Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Παιδικές αναμνήσεις: Ο Γιαννάκης ο Παλαιστής


[[ Τάκης Μάρκου ]]

Ο Γιαννάκης ήταν ο πιο αδύνατος, ο πιο λιανός, της παρέας μας. Αεικίνητος, δεν μπορούσε να σταθεί σ’ ένα μέρος. Κι αφού ήταν κουρδισμένος να κινείται συνέχεια, που να βάλει ξύγκι ή κρέας πάνω του. Πετσί και κόκκαλο. Σπάνια γελούσε. Αντίθετα ο Νίκος ο Κατσάμπας, ο γείτονάς του ήταν συνέχεια με το γέλιο στο πρόσωπο. Ένας δρόμος χώριζε τα σπίτια τους και συνέχεια κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Ο Νίκος χαμογελαστός και καλαμπουρτζής, ο Γιαννάκης αγέλαστος και σοβαρός, ο Νίκος αραχτός και χαλαρός λες και ήταν Θεσσαλονικιός, ο Γιαννάκης αεικίνητος σαν να είχε βάλει μπαταρίες Ντούρασελ- μπαταρίες που βγήκαν αρκετά χρόνια αργότερα. Ο Νίκος δεν γούσταρε τις φασαρίες, ο Γιαννάκης ήταν φασαριόζος και τσαντίλας. Αν και αντίθετοι χαρακτήρες, τα γειτονάκια ήσαν αχώριστα. Ακόμη κι όταν μάλωναν, μπορεί για κάποιες μέρες να μην μιλούσαν, αλλά πάντα μαζί. Ποτέ δεν σκέφτηκαν ν’ αλλάξουν θρανίο ή παρέα επειδή είχαν τσακωθεί.
Εμείς τους γνωρίσαμε στην πρώτη τάξη του Δημοτικού, όταν γίναμε συμμαθητές. Οι πιο μεγάλοι για να κάνουν χάζι έβαζαν εμάς τους μικρότερους να παλεύουμε. Το άναμμα του φυτιλιού γινόταν απλά με έναν λόγο: « Αυτός είπε ότι “σε μπορεί”»! Η φράση «σε μπορεί» σήμαινε ότι είσαι το χεριού του και σε νικάει. Η αμφισβήτηση της παλικαριάς μας ήταν προσβολή και έπρεπε στο πεδίο της μάχης ν’ αποδείξουμε πως ήμασταν δυνατότεροι. Παλεύαμε λοιπόν- «βάζαμε μέση» το λέγαμε- για ν’ αποδείξουμε ότι «δεν μας μπορούσε». Η πάλη ήταν μια σύνθεση από ελληνορωμαϊκή πάλη με λαβές και τρικλοποδιές και μποξ με γροθιές και κλωτσιές.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Θα ‘χαμε κλείσει ένα μήνα στο σχολείο, οπότε ήρθε ο ξάδερφός μου ο Θοδωρής, του μπαρμπα-Βασίλη του Κουφού, σ’ ένα διάλειμμα και μου έβαλε τη φυτιλιά: «Ο Γιαννάκης είπε ότι σε μπορεί».
Ο μπαρμπα- Βασίλης ήταν παντρεμένος με την αδερφή της μάνας μου. Χαρακτηριστικός τύπος γλετζέ και καλαμπουρτζή ανθρώπου. Ήταν μια παρέα, αυτός, ο μπαρμπα-Λιάμης ο Χατζήνας, ο μπαρμπα-Νίκος ο Φρλάκος, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Κουφίνας που έπαιζε και το ντούλι, που όταν άρχιζαν να πίνουν και να χωρατεύουν δεν είχαν τελειωμό. Μπορεί να ξεκινούσαν- το χειμώνα που δεν είχαν αγροτικές δουλειές- με ούζο στο καφενείο του μπαρμπα-Λιάμη, συνέχιζαν με κρασί στην ταβέρνα του Καλόγρια, μετά πήγαιναν να δοκιμάσουν το κρασί στο γειτονικό Ρημόκαστρο, από ‘κει πετάγονταν στο Μαυρομάτι, κι αφού έπιναν τον καφέ τους στον Κριμπά, μετά δυο- τρεις μέρες γύριζαν στο χωριό να κοιμηθούν. Και το τραγούδι και τα χωρατά ασταμάτητα!
Ο ξάδερφος, λοιπόν, άναψε το φυτίλι του καυγά. Πήγα και βρήκα το Γιαννάκη. «Ρε, είπες εσύ πως με μπορείς;» τον ρώτησα. «Ναι, ρε, το είπα», μου απάντησε. Αρχίσαμε τότε να σπρωχνόμαστε και μετά τον έπιασα από την μέση για να τον ρίξω κάτω. Νόμισα πως έτσι που ήταν αδύνατος θα τον έριχνα με τη μια. Αλλά πού; Είχε ανοίξει τα πόδια του- κάτι κανιά πελώρια- και δεν έπεφτε. Έτσι άρχισε το πάλεμα. Έπεσαν μερικές κοφτές, λίγες κλωτσιές, πήγαινα να του κάνω κάποια λαβή, αλλά ξεγλιστρούσε. Κι εκεί που είχαμε αναψοκοκκινίσει χτύπησε το κουδούνι χωρίς νικητή. Ισοπαλία, λοιπόν! Είπαμε να συνεχίσουμε στο σχόλασμα. Πού όρεξη για μάθημα. Και οι δυο σκεφτόμασταν τον δεύτερο γύρο της πάλης.
Με το που χτύπησε το κουδούνι πετάχτηκα έξω από την αίθουσα έτοιμος να του δώσω να καταλάβει ότι ο νικητής είμαι εγώ. Σαν απομακρυνθήκαμε λίγο από το σχολείο, άρχισε ο δεύτερος γύρος του καυγά. Μαζεύτηκε γύρω η μαρίδα και άλλοι τάχτηκαν μ’ εμένα κι άλλοι με τον Γιαννάκη. Άρχισαν να αλαλάζουν και να μας παροτρύνουν «ρίξ’ του» ή «βάλε τρικλοποδιά και ξάπλωσέ τον». Κι όπως ήμασταν πιασμένοι, νιώσαμε δυο γερά χέρια να μας χωρίζουν. Ήταν ο δάσκαλός μας, ο κυρ-Γιώργος ο Αγγελής. «Τα καλά παιδιά δεν μαλώνουν», μας είπε, «και ιδίως οι συμμαθητές, που πρέπει να είναι σαν αδέλφια». Κοκκινίσαμε από ντροπή και κοιτάζαμε κάτω στο χώμα. Δεν είχαμε το θάρρος, εμείς οι πρώην παλικαράδες, να τον κοιτάξουμε στα μάτια. «Εμπρός, δώστε τα χέρια και μετά πηγαίνετε στα σπίτια σας» μας είπε ο δάσκαλος. Δώσαμε δειλά τα χέρια. «Φίλοι;» μας ρώτησε ο κύριος Γιώργος. «Φίλοι!» απαντήσαμε εμείς. Κι έτσι γίναμε φίλοι με τον Γιαννάκη. Μπορεί μ’ εμένα να μην ξαναμάλωσε, αλλά είπαμε ότι ήταν καυγατζής κι έτσι του κολλήσαμε το παρατσούκλι «Παλαιστής»!
Αφού τελειώσαμε την πρώτη τάξη άρχισε η νομαδική ζωή της οικογένειάς μου για πέντε χρόνια, όπου δεν στέριωσα να βγάλω μια τάξη σ’ ένα μέρος, αλλά άλλαζα δύο και τρία σχολεία τη χρονιά. Ο πατέρας μου έπιασε δουλειά σαν μηχανικός πετρελαιομηχανοκίνητων σκαπτικών μηχανημάτων ή μεταφορικών σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία. «Μάθε δουλειά κι άσε την κι όταν πεινάσεις πιάσε την», λέει η σοφή παροιμία. Λίγο στην παλιά πετρελαιομηχανή του πετρόμυλου, λίγο στην παλιομπουλντόζα που πήρε συνεταιρικά με τον μπατζανάκη του για να οργώνουν τα ρουμάνια της αττικοβοιωτίας και να τα κάνουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, πήρε το κολάι του μουτζούρη, δηλαδή του μηχανικού στις μηχανές που κινούνταν με πετρέλαιο. Έτσι όπου εργοτάξιο που υποστήριζε μπουλντόζες, γερανούς, γκρέιντερ, φορτηγά αυτοκίνητα, φορτωτές και τορναμπούλ για τα έργα, ο πατέρας μου αρχιτεχνίτης. Γυρίσαμε πάλι στο χωριό για λίγους μήνες προς το τέλος της τρίτης τάξης.
Μια μέρα στο σχολείο καθώς παίζαμε στο διάλειμμα κυνηγητό, έτρεξα στο πίσω μέρος του σχολείου για να μη με πιάσουν. Και τι να δω; Δυο μεγαλύτερα παιδιά είχαν βάλει κάτω τον Γιαννάκη και τον κλωτσούσαν. Παράτησα στη μέση το παιγνίδι κι όρμησα. «Ρε, το φιλαράκι μου, ρε;» είπα και σκαρφάλωσα στην πλάτη τους, όπως ήσαν σκυμμένοι και τον χτυπούσαν. Δεν με ένοιαζε που ήταν μεγαλύτεροι. Κι άλλες φορές τα είχα βάλει με μεγαλύτερους. Πρώτα απ’ όλα είχα έναν ξάδερφο, τον αδερφό του Σταθάκου, που ήταν δυο χρόνους μεγαλύτερος. Αρκετές φορές ήρθαμε στα χέρια και τον έστρωξα (έτρεψα σε φυγή). Έτσι, λοιπόν, άτρομος άρχισα να χτυπάω τους μαντράχαλους που είχαν βάλει κάτω το φιλαράκι μου. Τα ‘χασαν αυτοί με την επίθεση, βρήκε την ευκαιρία ο Γιαννάκης και σηκώθηκε και δύο εναντίο δύο πλέον τους κανονίσαμε. Σημασία δεν έχει η ηλικία, αλλά να το λέει η ψυχή σου και να θέλεις να νικήσεις.
Τον ρώτησα μετά γιατί τα έβαλε με δύο και μου απάντησε πως τον έβρισαν και τον είπαν «μαλάκα». Επομένως, με το δίκιο του να θέλει να σβήσει την προσβολή! Αυτή την εποχή ήταν προσβολή να σε αποκαλέσει κάποιος «μαλάκα». Η λέξη αυτή ήταν προσβλητική, δεν ήταν τίτλος τιμής, όπως είναι σήμερα, που την χρησιμοποιούν κατά κόρον αρσενικοί, θηλυκά και γκέι. Δυστυχώς έχουμε κι αυτή την τιμητική κατηγορία ανθρώπων στις μέρες μας, τους πισωγλέντηδες, τους ξεφωνημένους που θέλουν να μας επιβληθούν. Ένα άλλος προσβλητικός χαρακτηρισμός ήταν να σε πει ο άλλος «φλώρο» ή «πούστη». Γινόταν μακελειό! Γιατί ζούσαμε σε μια ηρωική εποχή, έχοντας γαλουχηθεί με τα κατορθώματα των ηρώων και να βάζουμε πάνω απ’ όλα την τιμή μας. Μύγα δε σηκώναμε στο σπαθί μας. Με το αίμα μας υπερασπιζόμασταν το όνομά μας!
Το γεγονός, πως πρόστρεξα για βοήθεια, δεν το ξέχασε ο Γιαννάκης ο Παλαιστής και πάντοτε με σεβόταν κι άκουγε το λόγο μου. Γιατί είχαμε και μπέσα τότε, δεν ήμασταν φιλοτομαριστές. Πάντα με θεωρούσε έναν πολύ καλό φίλο. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν είχα παντρευτεί, η μητέρα του απαντήθηκε με τη γυναίκα μου. Χωρίς να ξέρει την παιδική φιλία μας με τον Γιαννάκη η γυναίκα μου είπε ένα ξερό «καλημέρα» και συνέχισε το δρόμο της. Η γριά- Βασίλω της φώναξε να σταματήσει και της είπε: «Καλέ, να μη μου λες μόνο μια καλημέρα. Ο άντρας σου με τον γιό μου ήταν πολύ καλοί φίλοι στο σχολείο. Δεν είμαστε ξένες!».
Όταν παίζαμε την μακριά γαϊδούρα, τον Γιαννάκη τον βάζαμε πρώτον γιατί ήταν ισχνός. Μετά καθόμασταν οι πιο ψωμωμένοι για να κρατάμε το βάρος των περισσότερων παιδιών. Στο τόπι που παίζαμε στ’ αλώνια ο Γιαννάκης έπαιζε μεσοεπιθετικός- κάτι σαν τον σημερινό Φορτούνη. Εγώ συνήθως έπαιρνα τη θέση του σεντερ-μπακ. Μια μέρα που παίζαμε χαλαρά, με πέρασε δυο φορές και έβαλε δυο γκολ, οπότε άρχισε το δούλεμα. Από εκείνη την ημέρα πείσμωσα κι όταν παίζαμε αντίπαλοι δεν τον άφησα να με ξαναπεράσει. Τότε τα σκορ ήσαν 12- 8, άλλοτε 7-5. Ακόμη οι Ιταλοί δεν είχαν καθιερώσει το κατενάτσιο, που χάθηκε η ουσία του ποδοσφαίρου και η γλύκα του να κυνηγάς το γκόλ στην σκοπιμότητα του αποτελέσματος, κι έτσι το ποδόσφαιρό μας ήταν επιθετικό. Μπόλικα γκόλ και το πανηγυρίζαμε. Τις περισσότερες φορές, όμως, όταν παίζαμε πανωμαχαλίτες και κατωμαχαλίτες, ή Βαγαίοι με Κασνεσαίους ήμασταν συμπαίχτες. «Έι, φίλε, βράχος πίσω, να μην περάσει ούτε κουνούπι», μου έλεγε.
Σαν μαθητής ήταν μέτριος, αλλά στην μυθολογία και στην ιστορία ήταν αξεπέραστος. Τον μάγευαν τα κατορθώματα του Ηρακλή, του Θησέα, του Ιάσονα, η παλικαριά του Αχιλλέα και του Αίαντα, ο ηρωισμός του Αλέξανδρου. Μα όταν πήγαμε στο γυμνάσιο περισσότερο τον έθελγαν οι παλικαριές των κακών στα κινηματογραφικά έργα. Κάθε Κυριακή στον κινηματογράφο της Γιωργίας του Κωστή. Η κυρα- Γιωργία πίσω από το στενό ταμείο της κι ο Κωστής να ελέγχει στην είσοδο τα εισιτήρια και τους τζαμπατζήδες να μην τρυπώνουν στη ζούλα. Ακόμη κι όταν στους μαθητές απαγορευόταν κάποια εποχή ο κινηματογράφος, ο Γιαννάκης έβρισκε τον τρόπο να μην χάνει έργο. Αντί να ταυτίζεται με τον καλό ήρωα λ.χ. τον Νίκο Κούρκουλο, ο Παλαιστής ταυτιζόταν με τον κακό, λ.χ. τον Κώστα Καζάκο. Κι επαναλάμβανε κάποιες ατάκες, όπως «Πρόσεχε, φίλε, εγώ θυμάμαι σαν καμήλα» ή «Θα σε περιμένω στο μπαρ ο Μαύρος Γάτος». Αργότερα στα σπαγγέτι γουέστερν ενώ εμάς μας άρεσε ο Κλιντ Ίστγουντ, που ήταν ο παλικαράς, του Γιαννάκη του άρεσε ο Λη Βαν Κλιφ ή Ζαν Μαρία Βολοντέ, που ήσαν οι κακοί της υπόθεσης.
Κάπου στα δεκαπέντε του άρχισε να καπνίζει. Στην πρώτη τάξη του Λυκείου, όταν πηγαίναμε βόλτα προς το γήπεδο, μας ζητούσε να φτάνουμε σχεδόν μέχρι το Κασκαβέλι, για να μην τον δουν. Κι όταν την Κυριακή γυρίζαμε στο γήπεδο να δούμε την ομάδα του χωριού μας, τον Παμβαγιακό, πολλές φορές μας άφηνε και πήγαινε πιο πάνω προς τις ελιές για να καπνίσει. Εμείς γελάγαμε με τον μπαρμπα_Λιάμη τον Χατζήνα που φώναζε «Πανούση, σκίσου σαν τρίφυλλη κουρελού, μανάρι μου» ή «Απόστολε, πάρ’ τους τα σώβρακα, παιχταρά μου» κι ο Γιαννάκης απολάμβανε τα τσιγάρα του.
Στην ίδια τάξη προσέξαμε πως δεν έβλεπε καλά στον πίνακα κι αντέγραφε από τον διπλανό του. Πολλές φορές έσμιγε τα μάτια σαν γκαβός για να δει μακριά. Το είπαμε στον πατέρα του, τον μπαρμπα-Μήστο, γιατί ο ίδιος δεν ήθελε να μαθευτεί, κι έτσι ο Γιαννάκης ήταν ο πρώτος της παρέας που φόρεσε γυαλιά μυωπίας. Μα ντρεπόταν και τα φορούσε μονάχα όταν ήταν να δει όσα έγραφαν οι καθηγητές και οι συμμαθητές μας στον πίνακα. Μετά ένα χρόνο ακολούθησα κι εγώ. Κάποιο βράδυ, που δεν φώτιζε καλά η λάμπα του ηλεκτρικού, μιμήθηκα τον Γιαννάκη στο σμίξιμο των ματιών. Με είδε ο πατέρας μου. Έγραψε κάποια γράμματα κι αριθμούς στο πίσω μέρος του πακέτου των τσιγάρων του με το στυλό, στάθηκε δυο μέτρα μακριά και ζήτησε να του τα διαβάσω. Άλλα μπόρεσα να τα διακρίνω κι άλλα όχι. Μέσα στη βδομάδα καταλήξαμε στον οφθαλμίατρο κι από τότε, πενήντα και βάλε χρόνια, είμαι διοπτροφόρος.
Στην αναφορά μου στον Νίκο τον Κατσάμπα περιέγραψα την αιτία της ομαδικής μας τετραήμερης αποβολής όλων των αγοριών στη δεύτερη τάξη Λυκείου. Σαν, λοιπόν, ο Λυκειάρχης πήγε να μας κάνει τσακωτούς όταν χορεύαμε στο καφενείο του Ταρανίνου, δυο- τρεις προσπάθησαν να διαφύγουν από την πίσω πόρτα. Ο Γιαννάκης αν και πήδησε εκείνο το βράδυ από στέγες, ταράτσες και ρούγες για να μην γίνει τσακωτός, δεν απόφυγε την τιμωρία. Έτσι γεύτηκε κι εκείνος το πικρό ποτήρι εκείνης της εφηβικής απερισκεψίας.
Ο Ιησούς ο Κατσακούτσιας δεν ήταν συμμαθητής μας, ήταν μεγαλύτερος. Έγινε συμμαθητής μας στο Λύκειο γιατί είχε χάσει τάξη. Ήταν ιδιόρρυθμος τύπος. Κάποια βροχερή μέρα του χειμώνα, που αναγκαστικά μείναμε στην τάξη στα διαλείμματα- μιας και το σχολείο δεν είχε στεγασμένο διάδρομο- έτυχε να λογοφέρουν. Κι ενώ τίποτα δεν προμήνυε πως θα ξεσπάσει θύελλα, ξαφνικά έγιναν μπαρούτι και ο Ιησούς και ο Γιαννάκης. Μάλλον ο Ιησούς έκανε μια χειρονομία που τσάντισε τον Παλαιστή. Καθόμουν στο θρανίο με τον Νικολή και λέγαμε ανέκδοτα. Εγώ και ο Σταθάκος είχαμε τα πρωτεία στα ανέκδοτα και τα αστεία, ιδίως τα πιπεράτα στιχάκια. Ξάφνου αντιλαμβάνομαι τον Γιαννάκη να κάνει ένα σάλτο πάνω από το θρανίο για να χτυπήσει τον Ιησού. Όπως πέρασε πάνω από το θρανίο μου, τον έπιασα από τον αστράγαλο και τον προσγείωσα. Είχε γίνει κίτρινος σαν φλουρί κι έτρεμε από τα νεύρα του. Με τα χίλια ζόρι τον καλμάραμε γιατί αν γινόταν φασαρία θα έπαιρνε κι άλλη αποβολή.
Στη δεύτερη και την τρίτη τάξη του Λυκείου έγινε μανιώδης καπνιστής. Με το που χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα πεταγόταν πρώτος από την αίθουσα και πήγαινε στη νότια γωνία του αφύλακτου προαύλιου, που ήσαν κάτι χαλάσματα, για να μην γίνει αντιληπτός από τους καθηγητές και κάπνιζε αρειμανίως. Κι όταν μπαίναμε για μάθημα, γύριζε σαν κύριος.
Ήταν η εποχή που κλέβαμε τα μπιφτέκια από την τσάντα του Κατσάμπα. Κι όπως ο Φίλης ο Μπούζας μας έδινε το αντίδωρο, μια μέσα ο Γιαννάκης του κοπάνισε το χέρι κι έφυγε προς την πλευρά του το μπιφτέκι. Μα όπως ήταν γκαβούλιακας- είπαμε τα γυαλιά τα απεχθανόταν όπως ο διάολος το λιβάνι- είδε στο πάτωμα μια αδιόρατη μαύρη μάζα. «Ρε τι είν’ αυτό;» έκανε και με το παπούτσι του έλιωσε τον μπίφτεκα και τον έκανε πάλι κιμά. Τον λιώσαμε στα φάσκελα και στις κλωτσιές κάτω από το θρανίο για τον μεζέ που μας χαράμισε. Αν δεν έλιωνε το μπιφτέκι θα το παίρναμε, θα το καθαρίζαμε λίγο και θα του δίναμε να καταλάβει. Τότε ελάχιστα πράματα πήγαιναν στα σκουπίδια. Σαν έπεφτε φαγώσιμο κάτω, λίγο το καθαρίζαμε και το τρώγαμε. Δεν υπήρχε η πολυτέλεια να πεταχτεί. Εδώ βλέπαμε να πηγαίνει το ποντίκι- και τα σπίτια είχαν αρκετά κατοικίδια ζώα, δηλαδή ποντίκια- στο ράφι που ήταν το καρβέλι με το ψωμί, έτρωγε το μερίδιό του, και μετά το καθαρίζαμε με το σουγιά και τρώγαμε το υπόλοιπο. Και φυσικά δεν παθαίναμε τίποτα!
Το μεγάλο γέλιο έπεσε το καλοκαίρι που περάσαμε «περιοδεύων» για τη στρατολογία. Τσίτσιδοι μια ολόκληρη μέρα για να μας εξετάσουν οι γιατροί. Δυο μέρες κρατούσε η διαδικασία. Την πρώτη μέρα ιατρικές εξετάσεις και τη δεύτερη τεστ για την κατάταξη στα όπλα. Όλοι της ηλικίας μας από το χωριό- ακόμη κι αυτοί που είχαν παρατήσει το σχολείο και είχαν πάει στην Αθήνα να μάθουν τέχνη ή δούλευαν σαν μαθητευόμενα μαστορόπουλα- μαζεμένοι στο μεγάλο Γυμνάσιο της Θήβας. Κι εκεί γελάγαμε με τα προσόντα του καθενός. Όλων τα μάτια καρφωμένα σε ό,τι υπήρχε ανάμεσα στα σκέλια. Κάποιοι σεμνότυφοι έβαζαν το χέρι μπροστά. «Ε, τα χέρια κάτω. Τίποτα δεν κρύβουμε!» τους πειράζαμε. Κοκαλιάρης ο Γιαννάκης. Ο μηρός του όσο ο δικός μας πήχυς, το μπράτσο του όσο ο δικό μας καρπός. Στα αντρικά προσόντα, όμως, σωστός. Κι αυτή ήταν η τελευταία ομαδική συνάντηση σαν συμμαθητές.
Μετά απ’ αυτό το καλοκαίρι δεν τον είδα πολλές φορές. Αν και οι υπόλοιποι βλεπόμασταν στις γιορτές, αυτός σπάνια ερχόταν στο χωριό. Τον είδα τρεις- τέσσερις φορές όλο κι όλο κι αυτό στις εκλογές, όπου ήταν αναγκασμένος να έρθει να ψηφίσει. Την μία φορά καθίσαμε στο καφενείο του Γκίκα για καφέ και τα είπαμε για λίγο.
Πριν λίγα χρόνια, ένα πρωινό, κι ενώ ήμουν στο γραφείο μου σαν Λυκειάρχης, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον Νικολή, που με πληροφόρησε πως ο παιδικός μας φίλος πέθανε και θα γινόταν η κηδεία του το μεσημέρι, όπου θα έφερναν τη σωρό του στην εκκλησία από την Αθήνα. Έτσι παραβρεθήκαμε στο ξόδι του ο Νικολής κι εγώ. Μετά τον Νίκο τον Κατσάμπα έφυγε για τον άλλον κόσμο και ο γείτονάς του ο Γιαννάκης ο Παλαιστής. Εκεί πλέον βρίσκονται οι δύο κολλητοί μας της παιδικής παρέας περιμένοντας να πάμε και οι υπόλοιποι- αφού κανένας μας δεν θα μείνει σ’ αυτόν τον κόσμο παντοτινά. Όταν τους συναντήσουμε, δεν ξέρω πω θα είμαστε: θα είμαστε σαν παιδιά για ξαναπαίξουμε γκρόπιζες, κλιτς κοπάν και τόπι, ή πιο μεγάλοι για να παίξουμε ξερή; Κανείς δεν γύρισε από τον άλλο κόσμο για να μας πει κι έτσι θα υπάρχει το αιώνιο ερώτημα… Το μόνο που μου μένει σήμερα- που είναι η γιορτή Αϊ-Γιαννιού- είναι να θυμηθώ τις αξέχαστε μέρες, που ζήσαμε με το Γιαννάκη τον Παλαιστή, γράφοντας αυτές τις αράδες, έτσι, αντί για μνημόσυνο, και να ευχηθώ να είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει…

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Παιδικές αναμνήσεις: Ο Σταθάκος

[[ Τάκης Μάρκου ]]

2ο μέρος
Στον μύλο υπήρχε ένα δίκανο. Ο Σταθάκος το έπαιρνε και το χάϊδευε, το καθάριζε, το γυάλιζε και του καλάρεσε να γίνει κυνηγός. Άρχισε να κάνει παρέα με κάποιους κυνηγούς του χωριού, και μας έλεγε καθημερινά τις ιστορίες που άκουγε από τα κυνήγια τους. Έτσι είπε ο Τσιβιδέλης, αυτά είπε ο Μπουρδούκης, τόσους λαγούς σκότωσε ο Λουκάς ο Κουκούλας. Άρχισε να μας μιλάει για κυνηγόσκυλα που κυνηγούν λαγούς, για πουλόσκυλα, για γκέκες κλπ. Το έδωσαν και κάποια σκυλιά, αλλά η θείτσα Ντίνα του έβαλε τις φωνές. Μας κουβάλησε μια μέρα ένα κοντοπόδαρο σκυλί, του οποίου σερνόταν η κοιλιά στη γη. Το ονόμασε Λάικα, από το σκυλί που έστειλαν οι Σοβιετικοί στο διάστημα. «Ρε», του λέγαμε, «αυτό το σκυλί φρενάρει με την κοιλιά. Τι πουλιά θα κυνηγήσει;» Πήγε κάποιες φορές για κυνήγι κρυφά από τον πατέρα του, αλλά του πέρασε γρήγορα η καψούρα του κυνηγού.
Είχαμε έναν πρώτο ξάδερφο αεροπόρο της πολεμικής αεροπορίας, τον Γιαννάκη. Όποτε του δινόταν η ευκαιρία, πετούσε πάνω από το χωριό για να χαιρετήσει τη μάνα του, τη θεία τη Γαρούφω, όπως την έλεγε, γιατί της είχε αδυναμία. Έκανε βουτιά με το αεροπλάνο προς τη στέγη του σπιτιού του και μετά το σήκωνε και το βίδωνε στον αέρα, λες και ήταν ένα παιγνίδι. Κάποιες φορές έκανε κατακόρυφη ανακύκλωση και πολλά άλλα κόλπα, που τρέλαιναν τον Σταθάκο. Έτσι νωρίς πήρε την απόφαση να γίνει κι αυτός πιλότος. Τρέλα με το αεροπλάνο! Βρισκόμασταν στην αίθουσα και πέρναγε αεροπλάνο; ο Στάθης πεταγόταν στο παράθυρο ή έξω στο μπαλκόνι να το χαζέψει. Μάταια του φώναζε η καθηγήτρια ή ο καθηγητής να ηρεμήσει. Κι αυτό συνεχίστηκε σε όλες τις τάξεις του Λυκείου, μέχρι που πραγματοποιήθηκε η λόξα του.

Η συνέχεια >>> VAGIABlog…

Στη δεύτερη τάξη του Λυκείου απόχτησε κι άλλο χόμπυ. Μαζί με τον Φίλη τον Μπούζα μπουκώνανε την ξυλόσομπα, αυτή κάπνιζε, ντουμάνιαζε η τάξη κι εμείς κάναμε πως δεν αντέχαμε τον καπνό- πήγαινε σύννεφο ο προσποιητός βήχας- οπότε βρίσκαμε την ευκαιρία και την κοπανάγαμε τις δύο τελευταίες ώρες.
Στο Λύκειο κατέβασε τις στροφές στα μαθήματα. Να τεμπέλιασε; Να ήταν η εφηβεία; Εκείνος ξέρει. Έτσι συχνά- πυκνά ζητούσε τη βοήθειά μου στις εργασίες. Αυξήθηκε η βοήθειά του προς τον πατέρα του στον μύλο και η διάθεσή του για διάβασμα έγινε αντιστρόφως ανάλογη. Από τα γυμνασιακά χρόνια είχε καλλιεργήσει και βελτιώσει την αντιγραφή στα πρόχειρα διαγωνίσματα. Το βιβλίο του μαθήματος, στο οποίο εξεταζόμασταν, ανοιχτό στον πάτο του θρανίου κι αυτός αετίσιο μάτι. Πάντα απορούσα με την επιδεξιότητα να γυρίζει τις σελίδες με το πόδι και να βρίσκει τις σελίδες με τις απαντήσεις. Σαν ζογκλέρ, βρε παιδί μου!
Το απογευματάκι ντυμένος στην τρίχα, περιποιημένο το μαλλί, πήγαινε την τακτική του βόλτα. Όταν επέστρεφε, περνούσε από το σπίτι μου τη νύχτα, πίσω από τα κουφωμένα ξύλινα πατζούρια τον περίμεναν τα τετράδιά μου, που τα έπαιρνε κι έκανε αντιγραφή στα θετικά μαθήματα και στα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά. Στα νέα ελληνικά και στην έκθεση έκανε τις κατάλληλες παραλλαγές και την άλλη μέρα κύριος από άποψη εργασιών. Με ζάλιζε με τη γκρίνια της η συχωρεμένη η μάνα μου, πως έτσι αντιγράφοντας έτοιμη δουλειά, του κάνω κακό, αλλά ήξερα πως θα τα καταφέρει στη σχολή Ικάρων, ακόμη και με αντιγραφή. Το κουσούρι του αντιγραφέα το συνέχισε, πράγματι και σαν σπουδαστής στην Ικάρων.
Οι νεανικές τρέλες εντάθηκαν. Στην μαθητική παρέα μας στην πρώτη τάξη του Λυκείου προστέθηκαν δυο κορίτσια, που ήρθαν από την Αθήνα, γιατί ο πατέρας τους πήρε μετάθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού- σταθμαρχίνες τις βγάλαμε. Νοστιμούλες και ο εφηβικός οίστρος έσπρωξε ένα βράδυ τον Σταθάκο με τέσσερα- πέντε άλλα παιδιά, να πάρει στη ζούλα το φορτηγό του κυλινδρόμυλου για να τις επισκεφθούν, γιατί ο σταθμός απείχε γύρω στα πέντε χιλιόμετρα από το χωριό μας. Κόλλησε, όμως στις λάσπες το φορτηγό- δυο μέρες είχε, που έβρεχε ασταμάτητα- οπότε οι κοπέλες έχασαν τους απρόσκλητους επισκέπτες. Αναγκάστηκαν κάποιοι απ’ αυτούς να περπατήσουν με τα πόδια για να έρθουν πίσω, να αναζητήσουν κάποιον με τρακτέρ, που έσπευσε να τραβήξει το αυτοκίνητο και να το βγάλει από τις λάσπες. Έτσι γύρισαν άπραγοι οι κολλητοί μας και το επόμενο πρωί, σαν μάθαμε το πάθημά τους, έγιναν το αντικείμενο για να κάνουμε καζούρα.
Δεν ενδιαφερόταν ο Σταθάκος για κάποια από τις δύο σταθμαρχίνες. Άλλος ήταν καψούρης, αλλά του έμεινε η καψούρα. Ο ξάδερφος είχε καψουρευτεί άλλην, από το χωριό, κι όταν πήγαινε να την συναντήσει εγώ περνούσα την αγωνία του. Γιατί το ‘χε συνήθειο να έρχεται να δανείζεται το ρολόι μου για να είναι ακριβής στην ώρα του. Μου είχε αγοράσει ο πατέρας μου τότε ένα καλό λαθραίο ρολόι χειρός από τον Τσάρλεστον, ένα Βαγαίο, κάτοικο Βελγίου, που έκανε λαθρεμπόριο με κάθε είδους πράγματα που έφερνε από το Βέλγιο. Είχε φέρει, λοιπόν, ένα ρολόι Rover, και έκανα πλάκα στους φίλους λέγοντας: «Ξεκίνησα από ρολόι Rover για να πάρω οσονούπω και κούρσα Rover». Τα αυτοκίνητα αυτής της μάρκας ήσαν πολύ καλά τη δεκαετία 1960- 70, που αναφερόμαστε. Πάνω στο καλαμπούρι πέταγα και κάποιες λέξεις που σκοτώνανε γιατί ήμουν πολύ καλός χρήστης της γλώσσας. Μπορεί να ακολούθησα τις θετικές επιστήμες, αλλά άνετα θα μπορούσα να βρεθώ και στη Νομική, για να πραγματοποιήσω την επιθυμία του φιλόλογού μας του κ. Πάγκαλου, που επέμενε να γίνω δικαστικός. Με κέρδισε, όπως, η επιθυμία του φυσικού μας του κ. Θεοδωρόπουλου- του είχαμε κολλήσει το παρατσούκλι Μπούτσικος.
Αγωνία, λοιπόν, στα ραντεβουδάκια του ξάδερφου μήπως τον κάνουν τσακωτό οι δικοί της και τον κάνουν τουλομοτύρι στο ξύλο. Στα θέματα ηθικής τότε μπορούσαν να γίνουν και εγκλήματα. Ποιος είχε την όρεξη του μπαρμπα-Χρήστου να τον ακούει να μου ψέλνει τον εξάψαλμο- κατέβαζε όλους τους αγίους επί γης- που έκανα πλάτες στον ομορφονιό του. Βλέπεις, όταν κάποιος κάνει νεανικές τρέλες είναι καλά- και είπαμε δυο φοράδες έσκασε ο μπαρμπα-Χρήστος για χατίρι της θειας-Ντίνας- αλλά όταν στα κάνουν τα παιδιά σου βγάζεις καντήλες. Από την άλλη, αν έτρωγε την μανέλα του ο ερωτιάρης ξάδερφος, μπορεί να του έσπαγαν και το ρολόι μου. Ε όχι, άλλοι να χουφτώνουν κι άλλοι να πληρώνουν! Τελικά τη γλύτωσε το ρολόι και μ’ έβγαλε τόσο στα φοιτητικά χρόνια, όσο και στο στρατό. Γερό ρολόι, αλλά δεν αξιώθηκα να πάρω ίδιας μάρκας αυτοκίνητο.
Στην τελευταία τάξη του Λυκείου είχαμε κατασταλάξει για την μελλοντική μας πορεία, εγώ στη Φυσικομαθηματική σχολή, ο Σταθάκος στην στρατιωτική σχολή Ικάρων, ο Νικολής στο Πολυτεχνείο- αλλά η ζωή δεν του έκανε το χατίρι και βρέθηκε κι αυτός στη Φυσικομαθηματική. Έτσι επικεντρωθήκαμε στα θετικά μαθήματα. Σχεδόν αυτοδίδακτοι, γιατί φροντιστήριο προετοιμασίας για εισαγωγικές εξετάσεις δεν υπήρχε. Είχαμε, όμως, γνώσεις και καλές βάσεις στα θεωρητικά μαθήματα, οπότε τα βγάζαμε πέρα ικανοποιητικά στα Αρχαία και στα Λατινικά- το σχολείο μας ήταν κλασικών σπουδών. Κάναμε τις ζαβολιές μας, πήραμε κάτι μικροαποβολές- μονοήμερες ή διήμερες και φτάσαμε στον Μάρτη. Θα παίζαμε το τελευταίο θεατρικό έργο σαν μαθητές, με τίτλο «Ο χορός του Ζαλόγγου». Κάναμε την πλάκα μας στην καθηγήτρια των αγγλικών, μια νεαρή, την κ. Λεπιδάκη. Όσο κι αν μας συμπαθούσε ο Λυκειάρχης και μαθηματικός μας, ο κ. Κάβουρας, μας τιμώρησε με μονοήμερη αποβολή. Αντί να πάμε στα σπίτια μας, θα ήμασταν πέντε- έξι αγόρια, πήραμε, λοιπόν, το λεωφορείο και βρεθήκαμε στο γειτονικό χωρίο, τις Θεσπιές, όπου σε ένα καφενείο ήπιαμε τα ουζάκια μας και στη συνέχεια επιστρέψαμε στο χωριό μας. Είπαμε στο οδηγό του λεωφορείου να κάνει στάση μπροστά στο σχολείο, όπου κάναμε αισθητή την παρουσία μας με τον σχετικό χαβαλέ και καταλήξαμε σε ένα τσαγκαράδικο, ένα από τα στέκια μας. Ο Λυκειάρχης έστειλε έναν μαθητή της μικρότερης τάξης να μας φωνάξει να επιστρέψουμε στο σχολείο για να κάνουμε πρόβα στο θεατρικό, γιατί εγώ και ο Νικολής ήμασταν οι πρωταγωνιστές, αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά είχαν μικρότερους ρόλους. Είπαμε στον μαθητή να του πει πως αν μας ήθελε να μην μας είχε αποβάλει. Δεν μπορούσε η αγγλικού να ήταν πάνω από τις Σουλιώτισσες! Εφ’ όσον, λοιπόν, βρισκόμασταν σε αποβολή δεν θα επιστρέφαμε- εφηβική επανάσταση ή εφηβικοί τσαμπουκάδες; Τις υπόλοιπες μέρες τα δώσαμε όλα στις πρόβες και βγήκε μια πολύ πετυχημένη παράσταση.
Κι ενώ με την καθηγήτρια των Αρχαίων και των Νέων Ελληνικών τα πηγαίναμε πολύ καλά, είχαμε κόντρα με την καθηγήτρια των Λατινικών. Αυτή σημάδεψε τις τελευταίες σχολικές μας μέρες. Ο Σταθάκος στις γραπτές εξετάσεις καθόταν μια θέση πίσω από μένα, εφόσον καθόμασταν με αλφαβητική σειρά. Εξπέρ στην αντιγραφή, λίγο πλάγια να έκανα εγώ, έβλεπε τα πάντα με το αετίσιο μάτι του. Στα Λατινικά ήταν κουμπούρας. Έτσι κι έχανε το μάθημα και παραπεμπόταν για επανεξέταση τον Σεπτέμβρη, έχανε τις εξετάσεις στη Σχολή Ικάρων. Αγωνία, λοιπόν, ο ξάδερφος και οι ελπίδες του πάνω μου. Αρχίσαμε να γράφουμε. Έκανα λίγο πλάγια την κόλλα και ο Σταθάκος επί το έργον… Η καθηγήτρια, όμως, των Λατινικών, του την είχε στημένη. Όρμησε να του μονογράψει την κόλλα και εκεί έγινε η μεγάλη φάση. Κοντραριστήκαμε άγρια στα λόγια- μέχρι κομπλεξική την αποκάλεσα- τσαλάκωσα το γραπτό μου και της το πέταξα προκαλώντας την να μηδενίσει κι εμένα. Ο Σταθάκος την είπε χαιρέκακη και πως θα ευχαριστιόταν να μην δώσει εξετάσεις. Με την επέμβαση της άλλης καθηγήτριας, έληξε το επεισόδιο. Άπλωσε την τσαλακωμένη κόλλα μου και μου ζήτησε να συνεχίσω, ενώ στον Στάθη σημείωσε μέχρι το σημείο που είχε γράψει και του είπε να γράψει από ‘κει και πέρα μονάχος του. Αφού τελείωσε η εξέταση, το θέμα έφτασε στον σύλλογο των καθηγητών, επιμένοντας η καθηγήτρια των Λατινικών, να μας δοθεί απολυτήριο με τον χαρακτηρισμό της διαγωγής σε «Κοσμία». Μας έσωσε ο Λυκειάρχης που μας συμπαθούσε ιδιαίτερα γιατί γνώριζε τον χαρακτήρα μας, ο οποίος υποστήριξε πως δεν τιμούσε το σχολείο να στείλει σε ανώτατες σχολές δύο μαθητές του με μειωμένη τη διαγωγή. Τελικά πήραμε απολυτήριο έχοντας στο μάθημα των Λατινικών ο Σταθάκος την βάση κι εγώ τρεις μονάδες πάνω από τη βάση.
Εδώ θα κάνω μια παρένθεση. Μερικά χρόνια αργότερα, ένας συμπατριώτης μας- που παρίστανε τον αριστερό αλλά είχε καπιταλιστική ιδεολογία για το φτηνό σαρκίο του και απασχόλησε τον τύπο και την τηλεόραση για την εκμετάλλευση της παρούσας πολιτικής κατάστασης για να κάνει δώρο στον εαυτό του της τάξης εκατοντάδων χιλιάδων σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όταν κάποιοι αυτοκτονούσαν από απόγνωση- σε μια συζήτηση μου είπε πως στα μάτια του φαντάζαμε- αυτός ήταν λίγα χρόνια μικρότερος- σαν ατίθασοι κι αλήτες. Αγαπητέ μου, εμείς τα αλητάκια υπηρετήσαμε την πατρίδα μας και δεν πήραμε παρά μόνο τους μισθούς μας. Δεν ήρθαμε αλεξιπτωτιστές μόλις ανέλαβε η αριστερή κυβέρνηση για να πάρουμε σε μια νύχτα, όσα βγάλαμε σε ιδρώτα δε όλη μας τη ζωή! Αμολήσαμε τη νιότη μας και ζήσαμε την ανεμελιά μας. Με την αλητεία μας δεν βλάψαμε τους συνανθρώπους μας, όπως εσύ με την πολιτική αγυρτεία σου! Κλείνει η παρένθεση.
Δώσαμε εξετάσεις και περάσαμε με την πρώτη φορά, κάνοντας φροντιστήριο λίγων ημερών εκείνο το καλοκαίρι, κι έτσι αποχωριστήκαμε, μετά από δεκαοχτώ χρόνια. Βρισκόμασταν στις διακοπές των γιορτών και λίγο το καλοκαίρι. Βρεθήκαμε για τα καλά όταν τοποθετήθηκα σαν έφεδρος αξιωματικός σε στρατιωτική μονάδα του Βόλου. Ο Σταθάκος υπηρετούσε με μια μοίρα της πολεμικής αεροπορίας στο αεροδρόμιο της Αγχιάλου, στη Μαγνησία. Στο Βόλο πήγα τον Μάρτιο του 1976 υπηρετώντας στη μοίρα του πυροβολικού που υποστήριζε τους πεζοναύτες. Δυο νέοι αξιωματικοί τοποθετηθήκαμε σ’ αυτή τη μονάδα. Σαν μαθητές της Σχολής Πυροβολικού ήμασταν στον ίδιο θάλαμο- εκείνος Μαθηματικός- κι όταν μάθαμε την τοποθέτηση στον Βόλο συμφωνήσαμε να συγκατοικήσουμε. Πρώτος έφτασα εγώ- ο άλλος, Μάρκος στο μικρό του όνομα- παρέμεινε είκοσι μέρες επιπλέον στη σχολή για να πάρει την ειδικότητα του τοπογράφου. Έτσι μέχρι να έρθει και να βρούμε διαμέρισμα, φιλοξενήθηκα από τον Σταθάκο. Μοιραστήκαμε την γκαρσονιέρα του, όπως στα παιδικά μας χρόνια το κοινό μας στρώμα. Μου έδειξε τα κατατόπια του νέου τόπου, όπου θα περνούσα τους επόμενους δεκαεπτά μήνες και συχνά- πυκνά κάναμε παρέα κι όταν στη συνέχεια εγκαταστάθηκα σε δικό μου διαμέρισμα. Με πήγε σε όλα τα χωριά του Πηλίου, αλλά και τα παραθαλάσσια γύρω από τον Βόλο.
Μια φορά συμμετείχαμε στην ίδια αποβατική άσκηση στην Σκύρο. Εγώ σαν σύνδεσμος πυροβολικού με τα τρία τάγματα των πεζοναυτών καθόριζα τα πυρά της μοίρας μου, με βάση τις υποδείξεις των ταγματαρχών τους και ο Σταθάκος με άλλα αεροπλάνα έκανε εικονικούς βομβαρδισμούς. Ο ξάδερφος ήταν ένας από τους καλύτερους πιλότους της Πολεμ. Αεροπορίας, προκαλώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό σε πολλές σειρές αεροπόρων. Και διακρινόταν από τους άλλους με τον τρόπο που έκανε τις εφορμήσεις του. Το διασκεδάσαμε δεόντων και είχαμε σύντομη επαφή διαμέσου ασυρμάτου.
Μετά ο ξάδερφος πήρε μετάθεση λίγων μηνών στη Θεσσαλονίκη. Ανέλαβα να βγάζω την κοπελιά του βόλτα και στάθηκα η αφορμή να διατηρήσουν το δεσμό τους, που κατέληξε στο γάμο τους. Έτσι έγινα η αιτία να χάσει την ελευθερία του και να χορέψει τον χορό του Ησαΐα. Λίγο πριν πάρω μετάθεση από τον Βόλο επέστρεψε ο Σταθάκος στην μονάδα του στην Αγχίαλο και μου δόθηκε η ευκαιρία να ανταποδώσω την φιλοξενία μέχρι να εγκατασταθεί στο νέο του διαμέρισμα, που συνέπεσε να είναι στη ίδια πολυκατοικία, που έμενα εγώ. Κι όταν πήρα την μετάθεση για το Μ. Πεύκο με φιλοξένησε το τελευταίο βράδυ στης παραμονής μου στο Βόλο στο διαμέρισμά του. Μα ήταν ένα μοιραίο βράδυ. Αυτό το βράδυ από βραχυκύκλωμα πήρε φωτιά ο κυλινδρόμυλος στο χωριό και καταστράφηκε εντελώς. Τα δυσάρεστα νέα μας τα είπε η κοπελιά του στις πέντε το πρωί, όταν μας ξύπνησε για να μας ειδοποιήσει, επειδή μόλις είχε εγκατασταθεί ο ξάδερφος στο νέο του διαμέρισμα και το ΟΤΕ δεν είχε κάνει την τηλεφωνική σύνδεση. Ο μύλος, ο τόπος τόσων κοινών δράσεων και αναμνήσεων δεν υπήρχε πλέον! Με βαριά καρδιά αποχαιρετηθήκαμε το πρωί και αναχώρησα για την Αθήνα.
Λίγα χρόνια αργότερα, κι αφού είχε παντρευτεί, ένα απόγευμα Μ. Παρασκευής πίναμε τον καφέ μας στο ζαχαροπλαστείο του Θανάση, το «Αθηναϊκόν», οπότε κάθισε απέναντί μας μια μικρή παρέα από κοπέλες. Μια από αυτές ήταν ιδιαίτερα όμορφη και είχε εντυπωσιακά ωραία μάτια. Κέντρισε το ενδιαφέρον του ξάδερφου και ζήτησε να μάθει ποια ήταν. Αυτή η κοπέλα, δυο μήνες πιο μπροστά είχε προκαλέσει και το δικό μου ενδιαφέρον. Που είπα, λοιπόν, ποια ήταν κι εκεί του ζήτησα να στοιχηματίσει πως μέχρι το καλοκαίρι θα την είχα φέρει στο σόι μας. Από αυτό το στοίχημα βρέθηκα κι εγώ παντρεμένος!
Έτσι, λοιπόν, πορευτήκαμε στη ζωή με τον ξάδερφο τον Σταθάκο. Και τώρα παππούδες- και οι δυο με δύο εγγόνια ο καθένας μας- όποτε βρισκόμαστε αναθυμόμαστε τα παλιά…



Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Ο Σταθάκος

[[ Τάκης Μάρκου ]]

1ο μέρος
Ο Σταθάκος δεν ήταν πρώτος ξάδερφος, ήταν αδερφός. Τέσσερα παιδιά έκαναν οι γονιοί μου, αλλά ήμουν το μόνο αρσενικό. Έτσι αδερφό δεν είχα. Και σαν αδερφό είχα το Σταθάκο. Ήταν σαν να ήταν ο δίδυμος αδερφός μου, γιατί μόνο δεκαοχτώ μέρες είχαμε διαφορά στη γέννηση. Λες και οι πατεράδες μας είχαν βάλει κόντρα. Οι πατεράδες μας, αδέρφια ορφανά από τα μικράτα τους από τη μάνα, που πέθανε πάνω στη γέννα καθώς γένναγε το όγδοο εν ζωή παιδί της- γιατί γέννησε και κάποια άλλα, που πέθαναν, έτσι γινόταν παλιά. Σαν έγινε δεκατεσσάρων χρονών ο πατέρας μου χάθηκε κι ο παππούς, ο πατέρας τους δηλαδή. Ορφανά πάσχισαν να σταθούν όρθια και τα κατάφεραν. Μα η πάλη της ζωής, τους έκανε σκληρούς. Σκληροί φαίνονταν στην κρούστα της εμφάνισης προς τα έξω, γιατί στο βάθος ήσαν πολύ ευαίσθητοι.
Δεκαοχτώ μέρες, λοιπόν, μεγαλύτερος ο Σταθάκος, δεύτερος γιός του μπαρμπα-Χρήστου, κι εγώ το πρώτο παιδί, αν και ο πατέρας μου ήταν κατά δυο χρόνια μεγαλύτερος του μπάρμπα μου. Μα ο θείος ήταν ερωτιάρης κι ερωτεύτηκε τη θεία-Ντίνα. Δυο φοράδες, λένε, έσκασε πηγαίνοντας να την συναντήσει στην Τοπόλια, για να φτάσει γρήγορα μέσα από τα οργώματα της Κωπαΐδας. Καρπερή η θειά κι έτσι ο μπάρμπας αναγκάστηκε να μην περιμένει τη σειρά του, οπότε παντρεύτηκε πιο μπροστά από τον μεγαλύτερο. Γιατί παλιά ο καθείς έβαζε στεφάνι με τη σειρά του, πρώτα οι μεγαλύτεροι και υστερότερα οι μικρότεροι. Στην οικογένειά τους, όμως, δεν κράτησαν τη σειρά γιατί ο έρωτας είναι ζαβολιάρης. Έτυχε ο μικρότερος από τα αρσενικά αδέρφια- οχτώ ήσαν στο σύνολο, τέσσερα αρσενικά και τέσσερα θηλυκά- να παντρευτεί ακόμα πιο μπροστά, γιατί καθώς έφυγε μικρός στην Αθήνα για να μάθει τέχνη, ερωτεύτηκε κι αυτός την προσφυγοπούλα από τον Πόντο.

Η συνέχεια VagiaBlog…

Στο ίδιο σπίτι ήπιαμε το πρώτο μας γάλα με τον Σταθάκο, τρία δωμάτια σπίτι κι ένα υπόγειο, δίπλα στον πετρόμυλο, που το μοιράζονταν οι δύο οικογένειες. Μυλωνάδες οι πατεράδες μας δουλεύανε σκληρά ολημερίς στον μύλο και στο μαντάνι, που μαλάκωνε τις χοντρές βελέντζες και τις φλοκάτες, που ύφαιναν με μαλλί από τα πρόβατά τους παλιά στους αργαλειούς οι νοικοκυρές για της κρύες μέρες του χειμώνα. Μια μέρα που δούλευε στο μαντάνι ο μπαρμα-Χρήστος τραυματίστηκε στο δεξί χέρι από την τροχαλία. Κακή εκτίμηση από τους γιατρούς και το χέρι έπαθε γάγγραινα. Έτσι νέος ο μπάρμπας μου έχασε το δεξί του χέρι πάνω από τον αγκώνα. Εγώ τον θυμάμαι μονόχειρα. Δυνάμωσε το αριστερό χέρι και έκανε για τρία χέρια. Τόσο χεροδύναμος έγινε!
Σε διπλανά καθισματάκια μας είχαν βάλει- αυτά τα ψηλά τα ξύλινα με το καθικάκι αποκάτω- δίπλα στη ξυλόσομπα εκείνο το χειμώνα, ακόμη δεν περπατάγαμε, όταν- από τότε εγώ ζωηρός- καθώς έπαιζα έπεσα μαζί με το κάθισμα πάνω στη σόμπα και κάηκα στο πρόσωπο και στο δεξί μου χέρι. Έδωσα μια με το χέρι κι έσπρωξα το καυτό σίδερο κι έπεσα στο πλάι στο πάτωμα μαζί με το καρεκλάκι. Τα τσιριχτά μου από τον πόνο σίγουρα θα του τάραξαν την ησυχία.
Ήρθαν κι άλλα αδέρφια στον κόσμο και στις δύο οικογένειες και το σπίτι μίκρυνε καθώς μεγάλωναν οι οικογένειες. Ο πατέρας μου έχτισε δικό μας σπίτι στο διπλανό χτήμα, που είχε πάρει προίκα. Έτσι τα σπίτια μας απείχαν γύρω στα εκατό μέτρα. Μέχρι την πρώτη δημοτικού ήμασταν αχώριστοι. Μόνο ο ύπνος μας χώριζε. Με τη γαϊδούρα του μπαρμπα-Χρήστου πηγαίναμε συχνά να ψωνίσουμε στα μπακάλικα του χωριού, πότε στον Πατσιέ, άλλοτε στο θείο τον Τάκη τον Δραγώνα και μερικές φορές στον μπαρμπα-Κώστα τον Kρητικό, που τα είχε όλα, από εκλεκτή φέτα και λαδερή λακέρδα μέχρι λαδομπογιές και κοσκινόπροκες. Χρησιμοποιούσαμε τη γαϊδούρα σαν μεταφορικό μέσο γιατί το σπίτι μας ήταν στην άκρη του χωριού- καθώς έμπαινες στο χωριό, όταν ερχόσουν από το δρόμο της Θήβας. Από τον φούρνο της Γιωργούς παίρναμε τα μεγάλα ολοστρόγγυλα καρβέλια, ένα μόνο χώραγε στο μάλλινο ταγάρι, ή τις μακρόστενες χοντρές προπήρες (φρατζόλες)- ‘κείνες χώραγαν δυο στο ταγάρι. Γέμιζε το πλάι του σαμαριού με ταγάρια, στη μέση καθόταν ο Στάθης, ενώ δέναμε με την τριχιά την πινακωτή με τα μισάλια και κάπου στα καπούλια καθόμουν κι εγώ. Και η γέρικη γαϊδούρα πήγαινε αργά-αργά σαν να ήθελε μ’ ένα δρομολόγιο να γεμίσει ολόκληρη τη μέρα.
Άλλοτε ο Σταθάκος έπαιρνε τη φοράδα του μπαρμπα-Αντρέα του γείτονα και πηγαίναμε για τσάγκουλα στις μυγδαλιές πέρα στα αναχώματα των χωραφιών ή για σύκα στα ρέματα. Και παιγνίδι στην απλωσιά του μύλου, κρυφτό ή κυνηγητό. Ώσπου ήρθε ο καιρός να πάμε σχολείο. Εκεί βρήκαμε την ευκαιρία να πάρουμε πίσω τα διόδια, που μας είχε επιβάλει ο Νικολής. Ο Σταθάκος ήταν επιμελής μαθητής.
Μετά την πρώτη τάξη, κατά εποχές αποχωριζόμασταν γιατί ο πατέρας μου έφυγε από το μύλο, που τον παραχώρησε στον μεγάλο του αδελφό, ο οποίος επέστρεψε από την Αθήνα στο χωριό. Αυτός και ο μπαρμπα-Χρήστος μετατρέψανε τον πετρόμυλο σε κυλινδρόμυλο, σιγά- σιγά αγόρασαν κι ένα φορτηγό και άλεθαν τα στάρια σχεδόν του μεγαλύτερου μέρους του νομού μας. Ο πατέρας μου εργάστηκε σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία, που αναλάμβανε έργα σε όλη της Ελλάδα. Έτσι τις υπόλοιπες τάξεις του δημοτικού τις έβγαλα εδώ κι εκεί, από την Κυλλήνη της Ηλείας μέχρι τις Φέρες του Έβρου. Κάποιες φορές επιστρέψαμε στο χωριό για λίγους μήνες, όπου μετέφερα το γλωσσικό ιδίωμα του τόπου, όπου κατοικούσαμε. Γιατί εμείς τα παιδιά εύκολα αντιγράφουμε τον τρόπο ομιλίας των συμμαθητών μας, όταν βρεθούμε σ’ έναν τόπο. Ο Σταθάκος παραξενευόταν και προσπαθούσε να με επαναφέρει, λέγοντας: «Πώς μιλάς έτσι, ρε; Μίλα βαγαίικα».
Στους πρώτους μήνες της έχτης τάξης ήμασταν στο ίδιο θρανίο και είχαμε δάσκαλο τον κυρ- Βαγγέλη το Ζερκούλη. Μπορεί να είχαμε αριθμητική και να λύναμε προβλήματα τόκου και ανατοκισμού, αλλά όποτε βαριόταν ο Σταθάκος έριχνε την μπηχτή στο δάσκαλο: «Κύριε, δεν μας τελειώσατε την ιστορία που μας λέγατε, τότε που στον πόλεμο βρισκόσασταν μέσα στο δάσος απέναντι από τον εχθρό». Έτοιμος ήταν για ιστορίες ο συχωρεμένος ο κυρ- Βαγγέλης. Ξέχναγε κεφάλαια και επιτόκια στα μαθηματικά κι άρχιζε τις ιστορίες από τον πόλεμο. Από ‘κει πήδαγε στην επανάσταση του 1821 μέχρι που χτύπαγε το κουδούνι να σχολάσουμε. Τα Χριστούγεννα, όμως, η οικογένειά μου έφυγε για την Πτολεμαΐδα και έτσι έχασα την παιδική μου παρέα και τις ιστορίες του αξέχαστου κυρ- Βαγγέλη.
Σαν ήταν να πάμε στην πρώτη τάξη Γυμνασίου, τον Σεπτέμβρη γύρισα μόνος μου στο χωριό και φιλοξενήθηκα στην οικογένεια του Σταθάκου, μέχρι το Δεκέμβρη, όπου γύρισε η οικογένειά μου στα Βάγια. Πολλές φορές κοιμηθήκαμε στο ίδιο κρεβάτι ή στρωματσάδα με τον ξάδερφο, ενώ μαζί πηγαίναμε και γυρίζαμε στο Γυμνάσιο. Μαζί γράφαμε και διαβάζαμε και γενικά ετοιμάζαμε τα μαθήματά μας. Και επειδή εγώ ήμουν πιο γρήγορος και τα κατάφερνα περισσότερο, ο Σταθάκος άρχισε να στηρίζεται πάνω μου. Πολλές φορές βοηθούσαμε στον μύλο, πότε να πλένουμε στο ειδικό πλυντήριο τα στάρια, πότε να αλέθουμε και να ζυγίζουμε τα αλέσματα.
Τότε ήταν που έσπασε το χέρι του ο Σταθάκος. Ήταν διάλειμμα και είχαμε μαζευτεί αρκετά αγόρια στην άκρη του ανοιχτού προαύλιου, που κατέληγε σε ένα βαθύ ρέμα. Το ρέμα αυτό μπαζώθηκε αργότερα και είναι ο χώρος που γίνεται η λαϊκή αγορά. Όπως, λοιπόν, κάναμε τα αστεία μας, ο Νότης έσπρωξε τον Σταθάκο, αυτός έχασε την ισορροπία του και πιάστηκε πάνω μου. Με παρέσυρε κι εμένα και το μόνο που θυμάμαι είναι ότι αρχίσαμε να κουτρουβαλάμε στην πλαγιά του ρέματος. Μια εγώ από πάνω, μια από κάτω κι αντίστροφα ο Σταθάκος μια από κάτω και μια από πάνω. Όταν σταμάτησε το κουτρουβάλιασμα και βρεθήκαμε στην κοίτη ο Σταθάκος ήταν κατακίτρινος και πονούσε. Τον βοήθησα να σηκωθεί, να ανέβουμε την όχθη και να γυρίσουμε στο προαύλιο. Τινάξαμε όπως- όπως τα ρούχα μας από τα χώματα, αλλά ο Στάθης κρατούσε το χέρι του. Το είχε σπάσει! Ο Γυμνασιάρχης τον έστειλε στο σπίτι του κι εμένα μαζί να τον συνοδέψω. Φορτώθηκα τις δυο σάκες και πήραμε το δρόμο για τον μύλο. Στο δρόμο σκεφτόμασταν πώς να το πούμε στον μπαρμα-Χρήστο. Αφού αντέξαμε την έκρηξη του Βεζούβιου από τον θείο και το ξεμάλλιασμα και τα κλάματα τις θειάς, τα πράγματα μπήκαν στο ρυθμό τους. Ο Σταθάκος κατέληξε σε έναν πραχτικό του χωριού, που έφερε το σπασμένο χέρι στη θέση του και το επέδεσε. Κι όταν έδεσε το κόκκαλο, με στωικότητα ο ξάδερφος έκανε τις ασκήσεις πάνω στο κουζινοτράπεζο για να αποκατασταθεί και πάλι η κίνηση.
Το ίδιο καλοκαίρι ο μπαρμπα-Χρήστος αποφάσισε ένα εικοσαήμερο να παραθερίσουν στην παραλία Σαράντη. Εκεί οι ντόπιοι έφτιαχναν κατά μήκος της παραλίας καλαμένιες καλύβες, που τις νοίκιαζαν. Μια τέτοια καλύβα νοίκιασε ο θείος και μια Κυριακή πρωί, που το φορτηγό δεν βγήκε για να συγκεντρώσει αλέσματα, γέμισε με τα απολύτως απαραίτητα για την εξοχική διαμονή, επιβάτες την οικογένεια του Σταθάκου κι εμένα και ξεκίνησε. Ρητή η εντολή του πατέρα μου να επιστρέψω με το φορτηγό το απόγευμα, αφού θα είχα κάνει το μπάνιο μου. Πιο μπάνιο δηλαδή; Την θάλασσα για χρόνια δεν την είχα πλησιάσει και κολύμπι δεν ήξερα. Όπως η Εύα οδήγησε τον Αδάμ να μην υπακούσει στον Κύριο της Εδέμ και να φάει τον απαγορευμένο καρπό, έτσι και η θεία- Ντίνα με προέτρεψε σε αποστασία. Συμφώνησε και ο μπαρμα-Χρήστος κι έτσι έγινε η πρώτη μεγάλη παρακοή! Έμεινα μια βδομάδα στο Σαράντη. Μια βδομάδα παρέα όλη την ημέρα στη θάλασσα, που απείχε δυο μέτρα από την καλύβα. Με μια φουσκωμένη παλιοσαμπρέλα από τις ρόδες του φορτηγού μάθαμε να κολυμπάμε. Και το βράδυ, που μαζευόμασταν παρέες παραθεριστών και ξενυχτούσαμε με χωρατά και κρασί, αποκαμωμένοι κοιμόμασταν στο ίδιο στρώμα στρωματσάδα. Πέρασε γρήγορα η βδομάδα και την επόμενη Κυριακή, με το φορτηγό που ήρθε για να φέρει εφόδια στην οικογένεια του μπάρμπα μου, επέστρεψα με την ουρά στα σκέλια. Ευτυχώς, όμως, ο πατέρας μου δεν φέρθηκε σαν τον Γιαχβέ της ιστορίας του Αδάμ…
Στη συνέχεια ο πατέρας μου ανέλαβε το μερίδιο του μεγάλου αδερφού, που γέρασε πιά, στον κυλινδρόμυλο, οπότε πολλές ώρες βοηθούσαμε στη διαδικασία του αλέσματος, στο φόρτωμα του αλευριού και στο ξεφόρτωμα των σακιών με το στάρι είτε στο φορτηγό της επιχείρησης, είτε στα ζώα των πελατών. Κι εκεί συναγωνιζόμασταν με τον Σταθάκο ποιος θα σηκώσει το βαρύτερο τσουβάλι. Και ήσαν κάτι τρίρηγα σακιά που ήθελαν Άτλαντα! Αυτή την αποκοτιά την πληρώνουμε τώρα με κάποιους πόνους στη μέση και ρήξεις μηνίσκων ή οστικά οιδήματα, αλλά τα χρόνια δε γυρίζουν πίσω για να κάνουμε «κράτει». Εμείς ήμασταν στο «όρτσα τα πανιά, αμόλα τη τη νιότη σου και μην τηνε φοβάσαι…».
Το Γυμνάσιο, όταν πήγαμε στην πρώτη τάξη, ήταν παράρτημα του Γυμνασίου της Θήβας. Απόχτησε αυτοτέλεια όταν πήγαμε στη δεύτερη τάξη. Τότε μας ήρθε θεολόγος ο κ. Οικονόμου, που του βγάλαμε το παρατσούκλι Ψαρής, από το χρώμα των μαλλιών του. Στα Βάγια και θα ‘μενε χωρίς παρατσούκλι; Ο Ψαρής, λοιπόν, είχε μακρύ το χέρι του- τότε οι καθηγητές έριχναν κανένα χαστούκι, έτσι για το καλό. Και ο Σταθάκος, έχοντας φύτρο ζιζάνιου, είχε γευτεί το θείο χέρι- θεολόγος είπαμε- του Ψαρή. Μα πήρε το αίμα του πίσω. Ο θεολόγος τον έβαζε να κάθεται στο πρώτο θρανίο για το μάθημά του, αφού ήταν φασαριόζος. Μια μέρα έγινε σεισμός. Ο Ψαρής δεν τον κατάλαβε. «Κύριε, κουνιέστε, κάνει σεισμό» του είπε ο Σταθάκος. «Τι λες, ρε μούσμουλο;» του είπε ασυναίσθητα ο καθηγητής. Αμέσως, όμως, συνειδητοποίησε πως του μίλησε για σεισμό. «Σεισσσμόοοοςςςςςς!!!» κραύγασε ο Ψαρής και το ‘βαλε στα πόδια, οπότε ανοίγοντας την πόρτα πετάχτηκε σαν αστραπή στον δρόμο. Προς στιγμή τα χάσαμε από το αλλόκοτο φέρσιμο του καθηγητή μας και μετά γελώντας βγήκαμε κι εμείς. Μήνες γελάγαμε με τον Ψαρή, αναπαριστάνοντας το φευγιό του.
Ο Σταθάκος ήταν καλόβολος και τα πήγαινε καλά με τους εργάτες και τον οδηγό του φορτηγού του μύλου. Έτσι από μικρός έμαθε να οδηγεί. Θέλησε, λοιπόν, να κάνει τον δάσκαλο και σ’ εμένα. Θα ‘μασταν τότε στα δεκατέσσερα, μπορεί και δεκαπέντε χρονών. Αλλά σ’ ένα από τα μαθήματα μας έκανε τσακωτούς ο πατέρας μου. Ήταν Χριστούγεννα, θυμάμαι, και το βράδυ είχαμε μαζευτεί το σόι να ευχηθούμε στον πατέρα του Σταθάκου, που γιόρταζε. Αφού φάγαμε και ήπιαν οι μεγάλοι, άρχισαν τα τραγούδι. Το συνήθιζαν. Και είχαμε καλλίφωνους στην οικογένεια με πρώτους τον πατέρα μου, τη θειά την Ουρανία, αδερφή τους, και τον άντρα της, τον μπαρμπα-Τάκη τον Δραγώνα. Κολησιάτης ήταν το επίθετο, μα επειδή είχε εμπορικό, του κόλλησαν το παρατσούκλι «Δραγώνας» από το μεγάλο και ονομαστό εμπορικό κατάστημα της Αθήνας. Σχολαστικός με την καθαριότητα ο μπαρμπα-Τάκης, μας έστελνε πίσω στην είσοδο να σκουπίσουμε τα πόδια μας έτσι και μπαίναμε στο εσωτερικό με λάσπες στο μαγαζί του ή μας έκανε παρατήρηση έτσι και είχαμε μύξες στη μύτη μας. Καθώς ήσαν απασχολημένοι με το τραγούδι οι μεγάλοι, συνεννοηθήκαμε με τα μάτια με το Σταθάκο να βγούμε για οδήγηση. Πήρε κρυφά τα κλειδιά του αυτοκινήτου από τον μεγάλο αδερφό του σογιού, τον μπαρμπα-Λιάμη, είχε ένα OPEL μακρόστενο, και στα κλεφτά βγήκαμε στη μεγάλη αυλή του μύλου. Και πάνω που με είχε συνεπάρει η γλύκα του τιμονιού, πρόβαλε στο σκοτάδι ο πατέρας μου, που είχε καταλάβει τη ζαβολιά μας. Μας μάλωσε, πήρε τα κλειδιά και μας γύρισε στο γλέντι. Την επόμενη ημέρα, αφού μου εξήγησε τη βλακεία μας και τον κίνδυνο να τρακάρουμε μέσα στη νύχτα, με έβαλε να υποσχεθώ πως δεν θα ξαναπάρω ξένο αυτοκίνητο, πράγμα που τήρησα.
Με τα απομεινάδια των σταριών και των αλεύρων πάντα στον μύλο έτρεφαν τρία- τέσσερα γουρούνια. Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα γινόταν ολόκληρη τελετή με το σφάξιμο συνήθως των δύο γουρουνιών. Από το πρωί έβραζε το μεγάλο λεβέτι με το νερό πάνω στη σιδεροστιά, ενώ μας ξεκούφαιναν οι στριγκλιές των γουρουνιών που ήσαν για σφαγή. Εμείς περιμέναμε να πάρουμε την φούσκα (ουροδόχο κύστη) που την φουσκώναμε και την χρησιμοποιούσαμε για μπάλα. Αφού μας πέρναγε η φούρια για παιγνίδι, βοηθούσαμε στο γδάρσιμο και στο ξύρισμα του δέρματος. Κόβανε του γουρούνι σε κομμάτια και τα πιο παχιά μέρη τα βάζανε σε άλλο καζάνι για να κάνουν τσιγαρίδες και το παστό κρέας, που φυλάγαμε σε πήλινα πινιότια για τον χειμώνα. Και γινόντουσαν κάτι ξεγυρισμένες ομελέτες με τσιγαρίδες και σπιτικά αυγά από τις δεκάδες κότες που έβοσκαν ελεύθερες στα σπίτια μας, που μας μένουν αξέχαστες.
Επίσης είχαμε στον μύλο και πολλά περιστέρια, που τρέφονταν από τα σκορπισμένα στάρια και τα σκύβαλα. Η αδυναμία του Σταθάκου ήταν τα πιτσούνια.
Στο Σταθάκο είχε αδυναμία και ο πατέρας μου. Άντρας παλιάς κοπής, σε μένα δεν ξανοιγόταν να πει πονηρές κουβέντες ή σόκιν ανέκδοτα. Μα όταν ήταν και ο ξάδερφος άρχισε τις πιπεράτες ιστορίες του με το «Που λες, Στάθη….». Και ένα πρωινό έτριβε τα μάτια του ο Σταθάκος όταν ξύπνησε και είδε από το εσωτερικό παράθυρο που έβλεπε στο μύλο, να βρίσκομαι εκεί και ν’ αλέθω αντί να βρίσκομαι στο σπίτι μας και να ετοιμάζομαι για το σχολείο. Τι είχε γίνει; Ο πατέρας μου θέλησε να μου δώσει ένα μάθημα. Ήταν Κυριακή και το απόγευμα, αφού το πρωί πήγαμε με το σχολείο εκκλησία, βγήκαμε η παρέα την συνηθισμένη βόλτα μας. Είχαμε μεγαλώσει και πηγαίναμε στην πρώτη τάξη του Λυκείου. Λιγότερα παιδιά τώρα, γιατί στις εισαγωγικές εξετάσεις από το Γυμνάσιο για το Λύκειο, πολλά δεν τα κατάφεραν να περάσουν και στράφηκαν στην τέχνη. Το σούρωπο, λοιπόν, καταλήξαμε στο καφενείο του Ηρακλή του Χατζήνα, που είχε και τζουκ- μποξ. Ήπιαμε δυο ουζάκια με μεζέ χταποδάκι και το ρίξαμε στο χορό. Τότε είχαμε μάθει τον χασαποσέρβικο και το ζεϊμπέκικο. Είχαμε έρθει στο κέφι και μας έκαναν χάζι κάποιοι κάτοικοι του χωριού. Την άλλη μέρα, που ένας φίλος του πατέρα μου πήγε να αλέσει στον μύλο, περιέγραψε τις χορευτικές μας ικανότητες, με την παρατήρηση πως «το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά». Γλετζές και κάπως άσωτος ο πατέρας μου στα νιάτα του, προτού παντρευτεί, μα δουλευταράς. Ολημερίς δούλευε στο μύλο και το βράδυ καβαλούσε τη βαριά δίκυκλη μηχανή του κι όπου γλέντι αυτός πρώτος. Είχε μάθει να παίζει μαντολίνο και ήταν περιζήτητος στις παρέες των γλετζέδων. Οι δυσκολίες της ζωής από την πρόωρη ορφάνια τον ανάγκασαν να μην βγάλει το τότε σχολαρχείο. Γι’ αυτό ήθελε να βγάλω το Λύκειο και να σπουδάσω, για να έχω μια καλύτερη και πιο ξεκούραστη ζωή από τη δική του. Θύμωσε από τα εφηβικά μου καμώματα και στις πέντε το πρωί με ξύπνησε να πάμε στον μύλο. Δεν έφερα αντίρρηση. Με κράτησε μέχρι τις εφτάμιση και μετά μου είπε: «Αν σου αρέσει αυτή η ζωή, να ξυπνάς από τις πέντε και να τραβάς τσουβάλια, συνέχισε. Διαφορετικά στρώσου να μάθεις γράμματα…». Καημό το είχαν οι γονιοί μου που δεν ολοκλήρωσαν το σχολείο. Μετά το πρωινό μάθημα ζωής, πήγα στο σπίτι, πλύθηκα από την σκόνη του μύλου και ετοιμάστηκα για το σχολείο. Το να μάθουμε γράμματα ήταν ένα κίνητρο για εμάς να ζήσουμε καλύτερα από τους γονείς μας!

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Παιδικές αναμνήσεις: Ο Νίκος ο Κατσάμπας

[[ Τάκης Μάρκου ]]

Άλλος ένας Νικολής υπήρξε στην παιδική μας παρέα. Ο Νίκος ο Κατσάμπας. Κατσάμπας το παρατσούκλι. Συνήθειο στο χωριό καθείς να έχει το παρατσούκλι του. Πιότερο γνωστός ήταν κάποιος με το παρατσούκλι, παρά με το επίθετο. Άντε τώρα να ρωτήσεις που κάθεται ο Αντώνης ο Ανδρέου. Κανείς δεν ήταν σε θέση να σου πει. Γιατί απλούστατα κανένας δεν τον ήξερε με το επίθετο. Άμα, όμως ρωτούσες για τον μπαρμπα- Αντώνη τον Κορδόνη, πενήντα νοματαίοι θα ήσαν πρόθυμοι να σου πουν, ή να σε πάρουν να σε πάνε στο σπιτικό του. Και μερικοί είχαν αστεία παρατσούκλια: ο Λουκάς ο Πρίτσης, ο Τάκης ο Κουφίνας, ο Βασίλης ο Κουφός, ο Νίκος ο Μπινιάρης, ο Μίστος ο Σαρδελογλείφτης, ο Λουκάς ο Πόρδας, ο Παναγιώτης ο Μάτσικας, ο Νότης ο Τσιάπης, η Σωτήρα η Γκατζούμπα, η Βαγγελιώ η Ντόσα κ.α., έχοντας πίσω από το παρατσούκλι μια ολόκληρη ιστορία.
Ο Νίκος ο Κατσάμπας ήταν πάντα γελαστός, έχοντας στο πρόσωπό του ένα πονηρό και σκανταλιάρικο χαμόγελο. Και ήταν σκανταλιάρης. Πέντε παιδιά κατωμαχαλίτες ήμασταν αχώριστοι: εγώ, ο Νικολής ο Τούρκος, ο Σταθάκος ο Μυλωνάς, ο Γιαννάκης ο Παλαιστής και ο Νίκος ο Κατσάμπας- όλοι με τα παρατσούκλια μας. Είμασταν οι κατωμαχαλίτες γιατί μέναμε στο μέρος του χωριού, που βρισκόταν κάτω από το δημοτικό σχολείο. Πολλές φορές συναντιόμασταν το πρωί στη δημοσιά, που οδηγούσε στο σχολείο και πηγαίναμε μαζί. Το χειμώνα στο ένα χέρι κρατούσαμε τη σάκκα και στο άλλο ένα ξύλο ελιάς ή κούτσουρο αμπελιού για τη ξυλόσομπα, να γλυκάνουμε λιγάκι το κρύο στη μεγάλη αίθουσα, όπου στα μεγάλα ξύλινα θρανία στοιβάζονταν τα κορμάκια μας, γύρω στα ογδόντα παιδιά στις πρώτες τάξεις, που όσο προχωρούσαμε ολοένα γινόταν μικρότερος ο αριθμός, γιατί αρκετά παιδιά έμεναν στην ίδια τάξη.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Πάντα στην επόμενη τάξη συναντούσαμε τα παιδιά που είχαν μείνει σ’ αυτήν, αλλά τούτα ήταν λιγότερα από τους συμμαθητές, που είχαμε χάσει. Στο σχόλασμα, όμως, φεύγαμε όλοι μαζί. Κι ενώ σχολάγαμε στις δύο το μεσημέρι, πολλές φορές κάναμε και μιά και δυό ώρες να φτάσουμε στο σπίτι, που δεν απείχε παρά ένα τέταρτο δρόμο το πιο μακρινό. Γιατί λέγαμε ιστορίες και γελάγαμε ή παίζαμε στο δρόμο. Σαν πεινάγαμε, δίναμε ραντεβού σε μια από τις πολλές αλάνες που ‘χε το χωριό, τρέχαμε βιαστικά να φάμε και μετά στ’ αλώνια για τόπι ή κλιτσ-κοπάν (τσιλίκι), γκρόπεζες ή πατίνι με παλιά ρουλεμάν. Ο Νικόλας ήταν καλός μπαλαδόρος. Έπαιζε δεξί εξτρέμ, με ίνδαλμα τον Μποτίνο. Ζωνόμασταν κάποιες μέρες το πατίνι στην πλάτη, πηγαίναμε ψηλά στο γήπεδο, και αφού παίρναμε φόρα και ήταν κατηφόρα κάναμε κόντρες μέχρι τη διασταύρωση. Σαν έπεφτε ο ήλιος και έπιανε το σούρωπο, αποχαιρετιόμασταν και πηγαίναμε στο σπίτι να διαβάσουμε.
Ο Νίκος δεν ήταν διαβαστερός. Πάντα αποζητούσε τη βοήθειά μας, όταν τον ρωτούσε ο δάσκαλος. Κάποιος έσκυβε από πίσω του, όταν σηκωνόταν όρθιος στο θρανίο, και κρυμμένος πίσω του, του ψιθύριζε την απάντηση. Κομπιαστά ο Νίκος άλλοτε την έπιανε και απαντούσε, άλλοτε, όμως, δεν την έπιανε κι έλεγε άλλα αντ’ άλλων, προκαλώντας τα γέλια μας. Θυμάμαι ο συχωρεμένος ο δάσκαλος ο κύριος Βαγγέλης ο Ζερκούλης του είχε βάλει να κλείνει το ρήμα «ποτίζω». Ο υποβολές από πίσω του άρχισε: «ποτίζω, ποτίζεις, ποτίζει…». Ο Νικόλας πάνω στη σαστιμάρα έπιασε τα μισά και απάντησε: «το ποτί, του ποτί, το ποτί, ω ποτί…». Γέλασε ο δάσκαλος και του είπε: «Νίκο, έχεις το χάρισμα να μετατρέπεις τα ρήματα σε ουσιαστικά, κι αυτά, παιδί μου, μισά».
Μετά το Δημοτικό πήγαμε στο Γυμνάσιο και στη συνέχεια στο Λύκειο. Ο Νικόλας ένιωσε το εφηβικό φούντωμα και γελούσαμε με τις φαντασιώσεις του. Ένα καλοκαίρι είχε μείνει μεταξεταστέος στα Αρχαία ελληνικά και στην Ιστορία. Ο πατέρας του ανέθεσε σε μια νεαρή και όμορφη φιλόλογο να τον προετοιμάσει για τις επαναληπτικές εξετάσεις του Σεπτέμβρη. Ο Νικόλας,- είπαμε πως ήταν σκανταλιάρης- αντί να προσέχει όσα του έλεγε και του έγραφε στο τετράδιο, είχε καρφωμένο το βλέμμα του στα όμορφα πόδια της καθηγήτριας και στα τορνευτά της στήθη. Έτσι μαζί με την δουλειά, που του ανέθετε για γραπτές ασκήσεις, όταν έφευγε από το σπίτι της, ο Νικόλας έπαιρνε κι άλλη πρόσθετη χειρονακτική δουλειά, που δεν την έκανε στο κουζινοτράπεζο, όπου έγραφε- δεν είχαμε την πολυτέλεια του ξύλινου γραφείου τότε, στο τραπέζι της κουζίνας γράφαμε και πολλές φορές τα τετράδια είχαν τη σφραγίδα τις κουζίνα, δηλαδή λεκέδες από λαδιές- αλλά την διεκπεραίωνε σε άλλο μέρος του σπιτιού, στο «μέρος» ή κάτω από τα σκεπάσματα στο κρεβάτι. Το αποτέλεσμα, βέβαια, ήταν πως η πανέμορφη φιλόλογος εκτός από τον εφηβικό ίστρο του διέγειρε και ένα ενδιαφέρον για τα μαθήματα, οπότε την πέρασε την τάξη.
Ο Φίλης ο Μπούζας ήταν ο πιο ευκατάστατος της μαθητικής παρέας. Χειριστής γκρέιντερ ο πατέρας του σε μεγάλα έργα, με δικό του μηχάνημα, και ιδιοκτήτης του μοναδικού βιβλιοπωλείου του χωριού η μάνα του, ο Φίλης είχε πολύ μεγαλύτερο χαρτζιλίκι από το πενιχρό δικό μας. Και δεν ήταν τσιγκούνης. Έξω καρδιά ήταν και ανοιχτοχέρης, οπότε πολλές φορές μας κερνούσε. «Από την καλή μας την καρδιά δε θα σε κάνουμε να νιώσεις άσχημα ότι είμαστε ακατάδεκτοι, θα δεχτούμε το κέρασμά σου» του έλεγε ο Νικόλας γελώντας. Είπαμε, πάντα το γέλιο στο πρόσωπό του.
Στη δεύτερη τάξη του Λυκείου ο Νικόλας ήταν ο ηθικός αυτουργός όλα τα αγόρια της τάξης να τιμωρηθούμε με τετραήμερη αποβολή, φεύγοντας από το σχολείο εκ περιτροπής, τρεις- τρεις. Ήταν η γιορτή μου τον Οκτώβρη και το βράδυ είχα βγάλει όλους τους συμμαθητές στο ζαχαροπλαστείο του χωριού, στον Πίνταρο, να τους κεράσω. Κι αφού φάγαμε την πάστα μας και καλαμπουρίζαμε, ο Νικόλας είχε την φαεινή ιδέα να ρεφενάρουμε, να παραγγείλουμε στην απέναντι ταβέρνα του Τζελέπη παϊδάκια και μετά να πάμε σ’ ένα άλλο καφενείο, στον Ταρανίνο, που είχε πατάρι, να τραβήξουμε τις κουρτίνες στο πατάρι, να φάμε, να πιούμε τις μπύρες μας και να χορέψουμε. Καλή η ιδέα του, και την βάλαμε σε εφαρμογή. Δεύτερη χρονιά της χούντας τότε, και οι μαθητές μετά τις 7.30΄ ήσαν υποχρεωμένοι να βρίσκονται στα σπίτια τους. Πιστέψαμε, επειδή την επόμενη ημέρα δεν είχαμε μαθήματα, θα γιορτάζαμε στο σχολείο την επέτειο του 1940, τα πράγματα θα ήσαν χαλαρά. Είδε την κίνησή μας ο τότε Λυκειάρχης- αυστηρός, εργένης και τραυματίας αξιωματικός του εμφυλίου- οπότε, αφού είχαμε έρθει στο κέφι και χορεύαμε τον χασαποσέρβικό μας, το Καραμπιμπερίμ θυμάμαι, έκανε ντου με δυο όργανα της χωροφυλακής και μας έπιασε στα πράσα. Την επόμενη ημέρα έγινε συνεδρίαση του συλλόγου των καθηγητών οπότε έπεσε το γιαταγάνι. Ο Νικολής ο Τούρκος κι εγώ καθαιρεθήκαμε από παραστάτες της σημαίας, δεν πήραμε αριστείο επίδοσης και οι δράστες του χορευτικού επεισοδίου- δηλαδή όλα τα αγόρια της Β΄ Λυκείου- πήραμε τετραήμερη αποβολή. Περισσότερο θυμόμαστε τις σκανδαλιές, παρά τους επαίνους από την σχολική μας επίδοση… Μπουμπούκια δηλαδή…
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγινα κι εγώ Λυκειάρχης και είχα να αντιμετωπίσω τιμωρίες μαθητών μου, αναλογιζόμουν τις δέκα ημέρες αποβολής που είχα συγκεντρώσει για σημαντικές και ασήμαντες αφορμές, και με τη σκέψη του πόσο πειραχτήρι και ατίθασος ήμουν, φρόντιζα να είμαι επιεικής, ενώ πάντοτε συζητούσα και ανέλυα στους ταραξίες την πράξη τους.
Μερικούς μήνες αργότερα ο Νικόλας αρρώστησε με ηπατίτιδα κι έλειψε αρκετές μέρες. Γύρισε αδύναμος. Φροντίσαμε να είναι ελαφρύ το πρόγραμμά του και τον βοηθούσαμε στα μαθήματα. Η μητέρα του, για να δυναμώσει, του έφτιαχνε μπιφτέκια, κι αφού τα τύλιγε κατάλληλα, τα είχε ο Νικόλας στην μαθητική τσάντα του για να φάει στο διάλειμμα. Τον πήρε χαμπάρι ο Φίλης και καθημερινά του τσιμπούσε ένα- δυο μπιφτέκια. Είπαμε, έξω καρδιά ο Φίλης, έδινε και σ’ εμάς. Έτσι η κυρά- Μαριγούλα έφτιαχνε διπλάσια μπιφτέκια, για να φάει ο κανακάρης της και τα πειραχτήρια οι φίλοι του. Συχνά στο σχολείο ερχόταν ο μπαρμπα-Αριστείδης να ρωτήσει για την επίδοση του Νικόλα, μετά από το πρόβλημα υγείας του γιου του. Από ενδιαφέρον τον ρωτούσαμε τι του είπαν οι καθηγητές. Μια φορά μας είπε: «Ρε, μου είπαν πως είναι ζουλάπι ο κερατάς, αλλά δε διαβάζει». Και τότε άλλαξε το παρατσούκλι του Νικόλα. Αφήσαμε το Κατσάμπας και τον φωνάζαμε «ζουλάπι». Επειδή κυρίαρχη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα, πολλές φορές τον λέγαμε καθαρευουσιάνικα «ζούλαψ».
Ο Νίκος δεν κάλυψε τις αδυναμίες και έχασε τη χρονιά. Έτσι επανέλαβε την τάξη και τελείωσε το Λύκειο στη Θήβα, στο Λύκειο αρρένων. Χωρίσανε οι δρόμοι μας μετά. Εμείς φοιτητές στη Φυσικομαθηματική σχολή, ο Σταθάκος, κι ένα χρόνο αργότερα ο Νικόλας, στη σχολή Ικάρων. Ο Νικόλας εκπλήρωσε το όνειρο του πατέρα του, να τον δει με στρατιωτική στολή και ξιφάκι στο πλευρό. Ο Νίκος έγινε ιπτάμενος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας!
Ήταν Γενάρης του 1976- είχα πάρει το πτυχίο μου σαν Φυσικός και υπηρετούσα στο Μ. Πεύκο στη Σχολή Πυροβολικού σαν υποψήφιος δόκιμος αξιωματικός. Είχαμε καθιερώσει να τηλεφωνώ κάθε βδομάδα στο σπίτι μου και οι δικοί μου να μην μου τηλεφωνούν. Στο καθιερωμένο βδομαδιάτικο τηλέφωνο έμαθα τα συνταραχτικά και δυσάρεστα νέα. Την προηγούμενη ημέρα είχαν με τιμές θάψει τον Νικόλα. Έμεινα στήλη άλατος. Σαν να με χτύπησε κεραυνός. Γέμισαν τα μάτια μου δάκρυα για τον απροσδόκητο θάνατο του παιδικού μου φίλου. Στην πρώτη μου έξοδο έμαθα λεπτομέρειες. Ο Νίκος πετούσε εκείνο το πρωινό στην περιοχή της Ελασσόνας, έχοντας σαν έδρα του τη Λάρισα. Το αεροπλάνο του έπαθε βλάβη. Είχε δύο επιλογές: να εγκαταλείψει το αεροπλάνο, το οποίο λόγω της τροχιάς του θα έπεφτε σε ένα χωριό προκαλώντας τον θάνατο σε κάποιους κατοίκους ή να προσπαθήσει να το κατευθύνει έξω από το χωριό, χωρίς να προλάβει να εγκαταλείψει το σκάφος του. Η γενναία του ψυχή επέλεξε το δεύτερο. Ο Νίκος θυσίασε τη ζωή του για να σώσει τους κατοίκους του χωριού. Ο Νικόλας δεν ήταν φιλοτομαριστής. Ήταν πραγματικό ζουλάπι…. Και γι’ αυτό έγινε ήρωας και παράδειγμα αυταπάρνησης…

Παιδικές αναμνήσεις: Ο Νικολής

[[ Τάκης Μάρκου ]]

«Νικολή, Νικολή,
τ’ άλογό σου δεν μπορεί,
δώσ’ του στάρι και κριθάρι
για να γίνει παλικάρι…»
τραγουδούσαμε περιπαιχτικά με τις ψιλές φωνούλες μας, εξάχρονα τότε παιδιά ο ξάδερφος o Σταθάκος κι εγώ, σαν περνούσαμε με τη γαϊδούρα από το σπίτι του Νικολή. Ο Νικολής ήταν ένα συνομήλικο ψηλόλιγνο παιδί, ένας ψηλολέλεκας, που έμενε λίγο πιο ψηλά από το δικό μας σπίτι, στη δημοσιά που οδηγούσε στο κέντρο του χωριού μας. Κεφαλοχώρι ήταν ο τόπος μας, στην πλαγιά ενός λόφου, κατάφυτου μ’ ελιές. Στα ριζά του λόφου άρχιζε η απλωσιά του κάμπου. Την άνοιξη ήταν καταπράσινος, ενώ το καλοκαίρι χρύσιζε από τα στάρια και τα κριθάρια πριν τον θερισμό και μετά τον θερισμό από τις καλαμιές των σιτηρών. Λιγοστά τα πηγάδια, λιγοστά και τα περιβόλια. Βλέπεις τα πηγάδια γίνονταν σκαφτά και ήταν δύσκολο να φτιαχτούν. Έτσι το χρυσαφί εδώ κι εκεί διεμβολιζόταν από το πράσινο των περιβολιών με τις πατάτες, τα κρεμμύδια, τα πεπόνια και τα καρπούζια.
Η γαϊδούρα ήταν ένα γέρικο ζωντανό, που μας υπέμενε υπομονετικά- έδειχνε τη λεγόμενη γαϊδουρίσια υπομονή της- και πρόθυμα μας πήγαινε όπου την οδηγούσαμε. Ιδιοκτησία της οικογένειας του ξάδερφου, γιατί το σπιτικό μου δεν είχε άλλο τετράποδο από ένα παιγνιδιάρικο σκυλί, την Ίρμα. Τι συνήθεια κι αυτή να δίνουμε ξενικά ονόματα στα σκυλιά μας: Τζακ, Ίρμα, Αζόρ! Γέρικη η γαϊδούρα και μέχρι να αλλάξει ποδάρι έπιανε αράχνη τ’ άλλο. Έτσι κάναμε κι εμείς υπομονή- είχαμε πάρει από τη δική της, φαίνεται- αφού ήμασταν σίγουροι πως στο τέλος θα φτάναμε στον προορισμό μας.

Η συνέχεια>>> Vagia Blog…

Ο ξάδερφος καθόταν στο σαμάρι- αναμφισβήτητος ιδιοκτήτης που ήξερε τα χούγια του ζωντανού- κι εγώ στα καπούλια. Και στο πλάι κρέμονταν τα ταγάρια για να βάζουμε όσα είχαμε παραγγελιά να μεταφέρουμε, ψώνια από το μπακάλικο ή μεγάλα καρβέλια ψωμιού από τον ξύλινο φούρνο της Γιωργούς.
Διασκεδάζαμε να πειράζουμε τον Νικολή όταν τον συναντούσαμε να παίζει έξω από το σπίτι του. Κι εκείνος θύμωνε, κι έλεγε πεισματικά: «Α, ρε μύλο, θα μου το πληρώσετε!». Μπορεί να μην ήξερε τότε τα ονόματά μας γιατί δεν μέναμε στον ίδιο μαχαλά, μα ήξερε πως είχαμε πετρόμυλο, όπου όλο το χωριό έφερνε τα γεννήματα για άλεσμα. Οι γονείς μας δούλευαν ολημερίς στον πετρόμυλο, από τα χαράματα μέχρι που έπεφτε το σκοτάδι. Μια γέρικη μηχανή, που δούλευε με πετρέλαιο, γύριζε το μεγάλο και φαρδύ λουρί, που έδινε κίνηση στις δυο πέτρινους μεγάλους δίσκους, που έκαναν τους σπόρους του σταριού αλεύρι και πίτουρα. Έξι μέρες γύριζαν οι μυλόπετρες και την Κυριακή ξεκουράζονταν. Θυμάμαι το συχωρεμένο τον πατέρα μου να φορά τα ειδικά προστατευτικά γυαλιά και με το ματσακόνι να τις σκαλίζει για να τις κάνει και πάλι τραχιές, έτοιμες για το άλεσμα. Ήταν μια τελετουργία κάθε Κυριακή, που δεν δούλευε ο μύλος. Κι όταν πλησιάζαμε να δούμε την τέχνη που έβαζε πάνω στην πέτρα, πεταγόντουσαν κομμάτια της σκληρής πέτρας και μας έκαναν πότε- πότε να πονάμε σαν έπεφταν στο κορμί μας.
Μια μέρα που περνούσαμε μπροστά από το σπίτι του Νικολή, τον είδαμε να μας περιμένει αγέρωχος και στο χέρι να κρατάει μια κοτρώνα. «Νικολή, Νικολή…» κι εκεί μας κόπηκε η λαλιά, γιατί ξεφύτρωσαν από διάφορες γωνιές ένα στούρμο παιδιά, άλλα μεγαλύτερα κι άλλα μικρότερα από εμάς. Άλλα κρατούσαν πέτρες στο χέρι κι άλλα τις είχαν στις σφεντόνες. Μαζί τους ήταν κι ένας κρεμανταλάς, αρκετά μεγαλύτερος από εμάς. Έπιασε ο Νικολής το καπίστρι της γαϊδούρας και είπε πως για να μας αφήσει να περάσουμε έπρεπε να πληρώσουμε. Θέλαμε, δε θέλαμε, του δώσαμε από ένα πενηνταράκι. Σάματις είχαμε και περισσότερα; Αυτό ήταν το χαρτζιλίκι της βδομάδας, που δεν το είχαμε φάει σε καραμέλες. Στις τσέπες άλλα χρήματα δεν είχαμε γιατί στο μπακάλικο βερεσέ ψωνίζαμε και ο μπακάλης τα έγραφε στο τεφτέρι.
Από τότε δεν ξαναπειράξαμε το Νικολή. Το θέλαμε το πενηνταράκι μας ή τη δραχμή μας. Δεν θέλαμε να καθιερώσουμε διόδια. Πέρασαν λίγοι μήνες από ‘κείνη τη μέρα και το Σεπτέμβρη πήγαμε πρωτάκια στο σχολειό. Το παλιό πέτρινο σχολείο, αυτό το δίπατο καμάρι του χωριού. Στραβάδια και λίγο χαμένα μπήκαμε την πρώτη μέρα στην τάξη. Δασκάλα μας η κυρά- Βασιλική η Σοφιανού. Αυστηρή δασκάλα, παλιάς κοπής. Σ’ αυτήν έμαθε γράμματα και η μάνα μου, αλλά και πολλοί γονείς άλλων συμμαθητών. Φώναζε τα ονόματά μας και μας έβαζε να καθίσουμε στο θρανίο, που μας υπόδειχνε. «Έλα, Χριστέ και Παναγιά!». Στο θρανίο καθίσαμε ο Κωστάκης, εγώ και ο Νικολής. Στο μπροστινό μας θρανίο ο ξάδερφος και άλλα δύο παιδιά. Σαν καθίσαμε, είπα μέσα από τα δόντια μου ψιθυριστά στο Νικολή:
«Αν δε μου δώσεις πίσω το πενηνταράκι, θα το πώς στην κυρία».
Κοκκίνισε ο Νικολής και είπε ξέπνοα:
«Μη με μαρτυρήσεις, ρε μαρτυριάρη, και θα σου δώσω μια δραχμή!»
Άλατις, και δωροδοκία ο Νικολής! Κι αφού τον βρήκα μπόσικο, του την έριξα:
«Θα δώσεις, όμως, και στο ξάδερφό μου».
Ο Νικολής ήταν ένοχος για δύο αδικήματα. Είπαμε ότι η κυρία Βασιλική είχε τη φήμη πολύ αυστηρής δασκάλας. Χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα για να μάθουν οι μαθητές της γράμματα. Αρβανιτοχώρι το χωριό μας. Οι παππούδες μας σπάνια μιλούσαν τη γλώσσα μας, τα ελληνικά. Περισσότερο μιλούσαν αρβανίτικα και οι πιο πολλοί ήσαν εντελώς αγράμματοι. Οι γονείς μας ήξεραν λίγα γράμματα. Οι περισσότεροι λόγω κατοχής άφησαν τα γράμματα στη μέση. Κι εκεινών, οι γονείς τους ήθελαν εργατικά χέρια κι έτσι σπάνια έπαιρναν απολυτήριο δημοτικού. Κι αφού έχασε μια γενιά η δασκάλα, είχε βάλει στόχο να μην χαθεί και άλλη. Να μάθει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική η νεότερη γενιά, η δική μας η γενιά! Και χρησιμοποιούσε κάθε «παιδευτικό τέχνασμα»: πότε με τη βέργα, πότε έκανε πως έβαζε φωτιά, πότε μουτζούρωνε τους μαθητές. Ο Νικολής δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
«Καλά, θα δώσω μια δραχμή και τον ξάδερφό σου», μου είπε.
Έτσι πήραμε πίσω, και με τόκο μάλιστα, τα χρήματα που μας είχε σουφρώσει ο Νικολής…
Με τον Νικολή γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Αχώριστοι από τότε. Μαζί ματώναμε τα γόνατα παίζοντας τόπι στ’ αλώνια. Τις περισσότερες φορές δεν είχαμε λαστιχένιο τόπι και κάναμε με παλιοκουρέλια, που τα δέναμε με σπάγκο σε σχήμα μπάλας. Κι αν δεν βρίσκαμε κλωστή, παίρναμε σύρμα από τους φράχτες. Άντε τότε να δώσεις κεφαλιά! Σου ‘μενε η στάμπα από το σύρμα στο κούτελο καμιά βδομάδα.
Μαζί σπάζαμε τα μολύβια αρχικά και αργότερα τις πένες με το μελάνι στον κοντυλοφόρο και τα στυλό στα τετράδια. Και η κυρά- Βασιλική μας έβαλε σε μια καλή σειρά. Ογδόντα δυο παιδιά τότε στην πρώτη τάξη. Κι όλα σε μια αίθουσα! Αλλά δεν μας τελείωσε τη τάξη γιατί συνταξιοδοτήθηκε. Στα μισά της πρώτης τάξης μας πήρε ο κυρ- Γιώργης ο Αγγελής. Ισάξιος δάσκαλος της κυρά- Βασιλικής. Αυτός μας έδωσε το πρώτο «ενδεικτικό». Θυμάμαι μας καλούσε στην έδρα έναν- έναν, ξεκινώντας από το πρώτο θρανίο. «Γιώργος, πήρες οχτώ», «Γιάννη, πήρες πέντε», «Μαρία, πήρες εννέα», «Πόπη, πήρες έξι»…
Σαν έφτασε στο δικό μας θρανίο, πρώτον φώναξε τον Νικολή. «Νίκος, μπράβο, πήρες δέκα». Μετά ήρθε η σειρά μου. «Τάκης, δεν υστέρησες, αλλά πήρες οχτώ» είπε και γέλασε. Μου κόπηκαν τα γόνατα. Μα γιατί; Αφού ήμουν το ίδιο καλός με το Νικολή. Γελώντας ο κύριος- Γιώργος μου έδωσε το ενδεικτικό. Το πήρα με τρεμάμενο χέρι και τότε είδα ένα «Άριστα, δέκα». Πέρασε το χέρι του στους ώμους μου και είπε:
«Δεν πιστεύω να νόμισες πως πήρες οχτώ».
Ε, βρε δάσκαλε, παίζουν με την αγωνία που έχουν τα πρωτάκια;
Περασμένες αναμνήσεις…, αποτυπωμένες ανεξίτηλα στη μνήμη. Πολύτιμη γνώση ζωής…
Συναγωνισμός με το Νικολή- ευγενή άμιλλα μας το έμαθαν οι δάσκαλοι- κι έτσι πορευτήκαμε στα επόμενα χρόνια, πρώτα στο Δημοτικό, μετά στο Γυμνάσιο και αργότερα στο Λύκειο. Το ίδιο καλοί στα θεωρητικά μαθήματα, το ίδιο καλοί και στα θετικά. Μαζί στις ίδιες σχολικές παραστάσεις, μαζί και στις κοπάνες, γιατί ήμασταν και διαολάκια. Πήραμε και κάποιες αποβολές, έτσι για παράσημο. Κι ενώ κάναμε δοκιμαστική παρέλαση και ήμασταν παραστάτες της σημαίας τη μια μέρα, την επόμενη βρεθήκαμε στις πίσω γραμμές, φορτωμένοι με μια τετραήμερη αποβολή και τους επαίνους επίδοσης σχισμένους και πεταμένους στο διπλανό ρέμα.
Ε και; η ζωή τραβάει το δρόμο της…
Τον Ιούνιο, που έρχονταν οι γραφτές εξετάσεις- διαγωνισμούς τους λέγαμε- κάναμε τους φροντιστές στους άλλους. Μαζευόμασταν οι συμμαθητές σ’ ένα σπίτι και εναλλάξ, πότε ο Νικολής, πότε εγώ, τους δείχναμε SOS θέματα στην Άλγεβρα, τη Γεωμετρία, τη Τριγωνομετρία, τη Φυσική και τη Χημεία γιατί εμείς οι δυο είχαμε φάει με το κουταλάκι τον Τόγκα στα τρία μαθήματα των Μαθηματικών, τον Περιστεράκη στη Φυσική και τον Μανωλκίδη στη Χημεία. Αυτές τις πέντε- έξι ασκήσεις διαβάστε, τους λέγαμε, κι έπεφταν τις περισσότερες φορές και τα τρία θέματα προβλημάτων. Λίγο πειραχτήρια, απλώναμε κάπως το χεράκι μας στο γόνατο ή στο μπούτι της συμμαθήτριας που καθόταν δίπλα μας, καθώς λύναμε την άσκηση- η εφηβεία γαρ και το αίμα έβραζε.
Πέρασαν τα μαθητικά χρόνια και βρεθήκαμε στα έδρανα των αμφιθεάτρων στις θετικές επιστήμες, σε διαφορετικές ειδικότητες. Αργότερα βρεθήκαμε μέσα σε αίθουσες διδασκαλίας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση- μια χρονιά έτυχε να συνυπηρετήσουμε στο ίδιο Λύκειο.
Και τώρα, απόμαχοι της εκπαίδευσης, θυμόμαστε τα παλιά…

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Οι ψυχανώμαλοι γκαγκάδες επικρίνουν τα εθνίκια του Μεγαλέξαντρου

“Ούτις”

Πρωί- πρωί σηκώθηκα, καρντάσια μου, και πότισα τον κήπο. Τριανταφυλλιές και γαρυφαλλιές, βασιλικά και αρμπαρόριζες, γλαδιόλες και αμαρυλλίδες. Κι ο κήπος μέσα στο άρωμα και τη δροσιά! Κι αφού τέλειωσα το πότισμα, απολάμβανα έναν ελληνικό μερακλήδικο στη βεράντα, μ’ ένα μουστοκούλουρο, έτσι για τη λιγούρα. Πάνω που απολάμβανα την τελευταία ρουφηξιά, εισβάλει σαν κομάντο η Αγλαΐα- το στεφάνι μου, ντε- και έξαλλη μου λέει:
«Αγησίλαε, άκουσες τι είπε το αμόρφωτο κι αλαζονικό %&$#@; Και το έχουμε στο στρατηγικό σχεδιασμό, το σούργελο.»
«Αγνοώ για τι θέμα μου μιλάς, κορίτσι μου» της απάντησα. Αν και περάσαμε τα εξήντα και ντουγρού πάμε προς τα εβδομήντα, μερικές φορές για να την καλμάρω της πετάω κανένα γλυκανάλατο κομπλιμέντο.
«Γι’ αυτόν τον "κύριο" Καρανίκα, σου μιλάω, αγορίνα μου.» Να το, το λεκτικό φαίρ πλέι, οπότε Αγησίλαος- Αγλαΐα 1-1!
«Τι έκανε πάλι, ο μάγειρας; Άφησε άπλυτο τον τέντζερη και τον άρχισε στα μπινελίκια ο μαγαζάτορας;» της το γύρισα.
«Όχι, βρε γεροξεκούτη» Νάτο το φάουλ από τα αποδυτήρια. Γεροξεκούτης εγώ, που τα μαλλιά μου αντί να ασπρίσουν προτίμησαν να σύρουν το χορό του Ζαλόγγου και έτσι αυτοκτόνησαν αντί να ατιμωθούν, έχοντας απομείνει το 20% , αλλά μαύρα κορακάτα; Και πάνω που πήγα ν’ ανοίξω σο στόμα, μου ‘μεινε ο λόγος στο λαρύγγι γιατί συμπλήρωσε: « Βγήκε ο μαλ@κοπίτουρας και όλους εμάς, που αντιδρούμε στο να πάρουν τα Σκόπια το όνομα της Μακεδονίας μας, μας αποκάλεσε αμόρφωτα εθνίκια που επικαλούμαστε τον Μέγα Αλέξανδρο, ενώ μας χαρακτήρισε φασίστες, ρατσιστές και εθνικιστές που τα βάζουμε άδικα με την γείτονα χώρα.»

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

«Αγλαΐτσα μου, μανάρι μου, μην ασχολείσαι με τον τύπο. Ή θα δοκίμασε την ποιότητα της κάναβης που θέλει να πουλιέται ελεύθερα, λες κι αυτό είναι το μείζον πρόβλημα της παραπαίουσας κοινωνίας μας, ή θα ήπιε μερικά σφηνάκια παραπάνω στα ντράγκ σόου που συχνάζει με τις κολλητές του τις τρανσέξουαλ» της απάντησα. «Επειδή έχω μεσάνυχτα περί του θέματος, θα πληροφορηθώ τα σχετικά από το ίντερνετ και θα το συζητήσουμε αργότερα αυτό που μου αναφέρεις».
Αρπάζω, το λοιπόν, καρντάσια μου, το τάμπλετ και ναααα το δάχτυλο να ψάχνει την είδηση πάνω στην οθόνη. Καθότι το χειρίζομαι καλά το εργαλείο της τεχνολογίας. Δεν κράτησε πολύ το ψάξιμο, και ιδού να φιγουράρει σαν γύφτικο σκεπάρνι ο Νικόλας ο τεντζεροξύστης- που εκτίμησε τα προσόντα του ο πρωθυπουργός μας και τον έκανε στρατηγικό συμβουλάτορα της κυβερνητικής ασχετοσύνης- να είναι στριμωγμένος ανάμεσα στα τίγκα στη σιλικόνη τεχνητά βυζιά δύο τρανσέξουαλ, από αυτές που αγαπήσαν σφόδρα οι ψυχανώμαλοι της κυβερνώσας συμπαράταξης και θέλουν ντε και καλά να μας πείσουν πως είναι αυτοί οι φυσιολογικοί και ο κανόνας της κοινωνίας., ενώ εμείς που επιθυμούμε οι αρσενικοί να πάμε με τα θηλυκά άδικα νομίζουμε πως είμαστε κανονικοί, αφού κατά την προοδευτική αντίληψη του μοντερνισμού είμαστε το λάθος της φύσης. Και όσα εξιστόρησε η Αγλαΐα, ήσαν πέρα ως πέρα αληθινά. Βγήκε ο χρυσοπληρωμένος τενεκές- χαρακτηρισμός που χρησιμοποίησε η πρώην συντρόφισσα στους κοινούς αριστερούς αγώνες για την κοινωνία, η Ζωή Κωνσταντοπούλου- ο αμόρφωτος και τεμπέλης- εφόσον η καριέρα είναι χολέρα όπως καμαρώνει- ο αρνητής στράτευσης και συνεπώς χωρίς εθνική συνείδηση, ο στόκος και φελλός, που επιπλέει γιατί ήταν τσιράκι του Αλέξη, να μιλήσει για αμόρφωτα εθνίκια, όσους δεν ξεπουλούν το όνομα της Μακεδονίας και συνακόλουθα την ίδια τη Μακεδονία! Και από πάνω μας δίνει μαθήματα ρεαλιστικής πολιτικής, ενώ μας ρίχνει τη λάσπη του φασίστα, του εθνικιστή και του ρατσιστή.
Ναι, καρντάσια μου. Ο Νικόλας ο Καρανίκας, η κυρά Τασία, ο Μπαλαούρας, ο Κουρουμπλής, ο Ντζιμάνης, ο Μπγιάλας, η Γαϊτάνη και όλα τα μπουμπούκια του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά και της αντιπολίτευσης, όλοι οι ξεπουλημένοι και αρνητές του έθνους, θα μας ρίξουν πολλή λάσπη, θα μας πουν πολλά ψέματα προκειμένου να εκτελέσουν την εντολή του αφεντικού τους, που δεν είναι η φωνή λαού, αλλά το συμφέρον των Αμερικανογερμαναράδων, ή πιο ωμά του Ρότσιλντ και των παραφυάδων του. Να παραχωρήσουν τώρα το όνομα και σε λίγο της γη της Μακεδονίας στους Σλάβους της Βαρντάρσκα. Να παραδώσουν τη Θράκη, κάποια νησιά και το μισό Αιγαίο στους Τούρκους. Να δώσουν την Ήπειρο στους Αλβανούς. Οι απάτριδες σύγχρονοι Εφιάλτες το απέδειξαν ψηφίζοντας τα μνημόνια της υποτέλειας με τα πλαστά στοιχεία των οικονομικών δεικτών και όλα τα ψέματα που μας είπαν για να καθίσουν στις πολυθρόνες της εξουσίας διαδεχόμενοι οι μεν τους δε και έχοντας ως όφελος τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας.
Και ‘κει που ήμουν απορροφημένος σ’ αυτές τις σκέψεις, ακούω πίσω μου τη φωνή της Αγλαΐας: «Τα βρήκες, Αγησίλαε;»
«Τα βρήκα, κοκόνα μου» της απάντησα. «Με τσάντισε αυτός ο χλεμίτζουρας, που το μόνο του προσόν είναι να τον ερωτεύονται οι τραβεστί! Ο αμόρφωτος μπαχαλάκης των Εξαρχείων με τη νοοτροπία του όλα τα σπάζω, όλα τα ισοπεδώνω γιατί δεν έχω θέσεις και ιδέες και θέλω να κάνω αισθητή την παρουσία μου- έστω και με καλυμμένο το πρόσωπο- ο αναιδής και άξεστος που από κομπλεξισμό έχτιζε με τους όμοιούς του τις πόρτες των γραφείων των καθηγητών στα πανεπιστήμια εγκλωβίζοντάς τους μέσα για τον χαβαλέ του, ο κατά συνείδηση τεμπελχανάς που η κουλτούρα σταματάει στα μπούτια και στα στήθη της Μενεγάκη, δεν μπορεί να χλευάζει όλους αυτούς που αγωνιούν για το μέλλον της πατρίδας τους. Δεν το επιτρέπει η συνείδησή μου.»
«Ναι, Αγησίλαέ μου. Πήραν πολύ θάρρος οι γκαγκάδες και πρέπει να τους στραπατσάρουμε τη μούρη. Και θα το κάνουμε πηγαίνοντας στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία!»
«Έτσι μπράβο, κορίτσι μου. Ετοίμασε τις σημαίες μας. Δικαίωμα να την βρίσκουν με τρανσέξουαλ έχουν. Δικαίωμα να κάνουν χρήση κάναβης έχουν. Δικαίωμα να πηγαίνουν στα ντράγκ σόου και στις συγκεντρώσεις των κίναιδων έχουν. Δεν τους αναγνωρίζουμε, όμως, το δικαίωμα να παραχωρούν την ιστορία μας και την πατρίδα μας. Οι μπαχαλάκηδες των Εξαρχείων έκαναν αρκετά μπάχαλο την οικονομία, την κοινωνία και τη χώρα μας. Στο θέμα της παραχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας θα τους πούμε: ΟΧΙ! Το Μακεδονικό θα γίνει ο τάφος τους!».
«Πάμε, Αγησίλαε, να μην τους επιτρέψουμε να παίρνουν αποφάσεις διαγράφοντας ιστορία χιλιάδων χρόνων, κι ας μας πουν φασίστες.»
«Πάμε, Αγλαΐα μου, κι ας μας πουν εθνικιστές και ρατσιστές. Μέσα μας τρέχει αίμα ελληνικό. Εμάς δε μας μαγάρισε ακόμη ο διεθνισμός του Σόρρος και του Ρότσιλντ….»


Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Φρύνη, η ονομαστή εταίρα από τις Θεσπιές

[[ δαμ- ων ]]

Οι αρχαίες Θεσπιές δεν είναι γνωστές μόνο για τη συμμετοχή των επτακοσίων μαχητών, υπό την αρχηγία του Δημόφιλου, στη μάχη των Θερμοπυλών με του τριακόσιους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, είναι γνωστές και σαν τόπος καταγωγής της περίφημης εταίρας της αρχαιότητας Φρύνης. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μνησαρέτη- δηλαδή αυτή που θυμάται την αρετή- και γεννήθηκε το 371 ή το 365 π.Χ. Υπολογίζεται ότι πέθανε γύρω στα 310 π.Χ. Πατέρας της ήταν ο Επικλής, που ήταν πάμφτωχος. Για να βοηθήσει οικονομικά την πολύ φτωχή οικογένειά της, από μικρή μάζευε κάπαρη στην εξοχή και την πουλούσε.
Μικρή ακόμα βρέθηκε στην Αθήνα. Πώς έγινε αυτό και πως η παιδούλα εξελίχθηκε σε εταίρα; Η Θήβα επιτέθηκε στις Θεσπιές, τις οποίες κατέλαβαν γιατί ήσαν ισχυρότεροι οι Θηβαίοι. Πήραν μαζί τους πολλά παιδιά καθώς γύριζαν στην πόλη τους, ανάμεσά τους και την Φρύνη. Αυτή, όμως, τους ξέφυγε και κατέφυγε στην Αθήνα. Επισκέφθηκε από τις πρώτες ημέρες την Αγορά των Αθηνών και το ναό της Αφροδίτης. Από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισε στην Αθήνα ήταν η εταίρα Παμφίλη, όπου έμεινε για δύο χρόνια μαζί της. Στη συνέχεια έζησε μόνη της πουλώντας κάπαρη, όπως ήξερε από την πατρίδα της. Στην αγορά γνώρισε τον Καρίωνα, ο οποίος της έμαθε την τέχνη της αρωματοποιίας. Δεν εξάσκησε, όμως, το επάγγελμα γιατί στο μεταξύ η Παμφίλη την εμπιστεύτηκε στη Μήστρα. Αυτή την μύησε στα μυστικά της εταίρας, και της άλλαξε το όνομα από Μνησαρέτη σε Φρύνη, εξαιτίας της διάφανης, κάπως ωχρού χρώματος, και απαλής επιδερμίδας της- που παρέπεμπε στον φρύνο (είδος βάτραχου).

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ήταν εξαιρετικά όμορφη και είχε πολύ μεγάλη επιτυχία στους κύκλους των πλούσιων πολιτών. Ξεκίνησε σαν αυλήτρια και πολύ σύντομα απόχτησε μεγάλη φήμη και πολλά χρήματα, καθώς την καλούσαν στα σπουδαιότερα συμπόσια της εποχής της, όπου συνδέθηκε με τους σημαντικότερους άντρες της Αθήνας. Έγινε ονομαστή γιατί ζητούσε πολύ μεγάλη αμοιβή. Ο κωμικός ποιητής Μάχων αναφέρει πως για μια νύχτα ζητούσε μια μνα (ισοδυναμούσε με 100 δραχμές). Αναφέρεται, μάλιστα πως καθόριζε την αμοιβή της ανάλογα με το πώς αισθανόταν για τον εκάστοτε πελάτη της. Αν τον έβρισκε αντιπαθητικό του ζητούσε υπέρογκο ποσό. Πρόσφερε, όμως, δωρεάν τον εαυτό της στον φιλόσοφο τον Διογένη τον Σινωπέα, γιατί τον θαύμαζε για το τετραπέρατο μυαλό του.
Δεν διακρίθηκε μόνο για την ομορφιά της, αλλά και για το σπινθηροβόλο πνεύμα και τον ετοιμόλογο χαρακτήρα της. Ο Δημοσθένης την συμπαθούσε πολύ και ήταν γενναιόδωρος μαζί της, ξεχωρίζοντάς την από τις άλλες εταίρες και της έπλεκε το εγκώμιο. Εγκαταστάθηκε στην συνοικία του Κολλυτού, κοντά στο σπίτι του Πλάτωνα, και εξελίχθηκε στην «επιφανεστάτη όλων των εταίρων» και στην ηλικία των είκοσι χρόνων της ήταν η πλουσιότερη εταίρα της Αθήνας. Υπήρξε φίλη του περίφημου γλύπτη Πραξιτέλη, του ονομαστού ζωγράφου Απελλή, του Υπερείδη, του Ξενοκράτη κι άλλων επιφανών αντρών της εποχής της. Ποτέ της δεν είχε φτωχό εραστή, όντας ακριβή εταίρα.
Γνωστότερος εραστής της ήταν ο μεγάλος γλύπτης Πραξιτέλης. Γνωρίστηκαν στο δρόμο, όπου οι καλλιτέχνες παρουσίαζαν τα καινούργια έργα τους. Εκεί ο γλύπτης είχε εκθέσει έναν μπρούτζινο Σάτυρο κι ένα άγαλμα του Απόλλωνα, όταν πέρασε η Φρύνη, που τον εντυπωσίασε με την ομορφιά της. Της ζήτησε, λοιπόν, να την χρησιμοποιήσει σαν μοντέλο γιατί σ’ αυτήν έβλεπε το πρότυπο για να φτιάξει άγαλμα της θεάς Αφροδίτης.
Δεν ήταν μόνο μια πανέμορφη εταίρα, αλλά ήταν και καλλιεργημένη και έξυπνη και αυτό το αποδεικνύουν μερικές εύστοχες απαντήσεις που έδωσε σε επίδοξους εραστές της, οι οποίες δείχνουν την ετοιμότητά της. Ο Μάχων γράφει ότι κάποτε ο Μοίριχος ζήτησε από τη Φρύνη να του δοθεί κι εκείνη απαίτησε μία μνα, δηλαδή εκατό δραχμές. Κι όταν εκείνος σχολίασε ότι την προηγούμενη μέρα είχε πάει μ’ έναν ξένο για δύο χρυσούς στατήρες, δηλαδή σαράντα αργυρές δραχμές, εκείνη του απάντησε: «Περίμενε λοιπόν κι εσύ μέχρι να μου ξαναέρθει ερωτικό πάθος (έως ου βινητιάσω) και θα σου πάρω τόσα». Ο Αθήναιος αναφέρει πως στην πραγματικότητα η Φρύνη ήταν ακόμα πιο όμορφη στα αθέατα σημεία του σώματός της. Κανένας δεν μπορούσε να δει γυμνό το σώμα της γιατί φορούσε πάντα μία εσθήτα που το κάλυπτε καλά και επίσης δε σύχναζε ποτέ στα δημόσια λουτρά. Την μοναδική φορά που δημόσια έδειξε το γυμνό της σώμα ήταν στην Ελευσίνα, σε μια γιορτή προς τιμή του Ποσειδώνα, την πρώτη ημέρα του Ανθεστηρίωνα, όπου συμμετείχε μεγάλο πλήθος κόσμου.
Σαν έφτασε η γιορτή στο αποκορύφωμά της, η Φρύνη, που ποτέ δεν έλυσε τα πλούσια μαλλιά της και ποτέ δεν έδειξε γυμνό το όμορφο σώμα της, πέταξε το φόρεμά της, έλυσε τα μαλλιά της και μπήκε ολόγυμνη στη θάλασσα. Ο ενθουσιασμός του πλήθους μπροστά στη θεία ομορφιά της ήταν μεγάλος και επηρέασε τη θρησκευτικότητα της στιγμής. Λέγεται πως τότε ο Πραξιτέλης και ο Απελλής εμπνεύστηκαν, o πρώτος να την
κάνει άγαλμα της Αφροδίτης και ο δεύτερος να τη ζωγραφίσει ως «Αναδυομένη Αφροδίτη». Άλλοι αναφέρουν πως o Πραξιτέλης δεν εμπνεύστηκε την «Αφροδίτη της Κνίδου» τότε στην Ελευσίνα, αλλά μετά τη γνωριμία
τους. Το άγαλμά του o Πραξιτέλης το φιλοτέχνησε χρησιμοποιώντας μάρμαρο της Πάρου και, σαν το τελείωσε, ο Αθηναίος ζωγράφος Νικίας το κάλυψε με χρωματισμένο στιλβωτικό υλικό. Πριν σταλεί το άγαλμα στην Κνίδο, το εξέθεσε και αυτό στην οδό Τριπόδων, γιατί εκεί γνώρισε για πρώτη φορά τη Φρύνη. Αυτή η έκθεσή του εξασφάλισε στη Φρύνη πλήθος θαυμαστών.
Ανάμεσα στον Πραξιτέλη και την Φρύνη δημιουργήθηκε μεγάλος ερωτικός δεσμός. Η Φρύνη ομολογούσε πως μόνο με τον Πραξιτέλη ένιωσε τον έρωτα. Έγινε η μούσα του γλύπτη και με πρότυπο εκείνη, έφτιαξε 3 αγάλματα. Το πρώτο το αγόρασαν οι Κνίδιοι και ήταν η Αφροδίτη της Κνίδου. Το δεύτερο ήταν από πεντελικό μάρμαρο και ο Πραξιτέλης το δώρισε στη γενέτειρα της Φρύνης, στις Θεσπιές. Το τρίτο ήταν ολόχρυσο και στήθηκε στους Δελφούς. Η Φρύνη, παρά τον έρωτά της, δεν έχανε ευκαιρία να αποκομίσει δώρα απ’ τον Πραξιτέλη. Κάποια στιγμή της είπε, ότι θα της έδινε ότι του ζητούσε. Εκείνη ήθελε το μεγαλύτερο αριστούργημά του. Τότε ο Πραξιτέλης της απάντησε, ότι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ανάμεσα στα έργα του, ίσως για να αποφύγει να της δώσει το αγαπημένο του. Η πανούργα Φρύνη δεν τον πίστεψε. Έβαλε έναν υπηρέτη του Πραξιτέλη να φωνάξει μες στη μέση της νύχτας, ότι είχε πάρει φωτιά το εργαστήριο του γλύπτη. Ο Πραξιτέλης έντρομος, ζήτησε να βγάλουν έξω το άγαλμα του Έρωτα. Η Φρύνη, που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του, χαμογέλασε πονηρά και τον ενημέρωσε ότι το εργαστήριο δεν κινδύνευε. Εκείνη είχε στήσει όλο το σχέδιο, για να μάθει ποιο ήταν το αγαπημένο του έργο. «Τον Έρωτα θα μου δώσεις», του είπε και ο Πραξιτέλης δεν μπόρεσε να αρνηθεί.
Χώρισαν, όμως, νωρίς, γιατί αυτή ήθελε να επιδοθεί αποκλειστικά στον εταιρισμό, από τον οποίο κέρδιζε πολλά χρήματα. Ο Πραξιτέλης το άγαλμα της Αφροδίτης το πούλησε στους Κνιδίους, γι’ αυτό και ονομάστηκε «Κνιδία Αφροδίτη». Οι Κνίδιοι τοποθέτησαν το άγαλμα σε ναό, που τον ανήγειραν μόνο για το άγαλμα μέσα σε ένα άλσος. Ήταν υπέροχο. Ο Πραξιτέλης την εμφανίζει μέτριου αναστήματος, καλλίγραμμη τελείως γυμνή, με το χέρι της να σκεπάζει την ήβη της και με το άλλο να τοποθετεί το ένδυμά της πάνω σε υδρία, έτοιμη να λουστεί, να υπομειδιά και να έχει χαρούμενη ματιά. Όταν ο Νικομήδης, ο βασιλιάς της Βιθυνίας, πρόσφερε πολλά χρήματα για να αγοράσει το άγαλμα, αν και οι Κνίδιοι ήταν χρεωμένοι και με τα χρήματα θα ξεχρέωναν το δημόσιο χρέος τους, αρνήθηκαν να πουλήσουν την Αφροδίτη τους. Το άγαλμα έμεινε εκεί, ως τις αρχές του 5ου μ. Χ αιώνα. Τότε το πήρε ο Θεοδόσιος και από την Κνίδο, το πήγε στην Κωνσταντινούπολη και το τοποθέτησε σε ένα από τα μουσεία της. Λένε πως καταστράφηκε από πυρκαγιά. Από αναπαραστάσεις ρωμαϊκών νομισμάτων της Κνίδου έβγαλαν αντίγραφο του αγάλματος.
Η Φρύνη είχε συγκεντρώσει τόσα πλούτη, που προσφέρθηκε να χτίσει ξανά τα τείχη της Θήβας, τα οποία είχε καταστρέψει ο Μέγας Αλέξανδρος το 336 π.Χ. Ο Καλλίστρατος μας αφηγείται πως το μόνο που ζήτησε σαν αντάλλαγμα, ήταν να τοποθετήσουν σ’ αυτά μία επιγραφή, που θα έλεγε: «Καταστράφηκαν από τον Αλέξανδρο, επισκευάστηκαν από τη Φρύνη την εταίρα». Οι Θηβαίοι απέρριψαν την πρότασή της, από φόβο μήπως προσβάλουν τον Αλέξανδρο.
Κάποτε έβαλε στοίχημα η εταίρα πως κανείς άντρας δεν μπορούσε να αντισταθεί στα κάλλη της. Διάλεξε για επιβεβαίωση τον φιλόσοφο Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα και δάσκαλο του Δημοσθένη. Πήγε στο σπίτι του και του ζήτησε να διανυκτερεύσει εκεί, με τη δικαιολογία ότι την κυνηγούσαν ληστές. Ο Ξενοκράτης τη φιλοξένησε. Τη νύχτα, η Φρύνη μπήκε κρυφά στο δωμάτιο του Ξενοκράτη και ξάπλωσε δίπλα του. Ο φιλόσοφος δεν ενέδωσε στον πειρασμό. Της ζήτησε να επιστρέψει στο δωμάτιό της και η Φρύνη υπάκουσε, απογοητευμένη. Την επόμενη μέρα, όταν γνωστοποιήθηκε η αποτυχία της, η Φρύνη προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας: «Στοιχημάτισα να νικήσω άνθρωπο, όχι άγαλμα».
Η Φρύνη «έγραψε ιστορία» με τη δίκη της. Όλα τα ξεκίνησε ο Ευθίας. Κάποια εποχή, λοιπόν, την προσέγγισε ερωτικά ο ρήτορας Ευθίας. Η Φρύνη απέρριψε όλες του τις προτάσεις, γιατί τον θεωρούσε πολύ άσχημο και αγενή. Ο Ευθίας θίχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει την αυθάδη εταίρα. Την κατηγόρησε ότι προσπαθούσε να εισάγει στην Αθήνα μία θρησκεία απ’ τη Θράκη, που θα έβλαπτε τα ήθη των νεαρών κοριτσιών. Αυτή ήταν ίσως η πιο συνηθισμένη κατηγορία στην αρχαία Αθήνα. «Ηδίκησεν Φρύνη Θεοίς,
ησέβησεν ιερά τε και άσια προσβαλούσα τα Άστεως και δήμον ητίμασεν». Το ίδιο το τροπάρι στην Αθήνα. Τα ίδια έκαναν στον Φειδία: «αδικεί Φειδίας, ιεροσυλίαν και ασέβειαν διαπράπων τη πόλει». Τα ίδια έκαναν και στο Σωκράτη: «αδικεί Σωκράτης ους η πόλις νομίζει θεούς, ου νομίζων».
Ο Ευθίας έσυρε τη Φρύνη στο δικαστήριο, όπου την εκπροσώπησε ο πρώην εραστής της, Υπερείδης, ο γιος του Γλαύκιππου, που υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα, του Ισοκράτη και του Λυκούργου. Παρά το ανυπόστατο της κατηγορίας του Ευθία, η δίκη δεν εξελισσόταν με αίσιο τρόπο για την εταίρα. Οι δικαστές φαίνονταν να έχουν πειστεί απ’ το κατηγορητήριο και πίστευαν ότι ο Υπερείδης ήταν επηρεασμένος απ’ τη σχέση του με τη Φρύνη. Λίγο πριν παρθεί η τελική απόφαση, ο Υπερείδης τράβηξε την εταίρα στο κέντρο του δικαστηρίου, για να μπορούν να την δουν όλοι. Χωρίς να πει κουβέντα, έσκισε τα ρούχα της και αποκάλυψε στον κόσμο, το εκθαμβωτικά όμορφο κορμί της. Οι δικαστές τα έχασαν. Νόμισαν ότι έβλεπαν μπροστά τους την ίδια τη θεά Αφροδίτη. Οι φήμες για το απαράμιλλο κάλλος της εταίρας αποδείχθηκαν αληθινές. Την εποχή εκείνη, ο κόσμος πίστευε ότι η σωματική ομορφιά είχε σχέση με το ήθος και την εύνοια των θεών. Όταν οι δικαστές αντίκρισαν την τελειότητα της Φρύνης, πείστηκαν ότι αν καταδίκαζαν αυτή τη γυναίκα, καταδίκαζαν την αγαπημένη των θεών. Η εταίρα αθωώθηκε και η φήμη ότι ήταν η επίγεια θεά Αφροδίτη εξαπλώθηκε.
Σχετικά με αυτή τη δίκη ο Αλκίφρων διέσωσε δύο επιστολές της εταίρας Βακχίδας. Η πρώτη απευθύνεται στον Υπερείδη και η δεύτερη στην ίδια τη Φρύνη. Η επιστολή της προς Υπερείδη αναφέρει: «Όλες μαζί οι εταίρες της πόλης και κάθε μία χωριστά, σου οφείλουμε ευγνωμοσύνη καθώς και η Φρύνη. Διότι μπορεί το κατηγορητήριο του παμπόνηρου Ευθία να στράφηκε μόνον κατά της Φρύνης αλλά ο κίνδυνος μας αφορούσε όλες. Εμείς είτε ζητάμε χρήματα από τους εραστές μας είτε όχι, πάντοτε κάποιοι θα βρεθούν να μας κατηγορήσουνε ως ασεβείς. Θα ήταν κατά τη γνώμη τους προτιμότερο να σταματήσουμε τον βίο αυτό και να μην έχουμε ούτε φίλους. Τώρα όμως κανείς δεν πρέπει να κατηγορεί το επάγγελμά μας επειδή βρέθηκε ο δόλιος Ευθίας και τα προκάλεσε όλα αυτά αλλά να επαινούμε οι πάντες τον δίκαιο Υπερείδη. Πολλά αγαθά ας αποκτήσεις αφού έσωσες χρηστή εταίρα, κι εμείς θα σ’ ανταμείψουμε για λογαριασμό της. Εάν μάλιστα καθίσεις και γράψεις τον λόγο που εκφώνησες υπέρ της Φρύνης, τότε θα πρέπει να σου στήσουμε όλες οι εταίρες χρυσό ανδριάντα σε όποιο μέρος της Ελλάδας εσύ μας υποδείξεις.»
Και η δεύτερη επιστολή της προς τη Φρύνη αναφέρει: «Δεν στεναχωρήθηκα τόσο για τον κίνδυνο που διέτρεξες όσο χάρηκα διότι απαλλάχθηκες από πονηρό εραστή και βρήκες να ερωτευθείς τον χρηστό Υπερείδη. Διότι η δίκη έγινε και για την ευτυχία σου, εφόσον από αυτήν έγινες διάσημη, όχι μόνον στην Αθήνα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Ο Ευθίας θα τιμωρηθεί όπως του πρέπει αφού θα σε στερηθεί. Τον οδήγησε η έμφυτη αμάθεια να υπερβεί το μέτρο της ερωτικής ζηλοτυπίας. Σίγουρα τώρα σε ποθεί περισσότερο από τον Υπερείδη και δεν σε έχει. Ο Υπερείδης δίκαια υπερηφανεύεται για τη συνηγορία του, ενώ ο Ευθίας πρόθυμα θα σου προσφέρει παρακλήσεις και χρυσό. Πρόσεχε φίλη μου, για χάρη της αξιοπρέπειάς μας, μην παραλείψεις τίποτα απ’ όσα οφείλεις. Ούτε τον Υπερείδη να παραγκωνίσεις, που σου χάρισε την ελευθερία και τη ζωή, ούτε στις ικεσίες του Ευθία να υποκύψεις, ούτε και να πιστέψεις όσους λένε, ότι εάν δεν γύμνωσες το στήθος σου δεν θα πετύχαινε ποτέ την αθώωση σου ο ρήτορας. Και αυτό διότι μόνον η συνηγορία εκείνου βρήκε την κατάλληλη στιγμή για την υπέροχη χειρονομία και την αξιέπαινη πράξη.»
Η Φρύνη δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άντρα. Ούτε καν στον μεγαλύτερό της έρωτα, τον Πραξιτέλη. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για το τέλος της ζωής της. Παρά μόνο ότι μέχρι τα γεράματά της, παρέμεινε εταίρα, προκλητική και ακατανίκητα γοητευτική…


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ο θεός Ήλιος

[[ δαμ- ων ]]

B΄ μέρος
Ένας μεγάλος έρωτας του θεού υπήρξε η Ωκεανίδα Κλυτίη. Τότε η θεά Αφροδίτη για να πάρει εκδίκηση, που ο Ήλιος φανέρωσε στον κουτσοπόδαρο Ήφαιστο- τον νόμιμο άντρα της- τον παράνομο έρωτά της με τον Άρη, έκανε τον Ήλιο να ερωτευθεί την Λευκοθόη, την κόρη του Όρχαμου και της Ευρυνόμης. Την ερωτεύθηκε τόσο πολύ που αμελούσε τα καθήκοντά του. Κάθε μέρα καθυστερούσε στη διαδρομή του, πάνω στον ουρανό, για να κοιτάζει τη Λευκοθόη, την οποία πλησίαζε, παίρνοντας τη μορφή της μητέρας της. Θύμωσε η παραμελημένη Κλυτίη για τα καμώματα του Ήλιοι, και φανέρωσε το μυστικό στον πατέρα της ανυποψίαστης κόρης. Ο Όρχαμος τότε έπιασε και ζωντανή έθαψε την άμοιρη Λευκοθόη. Δεν μπόρεσε ο Θεός να σώσει την αγαπημένη του γιατί στη Μοίρα δεν μπορούν ούτε οι τρανότεροι θεοί να εναντιωθούν. Μόνο άλειψε το σώμα της με αμβροσία και είπε: «θα φτάσεις ως τον ουρανό». Το νεκρό σώμα άπλωσε ρίζες κι έγινε μυροφόρος θάμνος, που δίνει το λιβάνι. Σαν καίγεται το θυμίαμα φτάνει ψηλά στον ουρανό. Μια παραλλαγή του μύθου μας λέει πως η κόρη έγινε ο θάμνος δεντρολίβανο.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Μετά τον τραγικό χαμό της κόρης του Όρχαμου, η Κλυτίη δεν ξανακέρδισε την έρωτα του Ήλιου, παρά την καταφρόνια του. Έλιωνε από τον καημό κι ούτε έτρωγε, ούτε κι έπινε. Μετά από ασιτία εννέα ημερών, έβγαλε ρίζες και φύλλωμα και μεταμορφώθηκε σε ηλιοτρόπιο. Από τότε το πρόσωπό της- το άνθος του ηλιοτρόπιου- ακολουθεί την πορεία του μεγάλου έρωτά της, του Ήλιου.
Αυτήν την ωραία ιστορία θα παρακολουθήσουμε μέσα από τους στίχους του λατίνου ποιητή της αρχαιότητας, του Οβίδιου, όπως την εξιστορεί στις “Μεταμορφώσεις” του:
[[ Αγαπάς μόνη αυτή, και ούτε η Κλυμένη, ούτε η Ρόδος
σε κρατεί, ούτε της Αιαίας Κίρκης η πανωραία μάνα,
ούτε η Κλυτία, που, αν και ήταν σε καταφρόνια, μ’ εσέ μαζί
ζητούσε να κοιμάται, και πληγμένη εκείνον τον χρόνο ήταν βαριά.
Η Λευκοθόη σε έχει κάνει να λησμονήσεις εσύ πολλά·
Γέννησε τούτην η Ευρυνόμη, η πιο ωραία από το γένος
το ευωδιασμένο· όταν η κόρη μεγάλωσε όμως ξεπερνούσε
σ’ όψη τη μάνα, όσο η μάνα ξεπερνούσε όλες τις άλλες.
Ο Όρχαμος ήταν πατέρας τούτης σ’ Αχαιμενίδες πόλεις ρήγας·
έβδομος απαριθμείται τούτος από του Βήλου το αρχαίο γένος.
Τα άλογα του Ήλιου έχουν τις βοσκές κάτω από της Εσπερίας το κλίμα·
αντί για χλόη αμβροσία τρώγουν, που τα κουρασμένα μέλη
τρέφει από τον κόπο της καθεμιάς μέρας και για νέο μόχθο ανανεώνει.
Κι ενώ την ουράνια βοσκή τ’ άλογα πέρα εκεί καρπούνται
κι η νύχτα το ιδικό της μέρος κάνει, τότε μπαίνει ο θεός
στην ερωτική την κάμαρά της, αφού της Ευρυνόμης την όψη πήρε,
της μάνας· ανάμεσα σε δώδεκα δούλες βλέπει στο φως
τη Λευκοθέη, να στρίβει το αδράχτι και λεπτό νήμα να γνέθει.
Πολλά φιλιά της έδωσε, όπως η μάνα σ’ αγαπημένη κόρη, και ύστερα
στις δούλες είπε: « Ένα μυστικό στην κόρη μου έχω να πω, γι’ αυτό κοπέλες
αποσυρθείτε, να μη στερήσετε από τη μάνα το δικαίωνα
να λέει στη θυγατέρα της τα μυστικά της.»
Πείστηκαν εκείνες· κι ως χωρίς μαρτύρους έμεινε στη κάμαρη της κόρης,
της είπε ο θεός: «Είμαι εκείνος, όπου το μακρύ το έτος μετράω,
που όλα τα βλέπω, που από μένα η γη τα πάντα θωρεί, το μάτι
όλου του κόσμου· πίστεψε, πολύ μ’ αρέσεις.» Σαστίζει από φόβο εκείνη
και ως χαλαρώσαν τα δάχτυλά της, της έπεσαν ρόκα κι αδράχτι.
Σ’ αυτή ταίριαζε ο φόβος· εκείνος χωρίς να χάσει χρόνο
Την αληθινή του όψη πήρε και ση συνηθισμένη του λαμπρότητα·
Και η παρθένα, που από την αιφνίδια θεία θωριά του εξεπλάγη,
νικημένη από τη λάμψη του, εκούσια υποτάχθηκε στην ερωτική αγκάλη.
Ζήλεψε τότε η Κλυτία- γιατί σ’ εκείνη του Ήλιου ο έρωτας
ήταν μεγάλος- κι ερεθισμένη από της ερωμένης το θυμό
την απιστία σ’ όλους μαρτύρησε και στο γονιό της τη δυσφήμησε
καθώς το φανερώνει· εκείνος καθώς ήταν απηνής κι άγριος- παρ’ ότι
τον παρακαλούσε υψώνοντας τα δυο της χέρια στο φως τοη Ήλιου, του είπε
«εκείνος δική του μ’ έκανε χωρίς να θέλω»- τη ρίχνει μέσα στης γης τα βάθη
χωρίς να νιώσει λύπηση και πάνω στο κορμί της μάζεψε σωρό βαριάς άμμου.
Του Υπερίονα ο γιος τούτη με τις ακτίνες του σκορπά, και δρόμο δίνει,
απ’ όπου μπορείς στο φως να φέρεις το πρόσωπο απ’ το βάθος του τάφου.
Όμως, εσύ δεν ημπορούσες από το βάρος της άμμου το εξαντλημένο κεφάλι
να σηκώσεις, και άψυχο το σώμα σου κειτόταν, νύφη.
Ο ηνίοχος των φτερωτών αλόγων, λένε, οικτρότερο θέαμα από ‘κεινο
δεν είδε άλλο, μετά από τη φωτιά τη Φαεθόντεια.
Να ξαναφέρει στη ζωή εκείνος πασχίζει ζεσταίνοντας τα μέλη τα ψυχρά,
αν ημπορούσε, με τις δυνάμεις που ‘χουν οι ζωογόνες ακτίνες του·
κι επειδή σε τέτοιες πράξεις η μοίρα πάντα εναντιούται,
ράντισε τότε ο ίδιος σώμα και τόπο με μυρωμένο νέκταρ
και πριν πολύ θρηνήσει, είπε: «Στον αιθέρα όμως θ’ ανέβεις».
Και το ποτισμένο σώμα με το ουράνιο θεϊκό το νέκταρ, αμέσως
έλειωσε κι από τη γη τότε βρέχει με τη δική του ευωδία·
και μέσα στους βώλους άπλωσε ήσυχα ρίζες κι ένα βλαστάρι
υψώθηκε από λιβάνι κι η κορυφή του το χώμα σχίζει.
Δεν ξανάρθε ο φωτοπλάστης πλέον στην Κλυτία, αν και να συγχωρήσει
ο έρωτας τη λύπη ημπορούσε, καθώς και την αγγελία η λύπη,
κι έπαψε πλέον τον έρωτα που ‘χε για κείνη.
Από έρωτα φρενήρη για εκείνον έλιωνε η ίδια·
μακριά απ’ τις νύμφες κάθεται μέρα και νύχτα από τον αιθέρα κάτω
στο χώμα γυμνή κι άθλια, μ’ ακάλυπτη την κεφαλή και ξέπλεκα τα μαλλιά της,
χωρίς καθόλου ν’ αγγίξει φαγητό ή και νερό για εννιά μέρες·
την ασιτία έτρεφε με δάκρυα μόνο και με δροσούλα·
στη γη κάτω διόλου δεν εκινιόταν· εθώρει μόνο την όψη του θεού
που πορευόταν και προς εκείνον τούτη έστρεφε το πρόσωπό της.
Λένε πως στη γη ριζώσαν τα μέλη της, και η χλωρή ωχρή χλωμάδα της
πιάνοντας μέρος του χρώματός της το έχει άναιμη χλόη κάνει·
κόκκινο είναι ένα μέρος της, και όμοιο με ίο άνθος καλύπτει το πρόσωπό της·
εκείνη, αν κι από τις ρίζες της κρατιέται, προς τον δικό της
τον Ήλιο πάντα στρέφει με την ίδια αγάπη, αν κι αλλαγμένη σε φυτό. ]] (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, βιβλ. IV, 204 -270)
Άλλη αγαπημένη του θεού Ήλιου ήταν η Κλυμένη, θυγατέρα της Τηθύος και σύζυγος του μέροπα, που βασίλευε στη χώρα των Αιθιόπων. Καρπός αυτουνού του έρωτα ο Φαέθοντας, που σαν μεγάλωσε και αμφισβητούσαν τη θεία καταγωγή του, ζήτησε να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του, για να του αποδείξει πως ήταν γιος του. Ο Ήλιος για να τον βεβαιώσει πως ήταν γιος του είχε ορκιστεί στα ιερά νερά της Στύγας, πως θα του έκανε ό,τι κι αν του ζητούσε. Έτσι δεσμευμένος με μεγάλο όρκο, δεν μπορούσε να μην τον τηρήσει. Τα θεία άλογα σαν κατάλαβαν πως ο αρματηλάτης δεν ήταν τ’ αφεντικό τους, ξέφυγαν από την καθορισμένη πορεία τους προκαλώντας πολλές καταστροφές στη γη. Έτσι αναγκάστηκε ο βασιλιάς του κόσμου, ο βροντόχαρος Δίας, να εξαπολύσει έναν κεραυνό και να σκοτώσει τον αδέξιο ηνίοχο, βυθίζοντας σε πένθος τον πατέρα του Ήλιο, ο οποίος ήταν η αιτία του θανάτου του. (Γι’ αυτόν τον μύθο αναφέρουμε εκτενώς στο παράρτημα… )
Μα πάνω απ’ όλες τις γυναίκες, ο Ήλιος φαίνεται ν’ αγάπησε πιο πολύ τη Ρόδο, που ‘ταν κόρη της Αμφιτρίτης ή της Αφροδίτης. Ο Πίνδαρος μας αναφέρει πως η Ρόδος ήταν θυγατέρα της Αφροδίτης:
[[ Τώρα κι εγώ κατέβηκα με φόρμιγγα και αυλούς
και με τον Διαγόρα αντάμα, τη θαλασσινή
της Αφροδίτης κόρη υμνώντας,
τη Ρόδο, του Ήλιου τη νύφη]] (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος, 7, 13-14)
Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, όταν ο Δίας αποφάσισε να μοιράσει τη Γη στους Θεούς του Ολύμπου, μετά τη νίκη τους στη Γιγαντομαχία, ο Θεός Ήλιος έλειπε σε ένα από τα καθημερινά του ταξίδια που έκανε πάνω από τη Γη για να τη φωτίζει τη όλη. Έτσι, οι υπόλοιποι Θεοί του Ολύμπου, τον ξέχασαν και δεν του έβγαλαν κλήρο. Όταν γύρισε από το ταξίδι του και το αντιλήφθηκαν, ο Δίας θέλησε να ξανά κάνει από την αρχή τη μοιρασιά της Γης, για να μη μείνει αδικημένος ο Ήλιος. Εκείνος όμως δεν το επέτρεψε, διότι έβλεπε να αναδύεται από τα βάθη της θάλασσας ένα κομμάτι γης. Τότε ζήτησε από το Δία, η χώρα που θα αναδυόταν από τη θάλασσα, όταν εκείνος θα ανέτελλε το επόμενο πρωί θα ήταν δικιά του. Έτσι ο Δίας, κάλεσε τη Λάχεση να δώσει όρκο, πως αυτή η χώρα θα ήταν κλήρος του Θεού Ήλιου.
Πράγματι αναδύθηκε μέσα από τη θάλασσα ένα όμορφο νησί, το οποίο δόθηκε στο Θεό Ήλιο. Στο νησί αυτό, πήγε και κατοίκησε με την αγαπημένη του, την Νύμφη Ρόδο, και το νησί πήρε το όνομα της αγαπημένης του. Εκεί απόκτησαν εφτά σοφούς γιους: τον Όχιμο, τον Κέρκαφο, τον Μάκαρο, τον Ακτίονα, τον Τενάγη, τον Τριόπα, τον Κάνδαλο και μια κόρη, την Ηλεκτρυώνη.. Ένας από αυτούς, ο Κέρκαφος, έκανε τρεις άλλους γιους: τον Ιαλυσό, τον Κάμειρο και τον Λίνδο, στους οποίους μοίρασε το νησί σε τρία ίσα μέρη, όπου στη γη τους έχτισαν τις τρεις μεγάλες πόλεις στο νησί της Ρόδου, που πήραν και το όνομά τους.
Για όλα αυτά ο Πίνδαρος έχει γράψει:
[[ Κι όπως πολλές το ανιστορούν ανθρώπων
διηγήσεις, όταν ο Δίας
κι οι αθάνατοι μοιράζονταν τη γη,
ακόμα η Ρόδος δεν φαινόταν στο κύμα του πελάγου,
γιατ᾽ ήταν στ᾽ αρμυρά βάθη το νησί κρυμμένο.
Αλλά του Ηλίου που έλειπε λαχνό δεν όρισε κανείς,
κι έτσι άκληρο από μερίδιο γης αφήσαν
τον αγνό θεό.
Το θύμισε στον Δία που θέλησε
τη μοιρασιά να ξαναρχίσει. Όμως εκείνος τον εμπόδισε, γιατί
έβλεπε, όπως είπε, απ᾽ τον βυθό της
γκρίζας θάλασσας μια γη να ξεπροβάλλει
πολύβοσκη για τους ανθρώπους και φιλική για τα κοπάδια.

Πρόσταξ᾽ ευθύς τη Λάχεση τη χρυσομαντηλούσα
τα χέρια της να υψώσει και τον μέγα όρκο των θεών
να μην τον παραβεί
και με τον γιο του Κρόνου να κατανεύσει
πως, άμα αυτή η γη στον φωτεινό προβάλλει αιθέρα,
για πάντα πια δικό του γέρας
θα ᾽ναι. Και η ουσία των λόγων του
βγήκε αληθινή. Να, το νησί ξεπρόβαλε

μέσ᾽ απ᾽ το υγρό το κύμα,
και το ᾽χει πια ο πατέρας που γεννά τις αιχμηρές ακτίνες,
των πυρίπνοων ο αφέντης αλόγων.
Εκεί μια μέρα έσμιξε με τη Ρόδο και μαζί της γέννησε
εφτά γιους, που κληρονόμησαν τους πιο σοφούς
στοχασμούς μες στους ανθρώπους του παλιού καιρού.
Κι απ᾽ αυτούς ένας είχε γιο του τον Κάμειρο,
τον Ιάλυσο τον πρωτότοκο
και τον Λίνδο. Στα τρία μοιράστηκαν
την πατρική τη χώρα κι έχει ο καθείς ξεχωριστά το μερτικό
της γης του και οι πόλεις πήραν από κείνους τ᾽ όνομά τους.]] (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος, 7, 54-75)
Στη Ρόδο τιμούσαν τον θεό Ήλιο και πραγματοποιούσαν κάθε 4 χρόνια εντυπωσιακές γιορτές προς τιμήν του, στις οποίες συμπεριλάμβαναν αρματοδρομίες και αθλητικούς αγώνες. Κάθε χρόνο οι Ρόδιοι έριχναν στην θάλασσα ένα στολισμένο τέθριππο. Ο περίφημος Κολοσσός της Ρόδου, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, που δημιουργήθηκε το 284 π.Χ, ήταν η εικόνα του Θεού Ήλιου. Ο Πλίνιος αναφέρει πως ήταν 105 πόδια ψηλός και πως ένα από τα δάκτυλά του ήταν μεγαλύτερο. Κατέρρευσε μετά από σεισμό, 66 χρόνια μετά την ανέγερσή του.
Συναντάμε περιορισμένη άμεση λατρεία του Ήλιου στην Αρχαία Ελλάδα, αν και υπάρχουν ίχνη αρχαιότερων τελετών. Ο Πλάτωνας λέει πως οι πρώτοι Έλληνες υπάκουαν στον ανατέλλοντα και δύοντα Ήλιο. Ο Παυσανίας, στην "Περιήγησή" του, αναφέρει αρκετούς βωμούς αφιερωμένους στον Ήλιο, κυρίως σε απομονωμένες περιοχές. Αλλά το κέντρο της λατρείας του στην ηπειρωτική Ελλάδα, βρισκόταν στην Κόρινθο που ονομαζόταν και Ηλιούπολις. Στην αγορά της Κορίνθου υπήρχαν προπύλαια πάνω στα οποία υψώνονταν δύο άρματα επίχρυσα, με τον Φαέθοντα, τον γιό του Ήλιου πάνω στο ένα και τον ίδιο τον Ήλιο, στο άλλο (Παυσανίας, ΙΙ 3,2).
Στην Κρήτη, ο Ήλιος λατρεύτηκε με την μορφή ταύρου. Ο μύθος εξάλλου της Πασιφάης, της κόρης του Ήλιου, που ερωτεύεται έναν ταύρο, ανάγεται σε μια παλιά αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο ηλιακός Θεός με την μορφή ταύρου και η Θεά της Σελήνης με τη μορφή αγελάδας ενώθηκαν σε ιερό γάμο.
Βρίσκουμε στους "Νόμους" του Πλάτωνα τον Σωκράτη να προσεύχεται στον ανατέλλοντα Ήλιο.
Στη Θρινακία- κατ’ άλλους στην Τρινακρία- που όπως έλεγαν βρισκόταν κοντά στη Σικελία, βρίσκονταν τα κοπάδια του Ήλιου, τα οποία φύλαγαν οι Ηλιάδες κόρες, η Λαμπετίη και η Φαέθουσα, που τις είχε γεννήσει η η Νέαιρα, άλλη αγαπημένη του θεού. Η πρώτη κόρη φρόντιζε τα βόδια και η δεύτερη τα πρόβατα. Κάθε είδος είχε εφτά κοπάδια και σε κάθε κοπάδι υπήρχαν πενήντα ζώα. Σ’ αυτά τα κοπάδια έπρεπε να μείνει σταθερός ο αριθμός, μήτε να αυξηθεί, αλλά και μήτε να ελαττωθεί. ( 7x 50= 350, αναγόμαστε το έτος, που ημερολογιακά έπρεπε να είναι σταθερό). Όποιος τα πείραξε, τον περίμενε μεγάλη τιμωρία. Η Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να μην πειράξουν τα κοπάδια του πατέρα της, του Ήλιου:
[[ Στης Θρινακίας το νησί θα φθάσεις, όπου βόσκουν
βόδια του Ηλίου πάμπολλα και σαρκωμέν' αρνία·
βοδιών επτά κοπές, αρνιών επτά, κι έχει πενήντα
κάθε κοπή· και δεν γεννούν, αλλ' ούτε ολιγοστεύουν·
δυο νύμφες καλοπλέξουδες επιστατούν εκείνα,
Φαέθουσα και Λαμπετιά, και θυγατέρες είναι
του Ηλίου του Υπερίονα και της καλής Νεαίρας.
τες γέννησε και ανάστησεν η σεβαστή μητέρα,
και εις το νησί τες έβαλε να ζουν της Θρινακίας,
τα πατρικά τους πρόβατα και βόδια να φυλάγουν.
και αν δεν τα εγγίζεις κι εννοιασθείς για την επιστροφή σου,
τότε, και αν πάθετε πολλά, θα φθάστε εις την Ιθάκη·
αλλ' αν τα βλάψεις, όλεθρο προβλέπω εις το καράβι
και εις τους συντρόφους· και αν σωθείς μόνος εσύ, θα φθάσεις
αργά και κακώς έχοντας, και από συντρόφους έρμος». ]] (Όμηρος, Οδύσεια, μ΄, 127- 141)
Οι σύντροφοι του Οδυσσέα, όμως, παράκουσαν τις εντολές του, έσφαξαν από τα βόδια του και γι’ αυτό τιμωρήθηκαν. Δεν τους τιμώρησε ο ίδιος ο θεός. Αλλά παραπονέθηκε στον Δία και τον πνιγμό τους τον προκάλεσε ο συννεφοσυνάχτης Δίας. Μας αναφέρει ο Όμηρος:
[[ Κι έτρεξε ευτύς η Λαμπετώ, με το συρτό φουστάνι,
μαντατοφόρα γλήγορη, στον Ήλιο να μηνύσει
πως του 'σφαξαν τα βόδια του· κι ο Ήλιος θυμωμένος
τους αθανάτους φώναξε και τους παρακαλούσε·
«Δία πατέρα, κι οι λοιποί μακαριστοί κι αιώνιοι,
πλερώστε εσείς τους άσεβους συντρόφους του Δυσσέα,
που τα γελάδια μου 'σφαξαν, που με χαρά θωρούσα
στον ουρανό όταν πήγαινα τον αστροστολισμένο,
και πίσω πάλε όταν στη γης γυρνούσα απ' τα ουράνια.
Και των βοδιών την πλερωμή, που πρέπει, αν δε μου δώσουν
θα πάω στον Άδη να χωθώ και στους νεκρούς να φέγγω».
Κι ο Δίας τότε απάντησε ο συγνεφοσυνάχτης·
«Ήλιε μου, λάμπε στους θεούς και στους θνητούς στον κόσμο,
κι εγώ μ' αστροπελέκι μου - στο τάζω - φλογισμένο
να σπάσω το καράβι τους στη μέση του πελάγου».]] (Όμηρος, Οδύσεια, μ΄, 374- 387)
Ο Ήλιος είναι ο κατ' εξοχὴν θεός της όρασης. Και εξ αιτίας του φωτός που παρέχει ο Ήλιος είναι εφικτή η όραση. Σύμφωνα με τν Πλάτωνα, το κυριότερο όργανο του ανθρώπου είναι οι οφθαλμοί του, που ονομάζονται φωσφόροι. Το ανόθευτο πυρ της ψυχής είναι ομοειδές με το ηλιακό φως και ρέει από τους οφθαλμούς λείο και πυκνό. Καθώς το ρεύμα της όρασης ρέει προς τα έξω, συνενώνεται με το ομοειδές του ηλιακό φως, δημιουργώντας ένα ομογενές πεδίον, που είναι οικείο στην ευθεία των οφθαλμών.
Όλοι οι μύστες τον τίμησαν και κάποιοι έγραψαν θαυμάσιους ύμνους για τον Ήλιο:
[[ Εισάκουσέ με, βασιλέα του νοητικού πυρός, Τιτάνα με τα χρυσά ηνία, εισάκουσέ με,
χορηγέ του φωτός, βασιλέα, που ο ίδιος κρατάς το κλειδί της ζωογόνας πηγής και διοχετεύεις από ψηλά πλούσιο ρεύμα αρμονίας στους Κόσμους της ύλης.
Εισάκουσέ με. Γιατί εσύ, που βρίσκεσαι στην υπέρ του αιθέρος μεσαία έδρα και κατέχεις τον ολοφώτεινο δίσκο, την καρδιά του Κόσμου, γέμισες τα πάντα με τη δική σου πρόνοια που διεγείρει τον νου…
Ζωσμένοι οι πλανήτες με τους αιώνιους πυρσούς σου, στέλνουν με τους αδιάκοπους και ακούραστους χορούς τους ζωογόνες σταγόνες στα επιχθόνια. Κάτω από τις επαναλαμβανόμενες πορείες του άρματός σου αναβλάστησε ολόκληρη η πλάση σύμφωνα με την τάξη των Ωρών.
Ο ορυμαγδός των ιόντων συγκρούονταν μεταξύ τους σταμάτησε μόλις εμφανίστηκες από τον άρρητο γονιό σου. Μπροστά σου υποχώρησε ο ακλόνητος χορός των Μοιρών. Και ξανακλώθουν πάλι το νήμα της άφευκτης ανάγκης, όταν θελήσεις.
Γιατί ολόγυρα κυβερνάς, ολόγυρα βασιλεύεις με ισχύ. Από τη δική σου σειρά ξεπήδησε ο βασιλιάς του τραγουδιού που υπακούει στο θείο, ο Φοίβος. Ψάλλοντας θεόπνευστα τραγούδια με τη συνοδεία της κιθάρας ησυχάζει το μεγάλο κύμα της βαριόηχης πλάσης.
Από τον δικό σου σωτήριο θίασο ξεπήδησε ο γλοικόδωρος Παιάνας και επέβαλε στον πλατύ κόσμο τη δική του υγεία, γεμίζοντας τον με άφθαρτη αρμονία. Εσένα υμνούν ως ξακουστό πατέρα του Διονύσου.
Άλλοι πάλι στα τραγούδια σε εξυμνούν ως βακχικό Άττη στα απώτατα βάθη της ύλης και άλλοι ως όμορφο Άδωνη.
Φοβούνται την απειλή του γοργού μαστιγίου σου οι αγριόψυχοι δαίμονες που βλάπτουν τους ανθρώπους και μηχανεύονται κακά για τις δύστυχες ψυχές μας, προκειμένου για πάντα μέσα στον πάτο της βαριόηχης ζωής να υποφέρουν πεσμένες στα δεσμά του σώματος και έτσι να ξεχάσουν την ολοφώτεινη αυλή του υψηλού πατέρα.
Εσύ όμως, άριστε των θεών, στεφανωμένε με πυρ, όλβιε δαίμονα, εικόνα του θεού που γέννησε τα πάντα, ανυψωτή των ψυχών, εισάκουσέ με και καθάρισέ με για πάντα από κάθε αμαρτία.
Δέξου την πολυδακρισμένη ικεσία, σώσε με από τις ολέθριες κηλίδες, φύλαγε με μακριά από τις Ποινές καταπραΰνοντας το γρήγορο μάτι της Δικαιοσύνης που βλέπει τα πάντα.
Με σωτήρια βοήθειά σου ας χαρίζεις για πάντα στην ψυχή μου το αλεξίκακο αγνό φως, διαλύοντας τη φαρμακερή ομίχλη που καταστρέφει τους θνητούς.
Χάρισε ακόμα την ακεραιότητα και την υγεία με τα λαμπρά της δώρα στο σώμα μου και οδήγησέ με στη δόξα, ώστε σύμφωνα με τους θεσμούς των προγόνων να καλλιεργώ τα δώρα των ωριοπλόκαμων Μουσών.
Και δώσε μου, άναξ, αν θες, αδιατάρακτη ευτυχία για την λατρευτή ευσέβεια μου. Όλα μπορείς να τα κάνεις εύκολα.Γιατί έχεις ισχυρή και άπειρη δύναμη. Κι αν μας απειλεί κανένα κακό προερχόμενο από την άτρακτο της Μοίρας που περιστρέφεται ελικοειδώς κάτω από τα νήματα που κινούνται από τα άστρα, διώχνε το εσύ με τη μεγάλη φεγγοβολή σου. ]] (Πρόκλος, Ύμνος στον Ήλιο)
Αργότερα ο Ήλιος ταυτίστηκε με τον Απόλλωνα. Αυτό δεν είναι σωστό, γιατί υπάρχει μία σημαντική διάκριση μεταξύ τους. Ο Ήλιος είναι το «αισθητόν ον» και αποτελεί αντανάκλαση του νοητού θεού Απόλλωνα και των Ιδεών του επί του αισθητού πεδίου. Έτσι δεν είναι ορθό να θεωρούμε ότι ταυτίζονται, αλλ’ ότι ο Ήλιος προέρχεται από τον Απόλλωνα και πως αποτελεί μία από τις ελλόγιμες εκφράσεις του θεού. Συνεπώς ο Ήλιος είναι ο ορατός θεός ενώ ο Απόλλωνας είναι ο νοητός, ο οποίος είναι το αίτιο και αρχή του ορατού. Μεταφυσικά, η ύπαρξη του Ήλιου οφείλεται στον Απόλλωνα, ενώ η ύπαρξη του Απόλλωνα δεν οφείλεται στον Ήλιο, αλλά είναι αυθύπαρκτος και απορρέει από τον εαυτό του. Κλείνουμε αυτό το αφιέρωμα στον Ήλιο με το ακόλουθο απόσπασμα:
[[ ὅθεν οἱ μὲν πολλοὶ τῶν
προγενεστέρων ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἡγοῦντο θεὸν Ἀπόλλωνα
καὶ ἥλιον· οἱ δὲ τὴν καλὴν καὶ σοφὴν ἐπιστάμενοι
καὶ τιμῶντες ἀναλογίαν, ὅπερ σῶμα πρὸς ψυχὴν ὄψις δὲ
πρὸς νοῦν φῶς δὲ πρὸς ἀλήθειάν ἐστι, τοῦτο τὴν ἡλίου
δύναμιν εἴκαζον εἶναι πρὸς τὴν Ἀπόλλωνος φύσιν, ἔκγονον
ἐκείνου καὶ τόκον ὄντος ἀεὶ γιγνόμενον ἀεὶ τοῦτον
ἀποφαίνοντες. ἐξάπτει γὰρ καὶ προάγεται καὶ συνεξορμᾷ
τῆς αἰσθήσεως τὴν ὁρατικὴν δύναμιν οὗτος ὡς τῆς ψυχῆς
τὴν μαντικὴν ἐκεῖνος.]] (Πλούταρχος, Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν, 42)