Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Κάποτε υπήρχε και φιλότιμο…Το φιλότιμο του Αίαντα του Τελαμώνιου


[[ δαμ-ων ]]
( 5ο Μέρος )

Αφού έχει αποφασίσει ν’ αυτοκτονήσει ο Αίαντας, απομονώθηκε στην ακρογιαλιά. Η απομόνωσή του είναι και προσωπική και ηθική. Στα σκληρά και τελευταία λεπτά της απομόνωσης, κατά τον Σοφοκλή, μονολογεί εκφράζοντας όλη την πίκρα και την αγωνία που πλημμυρίζουν την ψυχή του:

« Να, ολόρθος καρτερεί ο φονιάς μου κι όσο
παίρνει πιο κοφτερός, αν κανείς έχει
καιρό τέτοια να σκέφτεται• είναι δώρο
του Έκτορα, του πάρα μισητού μου
απ’ όλους τους εχθρούς που ‘χω αντικρίσει.
Στην εχθρική τη γη της Τροίας μπηγμένος
στέκεται τώρα, αφού σιδεροφάγο
τον τρόχισεν ακόνι και τον έχω
γερά στεριώσει μες στο χώμα, που έτσι
φίλος μου γενεί και να μου δώσει
το θάνατο γοργά. Λοιπόν στα πάντα
είμαι έτοιμος. Κατόπι, ω! Δία, πρώτος
εσύ, καθώς ταιριάζει, βοήθησέ με,
χάρη μεγάλη δε θα σου ζητήσω.
Στείλε μαντατοφόρο για να πάει
στον Τεύκρο το κακό μαντάτο, πρώτος
να με σηκώσει αυτός, ως θα ΄χω πέσει
στο αιματοράντιστο ετούτο ξίφος
να μη με δει πρωτύτερα κανένας
απ’ τους εχθρούς μου κι έτσι με πετάξουν
στα σκυλιά να με φάνε και τα όρνια.
Τόσα μονάχα, Δία, σου γυρεύω•
κι εσένα, τον Ερμή του Κάτω Κόσμου
που συνοδεύεις τις ψυχές, παρακαλάω,
δίχως σπασμούς γλυκά να με κοιμίσεις,
όταν με πήδημα γοργό θα σκίσω
στο σπαθί τούτο απάνω το πλευρό μου.
Κράζω και τις παρθένες βοηθούς μου
τις αιώνιες που πάντοτε επιβλέπουν
τα πάθη των θνητών, τις γοργοπόδες
σεβάσμιες Ερινύες για να μάθουν
τον έρμο πώς μ’ αφάνισαν οι Ατρείδες.
Κι αυτούς τους άτιμους αρπάζοντάς τους
φριχτά να εξολοθρέψουν, κι όπως βλέπουν
με τα ίδια μου τα χέρια παθαίνω,
έτσι να παν’ σφαγμένοι απ’ τα παιδιά τους.
Γοργές και τιμωρήτρες Ερινύες,
εμπρός, όλο το στράτευμα σπαράξτε.
Κι εσύ που τον ψηλό ουρανό διαβαίνεις
με το άρμα σου Ήλιε, μόλις αντικρίσεις
την πατρική μου γη, κράτα για λίγο
τα χρυσά χαλινάρια σου και δώσε
στο γέροντα γονιό μου και στη δόλια
μάνα μου το μαντάτο για τις μαύρες
συμφορές και το θάνατο που βρήκα.
Αχ! η δυστυχισμένη όταν ακούσει
την είδηση, μεγάλο μες στην πόλη
θα ξεσηκώσει θρήνο. Όμως δεν πρέπει
να κλαίω γι’ αυτά ανωφέλευτα• ήρθ’ η ώρα
γρήγορα πια το έργο να τελειώσει.
Θάνατε, θάνατε, έλα, αντάμωσέ με,
παρ’ όλο που εκεί κάτω εγώ μαζί σου
θα ‘χω πολύν καιρό να κουβεντιάζω.


Κι εσένα, ω! φέγγος της λαμπρής ημέρας
τούτης, κι εσένα αρματοδρόμε Ήλιε, τώρα
στερνή, στερνή φορά σας χαιρετάω.
Ω! φως, κι ω! ιερό της Σαλαμίνας
της πατρίδας μου χώμα, κι εσύ θρόνε
του πατρικού σπιτιού μου, ω! δοξασμένη
Αθήνα, και γενιά συγγενική μου.
Σε σας ποτάμια και πηγές και κάμποι
της Τροίας που με θρέψατε, μιλάω•
έχετε γεια• στερνά τα λόγια ετούτα
του Αίαντα σ’ εσάς• τ’ άλλα όταν πάω
στον Άδη, θα τα πω στους πεθαμένους. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 815-865 )
Όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του λιοντόκαρδου πολεμιστή, αρχίζει το θρήνο ο χορός των συμπολεμιστών του, που αναγνωρίζει ως αρχή των δεινών την άδικη κρίση των όπλων:
« Η αρχή στα τόσα σου δεινά
ήταν εκείνος ο καιρός
που γίνηκεν αγώνας
παλικαριάς και βγήκε η κρίση
για τα κατάρατα όπλα. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 934-936 )
Το αμέσως επόμενο τραγικό πρόσωπο ήταν η αφοσιωμένη γυναίκα του ήρωα, η Τέκμησσα, που μάταια προσπάθησε να τον αποτρέψει από την αυτοχειρία. Όταν ο χορός προσπαθεί να την παρηγορήσει, αυτή σπαράζοντας από πόνο, λέει:
« Τη συμφορά μου εσύ μπορείς μονάχα
να τη φαντάζεσαι, μα εγώ βαθιά τη νιώθω. » ( Σοφοκλής, Αίας 942 )
Μεγάλος είναι και του Τεύκρου, του αδελφού του Αίαντα, ο πόνος, ο οποίος δεν πρόλαβε τον αδελφό του, για ν’ αποτρέψει το κακό. Μπροστά στο πτώμα του αδικοχαμένου αδελφού του λέει τα ακόλουθα, δίνοντας και κάποια φιλοσοφική θεώρηση:
« ……………… Το ‘νιωσες πως θα ΄ταν
γραφτό να σ’ αφανίσει κάποια μέρα
και πεθαμένος ο Έκτορας; Κοιτάχτε
για τους θεούς, την τύχη των ανθρώπων.
Με τη ζώνη που ο Έκτορας επήρε
από τον Αίαντα, δεμένος στο άρμα
στη γη χτυπιόταν ως να ξεψυχήσει.
Κι ο Αίαντας που ΄χε λάβει χάρισμά του
το σπαθί τούτο, απάνω του πηδώντας
με πέσιμο θανάσιμο, εσκοτώθη.
Τάχα δε σφυρηλάτησ’ η Ερινύα
αυτό το ξίφος και τη ζώνη ο Άδης
ο τρομερός δεν έπλεξε τεχνίτης;
Λοιπόν το λέω πως τα δίνουν όλα τούτα
στους θνητούς πάντοτε οι θεοί……» ( Σοφοκλής, “Αίας” 1028-1037 )
Όταν ο Αγαμέμνονας ξεχνάει τη μεγάλη προσφορά του Αίαντα, κι από εγωισμό δίνει την προσταγή να μείνει άταφο το πτώμα του, αντιδρά ο Οδυσσέας, για τον οποίο στο τέλος, μετά την κρίση των όπλων του Αχιλλέα, νιώθει μίσος ο Τελαμώνιος. Αναγκάζει τον Ατρείδη ν’ ανακαλέσει τη διαταγή του και ο ίδιος προθυμοποιείται να βοηθήσει στην ταφή, αλλά ο νεκρός δεν θα το ήθελε, όπως λέει. Ας δούμε τα λόγια του Οδυσσέα:
« Άκου λοιπόν. Για τους θεούς ετούτον
τον άντρα έτσι σκληρά να μην τολμήσεις
να τον πετάξεις άταφο• η οργή σου
μη σε νικήσει τόσο, ώστε να δείξεις
τέτοια έχθρα και το δίκιο να πατήσεις.
Τι και σε μένα εχθρός μου ήτανε τούτος
κάποτε ο πιο μεγάλος μέσα σ’ όλο
το στράτευμα, από τότε που ‘χα πάρει
τα όπλα του Αχιλλέα. Όμως και τέτοιος
όντας αυτός για μένα, έτσι ποτέ μου
δε θα τον πλήρωνα, που να μη λέω
πως πιο γενναίο, μετά τον Αχιλλέα,
τον λογιάζω απ’ όλους τους Αργείους
που ‘ρθαμε εδώ στην Τροία. Άδικο θα ‘ναι
να τον καταφρονέσεις• όχι ετούτον,
μα των θεών θ’ ατίμαζες τους νόμους.
Ο άντρας ο αγαθός δεν είναι δίκιο
κακό να κάνει σ’ ένα σκοτωμένο,
ακόμα κι αν μεγάλο του ‘χει μίσος. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 1332-1345 )
Δικαιολογεί τη στάση του λέγοντας: « Νικά γαρ αρετή μεν της έχθρας πολύ ».
O Όμηρος στο άλλο του έπος, την “Οδύσσεια”, περιγράφει την κάθοδο του ζωντανού Οδυσσέα στον Άδη, όπου συνάντησε τον Αίαντα. Έκανε να του μιλήσει, μα ο Τελαμώνιος τον απόφυγε:
« Στάθηκαν τότε κι οι ψυχές των άλλων πεθαμένων•
μου έλεγαν τις έγνοιες τους, μπροστά μου, πικραμένες.
Μόνο η ψυχή του Αίαντα, του γιου του Τελαμώνα,
στεκόταν κει παράμερα μ’ εμένα θυμωμένη,
γιατί στο συναγωνισμό τον νίκησα στα πλοία
που όρισε η Θέτιδα για του γιου της τα όπλα•
την κρίση τότε έκαναν οι Τρώες κι η Παλλάδα.
Ας ήταν να μην κέρδιζα ποτέ τέτοιο βραβείο!
Απ’ αφορμή του σκέπασε η γη αντρειωμένο,
τον Αίαντα, τον έξοχο σε ομορφιά και έργα
ανάμεσα στους Δαναούς μετά τον Αχιλλέα.
Γύρισα, με γλυκόλογα του μίλησα και είπα:
« Αίαντα, γιε του άψογου του Τελαμώνα, πες μου:
στο θάνατο δεν ξέχασες για μένα το θυμό σου
για όπλα τρισκατάρατα; Στάθηκαν για κακό μας
απ’ τους θεούς και χάσαμε τον πύργο μας• και τότε
για τον χαμό σου κλαίγαμε χωρίς να σταματούμε,
όπως πολύ τον κλάψαμε τον Αχιλλέα πρώτα.
Δεν φταίει άλλος• μισούσε τους Δαναούς ο Δίας,
τους άξιους πολεμιστές• θανάτωσε και σένα.
Έλα, αφέντη, κι άκουσε τα λόγια, τη φωνή μου:
Δάμασε την περήφανη καρδιά και το θυμό σου. »
Έτσι είπα• δεν απάντησε κι έφυγε με τις άλλες
των πεθαμένων τις ψυχές στο μαύρο το σκοτάδι. » ( Ομήρου “Οδύσσεια”, ραψ. λ’ 541-564)
Τελικά ο Τεύκρος δίνει το σύνθημα για την ταφή:
« Φτάνει• γιατί πολλή πέρασε ώρα.
Ανοίξτε εσείς αμέσως βαθύ λάκκο,
κι άλλοι βάλτε στη φωτιάν απάνω
ψηλό λεβέτι τον νεκρό να λούσουν•
άλλοι να φέρουν μέσ’ απ’ τη σκηνή του
όσα φορούσε κάτω απ’ την ασπίδα.
Κι εσύ, παιδί μου, πιάνοντας μαζί μου,
όσο μπορείς, το γονιό σου από τη μέση
να τον σηκώνεις, γιατί ακόμη
ζεστές οι φλέβες βγάζουν μαύρο αίμα.
Εμπρός, καθένας που σα φίλος λέει
πως ήρθε, ας τρέξει κι ας βιαστεί μοχθώντας
γι’ αυτόν τον άντρα, ξέχωρο στα πάντα,
που δεν ήταν κανείς καλύτερός του,
θέλω να πω τον Αίαντα, όταν ζούσε. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 1402-1417 )
O Σοφοκλής κλείνει την γεμάτη πόνο και συγκίνηση τραγωδία του ως εξής:
« Ή πολλά βροτοίς έστιν ιδούσιν
γνώναι• πριν ιδείν δ’ ουδείς μάντις
των μελλόντων ότι πράξει. »
Mετάφρ.: « Αλήθεια οι άνθρωποι όταν δουν,
πολλά μπορούν να μάθουν• όμως
κανένας δεν μπορεί να προφητέψει,
προτού να δει, ποια τύχη τον προσμένει. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 1418-1420 )
Δικαίωση βρίσκει ο ήρωας από τον Πίνδαρο, που πολλές φορές εκθειάζει την αντρεία του, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ψέγει το δόλιο φέρσιμο των Δαναών προς τον τραγικό ήρωα. Στο τέλος ο ποιητής καταλήγει σε ύμνο προς την εντιμότητα:
« Ο φθόνος άρπαξε και του Τελαμώνα το γιο
στο σπαθί πάνω ρίχνοντας.
Αν μόνο καρδιά αλλά γλώσσα δεν έχεις,
η νίκη ξεχνιέται• στο ψέμα ορθώνεται
το μεγάλο βραβείο.
Οι Δαναοί με νοθεία τον Οδυσσέα βράβευσαν•
κι ο Αίας, που τα όπλα τα χρυσαφένια στερήθηκε,
με το φόνο του πάλεψε.

Ανόμοια λαβώματα στων εχθρών τα κορμιά
χτυπώντας ανοίξαν με την άγρια λόγχη,
γύρω απ’ το νεκρό του Αχιλλέα παλεύοντας
και σε άλλα παλέματα, σε πολυφθόρες ώρες.
Και τότε το ψέμα και η διαβολή ήταν ταίρι
με περίγελα λόγια δολόπλοκα
και ατιμία ρημάχτρα,
που λερώνει τη λάμψη των ένδοξων
και την αδοξία των αδόξων.

Και τέτοιος τρόπος σε μένα,
Δία πατέρα, αλλά σε δρόμους ζωής
απλούς να βαδίζω και πεθαίνοντας να ‘χω
στα παιδιά μου ν’ αφήσω έντιμο όνομα. Άλλοι χρυσάφι
και άλλοι χωράφια απέραντα εύχονται
και ΄γω απ’ τον κόσμο να έχω τιμή
όταν πάω στο χώμα,
τα δοξασμένα δοξάζοντας και στα άδικα
σπέρνοντας ψόγο.

Και η τιμή μεγαλώνει, σαν δέντρο που τρέφει
η χλωρή δροσιά,
καθώς ποιητές, με δικαιοσύνη και γνώση,
στον ουρανό το υψώνουν…. » ( Πίνδαρος, “Νεμεόνικος VIII”, 22-41 )

Ο Αισχύλος έχει γράψει την τραγωδία “Σαλαμίνιαι”, από την οποία σώζονται κάποια αποσπάσματα. ‘Ένα απ’ αυτά αναφέρεται στον Αίαντα. Ο χορός μοιρολογεί και λέει:
« Μοιρολογώ την τύχη που είχε
κοντά του θα στεκόμουνα βοηθός•
ποιος θα δεχόταν να τον βλέπει
στις συμφορές, χωρίς κι αυτός να πάσχει;
- Το βασιλιά της θαλασσόβρεχτης
γης που μας έσωζε τη χώρα,
οι πρωτολάτες κι οι αρχηγοί
κι οι αφέντες του στρατού αφανίσαν,
γιατί ‘χε ελπίσει μάταια πως τα όπλα
θα πάρει του Αχιλλέα.
- Μα οι στρατηγοί, χωρίς να κρίνουν
σωστά το δίκιο, συμφωνήσαν
να τα κρατήσ’ ο Οδυσσέας.
Κι ο νους του σαλεμένος
τη μαύρη του οδηγεί μανία
τους φίλους του να σφάξει
με δολερό σπαθί.
- Έτσι ο αντρειωμένος
του Τελαμώνα ο γιος εχάθη,
πεθαίνοντας με το ίδιο του το χέρι. » ( Αισχύλου, “Σαλαμίνιαι”, αποσπ. 89 )
Σε κάποιο άλλο απόσπασμα ο Αίας λέει:
« Χειρότερο κακό που να δαγκώνει
του λεύτερου άντρα την ψυχή, δεν είναι
καθώς η ατιμία. Αυτό έχω πάθει
κι η δυστυχία της βαθιάς ντροπής μου
τα σωθικά μου συνταράζει
με τα πικρά κεντρίσματα της τρέλας. » ( Αισχύλος, απόσπ. L-J 264 )

Απ’ όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, πάνω απ’ όλα οι ήρωες στην αρχαία Ελλάδα έβαζαν την τιμή. Ζωή χωρίς τιμή, ήταν μια ζωή καταφρόνιας και ντροπής. Κάλλιο να πέθαιναν, παρά να ζούσαν μέσα στην περιφρόνηση και στη χλεύη.
Μέχρι τον 20ο αιώνα ο Έλληνας διακρινόταν για το φιλότιμό του. Στις μέρες μας γιατί χάθηκε; Τι πρέπει να γίνει για να ξανάρθει; Έχουμε, άραγε, αλλοτριωθεί τόσο πολύ, ώστε να έχει χαθεί κάθε ελπίδα επιστροφής; Νεκρώθηκαν τόσο πολύ τα σπλάχνα του Ελληνισμού, ή μπορούν να δώσουν ανθρώπους ικανούς να αναπτερώσουν τις ελπίδες μας; Επειδή στο πιθάρι της Πανδώρας παρέμεινε η ελπίδα, ας ελπίσουμε πως δεν τέλειωσαν όλα. Εμείς θα φύγουμε απ’ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, μα η ελπίδα θα παραμείνει. Ίσως σε χρόνους, σε καιρούς να ξαναπούμε: « Υπάρχει και φιλότιμο!»…

ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: