι αναγκασμένος ολοένα να τρέχει χωρίς σταματημό με το άρμα του.
Από τη μεγάλη καταστροφή του βασιλείου του Σαλμωνέα μόνον η πιστή στους θεούς Τυρώ γλύτωσε. Αφού είδε το χαλασμό της πατρίδας της και τον αφανισμό όλων των δικών της, ο ίδιος ο Δίας την οδήγησε στην πατρίδα του πατέρα της. Βρέθηκε στην Ιωλκό, όπου βασίλευε ο Κρηθέας, γιός κι αυτός του Αίολου κι αδελφός του πατέρα της.
Μεγάλωσε η Τυρώ στο παλάτι του θείου της κι έγινε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Μα πήγε κι αγάπησε τον ποταμίσιο θεό Ενιπέα. Εκείνος, όμως, δεν της έδινε σημασία. Η βασιλοπούλα πεισμωμένη κάθε μέρα πήγαινε στις όχθες του, όπου έκλαιγε και του παραπονιόταν για την αδιαφορία του. Την πρόσεξε ο Κοσμοσείστης Ποσειδώνας κι όπως ήταν απερίγραπτης ομορφιάς την ερωτεύτηκε. Σκαρφίστηκε, λοιπόν, να πάρει τη μορφή του Ενιπέα και να την κάνει δική του. Έτσι κι έγινε. Στις όχθες του ποταμού, πήρε την όψη του ποταμίσιου θεού και τρύγησε τα κάλλη της. Μετά πήρε τη μεγαλόπρεπη μορφή του και της προφήτεψε πως θα γεννήσει δυο γιους. Της έδωσε, όμως, την εντολή να κρατήσει μυστική την ερωτική τους σχέση.
Σαν συμπληρώθηκαν οι μήνες κι ένιωσε πως έφτασε της γέννας η ώρα, η Τυρώ προσποιήθηκε πως θα πήγαινε στο ποτάμι να πλύνει τα ρούχα της. Εκεί, στην ερημιά, μακριά από το παλάτι, γέννησε τους δύο γιους της. Μετά τα έβαλε στη σκάφη της μπουγάδας και τα παράτησε στην τύχη τους, επιστρέφοντας στο παλάτι. Πώς ήταν, όμως, μπορετό να χαθούν τα παιδιά ενός θεού; Κάποιος αλογοβοσκός που έφερε τα περήφανα άτια του στο ποτάμι για να τα ποτίσει, άκουσε το κλάμα των μωρών, όταν ένα από τα άλογα πάτησε το ένα μικρό. Πήρε, λοιπόν, μαζί του τα νεογέννητα και τα κουβάλησε στο φτωχικό του. Εκεί η γυναίκα του ανέλαβε να τα μεγαλώσει, σαν να ήσαν δικά τους. Εκείνο που το είχε πατήσει το άλογο και είχε το μελάνιασμα της πατησιάς, το ονόμασαν Πελία (πελιός= πελιδνος, μαυροκίτρινος). Το άλλο το ονόμασαν Νηλέα, γιατί, τάχα, μια σκύλα που το λυπήθηκε (κατελέησεν αυτόν) το είχε βυζάξει.
Μετά από χρόνια η Τυρώ άκουσε από τον αλογοβοσκό πως είχε βρει μέσα σε μια μπουγαδοσκάφη δυο μωρά, στις όχθες του ποταμού, και τα αναγνώρισε, οπότε τα πήρε στο παλάτι. Στο μεταξύ, είχε γίνει γυναίκα του θείου της Κρηθέα, στον οποίο είχε γεννήσει τρεις γιούς, τον Αίσονα, τον Αμυθάονα και τον Φέρη.
Σχετικά με τη γέννηση του Πελία και του Νηλέα υπάρχει και μια άλλη παραλλαγή του μύθου. Το σμίξιμο της Τυρώς με τον Κοσμοσείστη Ποσειδώνα έγινε στο παλάτι του πατέρα της, στη Σαλμώνη. Η Τυρώ τα γέννησε κρυφά έξω από το παλάτι, όπου τα βρήκε ένας βοσκός, και τα ανέθρεψε. Σαν πέθανε η μητέρα της Αλκιδίκη, ο Σαλμωνέας παντρεύτηκε τη Σιδηρώ, όνομα και πράγμα. Η μητριά ήταν σκληρή σαν σίδερο και έβρισκε χαρά να κακομεταχειρίζεται την προγονή της. Αν και ήταν βασιλοπούλα την μεταχειριζόταν σαν δούλα, βάζοντάς την να κάνει τις χειρότερες δουλειές. Από πάνω την έδερνε και την βασάνιζε.
Ο πατέρας της σαν κατάλαβε πως ήταν έγκυος, κορίτσι ακόμα, δεν ήθελε να τη δει στα μάτια του. Η κόρη όταν ήρθε η ώρα της γέννας έφυγε από το παλάτι και τα μωρά της τα έβαλε σε μια σκάφη, όπου τα βρήκε ο βοσκός. Η Τυρώ αναγνώρισε τα παιδιά της σε μια βρύση, όπου την είχε στείλει η Σιδηρώ να της φέρει νερό. Η ντυμένη με κουρέλια μάνα και κοντοκουρεμένη είδε κρεμασμένη τη σκάφη στο καλύβι του βοσκού. Τη γνώρισε από ένα χαρακτηριστικό σημάδι, που ‘χε, και έτσι βρήκε τα παιδιά της.
Αργότερα η σκληρή Σιδηρώ πλήρωσε με το θάνατό της το σκληρό φέρσιμο προς την Τυρώ. Βρήκε το θάνατο από το χέρι του Πελία. Μετά η Τυρώ παντρεύτηκε τον Κρηθέα, στον οποίο χάρισε τρεις γιους.
Ο Όμηρος στην “Οδύσσεια”, όπου αναφέρει την κάθοδο του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο, μας λέει πως ο βασιλιάς της Ιθάκης συνάντησε την Τυρώ στον Άδη:
« Εκεί είδα εγώ την αρχοντόσογη Τυρώ να φτάνει πρώτη,
κι έλεγε κόρη του αψεγάδιαστου του Σαλμωνέα πως ήταν
την είχεν ο Κρηθέας γυναίκα του, του Αίολου ο γιος, μα πρώτα
αυτή έναν ποταμό ερωτεύτηκε, το θείο τον Ενιπέα,
τον ποταμό που τα ομορφότερα νερά στη γης σκορπίζει,
γι' αυτό συχνά κι εκείνη πήγαινε στα πάγκαλα νερά του.
Τούτου την όψη ο σαλευτής της γης, ο Κοσμοσείστης, πήρε
και πλάγιασε, στου βαθιοστρόβιλου του ποταμού το στόμα,
μαζί της· κύμα τους περίζωσε καμπουρωτό, γεράνιο,
σαν ορός, το θεό σκεπάζοντας και τη θνητή γυναίκα.
Τη ζώνη εκεί ο θεός της έλυσε της παρθενίας και μ' ύπνο
την περεχύνει, κι ως εχάρηκε μαζί της την αγάπη,
σφίγγει το χέρι της, της μίλησε κι αυτά της λέει τα λόγια:
«Χαίρου, γυναίκα, την αγάπη μου! Στο γύρισμα του χρόνου
γιους διαλεχτούς θα κάμεις· ο έρωτας ποτέ των αθανάτων
δεν πάει χαμένος· μόνο γνοιάζου τους και μικρανάθρεψέ τους.
Τώρα στο σπίτι τράβα αμίλητη και κρύβε τ' όνομά μου·
ο Ποσειδώνας όμως κάτεχε πως είμαι, ο κοσμοσείστης!"
Είπε, και βούτηξε στη θάλασσα την πολυκυματούσα·
κι αυτή γκαστρώθη και του γέννησε δυο γιους, τρανούς ρηγάδες,
που στου μεγάλου Δία τη δούλεψη στάθηκαν, τον Πελία
και το Νηλέα. Μες στην πλατύχωρην Ίωλκό ο Πελίας εζούσε,
πλούσιος σε πρόβατα, κι ο δεύτερος στην αμμουδάτη Πύλο.
Τους άλλους στον Κρηθέα τους γέννησεν η αρχόντισσα γυναίκα,
τον Αμυθάονα τον πολέμαρχο, τον Αίσονα, το Φέρη.» ( Όμηρος, Οδύσσεια, λ΄, 235- 259)
Θέλημα του Δία ήταν τα δυο αδέλφια Πελίας και Νηλέας να βασιλέψουν σε μέρη που να απείχαν μεγάλη απόσταση. Ο πρώτος να γίνει ρήγας της Ιωλκού, στους πρόποδες του μαγευτικού Πήλιου, και ο Νηλέας να εγκατασταθεί στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Υπήρχαν, όμως, και οι φαρμακόγλωσσες που έλεγαν πως τα αδέλφια μάλωσαν για το ποιος θα βασιλέψει στην Ιωλκό. Ο Πελίας κέρδισε τη βασιλεία της Ιωλκού, που την είχε χτίσει ο Κρηθέας. Έμεινε, λοιπόν, στην πατρίδα τους, όπου πήρε την Αναξιβία για σύζυγο, την κόρη του Βίαντα. Αυτή του γέννησε έναν γιο, τον Άκαστο και πέντε κόρες, τις Πελιάδες, όπως τις είπαν. Τα ονόματά τους ήσαν: Πεισιδίκη, Πελόπεια, Ιπποθόη, Μέδουσα και Άλκηστη. Ο Νηλέας, που έχασε στη διαμάχη με τον αδελφό του, αναγκάστηκε να φύγει από την πατρίδα του και να μετοικήσει στη μακρινή Μεσσηνία, κοντά στον ετεροθαλή αδελφό του Αμυθάοντα. Τα δυο αδέλφια εκεί έχτισαν την Πύλο.
Από τους γιους της Τυρώς με τον Κρηθέα ο Αίσονας ίδρυσε τη θεσσαλική πόλη Αίσωνα- πιθανόν το σημερινό Σέσκλο. Παντρεύτηκε την Πολυμήλα ή Πολυμήδη- σύμφωνα με άλλους την Αλκιμέδη- που ήταν κόρη του Αυτόλυκου κι απόχτησε γιο τον Ιάσονα. Ο Φέρης ίδρυσε την πόλη των Φερών- κοντά στο σημερινό Βελεστίνο- κι από την Περικλυμένη απόχτησε τον Άδμητο και τον Λυκούργο, το βασιλιά της Νεμέας. Τέλος ο Αμυθάοντας κατέφυγε στη Μεσσηνία, όπου με τον Νηλέα έσχισαν την Πύλο. Αυτός παντρεύτηκε την Ειδομένη κι απόχτησε τον Μελάμποδα και τον Βίαντα.
Στο θρόνο της Ιωλκού δεν ανέβηκε ο νόμιμος κληρονόμος του Κρηθέα, ο Αίσονας, αλλά ο Πελίας, που παραμέρισε τον ετεροθαλή αδελφό του και πήρε την εξουσία με τη βία. Φοβούμενος για την ασφάλεια της ζωή του, αλλά και των δικών του ο Αίσονας έφυγε από την Ιωλκό. Έστειλε τον γιο του, τον Ιάσονα,βρέφος ακόμα, στον σοφό δάσκαλο Κένταυρο Χείρονα (*2), που κατοικούσε σε μια σπηλιά στο Πήλιο. Για να μην αναζητήσει τον κανονικό διάδοχο του θρόνου και τον σκοτώσει ο σκληρός Πελίας, ο Αίσονας καμώθηκε πως έχασε τον μονάκριβο γιο του. Η οικογένεια και οι φίλοι του Αίσονα μοιρολογούσαν τάχα το νεκρό βρέφος. Το φυγάδευσε με κάθε μυστικότητα στη σπηλιά του Χείρονα Την ανατροφή του ανέλαβαν η Φιλύρα, η μάνα του Κένταυρου, και η γυναίκα τουΧαρικλώ. Όταν μεγάλωσε, ο νέοςκαλλιέργησε αρμονικά νου και σώμα. Κοντά στον Χείρονα έμαθε όλες τις σπουδαίες τέχνες, αλλά και την τέχνη του πολέμου. Έγινε ένας άριστος και γενναίος μαχητής, πανέξυπνος και εφευρετικός. Πάντοτε με μεγάλη μυστικότητα ο Αίσονας ανέβαινε στο Πήλιο για να δώσει οδηγίες στον Χείρονα.
Κάποιοι λένε πως το πραγματικό όνομα του Ιάσονα ήταν Διομήδης. Ο Διομήδης κοντά στον Κένταυρο Χείρονα έμαθε πολύ καλά την βοτανολογία και τις θεραπευτικές ικανότητες των βοτάνων. Έτσι έγινε ικανός να θεραπεύει κάθε ασθένεια. Γι’ αυτό ο δάσκαλός του τον ονόμασε Ιάσονα (ίασις= θεραπεία) και μ’ αυτό το όνομα έγινε γνωστός και γράφτηκε στην ιστορία.
Σαν έγινε είκοσι ετών ο Ιάσονας θέλησε να διεκδικήσει το θρόνο της Ιωλκού και τον πατρικό κλήρο, που είχε σφετεριστεί ο θείος του Πελίας. Κίνησε, λοιπόν, από το πυκνόφυτο Πήλιο για την Ιωλκό. Στο δρόμο του συνάντησε τον ποταμό Άναυρο. Εκεί, για να δοκιμάσει την καρδιά του παλικαριού, η θεά Ήρα μεταμορφώθηκε σε μια ανήμπορη γριούλα. Ζήτησε από τον νέο να την περάσει απέναντι. Πρόθυμος ο Ιάσονας την έβαλε στον ώμο του και την έβγαλε στην αντίπερα όχθη. Μα το ποτάμι είχε φουσκώσει και στα ορμητικά νερά έχασε το ένα σαντάλι του. Έτσι συνέχισε το ταξίδι του με το ένα μόνο σαντάλι, δηλαδή μονοσάνδαλος.
Στην πόλη του πατέρα του οι κάτοικοι ήσαν συναγμένοι για να κάνουν μια λαμπρή θυσία στον θεό των υδάτων, τον Κοσμοσείστη Ποσειδώνα. Σαν εμφανίστηκε ο άγνωστος νέος, όλοι θαμπώθηκαν από την κορμοστασιά του και την ομορφιά του προσώπου του. Σαν θεός φάνταζε με την επιβλητική εμφάνισή του, έχοντας φορεσιά μαγνησιακή, ενώ μια προβιά από λεοπάρδαλη ήταν ριγμένη στους ώμους του. Στο κάθε χέρι του κρατούσε κι από ένα βαρύ δόρυ, ενώ σανδάλι φορούσε μοναχά στο δεξί του ποδάρι. Πήραν να αναρωτιούνται αν μπροστά τους είχαν τον λαμπροπρόσωπο Απόλλωνα ή τον αγέρωχο Άρη, έναν από τους γιους του βασιλιά των θεών κι ανθρώπων, του Δία.
Έφτασε στον τόπο της θυσίας πάνω στο άρμα του και ο Πελίας. Μόλις είδε τον μονοσάνδαλο Ιάσονα ταράχθηκε.Γιατί από χρόνια υπήρχε χρησμός στον Πελία πως τίποτα δεν ήταν ικανό να τον φοβίσει. Ο μόνος κίνδυνος γι’ αυτόν θα ήταν ένας μονοσάνδαλος απόγονος του Αιόλου. Κατάλαβε, λοιπόν, πως είχε μπροστά του τον άνθρωπο που θα έφερνε το θάνατό του. Κατάφερε να κρύψει τη σαστιμάρα και τον φόβο του και δήθεν αδιάφορα ρώτησε τον ξένο να μάθει την καταγωγή του. Ο νέος θαρρετά του είπε, χωρίς να γνωρίζει πως αυτός είναι ο αντίπαλος θείος του, πως γύρισε στην πατρίδα του για να διεκδικήσει το θρόνο, που κανονικά ανήκε στον πατέρα του και τον ίδιο. Ο βασιλιάς της Ιωλκού με μεγάλη προσπάθεια κράτησε στην οργή του και συνέχισε το δρόμο του.
Υπάρχει μια παραλλαγή του μύθου που λέει πως ο Αίσονας δεν είχε φύγει από την Ιωλκό, αλλά ζούσε αποτραβηγμένος σε κάποιο φτωχικό σπίτι στην άκρη της πόλης, πάντοτε με τον φόβο μήπως του κάνει κακό ο αδελφός του. Ο Ιάσονας, που είχε φύγει από βρεφική ηλικία, ζήτησε να του δείξουν οι συμπατριώτες του το πατρικό του. Ο Αίσονας με μεγάλη χαρά και με δάκρυα στα γέρικα μάτια του υποδέχτηκε τον γιο του. Σαν έμαθαν πως ζει ο Ιάσοναςκαι επέστρεψε στην Ιωλκό, τα δυο αδέλφια του Αίσονα, ο Φέρης και ο Αμυθάονας, ήρθαν να τον συναντήσουν. Μαζί τους ήρθαν και τα παιδιά τους, ο Άδμητος και ο Μελάμποδας, για να γνωρίσουν τον ξάδελφό τους. Σαν μαζεύτηκε το συγγενολόι για πέντε μέρες γιόρτασαν τον ερχομό του Ιάσονα.
Κι αφού απόσωσαν τα γλέντια, την έκτη μέρα ο Ιάσονας με όλους τους συγγενείς παρουσιάστηκε στον Πελία ζητώντας του να του παραδώσει το θρόνο, που δικαιωματικά του ανήκε. Του έκανε, μάλιστα, την παραχώρηση όλων των χωραφιών και των κοπαδιών, που παλιά ανήκαν στον Αίσονα, για να ζήσει πλούσια η οικογένεια του Πελία. Τότε με πονηριά ο Πελίας ρώτησε τον ανιψιό του, αν ήταν αυτός στη θέση του κι επρόκειτο να του πάρουν την εξουσία και ίσως να τον σκοτώσουν, τι θα έκανε; Ο ατρόμητος νέος του απάντησε- ίσως και να του έβαλε η Ήρα τα λόγια αυτά στο στόμα του- πως για να τον δοκιμάσει αν ήταν άξιος να γίνει βασιλιάς, θα το έστελνε στη μακρινή γη των Κόλχων να του φέρει το χρυσόμαλλο δέρας (*3). Πάνω σ’ αυτό το λόγο πάτησε ο παμπόνηρος Πελίας και ζήτησε από τον Ιάσονα να κάνει αυτό τον άθλο για να του παραδώσει το θρόνο της Ιωλκού. Η Ήρα ενέπνευσε την απάντηση στον Ιάσονα γιατί ήταν χολωμένη με τον Πελία, που δεν την τιμούσε. Ήθελε η θεά να πάει ο ήρωας στην Κολχίδα, να τον ερωτευθεί η Μήδεια, που θα την έφερνε μαζί του στην Ιωλκό κι αυτή να τον τιμωρήσει (όπως θα δούμε στη συνέχεια)
Στα “Αργοναυτικά” αναφέρεται αυτή η συνάντηση με τους παρακάτω στίχους:
[[ Γιατί ο Πελίας φοβόταν τους χρησμούς,
μήπως στο μέλλον του αφαιρέσουν τη βασιλική εξουσία
από το χέρι του Ιάσονα, του γιου του Αίσονα
Και στην ψυχή του μηχανευόταν γι’ αυτόν
το μονοπάτι του δόλου· όρισε λοιπόν
να φέρει από τους Κόλχους το χρυσό δέρας
στην αλογοθρέφτα Θεσσαλία. Μόλις άκουσε αυτός
τον παράλογο λόγο, άπλωσε τα χέρια του
και επικαλέστηκε τη σεβάσμια Ήρα· τούτη
απ’ τους μακάριους θεούς περισσότερο λάτρευε. Κι εκείνη
με φροντίδα παρακολουθούσε τις προσευχές του·
ξεχωριστά απ’ τους ανθρώπους τιμούσε κι αγαπούσε
τον πολυδύναμο ήρωα, τον ξακουστό του Αίσονα γιο,
κι αφού κάλεσε την Τριτογένεια, της έδωσε εντολή.
Γι’ αυτόν πρώτα έφτιαξε δρύινο πλοίο,
που πρώτο τα θαλασσινά βάθη με ελατένια κουπιά
διέσχισε και διένυε το μονοπάτι της θάλασσας. ]] (Ορφικά, “Αργοναυτικά”, 56-1032)
Άλλοι λένε πως προθυμοποιήθηκε να του παραδώσει τη βασιλεία, αρκεί να τον βοηθούσε να πραγματοποιήσει μια υποχρέωση, που δεν μπορούσε γιατί ήταν πια γέρος. Είχε παρουσιαστεί στο όνειρό του ο Φρίξος και του είχε ζητήσει να φέρει πίσω στην πατρίδα την ψυχή του, που ήταν στην πολύ μακρινή Αία και το χρυσόμαλλο δέρας, που το είχε ο Αιήτης. Κατά βάθος πίστευε πως ο Ιάσονας θα χανόταν στην εκστρατεία κι έτσι δεν θα κινδύνευε ο θρόνο του. Ο Ιάσονας με όλη την ορμή της νιότης του δέχτηκε να κάνει το εγχείρημα κι έτσι οργανώθηκε η περίφημη Αργοναυτική Εκστρατεία.
Ο λυρικός μας ποιητής Πίνδαρος περιγράφει τα πιο πάνω γεγονότα στον πυθιόνικο ύμνο 4, από τον οποίο παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
[[ Ήταν γραφτό ο Πελίας απ᾽ των περίλαμπρων των Αιολιδών τα χέρια
να πεθάνει ή από τις αλύγιστες βουλές τους.
Ήρθε παγερό το μάντεμα στην έξυπνη καρδιά του·
του το ᾽παν πλάι στον ομφαλό, που κέντρο είναι
της πλουσιόδεντρης μητέρας:
με κάθε τρόπο από τον μονοσάνταλο πολύ να φυλαχτεί,
όταν από το απόκρημνο κατάλυμά του
θενά ᾽ρθει στην περίβλεπτη γη της ξακουστής Ιωλκού,

ή ξένος λάχει να ᾽ναι αυτός ή συμπολίτης. [αντ. δ]
Και σαν έφτασε η ώρα, εκείνος ήρθε,
ένας έκπαγλος άντρας με δίδυμα κοντάρια,
και δυο φορούσε ρούχα, το ντόπιο των Μαγνήτων,
που εφάρμοζε στο εξαίσιο κορμί του,
και πάνωθέ του μια δορά από λιοπάρδαλη,
που από τις ριγηλές τον φύλαγε βροχές·
κι άκοφτα τα πανέμορφα σγουρά μαλλιά του
πέφτανε κυματίζοντας σ᾽ ολόκληρη την πλάτη.
Ευθυτενής γοργά προχώρησε και, δοκιμάζοντας
την άτρομη θέλησή του, στην αγορά
που ήταν γεμάτη κόσμο στάθηκε.

Κανείς δεν τον εγνώριζε, μα τον θαυμάζαν όλοι, [επωδ. δ]
και κάποιος μάλιστα είπε τούτον τον λόγο:
«Αυτός εδώ δεν πρέπει να ᾽ναι ο Απόλλωνας,
μα ούτε και της Αφροδίτης ο άντρας με το χάλκινο άρμα.
Όσο για τα παιδιά της Ιφιμέδειας,
τον Ώτο και σένα, άρχοντα τολμηρέ Εφιάλτη,
λένε πως πέθαναν στη λαμπερή τη Νάξο.
Αλλ᾽ όμως και τον Τιτυό με μια γοργή σαγίτα,
που την επήρε απ᾽ την ανίκητη φαρέτρα της,
τον πέτυχε η Αρτέμιδα, για να μην κυνηγά κανείς
έρωτες που δεν είναι στη δύναμή του.»
Κι εκεί που μίλαγαν και τέτοια λόγια αλλάζαν, [στρ. ε]
νά κι ο Πελίας που κατέφτασε γοργά
πάνω στο καλοδουλεμένο αμάξι του, που το ᾽σερναν μουλάρια.
Πάγωσε, ξεκάθαρα σαν είδε πως μόνο
στο πόδι το δεξί ο ξένος φόραγε σαντάλι.
Και, στην καρδιά του κρύβοντας την ταραχή, του λέει:
«Από ποιά χώρα, ξένε μου, παινεύεσαι πως είσαι;
Και ποιά από τις γυναίκες που γεννήθηκαν στη γη
σ᾽ έβγαλε από τη σεβαστή κοιλιά της;
Πες τη γενιά σου και μ᾽ αισχρές ψευτιές μην τη μιάνεις».

Κι αυτός, με θάρρος και με λόγια ευγενικά, απεκρίθη: [αντ. ε]
«Θα δείξω πως δάσκαλός μου ήταν ο Χίρωνας.
Τώρα από τη σπηλιά του έρχομαι,
από τη Χαρικλώ και τη Φιλύρα·
εκεί μ᾽ ανάθρεψαν οι αγνές οι κόρες του Κενταύρου.
Τα είκοσί μου χρόνια έκλεισα κοντά τους και ποτέ μου
κάτι άδικο δεν έπραξα, λόγο κακόν δεν είπα.
Τώρα να πάρω του πατρός μου το αρχαίο αξίωμα γύρισα στην πατρίδα,
που πια δεν κυβερνιέται καταπώς πρέπει,
εκείνο το αξίωμα που ο Δίας κάποτε έδωσε
στον αρχηγό του λαού, τον Αίολο, και τους γιους του.

Γιατί μαθαίνω πως αυτός ο άνομος Πελίας, [επωδ. ε]
την κρυερή υπακούοντας καρδιά του,
στέρησε απ᾽ τους γονιούς μου με τη βία
την εξουσία που απ᾽ την αρχή και με το δίκιο τους κατείχαν·
αυτοί, σαν πρωταντίκρισα το φως του κόσμου,
τρέμοντας του υπερφίαλου ηγεμόνα την αγριάδα,
κάναν τάχα πως πέθανα κι απλώσαν μαύρο πένθος
μες στο παλάτι, ανάμιχτο με γυναικείο θρήνο,
και τυλιγμένο σε γεννοφάσκια πορφυρά
κρυφά με στείλανε —η νύχτα μόνο το ᾽ξερε— ταξίδι
και μ᾽ έδωσαν στον Χίρωνα, τον γιο του Κρόνου,
να με αναθρέψει.
Με λίγα λόγια αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου· [στρ. Ϛ]
τη μάθατε· μα δείξτε μου
ξεκάθαρα, καλοί πολίτες, πού των πατέρων μου με τ᾽ άτια τα λευκά,
βρίσκονται τα παλάτια, γιατί του Αίσονα είμαι ο γιος,
ντόπιος, και σε ξένη χώρα άλλων δεν πατάω.
Ο θεϊκός ο Κένταυρος, σαν μου μιλούσε, Ιάσονα με φώναζε.»
Έτσι είπε και, καθώς προχώρησε, τα μάτια του πατέρα
τον γνωρίσαν, και δάκρυα πλημμύρισαν τα γέρικα βλέφαρά του,
γιατί εκαταχάρηκε η καρδιά του
τον γόνο τον εξαίρετο αντικρίζοντας και τον πανώριο άντρα.

Κι ήρθαν και οι δυο του αδερφοί, [αντ. Ϛ]
καθώς το νέο ακούσαν·
ο Φέρης που δεν έμενε μακριά,
την Υπέρεια αφήνοντας κρήνη,
και ο Αμυθάων απ᾽ τη Μεσσήνη.
Και δεν αργήσανε να ᾽ρθουν
ο Άδμητος κι ο Μέλαμπος
γεμάτοι αγάπη για το ξαδέρφι τους.
Και στο συμπόσιο ο Ιάσων με λόγια γλυκομίλητα
τους καλωσόρισε, προσφέροντας σωστή φιλοξενία·
και κάθε λογής απόλαυση εξάντλησε,
καθώς για πέντε ολόκληρα μερόνυχτα
έδρεψε της ευζωίας τον ιερό ανθό.

Την έκτη μέρα όμως άρχισε ν᾽ ανακοινώνει [επωδ. Ϛ]
στους συγγενείς του σχέδια σημαντικά·
κι εκείνοι συμφωνήσαν.
Σηκώθηκαν ευθύς μαζί του απ᾽ τα θρονιά
και για το μέγαρο κινήσαν του Πελία.
Μπήκανε μέσα ορμητικά και πήρανε τη θέση τους,
κι εκείνος, ως τους άκουσε,
ξεκίνησε να τους προϋπαντήσει,
ο γόνος της ωριόμαλλης Τυρώς.
Και τότε με πραότητα ο Ιάσων,
με απαλή φωνή σταλάζοντας τις λέξεις,
των σοφών λόγων έθεσε τη βάση:
«Παιδί του Ποσειδώνα του Πετραίου,
ο νους του ανθρώπου δεν αργεί [στρ. ζ]
το δίκαιο να θυσιάσει στο δόλιο κέρδος,
αν κι έρχονται πικρά τα μεθεόρτια.
Όμως εγώ και συ πρέπει στα πάθη μας δίκαιο να βάλουμε χαλινάρι
και τη μελλοντική μας να υφάνουμε ευτυχία.
Το ξέρεις δα τί θα σου πω· η ίδια δαμάλα
και του Κρηθέα ήταν μητέρα και του τολμηρού του Σαλμωνέα·
κι εμείς, τρίτη γενιά από κείνους φυτεμένοι,
βλέπουμε τη χρυσή δύναμη του ήλιου.
Οι Μοίρες μένουνε μακριά,
όταν ανάμεσα στους ομογόνους έχθρα πέσει
που τον σεβασμό αφανίζει.

Εμείς να μοιραστούμε δεν ταιριάζει [αντ. ζ]
με ξίφη χαλκοτόρνευτα κι ακόντια
το αξίωμα το μεγάλο των προγόνων.
Εγώ τα πρόβατα και των βοδιών τα ξανθοκόκκινα κοπάδια,
καθώς και τα χωράφια όλα που απ᾽ τους γονιούς μου τ᾽ άρπαξες
και τα καρπώνεσαι, τον πλούτο σου αυξάνοντας,
σε σένανε τ᾽ αφήνω· δεν με πονεί
αν αυτά το σπιτικό σου με πλούτο υπερβολικό φορτώνουν.
Αλλά το σκήπτρο του μονάρχη και τον θρόνο,
όπου άλλοτε ο γιος καθόταν του Κρηθέα
και δίκαζε τον καβαλάρη λαό του,
αυτά, χωρίς καμιά και για τους δυο μας θλίψη,

παράδωσ᾽ τα, μην λάχει [επωδ. ζ]
και μας φέρουνε χειρότερα δεινά».
Έτσι είπε, κι ο Πελίας απάντησε κι αυτός γλυκά:
«Η γνώμη σου θα γίνει· μόνο τώρα πια των γερατειών
με ζώνει η ηλικία,
ενώ εσένα της νιότης σου το άνθος μόλις φουντώνει·
των πεθαμένων την οργή μπορείς να ημερώσεις.
Γιατί προστάζει ο Φρίξος την ψυχή του
να πάρουμε απ᾽ τα δώματα του Αιήτη
και το βαθύμαλλο το δέρμα
να φέρουμε εδώ πέρα του κριαριού,
που κάποτε τον έσωσε απ᾽ το κύμα
κι απ᾽ της μητριάς του τ᾽ άθεα όπλα. [στρ. η]
Όνειρο θαυμαστό ήρθε και τούτα μού είπε.
Πήγα στην Κασταλία χρησμό να λάβω
αν έπρεπε να επιχειρήσω κάτι·
και με παρότρυνε γοργά καράβι να ετοιμάσω.
Αυτόν τον άθλο τέλεψε συ με τη θέλησή σου,
κι ορκίζομαι να σου αφήσω
το σκήπτρο του μονάρχη και τη βασιλεία.
Του όρκου μας του απάτητου μάρτυς ας είναι
ο Δίας, ο πρόγονός μας ο κοινός.»
Τούτα συμφώνησαν και χωριστήκαν.
Και τότε ευθύς ο Ιάσονας

κήρυκες στέλνει ολούθε [αντ. η]
το ταξίδι που άρχιζε να διαλαλήσουν.]] (Πίνδαρος, “Πυθιόνικος”IV, 72- 170)
-----------------------------------------------------------
(*2) Κένταυρος Χείρωνας: γιος του Κρόνου, που είχε μεταμορφωθεί σε ίππο, και της Ωκεανίδας Φιλύρας και ήταν αθάνατος Ζούσε σε μια σπηλιά στο Πήλιο, το “χειρώνιον άντρον”, και είχε γυναίκα την Χαρικλώ, από την οποία απόκτησε 4 παιδιά. Διέφερα από του άλλους Κενταύρους τόσο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, γιατί τα πόδια του ήσαν ανθρώπινα κι όχι αλογίσια, όσο και στον χαρακτήρα. Οι άλλοι Κένταυροι ήσαν πρωτόγονοι, ορμητικοί και βίαιοι, ενώ αυτός ήταν ευσεβέστατος, σώφρονας και καλλιεργημένος, πασίγνωστος για τη σοφία και τις μαντικές του ικανότητες. Δεν υπήρχε τέχνη που να μην τη γνώριζε, ενώ ήταν άριστος γνώστης της ιατρικής. Σπουδαίος κυνηγός, επιδέξιος στη χρήση των όπλων κι έμπειρος στην τέχνη του πολέμου. Θεωρείται ο εφευρέτης της λύρας κι ήταν εξαίρετος μουσικός. Ξακουστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες, για τις οποίες η παράδοση του αποδίδει σαν μαθητές πολλούς ήρωες αλλά και θεούς. Ο Απόλλωνας του ζήτησε να του μάθει μουσική και το παίξιμο της λύρας, ενώ του εμπιστεύτηκε την ανατροφή του Ασκληπιού, που του δίδαξε την ιατρική μαθαίνοντάς του ακόμη πώς να επιβραδύνει το θάνατο των ανθρώπων ή και πώς να τους ανασταίνει. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι ήρωες μαθήτευσαν κοντά του. Ο Θησέας, ο Πηλέας και ο Ιάσονας, ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, ο Οδυσσέας καθώς και άλλοι ήρωες του Τρωικού πολέμου, ο Αμφιάραος, ο Κάστορας, ο Πολυδεύκης, ο Μελέαγρος κι άλλοι ήρωες που έλαβαν μέρος στο κυνήγι του Καλυδωνίου κάπρου. Ο μάντης Τειρεσίας στον Χείρωνα οφείλει την μαντική του τέχνη.
Ο Χείρωνας βρήκε το θάνατο, αν και αθάνατος στον Μαλέα, όπου είχε καταφύγει μαζί με τους άλλους Κενταύρους, διωγμένος από το Πήλιο από τους Λαπίθες. Πως όμως πέθανε; Ένα από τα βέλη του Ηρακλή τον πλήγωσε στο πόδι ( « εμπήγνυται τω γόνατι του Χείρωνος » μας αναφέρει ο Απολλόδωρος ) και υπέφερε από αφόρητους πόνους. Ο θάνατος δε μπορούσε να τον ανακουφίσει, γιατί ήταν αθάνατος. Μπροστά σ’ αυτή την αφόρητη κατάσταση δέχτηκε να ανταλλάξει την αθάνατη φύση του με τη θνητή του Προμηθέα κι έτσι με το θάνατό του έγινε συγκάτοικος των θεών.
Μια μεταγενέστερη παράδοση μας λέει ότι δεν κατέβηκε στον Άδη, αλλά καταστερίστηκε ανεβαίνοντας στον ουρανό σαν αστερισμός ( Τοξότης ή Κένταυρος ).

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Μ ή δ ε ι α

[[ δαμ- ων ]]

2. ΑΙΗΤΗΣ
Ήταν γιος του Ήλιου και της Ωκεανίδας Πέρσης. Αδελφές του ήταν η μάγισσα Κίρκη, και η Πασιφάη, η γυναίκα του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, κι αδελφός του ο Αλωέας. Κάποιοι ιστορούν για μάνα του Αιήτη την Αντιόπη.
Ο Όμηρος στην Οδύσσεια αναφέρει το γεννεαλογικό δένδρο του Αιήτη περιγράφοντας την άφιξη του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης:
[[ Στης Αίας πάμε το νησί που κατοικούσε η Κίρκη,
θεά μεγάλη, φοβερή, που σα θνητή λαλούσε,
κι ήταν ομόσπλαχνη αδελφή του δολοπλέχτη Αιήτη.
Είχαν το θνητοφωτιστή πατέρα τους τον Ήλιο,
κι είχαν την Πέρση μάνα τους, του Ωκεανού την κόρη.]] (Όμηρος, “Οδύσσεια”, κ΄, 135- 139)
Τα ίδια μας αναφέρει και ο Ησίοδος:
[[ Στον Ήλιο τον ακάματο του Ωκεανού η κόρη η ξακουστή,
η Περσηίς, του γέννησε την Κίρκη και το βασιλιά Αιήτη.
Ο Αιήτης, ο γιος του Ήλιου, του φωτοδότη των θνητών,
την κόρη του Ωκεανού, του τέλειου ποταμού,
την Ιδυία με τα ωραία μάγουλα, παντρεύτηκε με των θεών τη βούληση.
Κι αυτή τη Μήδεια τού γέννησε με τους ωραίους αστραγάλους,
αφού νικήθηκε απ᾽ τον έρωτα χάρη στην Αφροδίτη τη χρυσή. ]] (Ησίοδος, Θεογονία, 956- 962)
Ο πατέρας τους Ήλιος σαν μεγάλωσαν οι γιοι του, τους μοίρασε το βασίλειό του. Στον Αλωέα έδωσε την Αρκαδία και στον Αιήτη την Κόρινθο, που εκείνα τα χρόνια Έφυρα την έλεγαν.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog

Ο Αιήτης ήταν άνθρωπος ανήσυχος και δεν τον χωρούσε ο μικρός τόπος της Κορίνθου. Δεν ήθελε να κάτσει να γεράσει και να πεθάνει άπραγος στο βασίλειο που κληρονόμησε. Το σαράκι του εξερευνητή δεν το άφηνε σε ηρεμία. Μπορεί και να πήρε χρησμό να φύγει από την Κόρινθο για την μακρινή Κολχίδα, Θέλησε, λοιπόν, να πάει να αποικήσει προς τα μέρη της μακρινής Ανατολής, εκεί όπου ξεκινούσε κάθε πρωινό ο πατέρας του, ο Ήλιος πάνω στο λαμπρό άρμα του το μεγάλο ταξίδι του στο τοξοτό δρόμο πάνω στο γαλάζιο ουρανό, φέγγοντας στους θνητούς και δίνοντας ζωή σε καθετί που ζούσε πάνω στην παντοθρέφτα γη.
Έχοντας κατά νου πως μερικές φορές η τύχη παίζει παράξενα παιγνίδια στους ανθρώπους, για να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογένειάς του, αν συναντούσε στη βαρβαρική γη αναποδιές, θέλησε να εξασφαλίσει το θρόνο του στην Κόρινθο. Διάλεξε για αντικαταστάτη του τον Βούνο, γιο του άλλου θεού, του φτεροπόδαρου Ερμή, και της Αλκιδάμειας. Αφού συμφώνησαν να παραδώσει τον θρόνο είτε στον ίδιο, αν γύριζε γρήγορα, ή σε κάποιο από τους απογόνους του, αν αυτός πέθαινε στη ξένη γη, ο Αιήτης σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια το μεγάλο ταξίδι. Πήρε την υπόσχεση από τον Βούνο πως αν επέστρεφε γρήγορα θα του ξανάδινε πάλι το σκήπτρο της βασιλείας. Κι αν ο ίδιος είχε φύγει για τον Κάτω Κόσμο, όποιος από τους διαδόχους καθόταν στο θρόνο της εξουσίας. Έτσι, ο Αιήτης αφού ρύθμισε όλες τις υποθέσεις του στην πατρίδα, την Κόρινθο, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι με τους ανθρώπους του. Μετά από πολύ καιρό έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Εκεί που τελείωνε ο Ωκεανός, στην πολύ μακρινή Αία, που την έλεγαν και Κοκχίδα. Στην αλαργινή αυτή χώρα, που βάρβαροι την κατοικούσαν, έγινε βασιλιάς.
Ήταν θέλημα των θεών να πάρει για γυναίκα του την Ειδυία, ή Ιδυία, μια από τις κόρες του Ωκεανού. Μαζί της απόχτησε δύο πανέμορφες κόρες, την Μήδεια, που ήταν πανέξυπνη και γνώριζε άριστα τη μαγεία και τη χρήση των γιατρικών και των βοτάνων, και την Χαλκιόπη. Η δεύτερη γυναίκα του, η Ευρυλύτη, του χάρισε τον μοναχογιό του, τον Άψυρτο.
Γρήγορα διαδόθηκε η φήμη στους ξένους πως στην Κολχίδα βασίλευε ένας φοβερός βασιλιάς. Ο Αιήτης έγινε σκληρός γιατί ο πατέρας του ο Ήλιος του έδωσε χρησμό πως θα γνώριζε το θάνατο από το χέρι κάποιου Αιολίδη (*1). Υπήρχε κι άλλος χρησμός- μπορεί να ήταν και προειδοποίηση του νεκρού Φρίξου σε όνειρο που είδε ο ρήγας Αιήτης- πως η εξουσία του, ακόμα και η ίδια του η ζωή, θα κρατούσε για όσο χρόνο ήταν στο άλσος του Άρη, κρεμασμένο πάνω στην ιερή βελανιδιά το χρυσόμαλλο δέρας. Αν τύχαινε κι ερχόταν από τα μακρινά ξένα κάποιος και έπαιρνε το χρυσόμαλλο δέρας, μαζί θα ερχόταν και το τέλος του Αιήτη.
Και ποιος δε θα ‘παιρνε με τέτοιο χρησμό τα μέτρα του; Έτσι, ο ξενοφερμένος ρήγας της Κολχίδας έσπειρε παντού τη φήμη πως όποιος ξένος πατούσε το πόδι του στη γη των Κόλχων, ήταν καταδικασμένος να βρει τον θάνατο.

--------------------------------------------
(*1) Αίολος: Ήταν γιος του Έλληνα και της Νύμφης Οθρηίδας. Επομένως υπήρξε εγγονός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Αδελφοί του Αίολου ήσαν ο Δώρος και ο Ξούθος. Ο Αίολος βασίλεψε στη Θεσσαλία, που παλιά ονομαζόταν Αιολίδα. Το όνομα Θεσσαλία το απόκτησε αργότερα από τον Θεσσαλό, τον γιό του Ιάσονα και της Μήδειας. Ο Αίολος παντρεύτηκε την Εναρέτη, την κόρη του Δηίμαχου.

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Μ Η Δ Ε Ι Α

[[ δαμ- ων ]]

1. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Η Μήδεια δεν είναι βάρβαρη, όπως την αποκαλούν οι περισσότεροι συγγραφείς. Μπορεί να ζούσε σε βαρβαρική χώρα, αλλά η καταγωγή της είναι Ελληνική. Ο πατέρας της Αιήτης είναι Έλληνας, αρχικά βασιλιάς της Κορίνθου. Η καταγωγή της, λοιπόν, ήταν από την Κόρινθο. Εκεί έμελλε να γυρίσει, πολλά χρόνια αφότου ξενιτεύτηκε ο πατέρας της, και να παιχθεί η μεγάλη τραγωδία της ζωής της, που αποτελεί το κεντρικό θέμα αυτής της μονογραφίας.
Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος στο βιβλίο του “Ερωτικές επιστολές” παρουσιάζει τη Μήδεια να γράφει μια επιστολή διαμαρτυρίας στον αγαπημένο της Ιάσονα, που την έχει προδώσει για τα γλυκά μάτια της Γλαύκης, όπου η προδομένη γυναίκα από την Κολχίδα λέει με πικρό παράπονο, πως ο καλός της την αποκαλεί βάρβαρη. Επιπλέον το απόσπασμα, που παραθέτουμε, μας εισάγει σε όσα θα εξετάσουμε αργότερα διεξοδικά:
[[ Η ίδια εκείνη η Μήδεια, που τη λες βάρβαρη,
που σου φαίνεται τώρα τόσο αξιοκαταφρόνητη, και μάλιστα ένοχη,
αυτή μ’ όλα αυτά είναι που, ρίχνοντας το δράκι σ’ έναν ύπνο μαγεμένο,
σ’ έφερε σε θέση ν’ αρπάξεις, χωρίς κίνδυνο, το πολύτιμο δέρας.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Πρόδωσα τον πατέρα μου, εγκατέλειψα το βασίλειό μου και την πατρίδα μου,
και θεώρησα ευτυχία μου μια υποχρεωτική εξορία.
Μ’ όλα αυτά η τιμή μου θυσιάστηκε σ’ έναν άπιστο τυχοδιώκτη.
Άφησα μια αγαπητή αδελφή και μια πολυαγαπημένη μητέρα.
Πήρα μαζί μου μόνο έναν αδελφό. Αλλ’ εδώ τα λόγια μου σταματούν,
και το χέρι μου αρνείται να γράψει εκείνο που τόλμησε να κάνει.
Άξιζα την τύχη μου, και έπρεπε να σε κάνω να υπομένεις και συ την ίδια τύχη. ]] (Οβίδιος, “Ερωτικές επιστολές”, επιστ. 12, επιστολή Μήδειας στον Ιάσονα, 78-88)
Για τη μη βαρβαρική καταγωγή της Μήδειας ο Βασίλης Μπουντούρης γράφει στο έργο του “Η άλλη Μήδειᔨ:
«ΜΗΔΕΙΑ
Γεννήθηκα στη χώρα
των Κόλχων
μετανάστης η μνήμη μου
γεμάτη Κόρινθο.
Γεννήθηκα μες στο χρυσάφι
της Αίας
φτωχή η καρδιά μου χωρίς
την Κόρινθο

Ο πατέρας ν’ ασπρίζει
η καρδιά να φτερουγίζει
ευχή και κατάρα να πάμε
στην Κόρινθο.

Γεννήθηκα εκεί
που υπάρχει ο βοριάς
μεγάλωσα για να ’ρθω
εκεί που υπάρχει ο νότος
ο πόθος ο ζεστός
η ωραία η Κόρινθος.»
Για να φτάσουμε να εξετάσουμε και να αναλύσουμε το δράμα της Μήδειας, πρέπει να ξέρουμε την προϊστορία της. Γιατί δηλαδή, η ξένη για τους Έλληνες, αισθάνεται ατιμασμένη και προδομένη. Πώς ο μεγάλος της έρωτας για τον Ιάσονα μετατρέπεται σε καταστροφικό μίσος και γιατί φτάνει στην έσχατη πράξη μανίας να σκοτώσει τα ίδια τα παιδιά της.
Για να φτάσει η Μήδεια στην Κόρινθο, όπου διαδραματίστηκε η τραγωδία της, είχε προηγηθεί η Αργοναυτική εκστρατεία, που έφερε τον Ιάσονα στην Κολχίδα. Από την Κολχίδα της Ανατολής η κόρη βρέθηκε στην Ελλάδα, πρώτα στην Ιωλκό και μετά στην Κόρινθο. Είναι αναγκαίο και πρέπον να εξετάσουμε όλη αυτή τη διαδρομή και όλα τα γεγονότα. Αρχή κρίνω πως πρέπει να κάνουμε από τις ρίζες των πρωταγωνιστών, της Μήδειας και του Ιάσονα.