Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Λύτρωση από κάθε είδους λυτρωτή…


[[ δαμ-ων ]]

Από αυτή την ιστοσελίδα έχει φανεί η ιδιαίτερη προτίμηση και αγάπη μου στον διανοητή συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη. Δεν είναι απλά ένας μυθιστοριογράφος. Είναι ένας μύστης των μυστηρίων της ζωής, ένα ανήσυχο πνεύμα χωρίς προκαταλήψεις και ιδεολογικά ή θρησκευτικά στεγανά. Ανιχνεύει την αλήθεια, που είναι διάσπαρτη σε όλες τις θρησκείες. Ψάχνει τα μονοπάτια της λύτρωσης που φέρνουν πιο κοντά τον άνθρωπο στο Θεό. Σπάει τις αλυσίδες που αδρανοποιούν το πνεύμα και το αφήνει νε πετάξει. Κατορθώνει να ελευθερωθεί από τις φοβίες που χαλκεύουν οι δεσμώτες- εκμεταλλευτές των ψυχών. Και γι’ αυτό όσα έγραψε δεν καθορίζουν την εποχή που περιγράφει, αλλά όλες τις εποχές. Πολύ περισσότερο τη σημερινή…
Θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το πολύ σπουδαίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, βιβλίο του “Αναφορά στον Γκρέκο” και μετά θα κάνουμε λίγες σκέψεις:
[[ Είχαν κατέβει βάρβαροι από τα βουνά κι είχαν μπλοκάρει την πολιτεία• ο Βούδας κάθουνταν διπλοπόδι κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο και χαμογελούσε• στα γόνατά του ο Άναντα είχε ακουμπήσει το κεφάλι κι είχε κλείσει τα μάτια, για να μην ξεστρατίζει το στοχασμό του η φαντασμαγορία του κόσμου• γύρα του πλήθος ακροατές που λαχτάριζαν να γίνουν μαθητές στέκουνταν ν’ ακούσουν το λόγο της σωτηρίας. Μα ως ν’ ακούσουν πως οι βάρβαροι κίνησαν πόλεμο, αγρίεψαν:
- Δάσκαλε , φώναξαν, σήκω, έμπα μπροστά να διώξουμε τους βαρβάρους κι ύστερα μας λες το μυστικό της λύτρωσης.
Ο Βούδας κούνησε το κεφάλι:
- Όχι, είπε, δεν έρχουμαι.
- Κουράστηκες; φώναξαν αυτοί με θυμό• φοβάσαι;
- Τέλειωσα, αποκρίθηκε ο Βούδας, κι η φωνή του ήταν πέρα από την κούραση κι από το φόβο, πέρα από την πατρίδα.
- Πάμε το λοιπόν εμείς να υπερασπίσουμε τα χώματα των πατέρων μας! φώναξαν όλοι και στράφηκαν κατά την πολιτεία.
- Στην ευκή μου! είπε ο Βούδας, σήκωσε το χέρι και τους βλόγησε. Πήγα όπου πηγαίνετε, πήγα και γύρισα• εδώ, κάτω από το ανθισμένο ετούτο δέντρο, θα κάθουμαι να σας προσμένω να γυρίσετε κι εσείς. Τότε μονάχα, όταν θα καθόμαστε όλοι κάτω από το ίδιο ανθισμένο δέντρο, ο κάθε λόγος που θα πω, ο κάθε λόγος που θα πείτε, θα ‘χει για όλους μας το ίδιο νόημα• τώρα είναι ακόμα πολλά ενωρίς• άλλα λέω εγώ, άλλα καταλαβαίνετε εσείς, άλλες γλώσσες λαλούμε. Καλό καταβόδιο λοιπόν και καλή αντάμωση!
- Δεν καταλαβαίνω, Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο• πάλι μας μιλάς με παραβολές.
- Θα καταλάβεις στο γυρισμό, Σαριπούτο. Τώρα, σας είπα, είναι πολλά ενωρίς. Χρόνια ζω τη ζωή και τον πόνο του ανθρώπου, χρόνια μεστώνω• ποτέ δεν είχα φτάσει, σύντροφοι, σε τόση ελευτερία. Γιατί; Γιατί πήρα μια μεγάλη απόφαση.
- Μια μεγάλη απόφαση, Δάσκαλε; Έκαμε ο Άναντα κι ανασήκωσε το κεφάλι, έσκυψε, φίλησε την άγια πατούσα του Βούδα• ποια απόφαση;
- Δε θέλω να πουλήσω την ψυχή μου στο Θεό, σε αυτό που λέτε εσείς Θεό• δε θέλω να πουλήσω την ψυχή μου στον Πειρασμό, σε αυτό που λέτε εσείς Πειρασμό• δε θέλω να πουληθώ σε κανένα. Είμαι λεύτερος! Χαρά σε αυτόν που ξεφεύγει από τα νύχια του Θεού και του Πειρασμού, αυτός, αυτός μονάχα λυτρώνεται.
- Λυτρώνεται από τι; έκαμε ο Σαριπούτο κι ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του• λυτρώνεται από τι; Ένας λόγος απόμεινε στα χείλια σου, Δάσκαλε, και σε καίει.
- Δε με καίει, Σαριπούτο, με δροσίζει• δεν ξέρω, συμπαθάτε με, αν αντέχετε, αν μπορείτε να τον ακούσετε χωρίς να σας κυριέψει τρόμος.
- Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο, πάμε στον πόλεμο, μπορεί να μη γυρίσουμε• μπορεί να μη σε ξαναδούμε• φανέρωσέ μας το στερνό ετούτο λόγο, το στερνό σου• λυτρώνεται από τι;
Αργά, βαριά, σαν ένα κορμί στην άβυσσο, έπεσε από τα σφιγμένα χείλια του Βούδα ο λόγος:
- Από τη λύτρωση.
- Από τη λύτρωση; Λυτρώνεται από τη λύτρωση; Ξεφώνισε ο Σαριπούτο. Δάσκαλέ μου, δεν καταλαβαίνω!
- Καλύτερα, Σαριπούτο, καλύτερα• αν καταλάβαινες, θα τρόμαζες. Όμως, μάθετέ το, σύντροφοι, ετούτη είναι η λευτεριά η δικιά μου• λυτρώθηκα από τη λύτρωση!
Σώπασε• μα δε μπορούσε τώρα να κρατηθεί:
-Κάθε άλλη λευτεριά, μάθετέ το, είναι σκλαβιά• αν ήταν να ξαναγεννιόμουν, για τη μεγάλη ετούτη λευτεριά θα πολεμούσα: για λύτρωση από τη λύτρωση… Μα φτάνει• πρώιμα είναι ακόμα να μιλούμε• θα τα πούμε σαν γυρίσετε από τον πόλεμο, αν γυρίσετε• έχετε γεια!
Ανάσανε βαθιά, έβλεπε τους μαθητές του να κοντοστέκουνται, χαμογέλασε.
-Τι κάθεστε; είπε• το χρέος σας ακόμα είναι ο πόλεμος, σύρτε να πολεμήστε• έχετε γεια!
-Καλή αντάμωση, Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο, πάμε, κι ο Θεός βοηθός!
Ο Άναντα έμεινε ακίνητος• ο Βούδας τον κόχεψε ευχαριστημένος.
-Εγώ θα μείνω μαζί σου, Δάσκαλέ μου, είπε και κατακοκκίνησε.
- Άναντα αγαπημένε, έκαμε ο Βούδας, από φόβο;
-Από αγάπη, Δάσκαλέ μου.
-Δε φτάνει πια η αγάπη, πιστέ μου σύντροφε• δε φτάνει.
-Το ξέρω, Δάσκαλέ μου• την ώρα που μιλούσες είδα μια φωτιά ν’ αγλείφει το στόμα σου.
-Δεν ήταν φωτιά, Άναντα, δεν ήταν φωτιά, ήταν ο λόγος. Καταλαβαίνεις εσύ, μικρέ μου, πιστέ μου φίλε, τον περάνθρωπο τούτο λόγο;
-Καταλαβαίνω, θαρρώ• γι’ αυτό κι απόμεινα μαζί σου.
-Τι κατάλαβες;
-Όποιος λέει πως υπάρχει λύτρωση είναι σκλάβος• γιατί την πάσα στιγμή φλωροζυγιάζει κάθε του λόγο, κάθε του πράξη και τρέμει: Θα σωθώ; Δε θα σωθώ; Θα πάω στον ουρανό; Θα πάω στην Κόλαση; Πώς μπορεί να ‘ναι λεύτερη μια ψυχή που ελπίζει; Όποιος ελπίζει, φοβάται τη ζωή τούτη, φοβάται τη ζωή την άλλη, κρέμεται μέτωρος και περιμένει την τύχη ή το έλεος του Θεού.
Ο Βούδας έβαλε την απαλάμη του στα μαύρα μαλλιά του Άναντα.
-Μείνε, είπε.
Κάμποση ώρα έμειναν αμίλητοι κάτω από το ανθισμένο δέντρο. Ο Βούδας χάδεψε αργά, πονετικά, τα μαλλιά του αγαπημένου μαθητή.
-Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες• αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;
Ο Άναντα είχε σκύψει το κεφάλι και δε μιλούσε.
-Καταλαβαίνεις λοιπόν τώρα ποιος είναι ο τέλειος Λυτρωτής…
Σώπασε, και σε λίγο, παίζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά του έναν ανθό που ‘χε πέσει από το δέντρο:
-Ο Λυτρωτής που θα λυτρώσει τους ανθρώπους από τη λύτρωση. ]]
Το Αιώνιο Πνεύμα, η Συμπαντική Ενέργεια, η Κοσμική Διάνοια, αυτό που οι θρησκείες ονομάζουν Θεό, δια του Λόγου δημιούργησε ό,τι μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτά που μας παρουσιάζουν οι πέντε αισθήσεις είναι απειροελάχιστα σε σχέση με όσα υπάρχουν.
Μας δόθηκε η ευκαιρία να δούμε σε προηγούμενο άρθρο ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το σώμα του. Δεν έχει μόνο φυσικό σώμα, αλλά επιπλέον άλλα τρία σώματα, λεπτής ύλης και μεγαλύτερης δονητικής κατάστασης. Αναφέραμε ότι η υλική μας φύση αποτελείται από το φυσικό σώμα, το αιθερικό, το αστρικό και το νοητικό. Η τετραπλή αυτή υπόσταση είναι ο φορέας του Πνεύματος. Το Πνεύμα με τη σειρά του είναι τριπλό ως εικόνα που Τριαδικού Θεού.
Η Φυσική μας τονίζει ότι πέρα από την ύλη, υπάρχει η λεγόμενη σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια. Μόλις το 4% του κόσμου μας είναι ορατό, που αποτελείται από ύλη και το οποίο ανιχνεύουμε με τις αισθήσεις και τα υπερευαίσθητα όργανα που έχουμε κατασκευάσει. Το υπόλοιπο 96% μας είναι άγνωστο και μόνο διανοητικά μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Το Σύμπαν πρέπει να έχει τον παρατηρητή του, εκείνον που θα το μελετήσει, που θα διεισδύσει στους νόμους του και θα τους ανακαλύψει. Αυτόν που θα βρει τα μυστικά λειτουργίας όλων των φαινομένων, όλων των εκδηλώσεων του Κόσμου. Η ύλη μπορεί να ανιχνευτεί από υλικό μόνο σώμα. Η γνώση της επιτυγχάνεται από υλικό φορέα, ενώ στη συνέχεια ανέρχεται στον ανώτερο κόσμο των Ιδεών. Έτσι ο άνθρωπος αποτελεί τον παρατηρητή, τον ερευνητή, τον συνδετικό κρίκο ύλης- πνεύματος, γιατί μέσα του ενοποιεί τις δύο διαβαθμισμένες περιοχές της Παγκόσμιας Ενέργειας, της πανταχού Παρούσας και τα Πάντα Πληρούσας. Η ύλη είναι ενέργεια χαμηλής συχνότητας, μικρής δονητικότητας, ενώ το πνεύμα είναι ενέργεια πολύ υψηλής συχνότητας, υπερυψηλής δονητικότητας.
Έτσι οι Θείες Δυνάμεις έπλασαν τον άνθρωπο: « Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν ». Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα ( «κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν» ) για να μελετήσει τη φύση, να λάβει τη γνώση αφού έφαγε από το “δέντρο της γνώσης” ( «ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν» ). Άνοιξε η αντιληπτική του ικανότητα («διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί») και οι Θείες δυνάμεις διαπίστωσαν ότι « ιδού Αδάμ (άνθρωπος) γέγονεν ως εις εξ ημών, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν». Το Κοσμικό Σχολείο της γνώσης ήταν ο υλικός κόσμος, η γη. Γι΄ αυτό, όπως το παιδί φεύγει από την αγκαλιά της μάνας για να πάει στο σχολείο «εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην». Δεν είναι τόπος εξορίας η γη, είναι σχολείο. Μπορεί να προκάλεσε πόνο η αποστέρηση της μακαριότητας της “τρυφής”- μήπως και το παιδί δεν κλαίει τις πρώτες μέρες που χάνει τα χάδια της οικογένειας και το παιγνίδι για να πάει στο σχολείο; - αλλά ήταν αναγκαίο στάδιο ώστε με τον μόχθο του να κερδίσει την «ομοίωσιν». Όπως περνάμε από διάφορες τάξεις και σχολεία για να πάρουμε τελικά το πτυχίο του Πανεπιστημίου, έτσι σταδιακά, ζωή στη ζωή, η ανθρώπινη ψυχή κερδίζει το «καθ’ ομοίωσιν».
Είναι σημαντικό στο δρόμο της να βρεθεί ένας πνευματικός άνθρωπος, μια προχωρημένη ψυχή, για να γίνει ο Δάσκαλος. Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξαν αρκετοί μεγάλοι Δάσκαλοι και πολύ περισσότεροι μικροί Δάσκαλοι. Προσωπικότητες που άφησαν έντονη τη σφραγίδα τους, που αφύπνησαν τον άνθρωπο και του έδωσαν ώθηση κα ξεκολλήσει από τα γήινα και να αναζητήσει την επιστροφή στον “οίκο”, το αρχέτυπο του οποίου είναι αποτυπωμένο βαθιά στο “είναι” του. Σημαντικοί δάσκαλοι είναι ο Ζωροάστρης, ο Κομφούκιος, ο Μωυσής, ο Βούδας, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας, ο Ιάμβλιχος, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, κάποιοι ( και λέω κάποιοι γιατί ορισμένοι αναγορεύτηκαν άγιοι για λόγους σκοπιμότητας ) από τους αγίους των θρησκειών και ο μεγαλύτερος των Δασκάλων ο Ιησούς.
Είπαν σημαντικά πράγματα. Για κάποια όμως το πλήθος δεν ήταν έτοιμο. Γι’ αυτό μίλησαν με παραβολές και χρησιμοποίησαν τη γλώσσα του συμβολισμού. Το πλήθος, ο όχλος, άκουγε μια ωραία ιστορία, οι μυημένοι όμως έπαιρναν πολύτιμη γνώση. Ας θυμηθούμε εδώ την ερώτηση που έκαναν οι μαθητές στον Ιησού μετά την “παραβολή του σπορέως” και την απάντησή Του. : « και προσελθόντες οι μαθηταί είπον αυτώ• διατί εν παραβολαίς λαλείς αυτοίς; ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς• ότι υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, εκείνοις δε ου δέδοται…. Δια τούτο εν παραβολαίς αυτοίς λαλώ, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη ακούωσι μηδέ συνώσι…»
Η μυστηριακή γνώση είναι μια μεγάλη δύναμη. Στα χέρια των ανώριμων πνευματικά ανθρώπων γίνεται επικίνδυνη και μπορεί να επιφέρει συμφορές. Είναι σαν ένα κουτί με σπίρτα. Στα χέρια της ώριμης νοικοκυράς γίνεται ένα πολύτιμο εργαλείο, γιατί μ’ αυτά μπορεί να ανάψει τον φούρνο στην αυλή του σπιτιού, να ψήσει ψωμιά και να δώσει στον πεινασμένο ένα καρβέλι, προσφέροντάς του ζωή. Στα χέρια όμως ενός μικρού παιδιού γίνεται ένα επικίνδυνο εργαλείο, γιατί καθώς δε γνωρίζει την καταστροφική δύναμη της φωτιάς, μπορεί να ανάψει κάπου φωτιά προκαλώντας συμφορά.
Επιπλέον η μυστηριακή γνώση δε δίνεται μονομιάς. Δίνεται με σταδιακές μυήσεις. Είναι σαν το φάρμακο στον ασθενή. Ποτέ ο γιατρός δεν προτρέπει τον ασθενή να πάρει μονοκοπανιάς όλο το κουτί με τα χάπια για να γίνει καλά. Το φάρμακο δίνεται χάπι- χάπι, σε δόσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο στον μυούμενο δεν δίνεται όλη η γνώση από την πρώτη φορά. Σε κάθε μύηση, σε κάθε βαθμό, αποκαλύπτεται μια πτυχή, τραβιέται ένα πέπλο. Γιατί η γνώση είναι και σαν το φως. Όταν κάποιος είναι στο σκοτάδι, δεν μπορείς να τον φέρεις απότομα στο άπλετο φως του ήλιου. Θαμπώνουν τα μάτια του και δε βλέπει τίποτα. Ο Δάσκαλος, λοιπόν, κρίνει την ωριμότητα των μαθητών, όπως ο Βούδας στην ιστορία μας, και ανάλογα αποκαλύπτει την αλήθεια, παρέχει τη γνώση που κρίνει ότι μπορεί να αντέξουν οι μαθητές. Γι’ αυτό είπε ο Διδάσκαλος των Δασκάλων: « Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι.» Οι παππούδες μας ποτέ δε φόρτωναν ένα χρονιάρικο γαϊδουράκι με βαρύ φόρτωμα. Αύξαναν το βάρος ανάλογα με την ηλικία. Το ίδιο γίνεται και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στο πρωτάκι του δημοτικού δε μπορείς να μάθεις εξισώσεις. Θα του μάθεις να μετράει και να κάνει πρόσθεση με μικρούς αριθμούς. Θα μάθει ο μαθητής εξισώσεις, μα όταν ωριμάσει και φτάσει στο γυμνάσιο. Έτσι και η μυστηριακή γνώση δίνεται σταδιακά. Ολοένα αυξάνει η αποκάλυψη της αλήθειας.
Ο ρόλος του Δάσκαλου είναι διαφορετικός απ’ αυτόν του στρατηγού. Ο στρατιωτικός γνωρίζει τα μυστικά του πολέμου, το πώς να κατευθύνει τους στρατιώτες του στο πεδίο της μάχης. Ο Δάσκαλος γνωρίζει να κατευθύνει τη σκέψη των μαθητών του στο να αντιληφθούν τα μυστήρια της ζωής, τον τρόπο της τιθάσευσης των παθών, την αλχημική μέθοδο της μετατροπής των αγενών ενστίκτων σε ευγενή αισθήματα και ευγενικές πράξεις, όπως οι αλχημιστές μετέτρεπαν τα αγενή μέταλλα σίδηρο, ψευδάργυρο, σε ευγενή ασήμι και χρυσό.
Δεν φοβάται ο Δάσκαλος τον πόλεμο, δεν κουράζεται από τη ζωή. Μα ο ρόλος του δεν είναι να πολεμάει με όπλα. Αυτός πολεμάει με τη σκέψη, με το νου. Τα όπλα του δεν είναι καμωμένα από χαλκό και σίδερο. Αυτός χρησιμοποιεί τα όπλα της Διάνοιας. Και ο κάματος της ζωής δεν τον λυγίζει, γιατί είναι μέρος της ζωής. Νιώθει τον εαυτό του σαν κύτταρο της δημιουργίας, ένα μέρος της Παγκόσμιας Ζωής. Είναι η μικρογραφία του Σύμπαντος, ο μικρόκοσμος του όλου Κόσμου. Μέσα του νιώθει να υλοποιείται η ερμητική ρήση: «ως εν τοις άνω, ούτω εν τοις κάτω». Πως ξεκίνησε ως άσωτος υιός, αλλά τελικά θα μπορέσει να γίνει ο Υιός ο Αγαπητός, στον οποίο ο Πατέρας θα προσφέρει το δαχτυλίδι Του και θα σφάξει τον μόσχο τον σιτευτό. Έτσι αισθάνεται πως έχει χρέος να βοηθήσει το Κοσμικό Σχέδιο. Μάχεται για την πραγμάτωση του Σχεδίου και τραγουδάει «ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο, ομπρός βάνετε γόνα να βγάλουμε τη ψυχή από τη λάσπη…» και αντιπαλεύει να κάνει τη σάρκα πνεύμα. Να ανεβάσει τις δονήσεις και ο ίδιος να ανέβει πνευματικά. Γιατί τότε μπορεί να γίνει ο φάρος που θα οδηγήσει τα πλεούμενα- ψυχές να μη λοξοδρομήσουν κι ούτε να πέσουν σε απότομα βράχια στη θάλασσα των συγκινήσεων και των ανθρώπινων παρορμήσεων. Έχει συνειδητοποιήσει πως «καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν».

( … Συνεχίζεται… )

Δεν υπάρχουν σχόλια: