Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Κοσμογονία: (Α΄) Σύμφωνα με την “Γένεση”

[ δαμ- ων ]

{ Σε μία σειρά άρθρων θα παρουσιάσουμε την κοσμογονία. Θα χρησιμοποιήσουμε την επικρατούσα θρησκευτική εκδοχή, που βασίζεται στην Εβραϊκή μυθιστορία της Π. Διαθήκης (*1), καθώς και την Ελληνική Μυθολογία και Φιλοσοφία. }
Όλα στο Σύμπαν ξεκινούν από τη δημιουργία του Κόσμου. Χωρίς κόσμο, χωρίς το κόσμημα του Δημιουργού, δε μπορεί να υπάρξει ανθρωπότητα, δε μπορεί να υπάρξει ζωή. Ο λεγόμενος έμβιος κόσμος πρέπει να έχει το “σπίτι” του για να ζήσει. Θέλει τον πλανήτη του, τον ήλιο του, το ηλιακό του σύστημα. Έτσι είναι πρέπον και αναγκαίο να ξεκινήσουμε από την κοσμογονία. Με αυτήν ξεκινούν όλα τα “ιερά βιβλία”, όλες οι βίβλοι των λαών.
« Εν αρχή (*2) εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. η δε γη ήν αόρατοςκαι ακατασκεύαστος, και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος. και είπεν ο Θεός• γενηθήτω φως• και εγένετο φως. και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν…». Έτσι αρχίζει το πρώτο βιβλίο της Π. Διαθήκης, η “Γένεση” (*3).

Ο Θεός δημιουργεί τον Κόσμο

Θα ξεκινήσουμε από την περιγραφή της δημιουργίας του κόσμου μας, όπως παρουσιάζεται στη “Γένεση”.
Παραθέτουμε τα όσα αναφέρονται στο βιβλικό κείμενο:
[[ Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη. Η γη ήταν έρημη και ασχημάτιστη• ήταν σκοτάδι πάνω από την άβυσσο, και πάνω στα νερά έπνεε Πνεύμα Θεού.
Τότε είπε ο Θεός: «Να γίνει φως»• κι έγινε φως. Ο Θεός είδε ότι το φως ήταν καλό και το χώρισε από το σκοτάδι. Το φως ονόμασε “ημέρα” και το σκοτάδι “νύχτα”. Ήρθε το βράδυ, ήρθε το πρωί• πρώτη ημέρα.
Μετά είπε ο Θεός: «Στερέωμα να γίνει στα νερά ανάμεσα, για να χωρίζει νερά από νερά». Έτσι κι έγινε• δημιούργησε ο Θεός το στερέωμα και χώρισε τα νερά που ήταν κάτω απ’ αυτό, από κείνα που ήταν πάνω απ’ αυτό. Κι ονόμασε ο Θεός το στερέωμα “ουρανό”. Ήρθε το βράδυ, ήρθε το πρωί• δεύτερη μέρα.
Τότε είπε ο Θεός: «Να συναχθούν σε ένα τόπο τα νερά που είναι κάτω από τον ουρανό και να φανεί η στεριά». Έτσι κι έγινε. Τα νερά που ήταν κάτω από τον ουρανό συνάχθηκαν στον τόπο τους, και φάνηκε η στεριά. Κι ονόμασε ο Θεός “γη” τη στεριά και το σύναγμα των υδάτων το είπε “θάλασσες”. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Μετά είπε ο Θεός: «Να πρασινίσει η γη: Να βλαστήσουν πάνω σ’ αυτήν χορτάρια που να βγάζουν σπόρους, και καρποφόρα δέντρα, που ανάλογα με το είδος τους να κάνουν καρπούς, οι οποίοι να περιέχουν τους σπόρους τους». Έτσι κι έγινε. Πρασίνισε η γη: Βλάστησε χορτάρια που έβγαζαν σπόρους ανάλογα με το είδος τους, και καρποφόρα δέντρα, που οι καρποί τους περιείχαν τους σπόρους τους, ανάλογα με το είδος τους. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. Ήρθε το βράδυ, ήρθε το πρωί• τρίτη ημέρα.
Τότε είπε ο Θεός: «Να γίνουν φωτεινά σώματα στο στερέωμα του ουρανού, για να χωρίζουν την ημέρα από τη νύχτα, για να είναι σημάδια για τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη, ώστε από το στερέωμα του ουρανού να φωτίζουν τη γη». Έτσι κι έγινε. Δημιούργησε ο Θεός τα δύο μεγάλα φωτεινά σώματα- το μεγαλύτερο για να κυριαρχεί την ημέρα, και το μικρότερο για να κυριαρχεί τη νύχτα• δημιούργησε και τ’ αστέρια. Και τα έβαλε όλα στο στερέωμα του ουρανού για να φωτίζουν τη γη, για να κυριαρχούν την ημέρα και τη νύχτα και να χωρίζουν το φως απ’ το σκοτάδι. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. Ήρθε το βράδυ, ήρθε το πρωί• τέταρτη ημέρα.
Τότε είπε ο Θεός: «Να γεμίσουν τα νερά με ζωντανές υπάρξεις πλήθος, και να πετάνε πτηνά πάνω από τη γη προς το στερέωμα του ουρανού». Έτσι δημιούργησε ο Θεός τα μεγάλα κήτη και όλα τα είδη των ζωντανών οργανισμών, που κολυμπούν και γεμίζουν τα νερά. Επίσης δημιούργησε όλα τα είδη των πτηνών. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. Τα ευλόγησε λοιπόν όλα ο Θεός και τους είπε: «Να πολλαπλασιάζεστε και να γεμίσετε τα νερά των θαλασσών• και τα πτηνά ας πληθαίνουν πάνω στη γη». Ήρθε το βράδυ, ήρθε το πρωί• πέμπτη ημέρα.
Τότε είπε ο Θεός: «Να βγάλει η γη κάθε είδος ζωντανού οργανισμού: Όλα τα είδη των ζώων, των ερπετών και των θηρίων». Έτσι κι έγινε. Δημιούργησε ο Θεός όλα τα είδη των αγρίων ζώων, των ήμερων ζώων και των ερπετών της γης. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό.
Μετά είπε ο Θεός: «Ας φτιάξουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα τη δική μας και την ομοίωση…]] ( Γένεσις, α΄ 1-26)
Σχετικά με τη δημιουργία του ανθρώπου θα γράψουμε στο άλλο άρθρο. Κι αφού έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και του έδωσε κάθε εξουσία πάνω στα πλάσματα της γης, τελείωσε η έκτη ημέρα της δημιουργίας. Η συνέχεια έχει ως εξής:
[[ Έτσι ολοκληρώθηκαν ο ουρανός και η γη και ό,τι υπάρχει σ’ αυτά. Μέχρι την έκτη μέρα ο Θεός είχε τελειώσει το έργο του και την έβδομη μέρα σταμάτησε να δημιουργεί. Την έβδομη ημέρα την ευλόγησε και την καθαγίασε, γιατί αυτήν την ημέρα ολοκλήρωσε τη δημιουργία του και αναπαύθηκε. Έτσι, λοιπόν, δημιουργήθηκαν σταδιακά ο ουρανός και η γη. ]] ( Γένεσις, β’ 1-4)
Στη “Γένεση” τα πάντα δημιουργήθηκαν από το Θεό. Αυτός δια του λόγου δημιούργησε το καθετί. Μόνον τον άνθρωπο έπλασε από το χώμα της γης και του ενεφύσησε πνοή ζωής. Κι έχουμε μια διαδοχική δημιουργία μέσα σε έξι περιόδους- ημέρες. Στη διάρκεια της έκτης, κι αφού πρώτα δημιούργησε τα ζώα, έπλασε τον άνθρωπο κατά της εικόνα Του. Μετά, λέει το βιβλικό κείμενο, κι αφού ευλόγησε τα πάντα, αναπαύτηκε. Θα τολμούσαμε να φέρουμε αντίρρηση στα όσα ισχυρίζεται ο συγγραφέας ή οι συγγραφείς του βιβλίου, που εξετάζουμε, δηλ. της “Γένεσης”, σχετικά με την ανάπαυση του Δημιουργού. Καθημερινά οι επιστήμονες γίνονται μάρτυρες ενός συνεχούς “γίγνεσθαι” στο Σύμπαν. Καινούργια αστέρια γεννιούνται, ενώ άλλα πεθαίνουν. Νέοι κόσμοι αναφύονται σε τεράστιες αποστάσεις από εμάς, από την ασήμαντη αστρονομικά Γη μας μέσα στην κλίμακα του μεγάκοσμου. Αλλού εκλύονται τεράστια ποσά ενέργειας κι αλλού σμίγουν λόγω των βαρυτικών έλξεων τεράστιες μάζες ύλης γεννώντας νέα ηλιακά συστήματα. Επομένως, αφού από αστρονομική άποψη το Σύμπαν βρίσκεται σε δυναμική κατάσταση, θα μπορούσαμε να πούμε από θρησκευτική άποψη ότι “ο Θεός δεν αναπαύτηκε… συνέχεια δημιουργεί…”.
O Ηράκλειτος μας λέει: « κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και εστίν πυρ αείζωον » [ μετάφρ.: αυτόν τον κόσμο, που είναι όλα ένα, ούτε κάποιος θεός, ούτε άνθρωπος δημιούργησε, αλλά πάντα υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, μια φωτιά που ζει αιωνίως ]. Υπονοεί ότι το Σύμπαν, που σήμερα αντικρίζουμε, προέρχεται από κάποιο άλλο Σύμπαν, που υπήρξε πριν το δικό μας. Αλλά και το δικό μας, όταν φτάσει στο τέλος του, κι αφού μεσολαβήσει μια περίοδος αδράνειας, μια “Νύχτα του Μπράχμα”, θα δώσει την ύλη- ενέργεια για ένα άλλο, το επόμενο Σύμπαν. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ζούμε σ’ ένα “παλλόμενο Σύμπαν”, όπως ονομάζεται το μοντέλο που επινόησαν οι αστρονόμοι, για να περιγράψουν το κλειστό Σύμπαν, που ξεκινά από μια απειροελάχιστη περιοχή, η οποία δεν μπορεί να περιγραφεί με φυσικές και μαθηματικές έννοιες, πραγματοποιείται η “μεγάλη έκρηξη” και μέσα από μια διαδικασία συνεχούς “γίγνεσθαι” διαστέλλεται, φτάνει σε μια οριακή κατάσταση και μετά συστέλλεται, για να επανέλθει και πάλι στην πρότερη κατάσταση. Με μία όμως, διαφορά, θα τονίζαμε, από μεταφυσική άποψη. Περικλείει την συσσωρευμένη γνώση κι εμπειρία όλων των όντων που έζησαν σ’ αυτό. Αυτή η εμπειρία θα δώσει νέες δυνατότητες, ανώτερες, στο νέο Σύμπαν, που θα συμπεριλάβει μορφές πιο εξελιγμένες απ’ ό,τι περιελάμβανε το προηγούμενο. Έτσι σ’ αυτό το άχρονο παλλόμενο Σύμπαν εκδηλώνεται η Συμπαντική Ενέργεια- Πνεύμα, η Υπερδιάνοια που ονομάζουμε θεότητα, αυτοεξελισσόμενη!

Σχόλια:

● Στο επόμενο σχόλιο, που θα κάνουμε, θα στηριχθούμε σε καθαρά επιστημονικά δεδομένα, που δέχεται σήμερα η επιστημονική κοινότητα. Γι’ αυτό παραθέτουμε όσα δέχεται σήμερα η επιστήμη της κοσμολογίας, που συμπεριλαμβάνονται στη θεωρία της Μεγάλης έκρηξης και στη θεωρία της Ανάπαλσης:
Στην επιστήμη της κοσμολογίας, Μεγάλη έκρηξη (Big Bang) ονομάζεται η θεωρία σύμφωνα με την οποία το σύμπαν δημιουργήθηκε από μια υπερβολικά πυκνή και θερμή κατάσταση, πριν από περίπου 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια.
Κανείς φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τι υπήρχε πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη. Ο χρόνος και ο χώρος δεν είχαν οντότητα. Υπήρχε μόνο ο κοσμικός πυρήνας, ο αρχικός εκείνος σπόρος των απεριόριστων διαστάσεων, που περιέκλειε μέσα του το σπέρμα μιας ολόκληρης οικουμένης. Ο χρόνος και ο χώρος, όλα άρχισαν με τη Μεγάλη Έκρηξη. Έτσι, δεν έχει κανένα νόημα να μιλάει κάποιος για γεγονότα που συνέβησαν πριν από την Ώρα Μηδέν, γιατί πριν από αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ροή του χρόνου. Θα ήταν σαν να ρωτούσαμε τι υπάρχει βόρεια από το Βόρειο Πόλο. Η Ώρα Μηδέν είναι η στιγμή της εκκίνησης, από την οποία προέρχονται τα πάντα.
Στη θύελλα της δημιουργίας υποατομικά σωματίδια, μιόνια, πιόνια, μεσόνια, αλληλοσυγκρούονται και εκτινάσσονται. Η ύλη εκμηδενίζει την αντιύλη, η αντιύλη καταστρέφει την ύλη, εκλύοντας τεράστια ποσά ενέργειας. Φωτόνια ενέργειας μετατρέπονται σε ύλη, ύλη σε ενέργεια, ενέργεια σε ύλη. Ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου μετά την Ώρα Μηδέν, η θερμοκρασία του Σύμπαντος έχει πέσει στους 100 δισεκατομμύρια βαθμούς Κελσίου και τα κουάρκ αρχίζουν να παγώνουν, ενωμένα μεταξύ τους σε ομάδες δύο ή τριών. Αυτή είναι η στιγμή της δημιουργίας όλων των πρωτονίων και ουδετερονίων που υφίστανται σήμερα. Κάθε σωμάτιο της ύλης που βλέπουμε γύρω μας προέρχεται από εκείνο το πρώτο χιλιοστό του δευτερολέπτου.
Ένα δευτερόλεπτο μετά την Ώρα Μηδέν, το Σύμπαν αποτελείται από έναν ωκεανό ατομικών σωματιδίων, κατάσταση που συνεχίζεται για τρία ακόμη λεπτά. Αμέσως μετά, και καθώς η θερμοκρασία του Σύμπαντος έχει πέσει στο ένα δισεκατομμύριο βαθμούς Κελσίου, τα πρωτόνια και τα νετρόνια αρχίζουν να ενώνονται μεταξύ τους, σχηματίζοντας τους πυρήνες του υδρογόνου, αλλά η θερμοκρασία είναι ακόμη πολύ υψηλή για τη δημιουργία ατόμων. Στη διάρκεια των πρώτων 15 λεπτών της δημιουργίας το Σύμπαν μεγάλωσε κατά 30 φορές, ενώ την ίδια χρονική περίοδο δημιουργήθηκε όλο το υδρογόνο που υπάρχει σήμερα σε αυτό, καθώς και όλο το πρωταρχικό ήλιο. Έκτοτε, οποιαδήποτε πυρηνοσύνθεση (δημιουργία δηλαδή χημικών στοιχείων), γίνεται μόνο στο εσωτερικό των άστρων και στις εκρήξεις των σουπερνόβα. Σε είκοσι λεπτά η ενέργεια εξακολουθούσε να υπερισχύει της ύλης στο ταχύτατα διαστελλόμενο Σύμπαν. Και όταν η θερμοκρασία ελαττώθηκε στους 3.000 βαθμούς Κελσίου, τα πρωτόνια μπόρεσαν να συλλάβουν ηλεκτρόνια, σχηματίζοντας έτσι τα άτομα του υδρογόνου. Τώρα επιτέλους η ύλη επικρατεί στο νέο Σύμπαν, σχηματίζοντας μάζες αερίων που ονομάστηκαν “φωτογαλαξίες”.
Τελικά, μέσα σ` αυτούς τους φωτογαλαξίες τα νέφη υδρογόνου συνεχίζουν τη σύμπτυξή τους, έως ότου δισεκατομμύρια άστρα λαμπυρίζουν σε δισεκατομμύρια γαλαξίες. Και έτσι σε δύο δισεκατομμύρια χρόνια, οι γαλαξίες συνδέονται σε σμήνη που ακόμη και σήμερα φαίνονται να είναι προσκολλημένα στο εξωτερικό της επιφάνειας κοσμικών "φυσαλίδων", απολειφάδια μιας εποχής, όταν το Σύμπαν ήταν ακόμη "μωρό".
Το μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης υποστηρίζεται από πολλές παρατηρήσεις, αλλά και θεωρητικές προσεγγίσεις.
Όλοι μιλάνε για ένα “κοσμικό αβγό”. Τι σημαίνει κοσμικό αβγό; Σύνολο ύλης και ενέργειας συγκεντρωμένα σε ένα "σημείο", πράγμα που αποτελεί πρόβλημα για τους κοσμολόγους. Με την Μεγάλη Έκρηξη το αβγό έδωσε το σπέρμα, τη ζωή. Πότε έγινε η Μεγάλη Έκρηξη; Τότε που φάνηκε το φως.
Από τις πληροφορίες που μεταφέρει αυτό το φως οι επιστήμονες προσπαθούν να ανακαλύψουν τα γεγονότα κατά την Μεγάλη Έκρηξη, αλλά και πριν από αυτή! Στην προσπάθεια ενοποίησης όλων των διασπασμένων σήμερα δυνάμεων του Σύμπαντος έρχεται η θεωρία των χορδών και των υπερχορδών. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή ένα απλό σωματίδιο, όπως το ηλεκτρόνιο ή το κουάρκ, είναι σαφώς αντιληπτό ως μία παλλόμενη χορδή. Οι συχνότητες συντονισμού των διαφόρων σωματιδίων καθορίζουν τις ιδιότητές τους. Οι “δονήσεις” των χορδών πρέπει να λαμβάνουν χώρα μέσα σε έναν χωρόχρονο όχι των τεσσάρων διαστάσεων, αλλά των δέκα ή ένδεκα.
Τελευταία, η θεωρία της Κβαντικής Βαρύτητας, έχει ως απώτερο σκοπό την ενοποίηση των θεμελιωδών δυνάμεων της Φύσης. Είναι γνωστή ως βαρύτητα βρόχων και κβαντική γεωμετρία, ως μία κβαντική θεωρία του χωροχρόνου, η οποία προσπαθεί να συμφιλιώσει τις φαινομενικά ασυμβίβαστες θεωρίες της κβαντομηχανικής και της γενικής σχετικότητας.
Στην προσπάθεια προσομοίωσης της εξέλιξης του Σύμπαντος διαπιστώθηκε ότι τα αποτελέσματα συμφωνούσαν με τη θεωρία της Γενικής Σχετικότητας, χωρίς να εμφανίζεται η ασυνέχεια στην αρχή της Μεγάλης Έκρηξης.
Καθώς, δηλαδή, επιχειρούσαν την σύνθλιψη του Σύμπαντος και η ύλη συγκεντρωνόταν σιγά-σιγά σε χώρο διαστάσεων του Planck, η σύνθλιψη του αρχικού Σύμπαντος και επομένως η κατάρρευσή του σταμάτησε και εμφανίστηκε μία Ανάπαλση (Αναγέννηση), από την οποία προήλθε ένα καινούριο Σύμπαν!
Αυτό εξηγείται από το ότι τα κβάντα του χώρου και του χρόνου δεν επιτρέπουν τη συμπίεση της υφής τους πέραν ενός ορισμένου σημείου. Έτσι εμφανίζεται μία Μεγάλη Ανάπαλση του συστελλόμενου προ-Σύμπαντος και μέσω ενός ιδιαίτερου κοσμικού γεγονότος εμφανίζεται το νέο διαστελλόμενο Σύμπαν.
Με τον τρόπο αυτό εξηγείται και ο Πληθωρισμός στις αρχικές στιγμές, δηλαδή η πολύ γρήγορη διαστολή του Σύμπαντος. Η μικρή περίοδος κβάντωσης των φυσικών φαινομένων και ο πληθωρισμός για πρώτη φορά προβλέπονται από τη θεωρία. Βέβαια, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των επιστημόνων, ένα μεγάλο μέρος πληροφοριών του προσύμπαντος που υφίσταται την Ανάπαλση δεν μεταφέρονται στο νέο Σύμπαν, λόγω στατιστικών διακυμάνσεων, οι οποίες συνοδεύουν την κβαντική περίοδο ενός φυσικού συστήματος.
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι: Χάνονται όντως οι πληροφορίες του προ- σύμπαντος το οποίο υφίσταται την Ανάπαλση, χωρίς να μεταφέρονται στο νέο Σύμπαν ή αποθηκεύονται στη Συμπαντική Μνήμη από την οποία μπορούν να ανακληθούν από τη συνειδητότητα; Έτσι, η θεωρία της Μεγάλης Ανάπαλσης βγάζει τους επιστήμονες από τη δύσκολη θέση της γέννησης του Σύμπαντος από το “τίποτε”, με την Μεγάλη Έκρηξη, και καταργεί την αδυναμία της προσέγγισης των γεγονότων στις πρώτες στιγμές της δημιουργίας του, αλλά και πριν απ’ αυτή, τα οποία δεν ακολουθούν τους γνωστούς φυσικούς νόμους.




● Οι θεολόγοι προβάλλουν και επιμένουν στην δημιουργία εκ του μηδενός. Όμως διαβάζουμε: «η δε γη ήν αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γένεση, α΄, 2). Το κείμενο σαφώς αναφέρει την άβυσσο, το ησιόδειο Χάος, που μας οδηγεί σε ύλη, όχι όπως την γνωρίζουμε σήμερα, μορφοποιημένη, αλλά σε ύλη που ήταν σε αταξία. Επιπλέον μας λέει ότι το Πνεύμα Θεού κινιόταν «επάνω του ύδατος». Δεν μιλάει για κενό, για το απόλυτο τίποτα, αλλά «επάνω της αβύσσου», και «επάνω του ύδατος»!
Για την ελληνική γλώσσα, Χάος σημαίνει την χαίνουσα άβυσσο, ουσιαστικά σημαίνει την αταξία, τη σύγχυση, αυτό που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε. Χάος σημαίνει το σύνολο της ουσίας σε που είναι σε ανενεργό κατάσταση. Χάος είναι το άμορφο Άπειρο, το ανεκδήλωτο Παν, δηλ η άμορφη ύλη πριν εκδηλωθεί, που σημαίνει τις ουσίες πριν αυτές εκδηλώ¬σουν τους νόμους τους.
Με τις σημερινές γνώσεις, άβυσσος δεν είναι αυτό που δεν υπάρχει, το τίποτα, αλλά “αυτό”, που οι γνώσεις μας δεν μπορούν να περιγράψουν! Είναι το “σημείο” συσσώρευσης ενέργειας και ύλης, όπου τα πάντα είναι σε αταξία.
Στο πρώτο δευτερόλεπτο της δημιουργίας, πολύ πριν να σχηματιστεί ο ουρανός και η γη, έχουμε έναν ωκεανό ατομικών σωματιδίων με “εν δυνάμει” τη δυνατότητα να συνθέσουν γαλαξίες, αστέρια και πλανήτες. Ο ωκεανός των σωματιδίων είναι το “ύδωρ” πάνω από το οποίο επεφέρετο το πνεύμα Θεού, δηλαδή ο Νόμος του Δημιουργού, η Θέληση και το Σχέδιο για τη σύνθεση των σωματιδίων.
Στο πολύ λιτό κείμενο: «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. η δε γη ήν αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος.», ο μεταφραστής δίνει την ακόλουθη μετάφραση: «Όταν ήλθεν η κατάλληλος ώρα να δημιουργηθή από το μηδέν ο υλικός κόσμος∙ εις την αρχήν εκείνην του χρόνου, ο οποίος έχει την ιδίαν αρχήν με την υλικήν δημιουργίαν, ο άναρχος και παντοδύναμος Τριαδικός Θεός, η μακαρία φύσις και ανεξάντλητος αγαθότης, η αρχή όλων των όντων και η άφθαστος σοφία εδημιούργησεν από το μηδέν, «εξ ουκ όντων», από ύλην, η οποία δεν προϋπήρχεν, το υλικόν σύμπαν. Εδημιούργησε τον ορατόν τούτον κόσμον, τον έθεσεν εις κίνησιν και καθώρισε νόμους δια την εξέλιξίν του, ακαριαίως∙ δηλαδή ευθύς μόλις εξεφράσθη το παντοδύναμον και πάνσοφον θέλημά του. Η δε γη όχι όπως την βλέπομεν σήμερον, αλλ’ εκείνο το πρωτόγονον χάος, ήταν αθέατος, αδιαμόρφωτος και ασχημάτιστος μάζα, χωρίς τάξιν∙ ήταν χωρίς κανένα στολισμόν. Ήταν αθέατος, διότι σκοτάδι πηκτόν εκάλυπτε το πρόσωπόν της ένεκα της ελλείψεως φωτός και διότι την εσκέπαζαν πολλά και βαθειά νερά, τα οποία δεν είχαν ακόμη συγκεντρωθή και περιορισθή εις την θέσιν, που θα τους καθώριζεν αργότερα ο Θεός. Και το Άγιον Πνεύμα εκινείτο επάνω από την άβυσσον των νερών και με την ζωτικήν ενέργειάν του συνέθαλπε και αζωγονούσε την φύσιν των νερών, όπως το πτηνόν, το οποίον κλωσσά τα αυγά του. Τοιουτοτρόπως το Άγιον Πνεύμα, το οποίον συμμετείχε εις την δημιουργικήν ενέργειαν, προετοίμασε και διέπλασσε την φύσιν των νερών, ώστε να αναπηδήση από τα στοιχεία της ύλης, που ήσαν νεκρά και άμορφα μεταξύ των, η νέα δημιουργία με την ποικιλίαν της ζωής.» (Π. Διαθήκη, Γένεσις, υπό Ν.Π. Βασιλειάδη). Το «εξ ουκ όντων» προφανώς δεν αναφέρεται στο βιβλικό κείμενο. Είναι θεολογική παρεμβολή! Τώρα πώς δικαιολογείται το «Άγιον Πνεύμα εκινείτο επάνω από την άβυσσον των νερών», όπου το «επάνω προϋποθέτει χώρο» και το «άβυσσος των νερών» προϋποθέτει “κάτι” υλικής φύσης, έστω και απροσδιόριστο με τις σημερινές γνώσεις, με το «εξ ουκ όντων», μόνο οι θεολόγοι μπορούν να το εξηγήσουν… Ίσως να απαιτείται μεγάλη πίστη, την οποία εμείς οι ορθολογιστές μάλλον δεν έχουμε.

 Οι ερμηνευτές του βιβλικού κειμένου δέχονται τη θεοπνευστία της “Γένεσης” και απορρίπτουν κάθε φιλοσοφική προσέγγιση της Κοσμογονίας. Η έπαρση δε είναι τέτοια, ώστε να δέχονται την απλοϊκή διήγηση του Μωυσή ( είναι όμως συγγραφέας ο Μωυσής; ) και ν’ αποστρέφουν το πρόσωπο από κάθε άλλη ερμηνεία και θεολογική άποψη. Λένε:
[[ Τοιουτοτρόπως ο εκτός της θείας Αποκαλύψεως κόσμος δεν κατόρθωσε δια της σοφίας του να λύσει το πρόβλημα τούτο ( δηλ. της δημιουργίας του σύμπαντος ) και να γνωρίσει τον κτίστην του σύμπαντος. Αρκετοί μάλιστα όχι μόνον δεν εγνώρισαν τον Θεόν, αλλά ελάτρευσαν ψευδείς θεούς.
Αλλ’ η Αγία Γραφή, η οποία περιέχει την αποκάλυψιν του Θεού προς ημάς τους ανθρώπους, και η οποία μας πληροφορεί δι’ όσα μας είναι απαραίτητα δια να γνωρίσωμεν τον Θεόν, την αγαθήν πρόνοιάν του και την πάνσοφον οικονομίαν του, ευθύς εξ αρχής, από την πρώτην σελίδα της, χύνει άπλετον φως εις το θέμα της δημιουργίας του φυσικού κόσμου. Μας αποκαλύπτει ότι ο κόσμος εδημιουργήθη μετά του χρόνου από τον άχρονον, προσωπικόν Τριαδικόν Θεόν, ο οποίος υπάρχει « προ πάντων των αιώνων » και πριν από όλους τους κόσμους. Ακόμη, ότι ο κόσμος αυτός εδημιουργήθη « εκ του μηδενός » από τον πάνσοφον και παντοδύναμον Τριαδικόν Θεόν. ]]
Δέχονται πως ο Θεός έχει ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα, εκλεκτούς προς τους οποίους φανερώνει τα σχέδιά του, κι αυτοί ανήκουν στο εκλεκτό γένος των Εβραίων στα προ του Χριστού χρόνια, ενώ μετά οι νέοι εκλεκτοί ανήκουν μόνο στους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Βέβαια, με φαρισαϊσμό διδάσκουν την ταπεινότητα, την οποία χρησιμοποιούν για τους άλλους κι όχι για τους εαυτούς τους. Οι ίδιοι αποτελούν τις θεολογικές αυθεντίες, δια μέσω των οποίων, όπως λένε, μιλάει ο Θεός.
Μα είναι δυνατό ο Θεός να αποκάλυψε την αλήθεια μόνο σ’ έναν λαό, μόνο σε μια θρησκευτική κάστα; Κι αφού ο Θεός είναι Αγάπη, γιατί οι εκλεκτοί του βγάζουν τόσο μίσος και τόση αποστροφή για τους ετερόδοξους; Η αγάπη δεν επικρατεί ούτε καν στην εκκλησία του Χριστού, όπου επίσκοποι αλληλοϋπονομεύονται και “σφάζονται” για τα συμφέροντά τους. Ας καταλάβουμε ένα πράγμα. Ο Θεός δεν μεροληπτεί. Δεν μπορούμε να Του φορτώνουμε τα δικά μας ελαττώματα, τις δικές μας αδυναμίες. Όλοι οι λαοί είναι παιδιά Του, όλες οι θρησκείες Αυτόν έχουν σαν επίκεντρο. Όλοι κατέχουν την αλήθεια! Ακόμη κι αυτοί που λατρεύουν τη φύση, γιατί η φύση είναι προβολή του Θεού στον υλικό κόσμο. Όλοι οι “δρόμοι” οδηγούν σ’ Αυτόν, γιατί όλοι οι δρόμοι είναι δικοί Του! Ακόμη και οι “επηρμένοι σοφοί” χρησιμοποιούν το θείο δώρημα της διάνοιας για να προσεγγίσουν τον Δημιουργό των πάντων, κι ας τους κατηγορούν οι “ταπεινοί” θεολόγοι:
[[ Ήδη ο πρώτος στίχος της Γενέσεως μας δίδει πειστικήν απάντησιν εις το ερώτημα « ποίος εδημιούργησε το σύμπαν; ». Το κεφάλαιον τούτο δεν έχει το αντίστοιχόν του εις καμμίαν κοσμογονίαν άλλων λαών. Ο Μωϋσής ομιλεί μεν ανθρωποπαθώς περί Θεού, αλλ’ η εξιστόρησις της δημιουργίας του κόσμου χαρακτηρίζεται αφ’ ενός από θεοπρεπές μεγαλείον και βάθος και αφ΄ετέρου από καταπληκτικήν σαφήνειαν, ακρίβειαν και απλότητα. Δια τούτο η ζωντανή πίστις των Χριστιανών κατανοεί τους λόγους της Γενέσεως πολύ καλύτερα και πολύ ευκολώτερα από την « επηρμένην διάνοιαν » των σοφών του κόσμου. « Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι » ( Εβρ. ια’ 3 ), ομολογεί ο Απόστολος και μαζί του όλοι οι πιστοί και όλες οι ταπεινές επιστημονικές διάνοιες. ]]
Ανάλογα με τα γυαλιά που φοράς, μπορείς να δεις τον κόσμο των φαινομένων σε σμίκρυνση ή σε μεγέθυνση. Έτσι οι αναλυτές του βιβλικού κειμένου από τον άμβωνα, στο απλοϊκό κείμενο της “Γένεσης” δίνουν θεοπρεπές μεγαλείο και προτείνουν να στηριχθούμε στην πίστη για να κατανοήσουμε τους λόγους της “Γένεσης” και ν’ απορρίψουμε τις επιστημονικές θεωρίες με τα κοσμολογικά μοντέλα. Ξεχνούν τα σφάλματα που διέπραξαν κατά της επιστημονικής σκέψης και την οπισθέλκουσα επίδραση στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ήταν εγκληματικό για τον Χριστιανισμό, να πεις πως η Γη δεν αποτελεί το κέντρο του κόσμου, αλλά είναι ένας μικρός πλανήτης που περιφέρεται γύρω από τον ήλιο. Κινδύνευες να καταδικαστείς από την “ιερά εξέταση”.
O Θεός μας προίκισε με νου, για να Τον προσλαμβάνουμε με τη σκέψη. Διαφορετικά θα ήμασταν σαν τα πρόβατα, όπως μας θεωρεί η εκκλησία, και θα ακούγαμε μόνο αυτά που μας λένε οι “σοφοί”- εκλεκτοί του Θεού, που σκέφτονται για εμάς. Αλλά δεν έχουν καταλάβει το νόημα της δημιουργίας και τον σκοπό του ανθρώπου. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να Τον μελετήσει, για να Τον κατανοήσει, για να συλλέξει εμπειρίες και γνώση, επομένως για να χρησιμοποιήσει το νου! Δεν υπάρχουν για τον Πατέρα όλων καλύτερα κι εκλεκτότερα παιδιά, γιατί όλα είναι παιδιά Του. Κι ο πιο τιποτένιος, είναι εκλεκτός Του! Ο Θεός θέλει να Τον νοήσουμε όπως μπορούμε, όπως μας επιτρέπει η καρδιά μας και η διάνοιά μας. Κι επειδή δεν βιάζεται, αφού είναι αιώνιος κι άχρονος, γνωρίζει πως κάποτε θα Τον κατανοήσουμε πλήρως. Τότε η κάθε μια ψυχή από “υιός” θα γίνει “Υιός”. Αυτή είναι η εντολή Του, να γίνουμε Υιοί Του. Να γίνουμε θεοί! Ο Ιησούς ρωτάει τους Ιουδαίους: « ουκ έστι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών, εγώ είπα, θεοί εστέ; » ( Ιωάννης, ι’ 34 ). Και ο Απόστολος των Εθνών λέει: « αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού » ( Απ. Παύλος, επιστολή προς Ρωμαίους, η΄ 16 ) και σε κάποια άλλη επιστολή « ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; » ( Απ. Παύλος, Α΄ προς Κορινθίους, γ΄ 16 ).
Δεν χρειαζόμαστε πνευματικούς δυνάστες, αλλά πνευματικούς οδηγούς. Χρειαζόμαστε αυτούς που θα κατανοήσουν ότι τα λάθη μας δεν είναι αμαρτίες, αλλά τα εφαλτήρια για να εξελιχθούμε. Τα λάθη οδήγησαν στην πρόοδο. Το λάθος στη φύση, από τα όμοια κύτταρα έδωσε το διαφορετικό για να καταλήξουμε σε πολυκύτταρους οργανισμούς. Το λάθος στην κατεστημένη γνώση μας οδήγησε να σκεφθούμε ότι η γη δεν είναι επίπεδη αλλά σφαιρική, πως δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος και τα πάντα δεν περιστρέφονται γύρω απ’ αυτήν. Το λάθος στη θεωρία οδηγεί τον επιστήμονα να διατυπώσει άλλη, πληρέστερη θεωρία, τον γιατρό να αναζητήσει καλύτερη μέθοδο θεραπείας.
Το «λάθος» και ο «άθλος» έχουν τα ίδια ακριβώς γράμματα. Μέσα από το λάθος επιτυγχάνεται ο άθλος της ψυχής για να κατακτήσει τη γνώση. Ο Ηρακλής διέπραξε το λάθος, μετά από την μανία που του ενέβαλε η Ήρα, να σκοτώσει την οικογένειά του, και για να εξιλεωθεί επιτέλεσε τους δώδεκα μεγαλειώδεις άθλους του, ώστε να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες- εξυπηρετητές της ανθρωπότητας για να κερδίσει ως έπαθλο τον Ουράνιο Όλυμπο.
Δεν χρειαζόμαστε αμαθείς και με παρωπίδες πνευματικούς, που θα μας ελέγχουν σε κάθε μας βήμα, οι οποίοι επιβάλουν ποινές σε όσους έκαναν λάθη, αλλά θεραπευτές που θα μας δέσουν τις πληγές, και θα μας στείλουν να κάνουμε καινούργια λάθη, για να μάθουμε. Έχουμε ανάγκη να αναπνεύσουμε ελεύθερα, να χαρούμε την πνευματική μας ελευθερία, κι όχι να ζούμε κάτω από τον ίσκιο των “φωτισμένων” δήθεν ανθρώπων του Θεού.
Σχετικά με την αντίληψη περί κόσμου και περί Θεού, αυτή είναι έμφυτη, τυπωμένη στο DNA της ψυχής μας, στο υποσυνείδητο κάθε ανθρώπου, σε κάθε λαό, όπως λέει και ένας αρχαίος Έλληνας συγγραφέας:
[[ Για την φύση των θεών γενικά, και κυρίως για τη φύση του ηγεμόνα του σύμπαντος, αρχικά γεννήθηκε μια αντίληψη, μια ιδέα κοινή σε όλο το ανθρώπινο γένος, τόσο στους Έλληνες όσο και στους βαρβάρους, αναπόφευκτη και έμφυτη σε κάθε λογικό πλάσμα· μια αντίληψη που γεννιέται με τρόπο φυσικό, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου θνητού δασκάλου και χωρίς τις απατεωνιές των μυσταγωγών. ]] ( Δίων ο Χρυσόστομος, “Ολυμπιακός”, 27 )
Επομένως δεν χρειαζόμαστε κάποιον “δογματικό” θεολόγο να μας διδάξει την ύπαρξη του Θεού, γιατί πολλές φορές εμφιλοχωρεί δόλος, σκοπιμότητα, και από πνευματική ανάγκη μετατρέπεται σε εξουσία. Έτσι κατάντησαν την διδασκαλία της αγάπης. Σκοπιμότητα, υλική εξουσία και πλούτο. Καλοπέραση και φαρισαϊσμό. Η καλυμμένη απατεωνιά ενυπάρχει διάσπαρτη σε κάθε λειτουργικό κλάδο.
Ας συνεχίσουμε την ανάγνωση του Δίωνα:
[[ Λέγαμε λοιπόν ότι η σύλληψη της έννοιας του θεού και η αντίληψή της ύπαρξής του έχει ως πρώτη πηγή την έμφυτη εκείνη ιδέα, που ‘ναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους∙ μια ιδέα που γεννιέται από τα ίδια τα δημιουργήματα, την ίδια την πραγματικότητα, και που δεν οφείλεται σε κάποια πλάνη ούτε και σχηματίστηκε τυχαία, αλλά είναι πανίσχυρη και υπάρχει ανέκαθεν∙ εμφανίστηκε και εξακολουθεί να παραμένει σε όλα τα έθνη και αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των έλλογων όντων.
Και ως δεύτερη πηγή προσδιορίζουμε την επίκτητη αντίληψη, που την ενσταλάζουν στις ψυχές οι διηγήσεις, οι μύθοι και τα έθιμα- που άλλα είναι άγραφα και δίχως πατρότητα κι άλλων η πατρότητα πασίγνωστη. Ας πούμε πως ένα μέρος αυτής της επίκτητης αντίληψης έχει εθελούσιο και παραμυθητικό χαρακτήρα και ένα άλλο μέρος υποχρεωτικό και προστακτικό…Κανένα από τα δύο, βέβαια, δεν θα μπορούσε να έχει ισχύ, αν δεν προϋπήρχε η πρώτη εκείνη έμφυτη ιδέα που εξ αιτίας της, με τη θέλησή τους οι άνθρωποι και κατά κάποιο τρόπο ξέροντάς τα κι οι ίδιοι από τα πριν, δέχτηκαν τα παραγγέλματα των νομοθετών και τις παραμυθίες των ποιητών- άλλα σωστά, που δείχνουν τον ορθό δρόμο με συνέπεια, και μερικά πλανημένα. ]] ( Δίων ο Χρυσόστομος, “Ολυμπιακός”, 39- 40 ).
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν κατώτερη αντίληψη από τους Εβραίους για το Θεό τους. Ο Δίων ο Χρυσόστομος σε αγόρευσή του μπροστά από το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία κάνει ένα τέχνασμα λόγου, και φαντάζεται τον Φειδία να δικαιολογεί τον τρόπο που απεικόνισε το άγαλμά του:
[[ Κοίταξε προσεχτικά, να δεις αν το άγαλμα δεν ταιριάζει με όλες τις προσωνυμίες του θεού. Απ’ τους θεούς, μόνο ο Δίας επονομάζεται Πατήρ και Βασιλεύς, Πολιεύς, Ομόγνιος και Φίλιος και Εταιρείος αλλά και Ικέσσιος, Ξένιος και Επικάρπιος, και μύριες άλλες ονομασίες που όλες δείχνουν την καλοσύνη του: Βασιλεύς ονομάστηκε για την κυριαρχία και τη δύναμή του∙ Πατήρ, νομίζω, για την φροντίδα προς τους ανθρώπους και την πραότητα∙ Πολιεύς, γιατί προστατεύει το νόμο και μεριμνά για το κοινό όφελος∙ Ομόγνιος, για τους δεσμούς συγγένειας που ενώνουν θεούς και ανθρώπους∙ Φίλιος και Εταιρείος, γιατί ενώνει όλους τους ανθρώπους και θέλει όλοι να ‘ναι φίλοι μεταξύ τους και κανείς να μην είναι εχθρός και αντίπαλος με κανένα∙ Ικέσιος, επειδή ακούει και σπλαχνίζεται εκείνους που του απευθύνουν προσευχές∙ Φύξιος, γιατί προσφέρει καταφύγιο από τα κακά∙ Ξένιος, γιατί δεν πρέπει να αδιαφορούμε για τους ξένους, ούτε να βλέπουμε ως αλλότριο κανέναν άνθρωπο∙ και τέλος, Κτήσιος και Επικάρπιος, επειδή αυτός είναι η δύναμη της καρποφορίας και αυτός χαρίζει πλούτο και δύναμη.
Και στο βαθμό που ήταν δυνατό να τα αποδώσω όλα αυτά χωρίς τη χρήση του λόγου, μήπως δεν φάνηκα επαρκής, απ’ τη σκοπιά της τέχνης μου; Η δυνατή και μεγαλοπρεπής όψη του θέλει να μας δείξει ότι είναι κυρίαρχος και βασιλιάς∙ το πράο και φιλικό ύφος, την πατρική του φροντίδα∙ η μεγαλοπρέπεια και η αυστηρότητα, το ότι είναι προστάτης των Πόλεων και του Νόμου∙ η ίδια η ανθρώπινη μορφή του- ήδη παλιό σύμβολο- δηλώνει τη συγγένεια μεταξύ ανθρώπων και θεών∙ η φιλάνθρωπη, καλοσυνάτη και γεμάτη πραότητα μορφή του, το ότι είναι θεός της φιλίας, προστάτης των ικετών, προστάτης των ξένων και των φυγάδων∙ ενώ η απλότητα κι η μεγαλοφροσύνη που φανερώνει η όψη του, προσδιορίζουν σ’ ένα θεό προστάτη της περιουσίας και της καρποφορίας, γιατί στ’ αλήθεια ο θεός μοιάζει σα να προσφέρει και να χαρίζει αγαθά. ]] ( Δίων ο Χρυσόστομος, Ολυμπιακός, 75-77 )
Κτήσιος: προστάτης της περιουσίας.
Πολιεύς: προστάτης των πόλεων
Φίλιος: θεός της φιλίας
Εταιρείος: θεός της συντροφικότητας
Ικέσιος: προστάτης των ικετών
Επικάρπιος: προστάτης της καρποφορίας
Ομόγνιος: προστάτης του γένους
Φύξιος: προστάτης όσων αναζητούν καταφύγιο

-------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1): Διαθήκη: Η λέξη είναι παράγωγος του ρήματος διατίθημι (-θεμαι), που σημαίνει μεταξύ των άλλων διευθετώ κάτι με αμοιβαία συμφωνία, αλλά και διαθέτω την περιουσία μου με διαθήκη. Η αντίστοιχη λέξη στα εβραϊκά είναι berith, που παράγεται από τη ρίζα brh και σημαίνει κατά περίπτωση «τέμνω- τεμαχίζω», «τρώγω» και «εκλέγω- ορίζω». Όσοι εξαρτούν τη λέξη από τα ρήματα τέμνω- τεμαχίζω, ξεκινούν από τη συνήθεια των ανατολικών λαών, όπου συμπεριλαμβάνεται και το Ισραήλ, όταν συνήπταν διαθήκες φιλίας μεταξύ τους, να τις επισημοποιούν, δεσμευόμενοι με τον τεμαχισμό σε δύο μέρη των ζώων, που επρόκειτο να θυσιάσουν προς επισφράγισή τους. Αυτοί που το εξαρτούν από το ρήμα τρώγω, της προσδίδουν την έννοια της συνεστίασης, που συνήθως συνόδευε την επίσημη σύναψη μιας διαθήκης και στην οποία συμμετείχαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Τέλος, όσοι την εξαρτούν από τα ρήματα εκλέγω- ορίζω, της προσδίδουν την έννοια της εκλογής κάποιου προσώπου για μια αποστολή, είτε του ορισμού για την εκτέλεση ενός έργου.
Από τις τρεις αυτές έννοιες της λέξης berith, περισσότερο προσιδιάζει η τελευταία στο θεολογικό νόημα της μεταξύ Θεού και Ισραήλ διαθήκης, εφόσον για την σύναψή της ο Θεός εκλέγει το Ισραήλ ορίζοντας την απόστολή του στον κόσμο. Έτσι ο όρος «διαθήκη» όταν χρησιμοποιείται στη βιβλική γλώσσα, κατά τους θεολόγους, έχει διπλή σημασία, υπονοώντας αφ’ ενός μεν τη συμφωνία μεταξύ Θεού Γιαχβέ και του ιστορικού Ισραήλ και αφ’ ετέρου τη διάθεση της περιουσίας του Γιαχβέ προς το Ισραήλ με διαθήκη. Γιατί διακρίνεται στη σύναψή της μια κοινή συμφωνία κατά τα άλλα, όπου όμως προέχει η βούληση του Θεού να διαθέσει το περιουσιακό αγαθό της σωτηρίας του στο λαό του και δι’ αυτού σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Παλαιά Διαθήκη: Συντίθεται από το επίθετο «παλαιός» και το ουσιαστικό «διαθήκη». Ονομάζεται έτσι η συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ του Θεού Γιαχβέ και του αρχαίου Ισραήλ ως περιουσίου λαού δια μέσου των εκπροσώπων του, προπατόρων, πατριαρχών και λοιπών θρησκευτικών προσωπικοτήτων της ισραηλιτικής ιστορίας. Η συμφωνία αυτή εκφράζει την επιθυμία του πρώτου να σώσει, με τη συνδρομή του δεύτερου, τον άνθρωπο γενικά από την αμαρτία και να τον καταστήσει εκ νέου κοινωνό της ζωής του και μέτοχο της αιώνιας μακαριότητας. Είναι μια ιδιότυπη συνθήκη φιλίας, που δεν πρέπει ασφαλώς να εννοηθεί ως συμφωνία μεταξύ ίσων και υπό την έννοια της αμοιβαίας τήρησης υποχρεώσεων με τους ανθρώπινους όρους. Διότι η σύναψή της ανήκει στην πρωτοβουλία του Θεού από τον οποίο ο συμβαλλόμενος λαός του έχει σχέση εξάρτησης. Ο Θεός συνάπτει σύμφωνο συνεργασίας μ’ ένα λαό προς όφελος όλων των λαών, διότι επιθυμία του είναι να σώσει τον άνθρωπο με την συναίνεση του ιδίου του ανθρώπου, τον οποίο αντιμετωπίζει ως πρόσωπο ελεύθερο και υπεύθυνο.
Παράλληλα ο όρος «Παλαιά Διαθήκη» χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό της συλλογής των επί μέρους ιερών βιβλίων της, που εμπεριέχουν τον αποκεκαλυμμένο λόγο του Θεού, ο οποίος κατεγράφη από θεόπνευστους άνδρες και είχε ως αποδέκτη του τον παλαιό Ισραήλ, τον αποκαλούμενο «περιούσιο», ήτοι εκλεκτό, ως εκ της αποστολής του να μεταδώσει την ευλογία του Θεού στον κόσμο. Ο όρος στηρίχθηκε στην αναφορά του Αποστ. Παύλου: « Άχρι γαρ της σήμερον ημέρας το αυτό κάλυμμα επί τη αναγνώσει της παλαιάς διαθήκης μένει, μη αποκαλυπτόμενον ότι εν Χριστώ καταργείται » ( Β’ Κορινθίους επιστολή, γ’ 14 ).
Σε αντιδιαστολή με τον όρο «Παλαιά Διαθήκη», από το τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ. καθιερώθηκε και ο όρος «Καινή Διαθήκη», υποδηλώνοντας τη συμφωνία που συνομολογήθηκε εν Χριστώ μεταξύ του Θεού και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ο ίδιος ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο χρησιμοποίησε τον όρο «καινή διαθήκη»: « και λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων• πίετε εξ αυτού πάντες• τούτο γαρ εστι το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών.» ( Ματθαίος, κστ’ 27-28 ) Αυτό τονίζει και ο Αποστ. Παύλος: « ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων• τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμώ αίματι » ( Α’ Κορινθίους επιστολή, ια’ 25 )

(*2). Με τον ίδιο τρόπο αρχίζει το ευαγγέλιο του Ιωάννη, του μαθητή “ον ηγάπα ο Κύριος”: « Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. Πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. Και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν…ην το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. » ( Ιωάννου, Α’ 1-10)

(*3): Γένεσις: βρίσκεται επικεφαλής των βιβλίων ολόκληρης της Π. Διαθήκης, λόγω του εισαγωγικού χαρακτήρα που έχει το περιεχόμενό της στην ιερά ιστορία. Η ονομασία της, που σημαίνει «απαρχή, δημιουργός αιτία», προέρχεται από την ελληνική μετάφραση των Ο’. Προφανώς σχετίζεται με τις φράσεις του κειμένου της «αύτη η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης…» (2, 4) και «αύτη η βίβλος γενέσεως ανθρώπων» (5, 1), οι οποίες αντανακλούν την περί δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου εισαγωγική διήγηση αντιστοίχως. Αυτό βεβαιώνει και η σχετική αναφορά του Φίλωνος ότι «η πρώτη (βίβλος) καλείται και επιγράφεται Γένεσις από της του κόσμου γενέσεως, ην εν αρχή παριέχει…»
Στην εβραϊκή Βίβλο ονομάζεται Bere’shith (εν αρχή) από την αρκτική λέξη του κειμένου της, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα βιβλία του Νόμου. Προσέτι στην ελληνική χειρόγραφη παράδοση απαντά ως «Γένεσις κόσμου» ή «Βίβλος των γενέσεων», ενώ στην ιουδαϊκή του Ταλμούδ ως Sepher ri’shon (Βιβλίο πρώτο) ή Sepher beri’ath ha’olam (Βιβλίο δημιουργίας του κόσμου).
Το βιβλίο της Γενέσεως αναφέρεται αφ’ ενός μεν στην αρχή του σύμπαντος και την προϊστορία της ανθρωπότητας και αφ’ ετέρου στις ιστορικές αρχές του ισραηλιτικού λαού, που εκτείνονται από την κλήση του γενάρχη του Αβραάμ (ca. 1750 π.χ.) μέχρι το θάνατο του πατριάρχη Ιωσήφ (ca. 1600 π.χ.).



Δεν υπάρχουν σχόλια: