Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

[[ δαμ-ων ]]

Μούσες

Η παράδοση λέει ότι στον Όλυμπο είχαν γιορτή. Πάνω στο γλέντι ρώτησε ο Δίας τους καλεσμένους του θεούς, αν τους έλειπε κάτι για να είναι όλα τέλεια. Τότε αυτοί απάντησαν πως ο βασιλιάς τους έπρεπε να φτιάξει κάποιες θεότητες που θα μπορούσαν με λόγια ταιριαστά και γλυκιά μουσική να υμνολογήσουν τα μεγάλα κατορθώματα του βροντορίχτη Δία και τον θαυμαστό τρόπο, οπού έβαλε τάξη κι αρμονία στον Κόσμο των θεών και των ανθρώπων. Έτσι ο παντοδύναμος Δίας σκέφτηκε να γεννηθούν οι Μούσες.

Έριξε μια ματιά στον Κόσμο του και διέκρινε την ωραιότατη Μνημοσύνη. Έρωτας πλημμύρισε τη θεϊκή καρδιά του και έσμιξε μαζί της. Από την ένωση, λοιπόν, του Δία και της Μνημοσύνης γεννήθηκαν οι εννέα Μούσες, χαριτωμένες και όμοιες και με σύμφωνη γνώμη σε όλα. Οι εννέα Μούσες ήσαν: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία και η Καλλιόπη η ξεχωριστή από τις άλλες. Γεννήθηκαν στην Πιερία, βορειοανατολικά και όχι μακριά από την κορυφή του Ολύμπου. Γι’ αυτό λέγονται “Πιερίδες” αλλά και “Ολυμπιάδες”. Ο Ευριπίδης με το στόμα του χορού των Βακχών, λέει:

« Ή να ήμουνα στον Όλυμπο

σ’ εκείνη τη σεμνή πλαγιά

της όμορφης Πιερίας

που κατοικούν οι Μούσες. » (Ευριπίδης, Βάκχαι, 409- 411

Την ανατροφή τους ανέλαβε η νύμφη Ευφήμη ενώ ο Απόλλων τις μύησε στη μουσική τέχνη. Ο Απόλλων ονομάζεται και “Μουσαγέτης”, δηλαδή αρχηγός του χορού των Μουσών. Η μουσική που παίζει ο Απόλλων με τη συνοδεία των Μουσών παραλύει κάθε ωμή βία και φέρνει την αρμονία και την ειρήνη. Οι κόρες της Μνημοσύνης έγιναν τόσο επιδέξιες στη μουσική, ώστε κατόρθωσαν να νικήσουν σε αγώνα τις Σειρήνες, οι οποίες από την απελπισία τους έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν.

Η συνέχεια >>> εδώ

Ζούσαν στον Όλυμπο, τραγουδώντας και χορεύοντας κοντά στον πατέρα τους, τον Δία, που χαιρόταν να τις ακούει:

« Έτσι είπε· γέλασε η θεά, η ασπροχέρα Ήρα,

κι απ’ το παιδί της δέχτηκε στα χέρια της την κούπα·

αρχίζοντας από δεξιά νέκταρ γλυκό κερνούσε

από κροντήρι παίρνοντας σ’ όλους εκείνος τότε.

Γέλιο άσβηστο σηκώθηκε στους αθάνατους όλους,

που έβλεπαν τον Ήφαιστο τα πόδια του να σέρνει.

Έτσι έτρωγαν ολημερίς, ώσπου να δύσει ο ήλιος·

κανένας δε στερήθηκε του φαγητού μερίδιο

ούτε του Απόλλωνα την όμορφη κιθάρα

ούτε τις Μούσες· με σειρά όμορφα τραγουδούσαν. » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Α΄, 595-604)

Εδώ, στον Όλυμπο βρίσκονταν, όπου τραγούδησαν μετά τη νίκη των Ολυμπίων επί των Τιτάνων ένα τραγούδι που θεωρείται το αρχαιότερο άσμα τους, μαρτυρείται και η αρχαιότερη λατρεία τους. Γι’ αυτό και ο βασιλιάς Αρχέλαος θα καθιερώσει στο Δίον δραματικούς αγώνες προς τιμήν του Δία και των Μουσών (Διόδωρος Σικελιώτης 17.16.3-4), ενώ είναι στενά δεμένες με τη λατρεία του Διόνυσου και του Ορφέα.
Η παράδοση μας λέει ότι πολλοί αοιδοί από τον βορειοελλαδικό χώρο έχουν μητέρες Μούσες: ο Ορφέας και ο
Λίνος την Καλλιόπη, ο Υάκινθος την Κλειώ, ο βασιλιάς της Θράκης Ρήσος την Ευτέρπη. Ακόμη, αναφέρεται ότι η Θάλεια ήταν η μητέρα, από τον Απόλλωνα, των Κορυβάντων, θεοτήτων συνδεδεμένων με τη λατρεία των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης.

Στο άκουσμα της μελωδικής φωνής τους σβήνουν οι φλόγες από τους κεραυνούς του κεραυνόχαρου Δία, μαγεύονται όλοι οι θεοί, ακόμη κι ο Άρης γαληνεύει, ο αητός του Δία αποκοιμίζεται πάνω στο σκήπτρο του βασιλιά, ενώ τρομάζει οτιδήποτε αντιστρατεύεται τη θέληση του πατέρα τους, όπως ο τρομερός Τυφώνας.

Ο Πλάτωνας μας αναφέρει ότι οι θεοί με τις Μούσες μας κάνουν πιο ευχάριστο το βίο, χαρίζοντάς μας χαρούμενα διαλείμματα με τις θεσπισμένες γιορτές : «Και οι θεοί, από οίκτο στο ανθρώπινο γένος που από τη φύση του πλάστηκε να υποφέρει, μας εχάρισαν σαν διαλείμματα στους κόπους μας, διαδοχικές γιορτές με τους θεούς, και μας έδωσαν τις Μούσες με αρχηγό τους τον Απόλλωνα και το Διόνυσο για συνεορταστές, για να διορθώσουν την ανατροφή μας με τις γιορτές που γίνονται με τους θεούς.» (Πλάτωνας, “Νόμοι”, Β΄, 653d)

Αναζητώντας έναν πιο κατάλληλο τόπο για να διαμένουν, οι Μούσες. κατέβηκαν από τον Όλυμπο και εγκαταστάθηκαν στον Ελικώνα της Βοιωτίας, απ’ όπου ονομάστηκαν “Ελικωνιάδες”. Εκεί διέμεναν μαζί με τον Απόλλωνα και ασχολούνταν με συνθέσεις ύμνων, τοn χορό αλλά και με τη λατρεία και εξύμνηση του Δία, καθώς ήταν εκείνος που δημιούργησε τον “κόσμo”, δηλαδή έβαλε σε τάξη το σύμπαν και όρισε τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των θεών και ανθρώπων. Χορεύοντας ασταμάτητα γύρω από το βωμό του, έψαλλαν με μελωδική αρμονία τα κατορθώματά του. Αργότερα δημιουργήθηκε και παράδοση ότι κατοικούσαν στον Παρνασσό και τις ονόμαζαν “Παρνασσίδες”.

Το αρμονικό τους τραγούδι μάγευε το βασιλιά των θεών και των ανθρώπων, γέμιζε με ευφορία τις ψυχές όλων των θεών και γοήτευε ολόκληρη τη φύση η οποία στεκόταν ασάλευτη κάθε φορά που οι Μούσες ακούγονταν από την κορυφή του Ολύμπου, για να τις αφουγκραστεί: ο ουρανός, τα άστρα, η θάλασσα και τα ποτάμια, όλα σιωπούσαν ευλαβικά. Οι Μούσες τραγούδησαν στο γάμο της Θέτιδας με τον Πηλέα και της Αρμονίας με τον Κάδμο. Τραγούδησαν ακόμη θρηνητικά στην ταφή του Αχιλλέα:

« Κι οι εννιά Μούσες στη σειρά γλυκόφωνα θρηνούσαν·

αδάκρυτο δεν έβλεπες κανένα απ’ τους Αργείους·

τέτοιον η Μούσα η θλιβερή είχε σηκώσει θρήνο. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. ω΄, 60- 62)

Για την προέλευση του ονόματος ο Πλάτωνας μας πληροφορεί: «Οι “Μούσες” τώρα και γενικά η μουσική φαίνεται ότι ονομάστηκαν έτσι από το μώσθαι (έρευνα), και από την αναζήτηση και την αγάπη για τη γνώση.» (Πλάτωνας, “Κρατύλος”, 406a).

Απ’ τα λεγόμενα του Πλάτωνα βλέπουμε, ότι οι Μούσες είναι οι ίδιες οι Τέχνες και οι Επιστήμες, που ανακάλυψαν και ανέπτυξαν οι άνθρωποι σε πολύ παλαιότερες εποχές. Εδώ θα αναφέρουμε διευκρινιστικά ότι “μώσθαι” είναι απαρέμφατο του “μώμαι” (=μελετώ ή έχω σκοπό, προτίθεμαι), με ενεστώτα το “μάω” και παθητ. μαίομαι (= αναζητώ, ερευνώ επιθυμώ κάτι, το επιδιώκω με θέρμη, ) ή “μάομαι”. Στο λεξικό Σουίδα διαβάζουμε: «Μούσα· η γνώσις. Από του μω, το ζητώ· επειδή απάσης παιδείας αύτη τυγχάνει αιτία. Εικότως ουν οι αρχαίοι Μούσαν αυτήν εκάλεσαν. Εισί δε πάσαι εννέα· ….Πολλάς δε τας Μούσας υπό των θεολόγων παραδεδόσθαι, διότι πολύ το ποικίλον έχει τα μαθήματα και παιδεύματα, και προς πάσαν χρήσιν οικείον.»

Το σμίξιμο της Μνημοσύνης με το Δία προφανώς και είναι ένας μύθος συμβολικός. Ο Δίας, σαν κυβερνήτης και ρυθμιστής του φυσικού κόσμου και του κοινωνικού βίου, σμίγει σαν εραστής και σύζυγος με τις προσωποποιημένες γενικές ρυθμίσεις, που διέπουν τον φυσικό κόσμο και την ανθρώπινη κοινωνία. Έτσι, ο γάμος του Δία με τη Μνημοσύνη αντικατοπτρίζει την αποκατάσταση των θεσμών και την παροχή των αγαθών και αξιών της ζωής. Οι Μούσες, σαν κόρες της Μνημοσύνης είναι θεές της Μνήμης και κα’ επέκταση εκείνες που διασώζουν αξίες, ηθικές αρχές και διδάγματα από το παρελθόν, δηλαδή ό,τι μια κοινωνία θεωρεί βασικό για την επιβίωσή της. Όλοι σχεδόν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς τις επικαλούνται στην αρχή των έργων τους, σαν να ήσαν υπαρκτά και διαχρονικά πρόσωπα, και τις ικετεύουν να τους βοηθήσουν να αποδώσουν σωστά τον προφορικό ή γραπτό λόγο τους. Την Μούσα επικαλείται ο Όμηρος για να τραγουδήσει τις περιπλανήσεις και τα παθήματα του Οδυσσέα, αρχίζοντας την “Οδύσσειά” του:

« Τον άντρα τον πολύτροπο, Μούσα, τραγούδησέ μου,

που χώρες πέρασε πολλές, σαν κούρσεψε της Τροίας

τ’ άγιο κάστρο, πολλών θνητών γνώρισε τόπους, τρόπους

κι έπαθε πλήθος συμφορές στα πέλαγα η ψυχή του,

ζητώντας στην πατρίδα του να πάει με τους συντρόφους. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. α΄, 1-5)

Στην “Ιλιάδα” ο ίδιος ποιητής αναφέρει:

« Στον Όλυμπο που μένετε, Μούσες, πέστε μου τώρα

-είστε θεές, είστε παντού κι εσείς τα ξέρετε όλα,

ενώ εμείς δεν ξέρουμε, ακούμε μόνοι φήμες-

των Δαναών οι αρχηγοί, οι άρχοντες ποιοι ήταν·

το πλήθος όλο δεν μπορώ να πω, να ονομάσω,

αν είχα ασύντριφτη φωνή και χάλκινα τα στήθη,

αν δε μου λέγατε εσείς, του Όλυμπου οι Μούσες,

του Δία οι θυγατέρες, πόσοι στην Τροία πήγαν·

όμως θα πω τους αρχηγούς και όλα τα καράβια. » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Β΄, 484- 493)

Το ίδιο έχουμε για την έμπνευση των ύμνων προς τους θεούς. Ο υμνωδός αισθάνεται την ανάγκη της επίκλησης των Μουσών:

« Αρχή κάνω με τις Μούσες, με τον Απόλλωνα και με το Δία·

οι Μούσες, άλλωστε, κι ο μακρόβολος ο Απόλλων

στέλνουν στη γη τραγουδιστάδες και κιθαριστές,

κι ο Δίας βασιλιάδες· μακάριος ο που τον αγαπούν

οι Μούσες· γλυκιά η φωνή από το στόμα του κυλά. » (Ομηρικός Ύμνος, 25, Στις Μούσες και στον

Απόλλωνα, 1- 5)

Τις Μούσες επικαλείται και ο Σωκράτης για να αρχίσει την εξιστόρηση κάποιου μύθου: «Εμπρός λοιπόν, μελωδικές, λιγυρόφωνες Μούσες, που αποκτήσατε αυτή την επωνυμία είτε για το καλλίφωνο τραγούδι σας, είτε από το μουσικό γένος των Λιγύων, αναλάβετε μαζί μου το μύθο που με αναγκάζει να πω…» (Πλάτωνας, “Φαίδρος”, 237a)

Ο Σωκράτης στον “Φαίδρο” αναφέρεται σε μία θεϊκή μανία, που προκαλεί την έμπνευση. Τη θεϊκή μανία τη διακρίνει σε τέσσερα μέρη, όπου το κάθε μέρος το καθορίζει κάποιος θεός ή θεότητα. Έτσι αποδίδει τη μαντική έμπνευση στον Απόλλωνα, τη μυσταγωγική μανία στον Διόνυσο, την ποιητική στις Μούσες και την ερωτική μανία στην Αφροδίτη. Σχετικά με την ποιητική μανία, λέει: «Μα έρχεται όμως από τις Μούσες και τρίτη μορφή μανίας και κατοχής από το θείο. Αυτή, καταλαμβάνοντας μια ευγενική και παρθένα ψυχή, την ξεσηκώνει και τη μεθάει με τις ωδές και με τα άλλα είδη της ποίησης, κάνοντάς την να εξυμνεί αμέτρητα κατορθώματα των παλιών και να μορφώνει τις επόμενες γενιές· αλλά όποιος οδηγείται στις πόρτες της ποίησης χωρίς τη μανία των Μουσών, έχοντας πιστέψει ότι θα γίνει μεγάλος ποιητής μόνο με την τέχνη του, ο ίδιος δεν πετυχαίνει, και η ποίησή του, ως έργο φρόνιμου, αφανίζεται από την ποίηση όσων κατέχονται από τη μανία.» (Πλάτωνας, “Φαίδρος”, 245a)

Τις Ελικωνιάδες Μούσες επικαλείται και ο ποιητής της; Θεογονίας για να εμπνευστεί και να αποδώσει σωστά τις γενιές των θεών και τη δημιουργία του κόσμου:

« Από τις Ελικωνιάδες Μούσες το τραγούδι ας αρχίσουμε,

που του Ελικώνα το βουνό κατέχουν, το μεγάλο και πανίερο,

κι από την κρήνη γύρω τη μενεξεδιά με πόδια απαλά

χορεύουν και το βωμό του παντοδύναμου του γιου του Κρόνου.

Κι αφού το τρυφερό τους σώμα λούσουν στην πηγή

του Περμησού ή του Αλόγου ή του πανίερου Ολμειού,

στήνουν χορούς στο πιο ψηλό σημείο του Ελικώνα,

ωραίους, θελκτικούς, ζωηρά κινώντας με τα πόδια τους.

Από δω πέρα ορμούνε με πολλή ομίχλη καλυμμένες

και προχωρούνε μες τη νύχτα κι αφήνουν περικαλλή φωνή,

το Δία υμνώντας που βαστά αιγίδα και τη σεβάσμια Ήρα,

την Αργίτισσα, που πάνω σε πέδιλα χρυσά πατά,

και του αιγιδοφόρου Δία την κόρη, την Αθηνά την αστραπόματη,

το Φοίβο Απόλλωνα, την Άρτεμη με το γοργό το βλέμμα,

τη χρυσοστέφανη Ήβη, την ωραία Διώνη,

τη Λητώ και τον Ιαπετό, το δολοπλόκο Κρόνο,

την Αυγή, το μέγα Ήλιο και τη λαμπρή Σελήνη,

τη Γαία, των Ωκεανό το μέγα και τη μαύρη Νύχτα

και των υπόλοιπων αθάνατων θεών το ιερό το γένος των αιώνιων.

Αυτές δίδαξαν κάποτε στον Ησίοδο το ωραίο τραγούδι,

καθώς τ’ αρνιά του ποίμαινε απ’ τον πανίερο Ελικώνα κάτω.

Τούτα τα λόγια πρώτα απ’ όλα μου είπανε οι θεές,

οι Ολυμπιάδες Μούσες, κόρες του Δία που βαστά αιγίδα:

«Ποιμένες της υπαίθρου, κακές ντροπές, στομάχια σκέτα,

γνωρίζουμε να λέμε ψέματα πολλά, με την πραγματικότητα όμοια,

μα ξέρουμε σαν θέλουμε, να ψάλουμε αλήθειες.»

Έτσι είπαν του μεγάλου Δία οι κόρες με τον τέλειο λόγο

και μου ‘δωσαν σκήπτρο, κόβοντας δάφνης πολύβλαστης κλωνί,

θαυμάσιο. Θεόπνευστη φωνή φύσηξαν μέσα μου,

για να υμνώ όσα στο μέλλον θα συμβούν κι όσα στο παρελθόν γινήκανε.

Και με προέτρεψαν να υμνώ των μακαρίων θεών το γένος των αιώνιων

κι αυτές τις ίδιες πρώτα κι ύστατα πάντοτε να ψάλλω.

Μα τι το όφελος να λέω αυτά για τη βελανιδιά ή για την πέτρα;

Ε! συ, από τις Μούσες αρχή ας κάνουμε, που υμνούν

και τέρπουν του Δία, του πατέρα, το μέγα νου μέσα στον Όλυμπο,

και για τα τωρινά, τα μέλλοντα, τα περασμένα λεν,

με μια φωνή μιλώντας. Ρέει ακάματα η φωνή αυτών

γλυκιά απ’ το στόμα. Γελούν τα δώματα του Δία,

του πατέρα, του βαρύβροντου, καθώς σκορπά λεπτή σαν κρίνο

η φωνή των θεαινών, και ηχεί η κορφή του χιονισμένου Ολύμπου

και των αθάνατων τα δώματα. Κι αυτές αθάνατη αφήνουνε φωνή

και πρώτα των σεβαστών θεών το γένος υμνούν με το τραγούδι τους,

απ’ την αρχή, αυτό που γέννησε η Γη κι ο Ουρανός ο ευρύς,

μα κι όσους θεούς, χορηγούς των αγαθών, από αυτούς γεννήθηκαν.

Ύστερα πάλι υμνούν το Δία, θεών και ανθρώπων τον πατέρα,

καθώς αρχίζουν, μα κι όταν τελειώνουν το τραγούδι οι θεές,

πόσο καλύτερος είναι απ’ τους θεούς και μέγιστος στη δύναμή του.

Ύστερα πάλι των ανθρώπων τη γενιά υμνούν μα και των δυνατών Γιγάντων

Και τέρπουν του Δία το νου μέσα στον Όλυμπο,

οι Ολυμπιάδες Μούσες, του αιγιδοφόρου Δία οι κόρες.

Αυτές η Μνημοσύνη, που διαφεντεύει του Ελευθήρα (*1) τα υψώματα,

σαν έσμιξε με το γιο του Κρόνου, τον πατέρα, στην Πιερία γέννησε

λησμονιά απ’ τις συμφορές κι ανάπαυση απ’ τις έγνοιες.

Εννιά μαζί της νύχτες έσμιγε ο συνετός ο Δίας,

μακριά από τους αθάνατους, στην ιερή αναβαίνοντας την κλίνη της.

Μα όταν συμπληρώθηκε ο καιρός κι έκαναν κύκλο οι εποχές

με των μηνών το σβήσιμο, και μέρες συμπληρώθηκαν πολλές,

γέννησε αυτή κόρες εννιά, ομόνοες, που μες τα στήθια τους

τις νοιάζει το τραγούδι, κι έχουνε ξέγνοιαστη ψυχή

λίγο κάτω απ’ την ακρότατη κορφή του χιονισμένου Ολύμπου.

Κι έχουνε χοροστάσι εκεί λαμπρό και δώματα ωραία

και δίπλα τους οι Χάριτες κι ο Ίμερος σπίτι έχουν

στις ευωχίες μέσα. Και τραγουδούν, φωνή απ’ το στόμα αφήνουνε

εράσμια, και υμνούν των αθανάτων όλων τις συνήθειες

και τ’ αγαθά τα ήθη, ευφρόσυνη βγάζοντας φωνή.

Τότε πορεύτηκαν στον Όλυμπο με το τραγούδι τους το αθάνατο,

κι αγαλλιάζανε με την ωραία τους φωνή. Κι αντιλαλούσε

με τον ύμνο τους ολόγυρα η μαύρη γη κι εράσμιος χτύπος σηκωνόταν απ’ τα πόδια τους

καθώς πορεύονταν προς τον πατέρα τους. Εκείνος είναι βασιλιάς στον ουρανό,

γιατί κατέχει ο ίδιος τη βροντή και τον πυρώδη κεραυνό,

αφού τον Κρόνο, τον πατέρα του, νίκησε στη δύναμη. Κι όλους ωραία

τους νόμους διευθέτησε για τους αθανάτους κι όρισε προνόμια.

Αυτά οι Μούσες έψελναν που στα Ολύμπια κατοικούνε δώματα,

οι εννέα κόρες που γεννήθηκαν απ’ το μεγάλο Δία,

η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια, η Μελπομένη,

η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Ουρανία, η Πολύμνια,

κι η Καλλιόπη· αυτή η εξοχότατη απ’ όλες είναι.

Γιατί αυτή τους σεβαστούς τους βασιλιάδες συνοδεύει.

Όποιον απ’ τους θεόθρεφτους τους βασιλείς προσέξουν γεννιέται

και τον τιμήσουνε του Δία του μεγάλου οι κόρες,

γλυκιά δροσιά του χύνουνε στη γλώσσα επάνω

και ρέουνε μειλίχια τα λόγια του απ’ το στόμα. Κι όλος ο κόσμος

στρέφει το βλέμμα του σ’ αυτόν σαν κρίνει τις διαφορές

με δίκαιη κρίση. Αυτός σαν αγορεύει αλάθητα

γοργά κι επισταμένα καταπαύει ακόμη και φιλονικία μεγάλη:

γι’ αυτό υπάρχουνε οι βασιλείς οι εχέφρονες, για να προσφέρουνε

στην αγορά με ευκολία στον κόσμο που αδικείται εκδίκηση,

αφού τον κατευνάσουν με λόγια μαλακά.

Αυτός στη σύναξη σαν έρχεται τον εξευμενίζουν σαν θεό

με σεβασμό μειλίχιο κι ανάμεσα στους μαζεμένους διαπρέπει.

Τέτοιο το ιερό το δώρο των Μουσών για τους ανθρώπους είναι.

Γιατί απ’ τις Μούσες κι απ’ τον Απόλλωνα που μακριά τοξεύει

γίνονται οι τραγουδιστές και οι κιθαριστές πάνω στη γη,

από το Δία όμως οι βασιλιάδες. Μακάριος αυτός που αγαπούν οι Μούσες.

Γλυκιά απ’ το στόμα του κυλά η φωνή.

Ακόμη κι αν κανείς έχει πένθος στην ψυχή που τώρα δα πληγώθηκε

και με θλιμμένη την καρδιά μαραίνεται, μόλις ο αοιδός

ο υπηρέτης των Μουσών, τη δόξα των παλιών υμνήσει ανθρώπων

και τους μακάριους που τον Όλυμπο κατέχουνε θεούς,

αμέσως εκείνος λησμονεί τις θλίψεις του κι ούτε καθόλου τις έγνοιες του

θυμάται. Γοργά τον μεταβάλλουνε των θεαινών τα δώρα.

Του Δία τέκνα χαίρετε και θελκτικό τραγούδι δώστε. » (Ησίοδος, “Θεογονία”, 1- 104)

Ο εμπνευσμένος ποιητής πρέπει να κατέχεται από μανία για να γράψει έργα που θα μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη του κόσμου. Ο Πλάτωνας μας λέει: «Μας έρχεται όμως από τις Μούσες και τρίτη μορφή μανίας και κατοχής από το θείο. Αυτή, καταλαμβάνοντας μια ευγενική και παρθένα ψυχή, την ξεσηκώνει και τη μεθάει με τις ωδές και με τα άλλα είδη της ποίησης, κάνοντάς την να εξυμνεί αμέτρητα κατορθώματα των παλιών και να μορφώνει τις επόμενες γενιές· αλλά όποιος οδηγείται στις πόρτες της ποίησης χωρίς τη μανία των Μουσών, έχοντας πιστέψει ότι θα γίνει μεγάλος ποιητής μόνο με την τέχνη του, ο ίδιος δεν πετυχαίνει, και η ποίησή του, ως έργο φρόνιμου, αφανίζεται από την ποίηση όσων κατέχονται από τη μανία. » (Πλάτωνας, “Φαίδρος”, 245a). Συνεχίζει παρακάτω λέγοντας: «μια τέτοια μανία δίνεται από τους θεούς προκειμένου να φέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία.» Ο Σωκράτης αναφέρει τέσσερα είδη θεϊκής μανίας, αποδίδοντάς τις σε τέσσερις θεούς: τη μαντική έμπνευση, που οφείλεται στον Απόλλωνα, τη μυσταγωγική μανία στο Διόνυσο, την ποιητική στις Μούσες και την ερωτική μανία στην Αφροδίτη και τον Έρωτα.

Γι’ αυτό και ο Θηβαίος ποιητής, Πίνδαρος, μας λέει ποιητικά:

« Αν κάποιος πετύχει αυτό που κάνει, δίνει

στις Μούσες αφορμή για πλημμύρες ύμνων·

γιατί τα μεγάλα κατορθώματα έχουν ανάγκη

το τραγούδι, για να μην πέσουν σε βαθύ

σκοτάδι· έναν τρόπο ξέρουμε σαν καθρέφτη

των ωραίων έργων, αν βρουν τραγούδια ένδοξα,

χάρη στη λαμπροστέφανη Μνημοσύνη,

σαν αντιπληρωμή των μόχθων. » (Πίνδαρος, Νεμεόνικος VII, 15- 22)

Ακόμη οι αρχαίοι Έλληνες συνδέουν τις θυγατέρες του Δία και της Μνημοσύνης και με τον ιερό θεσμό του γάμου:

«Κι αυτόν που πειθαρχεί στο νόμο πρέπει να τον επαινούν όλοι, ενώ αυτόν που δεν πειθαρχεί θα τον τιμωρούν οι νομοφύλακες σαν άνθρωπο ακαλαίσθητο και απαίδευτο όσον αφορά τους νόμους τους σχετικούς με τις Μούσες, που προστατεύουν τους γάμους.» (Πλάτωνας, “Νόμοι”, ς΄, 775b)

Οι κόρες της Μνημοσύνης ήσαν φύλακες της γνώσης στα Μουσεία (βιβλιοθήκες και διδακτήριο), που διαιώνιζαν τον Ελληνικό Λόγο. Οι Μούσες του Ελικώνα ήσαν μεγάλες δασκάλες και δίδαξαν την πανάρχαια ελληνική ιστορία και την γενεαλογία των θεών του Ολύμπου, μέσα από τα κείμενα του Ησιόδου. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους είναι ότι εκπροσωπούν την ομορφιά της τέχνης, που δεν είναι μόνο αισθητική και μορφική, αλλά και ομορφιά περιεχομένου. Στις ζωγραφικές και γλυπτικές απεικονίσεις οι καλλιτέχνες τις παρουσιάζουν ως αέρινες μορφές με στοχασμό και θεϊκή ομορφιά, που κρατούν δάφνες και μουσικά όργανα και απαγγέλλουν ή τραγουδούν ολόγυρα από το μεγάλο δάσκαλο Απόλλωνα. Εντύπωση κάνει στον αναγνώστη των αρχαίων λόγων, ότι κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους. Οι Μούσες ήταν δεμένες με τη γνώση, το λόγο, τα γράμματα και τις τέχνες. Στην πρώτη γενιά των Μουσών ανήκουν οι επτά θυγατέρες του Ουρανού και της Γης (όσα και τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου). Στη δεύτερη γενιά οι εννέα θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Δία. Η παράδοση, βέβαια, αναφέρει άλλα. Έτσι έχουμε: δύο Μούσες εφεύραν τη θεωρία και την πράξη στη μάθηση, τρεις Μούσες- ο Παυσανία τις αναφέρει ως Μνήμη, Μελέτη και Αοιδή- εφεύραν τους τρεις μουσικούς τόνους (αδρόν, μέσον και ισχνόν), τις τρεις χορδές της Λύρας, τις τρεις προσωδίες( οξεία, βαρεία, περισπωμένη) και τους τρεις χρόνους (παρεληλυθότα, ενεστώτα, μέλλοντα) τα τρία πρόσωπα, τους τρεις αριθμούς, το τρίγωνο των αστέρων και άλλα τριάριθμα, τέσσερις Μούσες εφεύραν τις τέσσερις διαλέκτους (αττική, ιωνική, αιολική και δωρική), πέντε Μούσες τις πέντε αισθήσεις (όραση, γεύση, όσφρηση, αφή και ακοή), επτά Μούσες εφεύραν τις επτά χορδές της λύρας, τις επτά Ουράνιες ζώνες, τους επτά πλανήτες και τα επτά φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου. Για τις εννέα Μούσες είναι γραμμένος ο ορφικός ύμνος:

« Κόρες της Μνημοσύνης και του Δία του βαρύβροντου,

Μούσες της Πιερίας, μεγαλώνυμες, λαμπρόφημες,

ποθητές στους θνητούς που επισκέπτεσθε, πολύμορφες,

που γεννάτε την αψεγάδιαστη αρετή κάθε παιδείας,

τροφοδότριες της ψυχής, χορηγοί της ορθής κρίσης

της σκέψης, βασίλισσες καθοδηγήτριες

του πολυδύναμου νου, που τις τελετές

τις μυσταγωγικές υποδείξατε στους θνητούς,

Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια και Μελπομένη,

Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολύμνια και Ουρανία

και Καλλιόπη μαζί μα τη μητέρα σας,

την πολυδύναμη αγνή θεά. Ας έλθετε, λοιπόν,

θεές, στους μύστες, πολυποίκιλες, αγνές,

φέρνοντας φήμη και ζήλο λατρευτό και πολυξάκουστο. » (Ορφικός Ύμνος 76) Πριν γίνουν προστάτιδες θεές των αοιδών, των μουσικών και των ποιητών, φαίνεται ότι υπήρξαν θεότητες των πηγών, των ρυακιών και εν γένει των νερών, όπως μαρτυρεί η λατρεία τους δίπλα σε πηγές και ρείθρα ρυακιών, η σχέση τους προς τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη, και τα “ποτάμια” ονόματα: Νειλώ, Ασωπίς, Αχελωίς, που τους δίνει ο Επίχαρμος και άλλοι ποιητές. Η μεταλλαγή τους από θεότητες των πηγών σε θεότητες της ωδής και της μουσικής ίσως να οφείλεται στην αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων ότι το κελάρυσμα των ρυακιών υπήρξε ο πρώτος μουσικός τόνος. Πιστευόταν ότι είχαν μαντικές ιδιότητες- είτε λόγω της υδάτινης καταγωγής τους είτε λόγω Απόλλωνα. Άλλωστε, τις επικαλείται συχνά και ο Όμηρος για να του υπενθυμίσουν διάφορα λησμονημένα στοιχεία της πανάρχαιης παράδοσης, ως πάνσοφες και πανταχού παρούσες: «Ὑμεῖς γὰρ θεαὶ ἐστε, πάρεστέ τε ἴστε τε πάντα» (“Ιλιάδα”, Β, 485). Επίσης ο ίδιος ποιητής λέει για τη διδαχή τους στους αοιδούς:

« Για τους ανθρώπους τους θνητούς είναι οι τραγουδιστάδες

άξιοι τιμής και σεβασμού, γιατί σ’ αυτούς η Μούσα

τραγούδια δίδαξε πολλά κι έχει πολλή αγάπη. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. θ΄, 479- 481)

Κατά τον Πλούταρχο η πρώτη Σίβυλλα προερχόταν από τον Ελικώνα και είχε ανατραφεί από τις Μούσες. Η πανσοφία λοιπόν είναι το κύριο χαρακτηριστικό των Μουσών .

Εκτός από τις Σειρήνες, τιμώρησαν για την ασέβειά τους και πολλούς θνητούς:

« … στον Πτελεό, στο Δώριο, στο Έλος, όπου οι Μούσες

βρήκαν το θράκα Θάμυρη, του πήραν τη φωνή του,

σαν γύριζε απ’ τον Εύρυτο, ρήγα της Οιχαλίας,

-καμάρωνε πως ξεπερνά τις Μούσες στο τραγούδι,

τις ίδιες τις θυγατέρες του ασπιδοφόρου Δία·

θύμωσαν και τον τύφλωσαν, του τραγουδιού τη χάρη

του πήραν και του στέρησαν την τέχνη της κιθάρας-,…» (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Β΄, 594- 600)

Οι πρόγονοί μας συνέδεαν κάθε Μούσα με ένα ορισμένο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό είδος. ● Η Κλειώ συνδεόταν με την Ιστορία (και την κιθάρα). Η ιστορία ονομαζόταν Κλειώ, επειδή αναφέρεται στο Κλέος (που ανήκει στους ήρωες του παρελθόντος), που μας διηγούνται οι συγγραφείς μέσα από τα βιβλία. Η Κλειώ με τον Πίερο γέννησε τον Υάκινθο. Με το Μάγνητα (πατέρα του Πίερου) γέννησε τον Ιάλεμο, τον Υμέναιο και το Λίνο. ● Η Ευτέρπη είχε συνδεθεί με τα διάφορα μουσικά όργανα, τα μαθήματα, και τη διαλεκτική. Τα μαθήματα τέρπουν τους ανθρώπους, αλλά και «είναι εύτερπεις οί λόγοι των πεπαιδευμένων». Η Ευτέρπη με το Στρυμόνα γέννησε το Ρήσσο. ● Η Θάλεια ήταν έφορος της Κωμωδίας. Ανακάλυψε την κωμωδία, τη γεωμετρία, την αρχιτεκτονική και τη γεωργία. Ήταν προστάτισσα και των Συμποσίων, Το όνομα Θάλεια( = θάλλειν τα φυτά, ή από του Θάλεια στα (συμπόσια) ή... επειδή θάλλουσιν εις πολλούς αιώνας οί έπαινούμενοι δια των ποιημάτων...) Έλεγαν πως ο Παλαίφατος ήταν γιος της.

● Η Μελπομένη ήταν προστάτισσα της Τραγωδίας, επειδή αυτή την επινόησε, της ρητορικής και της μουσικής μελωδίας (μολπήν). Ονομάστηκε Μελπομένη από την λέξη μολπήν (... επειδή δι αυτής μέλπουσιν οί άνθρωποι όλοι τους αγαθούς). Η Μελπομένη με τον Αχελώο, κατά μία παράδοση, γέννησε τις Σειρήνες ● Η Τερψιχόρη επινόησε το χορό, την άρπα και την παιδεία. Ονομάστηκε Τερψιχόρη, επειδή ετέρπετο, ευχαριστιόταν με το χορό. Ίσως και από τη μάθηση (που τέρπει τους ακροατές). Στην παράδοση αναφέρεται πως γέννησε με το Στρυμόνο το Ρήσο και με τον Άρη το Βίστωνα ή ακόμη με τον Αχελώο τις Σειρήνες. ● Η Ερατώ είναι η ευρέτρια των ερωτικών ποιημάτων, του γάμου, (και της ποιήσεως, της μουσικής και της διαλεκτικής). Το όνομα Ερατώ από το έρεσθαι (έρως και εραστής). ● Η Πολύμνια (από το πολύς και ύμνος, επειδή υμνεί πολλούς ανθρώπους ή από το πολλών και μνήμη, επειδή μνημονεύει πολλούς στην ιστορία) ήταν προστάτισσα των θεϊκών ύμνων αλλά και της υποκριτικής μίμησης, της γεωμετρίας, της ιστορίας, της γραμματικής κ.ά. ● Η Ουρανία ήταν προστάτισσα των Ουρανίων Σωμάτων και γενικά της αστρονομίας. Σύμφωνα με την παράδοση με το Διόνυσο γέννησε τον Υμέναιο και με τον Απόλλωνα το Λίνο. ● Η Καλλιόπη ήταν η ανώτερη και επισημότερη από τις άλλες αδελφές της Μούσες. Συνόδευε τους βασιλείς και τους ανώτατους άρχοντες για να επιβάλλει με τα λόγια της υποταγή και δικαιοσύνη. Η Καλλιόπη ήταν προστάτισσα των ηρωικών ποιημάτων και της ρητορικής. Ονομάστηκε Καλλιόπη, επειδή είχε καλή όπα =ωραία όψη, πρόσωπο. Την ονόμαζαν και Καλλιέπειαν, επειδή ήταν ευρέτρια της ποίησης. Σύμφωνα με την παράδοση η Καλλιόπη γέννησε τον Ορφέα, τις Σειρήνες, τον Κυμόθεο κ.ά.

Ο αριθμός τους εκφράζει την ολοκλήρωση της ψυχικής καλλιέργειας του ανθρώπου και την πνευματική του άνθιση. Μέσα από τις μυήσεις στις τέχνες και στην παιδεία, τον οδηγούν στη μέγιστη μύηση, αυτήν των μυστηριακών τελετών, που τον φέρουν σε επαφή με το θείο.

Ο Πρόκλος δίνει τη θεολογική διάσταση της επίδρασης των Μουσών στην αρμονία των ψυχών: «…στη φωνή δόθηκε από τη μουσική ό,τι είναι χρήσιμο να ακούμε εξαιτίας της αρμονίας, για να ακούμε. Η αρμονία, που έχει περιφορές συγγενικές με εκείνες της ψυχής μέσα μας, έχει δοθεί από τις Μούσες σ’ όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους με σύνεση και όχι για ασυλλόγιστη απόλαυση, όπως νομίζουμε σήμερα, για να βοηθήσει την εσωτερική περιφορά της ψυχής, όταν χάνει την αρμονία της, να ξαναβρεί την τάξη και την αρμονία με τον εαυτό της· επίσης για τον ίδιο λόγο μας έχει δοθεί ο ρυθμός από τις ίδιες, για να μας είναι βοηθός στην ευμετάβλητη και άσχημη συνήθως διάθεση των περισσοτέρων μας.» (Πλάτωνας, “Τίμαιος”, 47c- e)

Τέλος, με τις Μούσες συνδέονται πολλές παραδόσεις και μύθοι, όπως αυτός που αναφέρει ο Πλάτωνας στο “Φαίδρο”: «Λέγεται, λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι. Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο πολύ αναστατώθηκαν από τη ηδονή της μουσικής, ώστε τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν, και, χωρίς να το καταλάβουν, πέθαναν· και από αυτούς ύστερα δημιουργήθηκε το γένος των τζιτζικιών, και πήρε από τις Μούσες τούτο το βραβείο, δηλαδή από τότε που θα γεννηθεί να μην έχει καθόλου ανάγκη από τροφή, αλλά, χωρίς τροφή και ποτό, ν’ αρχίσει αμέσως να τραγουδά, μέχρι να πεθάνει, και, μετά από αυτά, να πάει μα μένει κοντά στις Μούσες και να τους αναγγέλλει ποιος από τους ανθρώπους εδώ στη γη τιμά ποιαν από εκείνες. Και έτσι, αναγγέλλοντας στην Τερψιχόρη ποιοι την έχουν τιμήσει στους χορούς, τους κάνουν πιο αγαπητούς σ’ αυτήν, και στην Ερατώ αναγγέλλουν ποιοι την έχουν τιμήσει με τα ερωτικά τραγούδια, και στις άλλες το ίδιο, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα της τιμής που αρμόζει στην καθεμία. Και στην Καλλιόπη, τη μεγαλύτερη στην ηλικία από τις Μούσες, και στην Ουρανία, που έρχεται αμέσως μετά στη σειρά, αναγγέλλουν εκείνους που ζουν με τη φιλοσοφία και τιμούν την τέχνη των Μουσών αυτών, αφού τούτες εδώ, περισσότερο από τις άλλες, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του ουρανού και τους θεϊκούς και τους ανθρώπινους λόγους, και εκφράζουν την τέχνη τους με την ομορφότερη φωνή.» (Πλάτωνας, “Φαίδρος”, 259b- d)

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

(*1) Ελευθήρ: το όνομα Βοιωτικής πόλης, στην οποία τιμούσαν τη Μνημοσύνη. Πήρε το όνομα από το βασιλιά της πόλης, Ελευθήρα, που ήταν γιος του Απόλλωνα και κόρης του Ποσειδώνα, Αιθούσης. Εκεί κοντά ήταν και το ομώνυμο όρος, όπου κατά την παράδοση είχε ελευθερωθεί ο Διόνυσος από τη μανία, στην οποία τον είχε εμβάλει η Ήρα. Πιθανόν η πόλη να ταυτίζεται με τη γνωστή πόλη των Ελευθερών στον Κιθαιρώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: