Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Η μεταφυσική διάσταση των αισθήσεων


[[ δαμ-ων ]], ( 2ο Μέρος )

γ. Όραση: Ας συνεχίσουμε από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: « ἐν αὐτῷ ζωή ἦν, καὶ ἡ ζωή ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν.»
Και πάλι διαβάζουμε στη “Γένεση”: « καὶ εἶπεν ὁ Θεός• γενηθήτω φῶς• καὶ ἐγένετο φῶς. καὶ εἶδεν ὁ Θεός τὸ φῶς, ὅτι καλόν• καὶ διεχώρισεν ὁ Θεός ἀνά μέσον τοῦ φωτός καὶ ἀνά μέσον τοῦ σκότους. καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεός το φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσεν νύκτα. ». Επομένως κατά τον συγγραφέα της “Γένεσης”, το φως είναι το πρώτο δημιούργημα υλενέργειας, όπως λέγεται στη σύγχρονη ορολογία της φυσικής (*7), που διά του λόγου δημιούργησε ο Δημιουργός. Το φως γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όρασης, η οποία συνιστά την υπέρτατη συσχετιστική αίσθηση του ηλιακού συστήματος.
Κάποιος ποιητής είπε: « Το χρώμα δεν βρίσκεται στο τριαντάφυλλο, αλλά μέσα μας ». Αυτό καθ’ εαυτό το χρώμα δεν προκαλεί τον θαυμασμό ή τη συγκίνηση, αλλά η εσώτερη παρόρμησή μας γεννά τα συναισθήματα από την αίσθηση του χρώματος.
Ο Πλάτωνας μας λέει: « τῶν δὲ ὀργάνων πρῶτον μὲν φωσφόρα συνετεκτήναντο ὄμματα » [ Μετάφρ.: τα πρώτα όργανα που έφτιαξαν ( οι θεοί ) ήταν τα μάτια που είχαν το φως.] Και συνεχίζει: « Κατά την άποψή μου, η αιτία της μεγαλύτερης ωφέλειάς μας είναι η όραση, αφού όλα όσα έχουμε πει μέχρι τώρα για το σύμπαν δεν θα μπορούσαν να έχουν λεχθεί, αν δεν βλέπαμε ούτε τα άστρα ούτε τον ουρανό. Όπως είναι όμως τα πράγματα, βλέποντας τη μέρα, τη νύχτα, τους μήνες και τα διαστήματα των χρόνων, αναπτύξαμε τους αριθμούς και αντιληφθήκαμε τον χρόνο και τον τρόπο για να ερευνήσουμε τη φύση του σύμπαντος. Από αυτά πήραμε τη φιλοσοφία, η οποία αποτελεί αγαθό που μεγαλύτερό της ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξει δώρημα των θεών προς το γένος των θνητών. Αυτό λέω πως είναι λοιπόν το μεγαλύτερο όφελος που μας προσφέρουν τα μάτια… Αυτό επομένως ας παραδεχτούμε, πως αιτία που ο θεός δημιούργησε κα χάρισε την όραση είναι για να βλέπουμε τις περιφορές του νου στον ουρανό και να τις χρησιμοποιούμε σαν πρότυπα της δικής μας νόησης, που είναι συγγενική με την πρώτη, έστω κι αν εκείνη είναι σταθερή και η δεύτερη συνεχώς ακατάστατη. Μαθαίνοντας λοιπόν και μετέχοντας στη φυσική ορθότητα των συλλογισμών με τη μίμηση των σταθερών περιφορών του θεού, θα καταφέρουμε να βάλουμε σε τάξη τις ακατάστατες περιφορές που υπάρχουν μέσα μας. » ( Πλάτωνος “Τίμαιος”, 47b-c)
Στη διαδικασία της όρασης σχηματίζονται δύο είδωλα στους αμφιβληστροειδείς των ματιών, που συγχωνεύονται σε μια νοητική εικόνα στον εγκέφαλό μας. Μια συγχώνευση πολύ σημαντική γιατί μ’ αυτήν αντιλαμβανόμαστε τις τρεις διαστάσεις του χώρου. Η εικόνα που συλλαμβάνουμε είναι ένα σύνολο δονήσεων, των δονήσεων των φωτονίων, οπότε η εγκεφαλική εικόνα είναι κι αυτή δονητική. Έτσι ερμηνεύουμε όχι το πραγματικό αντικείμενο, αλλά αυτό που μας φαίνεται πως είναι. Αν φοράμε γυαλιά ηλίου σε μπλε χρώμα, γίνεται μια αλλοίωση των χρωμάτων, κι επικρατεί το χρώμα των γυαλιών. Αν, τώρα, χρησιμοποιήσουμε κόκκινα γυαλιά, στην εικόνα μας θα επικρατεί το κόκκινο. Επομένως, ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε εξαρτάται από τον τρόπο που τον βλέπουμε. Ο φυσικός κόσμος, λοιπόν, είναι πραγματικός αλλά ταυτόχρονα κι απατηλός ( μάγια, δηλ. πλάνη, όπως τον ονομάζουν οι ανατολικοί λαοί ). Για ν’ αντιληφθούμε τον πραγματικό κόσμο, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε περισσότερο από τ’ αυτιά και τα μάτια του σώματος, τ’ αυτιά και τα μάτια της ψυχής, ώστε να μην ανήκουμε κι εμείς σ’ αυτούς για τους οποίους ειπώθηκε: « ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ ἀκούωσι μηδέ συνῶσι » , ν’ αποκτήσουμε εξωαισθητηριακές ικανότητες.
Με την όραση ο μαθητής της γνώσης θέλει να βρει και να δει το κέντρο του κύκλου της εκδήλωσης της θεότητας, να ανακαλύψει το κέντρο της ύπαρξής του και το κέντρο συμμετρίας της ζωής του. Καθώς θ’ ανασύρει ένα- ένα τα πέπλα του μυστηρίου, θα δει ότι πέρα από το φαινομενικό υπάρχει το όντως πραγματικό, πέρα από τον εαυτό και το εγώ υπάρχει ο Στοχαστής, ο Ανώτερος Εαυτός, ο Σιωπηλός Παρατηρητής, πέρα από την ύλη υπάρχει το Πνεύμα, πίσω από κάθε εκδήλωση είναι ο Θεός.

Η συνέχεια >>> εδώ…
Όταν ο άνθρωπος εξυψώνεται, η όραση γίνεται ενόραση. Αυτή την ανύψωση κι επαφή με τον θείο κόσμο, μας δίνει παραστατικά ο Παρμενίδης: « ἵπποι ταί με φέρουσιν, ὅσον τ’ ἐπί θυμός ἱκάνοι, πέμπον,…ὡς τα δοκοῦντα χρῆν δοκίμως εἶναι διά παντός πάντα περῶντα. ». Ας δούμε, όμως, ολόκληρο το απόσπασμα από την μετάφρασή του:
« Οι φοράδες, οι οποίες με σύρουν με το άρμα, με μετέφεραν εκεί, όπου φτάνει η εσωτερική ορμή της ψυχής μου, καθώς οδηγώντας με, οι θεές, μ’ έβαλαν στην πολυφημισμένη οδό, η οποία φέρει τον προικισμένο με σοφία άντρα, διαμέσου όλου του κόσμου. Σ΄ αυτό εδώ το δρόμο οδηγόμουν , γιατί εδώ μ’ έφεραν τα προικισμένα με φρόνηση άλογα, σύροντας το άρμα μ’ όλη τη δύναμή τους και οι θυγατέρες του ήλιου έδειχναν το δρόμο, ο άξονας δε στα περιαξόνια των τροχών συρίζει, καθώς καίεται ( γιατί το άρμα, με δύο περιστρεφόμενους τροχούς και στα δύο άκρα του άξονα, ταχύτατα κινιόταν ), τη στιγμή κατά την οποία έσπευδαν να με φέρουν προς το φως οι θυγατέρες του ήλιου αφού εγκατέλειψαν προηγουμένως τα ανάκτορα της νύχτας και αφαίρεσαν από τις κεφαλές τους τα καλύμματα.
Εκεί είναι οι πύλες των δρόμων κι αυτές περιβάλλει υπέρθυρο και λίθινο κατώφλι, υψώνονται δε στον αιθέρα και καλύπτονται εξ ολοκλήρου από μεγάλα θυρόφυλλα, αυτών δε η “πολύποινος Δίκη” κρατεί τις εναλλασσόμενες κλείδες. Προς αυτή, αφού μίλησαν οι κόρες και με λόγους γλυκούς και με ικανότητα, την έπεισαν προς χάρη τους, ταχύτατα, να αφαιρέσει το βαλανωτόμοχλό από τις θύρες. Ανοίχτηκαν δε οι θύρες και άφησαν μέγα άνοιγμα αφού συνέστρεψαν αλληλοδιαδόχως στους στρόφιγγες τους συναρμοσμένους με γόμφους και περόνες πολύχαλκους άξονες των θυροφύλλων. Διαμέσου αυτών, αμέσως κατευθείαν στον αμαξιτό δρόμο έφεραν το άρμα με τις φοράδες. Και η θεά με υποδέχθηκε πρόθυμη. Έλαβε δε το δεξί μου χέρι με το δικό της και αυτό το λόγο μου είπε:
- Ω νέε, σύντροφε των αθανάτων ηνιόχων, συ που φτάνεις συντροφευμένος από τις φοράδες που σε ταξιδεύουν, στο δικό μου ανάκτορο, χαίρε, διότι, όχι βέβαια κακή μοίρα σε έφερε ν’ ακολουθήσεις αυτό το δρόμο ( αληθινά, αυτός ο δρόμος βρίσκεται μακριά από δρόμους πατημένους από ανθρώπους ) αλλά η Θέμις και η Δίκη. Είναι ανάγκη τα πάντα να μάθεις, τόσο την ήρεμη κι ακλόνητη καρδιά της ολοστρόγγυλης “Αλήθειας”, όσο και τις “δόξες” των ανθρώπων, στις οποίες δεν υπάρχει αληθινή βεβαιότητα. Αλλ’ όμως κι αυτά θα μάθεις, ότι θα ήταν ανάγκη όλες οι δόξες κατά δόκιμο ( πιθανό ) τρόπο να διαπερνούν εξ ολοκλήρου τα πάντα…» ( Παρμενίδου “Περί Φύσιος”, απόσπ. 1 ).
Σ’ αυτή την αρματοδρομία αναβάτης είναι ο αναζητητής της γνώσης, που δεν βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας, αλλά σε κίνηση. Ηνίοχοι οι θυγατέρες του ήλιου ( ήλιος= φως= γνώση ). Οι θυγατέρες του ήλιου ( « ἡλιάδες κοῦραι ») είναι οι φωτεινές δυνάμεις, που οδηγούν το άρμα της ψυχής στο δρόμο της κατάκτησης της γνώσης. Το άρμα μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί, όπου μπορεί να αντέξει η ορμή της ψυχής του αναβάτη. Η λέξη “θυμός” (*8) σημαίνει την εσώτερη τάση της ψυχής να γνωρίσει τον κόσμο. Έτσι θυμός είναι η ορμή των δυνάμεων της ψυχής για την υλοποίηση του πόθου και του έρωτα της γνώσης. Η αρματοδρομία είναι η πορεία μας από την άγνοια στη γνώση. Η εκκίνηση έγινε από τα ανάκτορα της Νύχτας ( « δώματα Νυκτός »), δηλαδή από το σκοτάδι της αγνωσίας στο φως ( « εἰς φάος » ) της γνώσης. Η πορεία δεν είναι εύκολη, ο δρόμος είναι κακοτράχαλος και γι’ αυτό οι τροχοί συρίζουν και παίρνουν φωτιά, όμως τα άλογα που τραβούν την άμαξα έχουν φρόνηση ( « πολύφραστοι ἵπποι » ), η ψυχή δεν άγεται και φέρεται από τα πάθη, αλλά απόκτησε πλέον φρόνηση και τα εκδηλωμένα τώρα ανώτερα κατηγορήματά της οδηγούν τον αναβάτη διαμέσου πολυφημισμένης οδού ( « ἐπεί μ’ ἐς ὁδόν βῆσαν πολύφημον ἄγουσαι δαίμονες, ἣ κατά πάντ’ ἄστη φέρει εἰδότα φῶτα » ). Μπορεί να είναι ονομαστή η οδός, όμως δεν μπορούν να τον ακολουθήσουν όλοι οι άνθρωποι, παρά μόνον οι σοφοί. Ο « εἰδώς φώς » (= σοφός άντρας ) γνωρίζει ότι η διαδρομή του είναι μέσα από πάρα πολλούς επαγωγικούς συλλογισμούς, απ’ όπου σαν τον χρυσοθήρα συγκεντρώνει ψήγμα- στο ψήγμα τους θησαυρούς της γνώσης, μέσα από ένα μεγάλο πλήθος ερεθισμάτων και πληροφοριών ( « κατά πάντα ἄστη » ), από τα οποία πρέπει να κάνει το αναγκαίο ξεδιάλεγμα. Όλες οι εντυπώσεις μέσα από τις αισθήσεις δεν είναι ωφέλιμες. Σ’ αυτό το δύσκολο έργο θα τον βοηθήσουν οι ικανότητες που είχε, αλλά ήσαν σε ληθαργική κατάσταση, και οι οποίες, όμως, τώρα ενεργοποιήθηκαν ( « ὠσάμεναι κράτων ἄπο χερσί καλύπτρας » )
Το νέο πεδίο, στο οποίο έρχεται ο αναβάτης, είναι ανώτερο, είναι αιθέριο, ( « αἰθέριαι πύλαι » ) και η θεά, η πολύποινις Δίκη , κρατάει τα κλειδιά, « κληῖδας αμοιβούς » , εναλλασσόμενες κλείδες, που σ’ εμάς επιτρέπουν να ερχόμαστε σ’ επαφή με το υπαρβατικό, με τις θείες δυνάμεις, αλλά κι αυτές μ’ εμάς και να μας εμπνέουν. Η θεά υποδέχτηκε με χαρά τον επισκέπτη, λέγοντάς του πως η καλή μοίρα τον έκανε να πάρει αυτό τον δρόμο, που είναι ξεχωριστός και μακριά από τους πεπατημένους δρόμους των ανθρώπων ( « ἐπεί οὔτι σε μοῖρα κακή προὔπεμπε νέεσθαι τήνδ’ ὁδόν ( ἦ γὰρ ἀπ’ ἀνθρώπων ἐκτός πάτου ἐστίν) » ). Ο δρόμος της αναζήτησης και της μαθητείας δεν είναι από τους δρόμους, που αναζητούν να βαδίσουν όλοι οι άνθρωποι. Είναι ο δρόμος που « ἐξαίφνης », σύμφωνα νε τον Πλάτωνα, ακολουθούν οι ώριμοι. Κι όταν ο πνευματικά ώριμος έρθει σ’ επαφή με τον θείο κόσμο με την ενόραση θα μάθει την ήρεμη και ακλόνητη καρδιά της πλοστρόγγυλης Αλήθειας, και θα την διακρίνει από τις δόξες των ανθρώπων, στις οποίες δεν υπάρχει πάντοτε η αλήθεια ( « χρεώ δὲ σε πάντα πυθέσθαι ἠμέν Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμές ἦτορ ἠδέ βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθής » ).
Η επαφή του αναβάτη με τη θεά εκφράζει την επαφή μας με τον Ανώτερο Εαυτό μας ή την επαφή με το υπερσυνειδητό, απ’ όπου οι πληροφορίες είναι ατόφιες, χωρίς ίχνη πλάνης. Έτσι στην κατάκτηση της γνώσης συμμετέχουν οι αισθήσεις, με τις οποίες έχουμε την πρώτη εμπειρία με τη γνωστικό αντικείμενο, η ενόραση, με την οποία συλλαμβάνουμε μυστικιστικά την βαθύτερη αλήθεια και η νόηση, όπου γίνεται η επεξεργασία όλων των εντυπώσεων και η κωδικοποίηση της πραγματικής γνώσης.
Με την παράθεση και την ανάλυση του παραπάνω αποσπάσματος από το έργο του Παρμενίδη “Περί Φύσιος”, δείξαμε παραστατικά την ανύψωση της όρασης σε ενόραση και γενικότερα των αισθήσεων σε υπεραισθήσεις, που είναι το έργο του αναζητητή της Αλήθειας.
Ο μυστικιστής αμερικάνος συγγραφέας του 19ου αιώνα Henry David Thoreau περιέγραψε με τ’ ακόλουθα λόγια κάποια εμπειρία του υπέρβασης των αισθήσεων:
« Απέκτησα ακοή που δεν χρειαζόταν αυτιά,
όραση που δεν είχα ανάγκη τα μάτια,
έζησα στιγμές όπου δεν υπήρχε χρόνος,
κατανοώντας την αλήθεια χωρίς να την έχω μελετήσει…
Ακούω τους πέρα από τον ήχο ήχους,
βλέπω πιο μακριά από κει που φτάνει η όραση,
νέες εκτάσεις, νέους ουρανούς, νέες θάλασσες,
που ο ήλιος μας είναι χλωμός στο φως τους…»
Γίνεται φανερό ότι ο Thoreau μας μιλάει για διακοή και για διόραση, δηλαδή για διαίσθηση.
Στον εσωτερισμό μαθαίνουμε ότι κάθε άνθρωπος διαποτίζεται από το παγκόσμιο ρεύμα της Κοσμικής Συνείδησης. Αυτή είναι η Συνείδηση του εκδηλωμένου Θεού, που μυστικιστικά αποκαλείται Κοσμικό, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος συνέχεια συνδέεται με το θείο. Το Κοσμικό συμβολίζει το σύνολο των φυσικών και πνευματικών παγκόσμιων νόμων διαμέσου των οποίων η Θεία Διάνοια εκδηλώνεται σ’ όλη την Πλάση. Επομένως είμαστε συνδεδεμένοι με αυτή τη Διάνοια, που βρίσκεται στα βάθη του εαυτού μας. Αυτό εκφράζεται θεολογικά με την έκφραση ότι ο άνθρωπος πλάστηκε “κατ’ εικόνα Θεού”. Έτσι είναι προικισμένος με απεριόριστες ικανότητες κι ανείπωτη ισχύ. Οδηγούμαστε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας στο εσωτερικό πεδίο, ζωοποιούμαστε από την Κοσμική Συνείδηση και επιπλέον βρισκόμαστε σε συνεχή επαφή με την θεότητα. Για κατανόηση αυτής της επικοινωνίας, φανταστείτε την Κοσμική Συνείδηση σαν ηλεκτρικό ρεύμα και τη Θεία Διάνοια σαν ηλεκτρ. γεννήτρια, ενώ τους ανθρώπους σαν μυριάδες λαμπτήρες, που έχουν συνδεθεί στο κύκλωμα της Θείας Διάνοιας. Οι λαμπτήρες όμως δεν έχουν την ίδια ισχύ ( τα ίδια Watt ) και ούτε την ίδια ποιότητα. Συνεπώς, ενώ όλοι οι λαμπτήρες διαρρέονται από το ίδιο ρεύμα, δεν έχουν το ίδιο φωτεινό αποτέλεσμα, αφού έχουν διαφορετική ισχύ και ποιότητα. ( Ροδοσταυρικές διδασκαλίες )
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι καθένας μας συνδέεται με όλη τη σοφία του σύμπαντος, έχει πρόσβαση στη γνώση των μυστηρίων, στην αποκάλυψη της αλήθειας. Μοιάζει με τον ηλεκτρ. υπολογιστή που έχει σύνδεση internet. Απομένει στον χειριστή, που αντιπροσωπεύει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, να κάνει την επιλογή της σύνδεσης. Ορισμένες περιοχές όμως δεν είναι προσβάσιμες διαμέσου της αντικειμενικής συνείδησης. Τότε πρέπει να ενεργοποιήσει τις ικανότητες, που υπάρχουν μέσα του, αλλά είναι σε ανενεργή κατάσταση, να υπερβεί τον αισθητό κόσμο, να χρησιμοποιήσει μια ικανότητα που είναι υπέρτερη των αισθήσεων, την διαίσθηση. Για την ενεργοποίηση της διαίσθησης πρέπει να σιγήσει ο αντικειμενικός λογισμός, το συνειδητό, ώστε ν’ ακουστεί η φωνή του Ενώτερου Εαυτού.
Για τις υπεραισθήσεις δε μιλούν οι εσωτεριστές και οι παραψυχολόγοι, αλλά και οι επιστήμονες. Ένα βιβλίο, που εντυπωσίασε τους αναγνώστες του 20ου αιώνα, ήταν το “Ο Άνθρωπος, αυτός ο άγνωστος” του γιατρού Dr Alexis Carrel, από το οποίο παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
« …Οι σοφοί, που είναι μεγαλοφυίες, εκτός από τη δύναμη που έχουν να παρατηρούν και να κατανοούν, διαθέτουν κι άλλες ιδιότητες, όπως τη διαίσθηση και τη δημιουργική φαντασία. Με τη διαίσθηση συλλαμβάνουν εκείνο που είναι κρυμμένο για τους ανθρώπους, διαισθάνονται τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα φαινόμενα που παρουσιάζονται σαν ξέχωρα, ανακαλύπτουν την ύπαρξη του αγνοημένου θησαυρού… Η διόραση και η τηλεπάθεια αποτελούν πρωταρχικό δεδομένο της επιστημονικής παρατήρησης. Οι διορατικοί συλλαμβάνουν, χωρίς τη μεσολάβηση των οργάνων της αίσθησης, τις σκέψεις ενός άλλου προσώπου. Αντιλαμβάνονται, επίσης, τα λίγο- πολύ απομακρυσμένα μέσα στο χώρο ή στο χρόνο γεγονότα. Η δύναμη όμως αυτή είναι σπάνια. Δεν αναπτύσσεται παρά σε έναν πολύ μικρό αριθμό ατόμων. Υπάρχει όμως σε στοιχειώδη κατάσταση σε πολλά πρόσωπα και εκδηλώνεται χωρίς προσπάθεια και με αυθόρμητο τρόπο. Φαίνεται απλή σ’ εκείνους που την διαθέτουν και τους δίνει μια πιο ασφαλή γνώση για ορισμένα πράγματα, από εκείνη που παίρνουν με τα αισθητήρια όργανα. Τους είναι το ίδιο εύκολο να μαντέψουν τις σκέψεις ενός προσώπου, όσο και ν’ αναλύσουν την έκφρασή τους.
Οι λέξεις όμως “βλέπω” και “αισθάνομαι” δεν εκφράζουν ακριβώς εκείνο που συμβαίνει μέσα στη συνείδησή τους. Δεν κοιτάζουν, ούτε ερευνούν. Ξέρουν. Το διάβασμα των σκέψεων και των συναισθημάτων φαίνεται να συγγενεύει συγχρόνως τόσο με την επιστημονική, την αισθητική και την θρησκευτική έμπνευση, όσο και με τα φαινόμενα της τηλεπάθειας. Σε πολλές περιπτώσεις τη στιγμή του θανάτου ή ενός μεγάλου κινδύνου, αποκαθίσταται μια επικοινωνία μεταξύ ενός ατόμου και ενός άλλου. Ο ετοιμοθάνατος, ή το θύμα ενός ατυχήματος, ακόμη κι όταν το ατύχημα αυτό δεν οδηγεί στο θάνατο, παρουσιάζεται μια στιγμή στο φίλο του με τη συνηθισμένη του μορφή. Το φασματικό πρόσωπο παραμένει συχνά σιωπηλό, καμιά φορά μιλάει και προαναγγέλει το θάνατό του. Πιο σπάνια, το πρόσωπο που εκδηλώνει την ενόραση, διακρίνει σε μια μεγάλη απόσταση μια σκηνή, ένα άτομο, ένα τοπίο, που τα περιγράφει λεπτομερώς και με απόλυτη ακρίβεια. Πολυάριθμα πρόσωπα, που δε διαθέτουν συνήθως το δώρο της ενόρασης, παρουσιάζουν μια- δυο φορές στη ζωή τους το φαινόμενο μιας τηλεπαθητικής επικοινωνίας.
Έτσι, λοιπόν, η γνώση του εξωτερικού κόσμου φτάνει καμιά φορά σ’ εμάς από κόσμους διαφορετικούς, έξω από τα αισθητήρια όργανα…»
Το κέντρο της διόρασης βρίσκεται στο εσωτερικό του κεφαλιού, στο ύψος των φρυδιών, και σε βάθος 3-4 cm, κοντά στον αδένα της υπόφυσης. Αν και δεν είναι αισθητήριο όργανο, από πολλούς αποκαλείται “τρίτο μάτι”. Δεν πρόκειται για φυσικό όργανο, αλλά για αιθερικό κέντρο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το τρίτο μάτι είναι το υπόλειμμα του ενός και μοναδικού ματιού, που είχαν τα όντα της τρίτης φυλής, της φυλής των Λεμουρίων, που έζησαν στη γη πριν από εκατοντάδες χιλιάδων χρόνια. Σύμφωνα με την εσωτερική παράδοση με αυτό το όργανο όχι μόνον έβλεπαν, αλλά μπορούσαν ν’ αντιληφθούν ψυχικά φαινόμενα, πλάσματα του αόρατου κόσμου, να δουν την αύρα και να προσλάβουν εντυπώσεις από ακτίνες και ήχους, που σήμερα δεν γίνονται αντιληπτοί, όπως υπέρυθρες και υπεριώδεις ακτίνες, υπόηχους και υπέρηχους. Από την μυθολογία μας, αυτή η φυλή διατηρήθηκε στη μνήμη μας με τους Κύκλωπες, και η προηγμένη εκδοχή τους με τους Άργη, Βρόντη και Στερόπη (*9). Το τρίτο μάτι ( ή το μάτι της ψυχής ) είναι παραδεκτό από όλες τις μυστικιστικές παραδόσεις, ακόμη κι από τις θρησκείες, σαν σύμβολο της Θείας Πανσυνειδητότητας, είναι ο “παντεπόπτης οφθαλμός”.
Στο μάτι της ψυχής ( τα αποκαλεί μάτια της ψυχής ) αναφέρεται και ο Ιάμβλιχος: « Καὶ τὸ μὲν ψυχρόν ἐν ἡμῖν καὶ φθοροποιόν ἀφανίζει, τὸ δὲ θερμόν αὔξει καὶ δυνατώτερον καὶ ἐπικρατέστερον ἀπεργάζεται, ποεῖ τε πάντα ἀναμετρεῖν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ νῷ, νοητῇ τε ρμονίᾳ τὸ φῶς ἐλλάμπει, καὶ τὸ σῶμα ὡς σῶμα τοῖς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοῖς διὰ τῶν τοῦ σώματος ἐποδείκνυσιν· » [ Μετάφρ.: Και το μεν ψυχρό εντός μας και φθοροποιό αφανίζει, το δε θερμό το αυξάνει και το καθιστά δυνατότερο κι επικρατέστερο. Φέρει τα πάντα στα μέτρα της εξέλιξης της ψυχής και του νου, καταυγάζει το φως κατά νοητή αρμονία και το μη ον παρουσιάζει ως σώμα στους οφθαλμούς της ψυχής δια των οφθαλμών του σώματος.] ( Ιαμβλίχου “Περί Μυστηρίων”, ΙΙ 6, 16-21)
Η Αλ. Μπέιλη μας επισημαίνει ότι το τρίτο μάτι εκδηλώνεται σαν αποτέλεσμα της κραδασμικής αλληλενέργειας μεταξύ των δυνάμεων της ψυχής, που εργάζονται διαμέσου της ενδοκρινούς αδένα της επίφυσης, και των δυνάμεων της προσωπικότητας, που εργάζονται διαμέσου της υπόφυσης. Όπως τα φυσικά μάτια ήρθαν σε ύπαρξη για να υπάρξει ανταπόκριση στο φως του ήλιου, έτσι και το πνευματικό μάτι ( τρίτο μάτι ) έρχεται σε ύπαρξη για ν’ ανταποκριθεί στο φως του πνευματικού ήλιου. Όσο περισσότερο εξελίσσεται ο άνθρωπος κι αποκτά περισσότερη επίγνωση του πνευματικού φωτός, αυτού που μας αποκαλύπτει τη θεία ζωή, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται το τρίτο μάτι. Διαμέσου αυτού η ψυχή πραγματοποιεί τρεις δραστηριότητες:
1) Ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει πίσω από τις μορφές όλων των όψεων της θείας έκφρασης. Αποκτά επίγνωση του φωτός του κόσμου κι έρχεται σ’ επαφή με τη ψυχή που είναι μέσα σ’ όλες τις μορφές ( θυμηθείτε ότι όλα τα βασίλεια έχουν ψυχή από το ορυκτό μέχρι το ανθρώπινο ). Όπως τα φυσικά μάτια αποτυπώνουν τις μορφές των όντων, έτσι και το τρίτο μάτι αποτυπώνει την πνευματική κατάσταση των όντων κι αντιλαμβάνεται τις ακτίνες τους, δηλ. τις ποιότητες των ενεργειών τους.
2) Γίνεται ο παράγοντας που ελέγχει το έργο της ψυχής ( το μαγικό έργο ). Κάθε έργο λευκής μαγείας ( της θετικής έκφρασης της ψυχής ) διενεργείται μ’ ένα επιλεγμένο εποικοδομητικό σκοπό, που επιτυγχάνεται διαμέσου της θέλησης του νου. Η ψυχή, λοιπόν, γνωρίζει το θείο σχέδιο κι όταν ευθυγραμμίζεται σ’ αυτό διαμέσου του τρίτου ματιού ( της ενόρασης ) εκδηλώνεται η θεία όψη του ανθρώπου.
3) Αποκτά μια καταστρεπτική όψη και ενεργεί διαλυτικά. Όταν η προσωπικότητα επιτελέσει το έργο της επαφής της ψυχής με την ύλη διαμέσου του σώματος, τότε απαλλάσσεται από την προσωπικότητα ( φυσικό σώμα, αιθερικό, αστρικό, κατώτερο νοητικό ), την οποία διαλύει, και πνευματοποιείται.
Στα παραπάνω ανταποκρίνεται το ακόλουθο Αρχαίο Σχόλιο:
« Ένα βλέμμα ρίχνει η ψυχή πάνω στις μορφές του νου. Μια ακτίνα φωτός ξεχύνεται και το σκοτάδι εξαφανίζεται· οι παραμορφώσεις και οι μορφές του κακού σβήνουν και χάνονται, και όλα τα μικρά πυρά εκπνέουν· τα μικρότερα φώτα δε φαίνονται πιά. Το μάτι διαμέσου του φωτός ξυπνά σε ζωή τους απαιτούμενους τρόπους του Είναι. Στο μαθητή αυτό θα δώσει γνώση. Στον αδαή καμιά αίσθηση δεν παρατηρείται, γιατί δεν υπάρχει αίσθηση.»
Ποιό είναι το εσώτερο αποτέλεσμα της ανάπτυξης της ενόρασης;
Την απάντηση στο ερώτημα θα την πάρουμε μέσα από όσα μας λέει η Αλ. Μπέιλη: « Αλλά η φωτισμένη ενόραση, με τη δύναμή της να συνθέτει ( κάτι που είναι το χαρακτηριστικό των υπό εκγύμναση μαθητών και μυημένων ) μπορεί να τους οδηγήσει, και τους οδηγεί, σε μια ρυθμισμένη αλληλουχία διευρύνσεων της συνείδησης, που τους ανεβάζει στο τέλος στην κορυφή του “Όρους της Μεταμόρφωσης”. Από την περιωπή αυτή ο μαθητής μπορεί να έχει μια θέα που θα του επιτρέψει να δει ολόκληρο το παγκόσμιο σχέδιο ,μέσα σε μια μόνο στιγμή, και να συμμεριστεί με τον Αρζούντα την εμπειρία, που περιγράφει η Γκιτά, όπου είδε « όλες τις μορφές συγκεντρωμένες μαζί μέσα στο σώμα του Θεού εκείνου των θεών ». Τότε μπορεί να κατέλθει από το όρος εκείνο με την προσωπικότητά του μεταμορφωμένη και ακτινοβόλα. Γιατί; Γιατί τώρα γνωρίζει ότι το πνεύμα είναι γεγονός και είναι η βάση της αθανασίας. Γνωρίζει, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι υπάρχει Σχέδιο, και ότι η αγάπη του Θεού είναι ο βασικός νόμος κάθε εκδήλωσης και η πηγή κάθε εξελικτικής παρόρμησης. Και μπορεί να επαναπαύεται στη γνώση ότι το γεγονός του πνεύματος, η αμεσότητα της αγάπης και ο συνθετικός προορισμός του Σχεδίου προσφέρουν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηρίξει τα πόδια του, να πάρει τη θέση του με σιγουριά και κατόπι να προχωρήσει έχοντας ασφαλή πεποίθηση ότι το τέρμα είναι εξασφαλισμένο.» Παρατηρώντας τον κόσμο, ο άνθρωπος θα κατανοήσει τις έννοιες ενέλιξη και ανέλιξη.
Ενέλιξη: η βαθμιαία πτώση του πνεύματος στην κατάσταση της ύλης, που γίνεται με την μείωση της συχνότητας κραδασμού.
Ανέλιξη: η βαθμιαία ανύψωση της συχνότητας κραδασμού της ύλης και η μετατροπή της σε πνεύμα.
Στο απώτερο στάδιο εξέλιξης της αίσθησης θα επέλθει η συνειδητοποίηση, κατά την οποία θα αναγνωριστεί η τριαδικότητα σαν αναγκαία έκφραση της θεότητας, καθώς και πως ο κατώτερος εαυτός είναι η αντανάκλαση του Ανώτερου Εαυτού.
Ανακεφαλαιώνοντας για τις αισθήσεις που έχουμε αναφέρει, μπορούμε να πούμε ότι κάτω από την επίδραση του Νόμου της Οικονομίας, ο άνθρωπος ακούει. Ο ήχος διαπερνάει την ύλη (*10) κι αποτελεί τη βάση της επακόλουθης ετερογένειάς της. Κάτω από το Νόμο της Έλξης, ο άνθρωπος ψαύει κι έρχεται σ’ επαφή μ’ εκείνο που υποπίπτει στην προσοχή του μέσα από τα ηχητικά κύματα της δραστηριότητας. Έτσι οδηγείται σε μια κατάσταση αμοιβαίας έλξης και άπωσης ανάμεσα σ’ εκείνον που αντιλαμβάνεται ( υποκείμενο- παρατηρητή ) και σ’ εκείνο που γίνεται αντιληπτό ( αντικείμενο ).
Με την αντίληψη και την επαφή, τα μάτια του ανθρώπου διανοίγονται κι αναγνωρίζει τη θέση του στην όλη τάξη κάτω από το Νόμο της Σύνθεσης. Μπορούμε να κάνουμε την αντιστοίχιση:
Ακοή……………………..Εναδικότητα
Αφή……………………....Δυαδικότητα
Όραση……………………Τριαδικότητα

δ. Γεύση: Όταν αναπτύχθηκε αυτή η αίσθηση, ο άνθρωπος άρχισε να διακρίνει. Με τη γεύση διέκρινε το γλυκό από το πικρό, το στυφό, το ξινό, το ξηρό και το λιπαρό. Τότε αναπτύχθηκε και η ικανότητα της διάκρισης του αληθούς από το ψευδές, του χρήσιμου από το ανώφελο, του αισθητού από το νοητό. Η διάκριση αποτελεί την εκπαιδευτική διεργασία που υφίσταται ο Εαυτός κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης της ενόρασης. Τότε ο Εαυτός αναγνωρίζει την ουσία του και διαπιστώνει ότι αυτή περιέχεται και υπόκειται σ’ όλες τις μορφές. Η διάκριση αναφέρεται στη δυαδικότητα του Κόσμου σαν ύλη και Πνεύμα, στη διπλή παρουσία στον άνθρωπο του κατώτερου και του ανώτερου Εαυτού, στην ανταγωνιστική αλλά και τη συνεργατική παρουσία του αγαθού και του κακού στη ζωή του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος σήμερα κατευθύνεται από τον κατώτερο εαυτό, οπότε η προσοχή του είναι στραμμένη στο να γευτεί τις χαρές της ζωής. Η δοκιμή των διαφόρων γεύσεων που προσφέρει εμπειρία και με την πάροδο του χρόνου κορεσμό, οπότε στρέφεται σε άλλες “γεύσεις”, πέρα από το φυσικό κόσμο. Έτσι, αναπτύσσοντας τη γεύση, ο εξελισσόμενος άνθρωπος, την ανάγει στα ανώτερα πεδία, οπότε αποκτά την ικανότητα λεπτότερων διακρίσεων, για να φθάσει βαθμιαία στην τελείωση, όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέσαμε. Η γεύση λοιπόν ξεκινάει από τις υλικές μορφές, όπου το άτομο μαθαίνει το μάθημα της διάκρισης και της επιλογής, για να το οδηγήσει στη διάκριση των πνευματικών ιδιοτήτων και την επιλογή του δρόμου, που με ασφάλεια θα το οδηγήσει στον “οίκο” του, ώστε ο άσωτος να επιστρέψει στον Πατέρα. Η μετουσίωση της γεύσης από κατώτερη ( αυτής της γεύσης των χαρουπιών που έτρωγαν τα γουρούνια ) σε ανώτερη ( αυτής του μόσχου του σιτευτού ) καταδεικνύεται στην παραβολή του ασώτου. Αφού έλαβε την περιουσία, που του αναλογούσε κι έφυγε μακριά από το αρχοντικό του, ο επιπόλαιος νέος: « δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμός ἰσχυρός κατά τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτός ἢρξατο ὑστερεῖσθαι…καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπό τῶν κερατίων ὧν ἢσθιον οἱ χοίροι, καὶ οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ » (Λουκάς, ιε’ 14 και 16). Με την κατώτερη γεύση των ξυλοκεράτων ( χαρουπιών ) ήθελε να ξεγελάσει την πείνα του. Αυτή η γεύση ήταν που τον έκανε να διακρίνει την οικτρή κατάστασή του και ν’ αναλογιστεί την προηγούμενη, που έχασε. Κι όταν πήρε την μεγάλη απόφαση του γυρισμού ( « ἀναστάς πορεύσομαι ») κι επέστρεψε στο πατρικό του, τον υποδέχτηκε με χαρά ο πατέρας του κι έδωσε εντολή στους υπηρέτες να τον ντύσουν με την καλύτερη στολή, να του φορέσουν δαχτυλίδι και επιπλέον: « καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν » ( Λουκάς, ιε’ 23). Όταν οι ψυχές μας επιστρέψουν στην πηγή τους, ο “Πατήρ μας ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς” θα χαρεί, θα μας ντύσει με το ένδυμα της πρότερης δόξας μας, αυτό του Αδάμ- Κάδμου, του Ουράνιου Άνθρωπου, θα μας φορέσει στο δάχτυλο δαχτυλίδι εξουσίας και θα γευτούμε τον μόσχο τον σιτευτό, όχι για να χορτάσουμε πια, αλλά για να ευφρανθούμε, γιατί βρήκαμε το δρόμο, ο οποίος μας έφερε κοντά στον Πατέρα μας, που με την άπειρη αγάπη του θα μας καθίσει δίπλα Του.

ε. Όσφρηση: Μπορεί να είναι περιορισμένη αίσθηση του φυσικού σώματος, αλλά είναι απεριόριστη για την ψυχή. Καλύπτει ένα μικρό μέρος του φάσματος των δονήσεων, που διεγείρουν τις αισθήσεις μας και ο βαθμός ανάπτυξής της ποικίλει από άτομο σε άτομο.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει: « Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμήν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι’ ἡμῶν ἐν παντί τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν τῷ Θεῷ…» ( Β’ επιστολή Παύλου προς Κορινθίους, β’ 14-15 )
Μεταφυσικά, όσφρηση είναι η ιδιότητα της οξείας αντίληψης, που επαναφέρει τελικά τον άνθρωπο στην πηγή απ’ όπου προήλθε, το αρχέτυπο πεδίο στο οποίο βρίσκεται η αληθινή του κατοικία. Όπως πολλά ζώα οδηγούνται από την όσφρηση να βρουν το θήραμά τους, ή στον εντοπισμό ενός κινδύνου και στην επιστροφή στη φωλιά τους, έτσι η πνευματική όσφρηση μας οδηγεί στο στόχο μας, μας προειδοποιεί για τους υπαρκτούς κινδύνους, αλλά και μας προσανατολίζει στην πορεία μας για της επιστροφή στον “οίκο”. Αφού η ψυχή μας, σαν τον άσωτο υιό, έφυγε από την ουράνια κατοικία της και κυλίστηκε στη λάσπη των χοίρων- κατώτερων παρορμήσεων, ανέπτυξε τις τέσσερις αισθήσεις, έκανε τη σύγκριση ύλης- πνεύματος, πήρε τα μαθήματά της και με την ικανότητα της διάκρισης, αφού επεξεργάστηκε με το νου τα όσα έμαθε και τα κατέγραψε μέσα της σαν εμπειρία, πήρε την απόφαση της επιστροφής. Όπως το ένστικτο οδηγεί πίσω τα αποδημητικά πτηνά, έτσι η όσφρηση οδηγεί την ψυχή στο ταξίδι της επανόδου της στο αρχέτυπο πεδίο του αληθινού της οίκου. Καθώς ανυψώνεται αναπτύσσει τον ιδεαλισμό για να καταλήξει κατά τη θέωσή της στην παντογνωσία.
Γενικεύοντας, θα λέγαμε ότι οι πέντε αισθήσεις αποτελούν τα μέσα επαφής, που δομήθηκαν από την Ψυχή ( την πολωμένη στο αιθερικό της σώμα ) ώστε να λαβαίνει τις πληροφορίες και τις κρούσεις από το φυσικό πεδίο, διαμέσου των οργάνων με τα οποία την προίκισε η φύση και τα οποία εξετάζει η ( εξωτερική ) επιστήμη. Εμείς δώσαμε κάποια βασικά στοιχεία των ανώτερων εκφάνσεων των αισθήσεων, όπως μας τα δίνει η μεταφυσική ( εσωτερική ) επιστήμη.
Η προσκόλληση στις φυσικές αισθήσεις και η ικανοποίησή τους, χωρίς να καταβάλλεται προσπάθεια για την μετουσίωσή τους, μας κρατούν δέσμιους στο φυσικό κόσμο. Ο Άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής, μας επισημαίνει: « Η όραση και η γεύση διασκορπίζουν τη μνήμη της καρδιάς, όταν τις χρησιμοποιούμε υπέρμετρα. Παράδειγμα η Εύα. Εκείνη, όσο δεν έβλεπε το δέντρο της εντολής με ευχαρίστηση, θυμόταν με επιμέλεια τη θεϊκή διαταγή. Γι’ αυτό και σκεπαζόταν ακόμη με τα φτερά του θείου έρωτα και απ’ αυτό δεν γνώριζε την γυμνότητά της. Όταν όμως είδε με ευχαρίστηση το δέντρο και το άγγισε με μεγάλη επιθυμία και έφαγε με κάποια μεγάλη ηδονή τον καρπό, ευθύς στράφηκε στη σωματική ένωση, γιατί ενώθηκε με το πάθος καθώς ήταν γυμνή. Έδωσε όλη την επιθυμία της στην απόλαυση των παρόντων και παρέσυρε με τον φαινομενικά ωραίο καρπό και τον Αδάμ στο δικό της φταίξιμο. » ( Φιλοκαλία, τομ.Α’ ). Ο Άγιος Διάδοχος χρησιμοποιεί την έννοια αίσθηση του νου (*11). Σε κάποιο άλλο σημείο μας μεταφέρει: « Όπως οι αισθήσεις του σώματος μας παρακινούν με βίαιο τρόπο προς αυτά που μας φαίνονται καλά, έτσι και η αίσθηση του νου, όταν γευθεί τη θεία αγαθότητα, συνηθίζει να μας οδηγεί προς τα αόρατα αγαθά. Το καθένα από αυτά ορέγεται εκείνα με τα οποία συγγενεύει. Η ψυχή ως ασώματη επιθυμεί τα ουράνια αγαθά, ενώ το σώμα ως χώμα που είναι επιθυμεί την επίγεια απόλαυση. Λοιπόν, τότε θα δοκιμάσουμε χωρίς πλάνη την άϋλη αίσθηση, όταν μπορέσουμε να λεπτύνουμε την ύλη ( το σώμα ) με τους κόπους της άσκησης.»
Αν θεωρήσουμε, κατ’ αναλογία, και τις αισθήσεις της ψυχής ισάριθμες με τις αισθήσεις του σώματος, μπορούμε να τις αντιπαραβάλουμε με τις “δέκα παρθένους” της παραβολής. Τις αισθήσεις της ψυχής, που αναζητάει τη γνώση, ως τις πέντε “φρόνιμες”, ενώ τις σωματικές, ως τις “μωρές”. Με αυτές αναμένουμε τον “Νυμφίο”. O καθένας μας « ὁμοιωθήσεται δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου ». Για να μην μας πει ο ίδιος μας ο Ανώτερος Εαυτός « οὐκ οἶδα ὑμᾶς » και με βάση την προτροπή « γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται », ας φροντίσουμε ώστε και ο δέκα παρθένες να έχουν “λάδι” και να είναι όλες φρόνιμες. Όπως λέει και ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: « Οι πέντε παρθένες που έμειναν άγρυπνες και που πήραν στα δοχεία τους το ξένο προς τη φύση τους λάδι, δηλ. τη χάρη του Πνεύματος, μπόρεσαν να μπουν μαζί με τον Νυμφίο στον νυμφώνα. Οι άλλες οι μωρές, που έμειναν στους όρους της δικής τους φύσης, δεν έμειναν άγρυπνες, ούτε φρόντισαν να αποκτήσουν το λάδι αυτό της αγαλλίασης μέσα στις καρδιές τους όσο ήταν ακόμη στη ζωή, αλλά κατά κάποιο τρόπο αποκοιμήθηκαν από αμέλεια και χαυνότητα και από οίηση για τις αρετές τους. Γι’ αυτό και κλείστηκε γι’ αυτές ο νυμφώνας της βασιλείας… Οι πέντε αισθήσεις της ψυχής, δηλ. η φρόνηση, η γνώση, η διάκριση, η υπομονή και το έλεος, αν δεχθούν την ουράνια χάρη και τον αγιασμό του Πνεύματος, τότε θα είναι πράγματι “φρόνιμες παρθένες”.» ( Φιλοκαλία, τομ. Γ’ ) Στον αναζητητή της γνώσης, που προοδεύει στο Κοσμικό Σχολείο, οι φυσικές αισθήσεις μετατρέπονται σε νοερή αίσθηση, όπως αποκαλεί τις υπεραισθήσεις ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός. Ο Ησυχαστής όσιος Κάλλιστος Αγγελικούδης γράφει: « Είναι μακάριος ο άνθρωπος που ξανάνθισε η νοερή του αίσθηση… και ζει με την έμπνευση και την ενίσχυση του Πνεύματος… Χωρίς τη νοερή αίσθηση η μνήμη του Θεού είναι μάλλον λήθη του Θεού, και η θεωρία και η γνώση Του είναι μάλλον άγνοια και αβλεψία Θεού. Εκείνος που με τη χάρη του Θεού βρήκε αυτή τη θεία αίσθηση, μπορεί να πει κανείς ότι βρήκε το Θεό. Δε χρειάζεται λόγια, αφού διάλεξε να στέκεται κοντά στο Θεό και να Τον λατρεύει. Εκλέγει τη σιωπή, ή μάλλον σωπαίνει και χωρίς να θέλει. Μέσα του κατοικεί πνεύμα θεϊκό· αγάπη και ειρήνη και χαρά πνευματική πηγάζει από αυτόν. Ζει μια ζωή διαφορετική από τη συνηθισμένη και κοινή. Ευφραίνεται εξαιτίας του Θεού και τα νοερά μάτια του βλέπουν φως νοερό… Ενώνεται ενιαία και ολοκληρωτικά με τα νοητά, περικυκλώνεται από τη λάμψη του Ενός, η απόλαυση που νιώθει είναι υπερκόσμια, ενθουσιάζεται, χαίρεται, θαυμάζει και απορεί με τη μεταβολή που τον οδήγησε στο Θεό. Εκείνος που γεύτηκε αυτά, θα εννοήσει και θα υμνήσει, πολύ εύλογα βέβαια, το Θεό τον υπερούσιο, τον ύψιστο, τον χωρίς μορφή ή ποιότητα ή μέγεθος ή ποσότητα, τον απλό, τον ασχημάτιστο, τον άπειρο, τον απεριόριστο, τον αχώρητο, τον αψηλάφητο, τον αόρατο, τον ανερμήνευτο, τον άναρχο, τον αιώνιο, τον άκτιστο, τον άφθαρτο, τον ακατανόητο, τον ανεξιχνίαστο, τον υπερούσιο, τον υπερδύναμο, τον υπεράγαθο και υπέρκαλο. »
Καθώς ανυψώνεται η συνειδητότητά μας επιθυμούμε να υπερβούμε τον αισθητό κόσμο, κι απευθυνόμενοι προς τη θεότητα ζητάμε: « δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου, καὶ ἀκούτισόν με τὴν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεῖα, καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία » ( Άσμα Ασμάτων, β’ 14). Κι όταν ανοίξουν τα πνευματικά μας μάτια θα αναφωνήσουμε σαν τον Ιώβ: « ἀκοήν μὲν ὠτός ἤκουόν σου τὸ πρότερον, νυνί δὲ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακά σε » ( Ιώβ, μβ’ 5 ) και θα επαναλάβουμε τους λόγους του Ιωάννη: « …καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας » ( Ιωάννης, α’ 14). Ο επιστήθιος μαθητής του Χριστού μας λέει πως από τις φυσικές αισθήσεις μετατέθηκε στις νοερές αισθήσεις: « Ὅ ἦν απ’ ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς. καὶ ἡ ζωή ἐφανερώθη, καὶ ἑοράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλομεν ὑμῖν τὴν ζωήν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν. » ( Α’ επιστολή Ιωάννου, α’ 1-2). Με τη νοερή όσφρηση θα μυρίσουμε την οσμή του ονόματός Του, εφόσον: « καὶ ὀσμή μύρων σου ὑπέρ πάντα τὰ ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθέν ὄνομά σου » ( Άσμα Ασμάτων, α’ 3) και με τη νοερή γεύση θα Τον γευτούμε: « γεύσασθε καὶ ἴδετε ὃτι χρηστός ο Κύριος » ( Ψαλμοί, λγ’ 9). Όταν μετουσιώσουμε τη φύση μας θα γίνουμε ευωδία Χριστού όπως είπε ο απόστολος των Εθνών: « τῷ δὲ Θῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶτὴν ὀσμήν τῆς γνώσεως αὐτοῦ δανεροῦντι δι’ ἡμῶν ἐν παντί τόπῳ· ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν τῷ Θεῷ…» ( Β’ επιστολή Παύλου προς Κορινθίους, β’ 14-15 ) και θα μας καλέσει ο ίδιος ο Χριστός λέγοντας: « ἔλθετε φάγετε τῶν ἐμῶν ἄρτων καὶ πίετε οἶνον, ὃν ἐκέρασα ὑμῖν » ( Παροιμίαι Σολομώντος, θ’ 5 ). Μας προσφέρει το σώμα Του ( άρτο ) και το αίμα Του ( οίνον ): « λαβών ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ λαβών τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ αἷμα μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν » ( Ματθαίος, κστ’ 26-28 ), γιατί όπως κι ο ίδιος είπε: « ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ, καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μὴ διψήσῃ πώποτε.» ( Ιωάννης, στ’ 35)
Δεδομένου ότι η σοφία είναι η ανώτερη μορφή γνώσης, ο Αριστοτέλης μας παραθέτει τα στάδια της γνωστικής λειτουργίας:
α) Αίσθηση ( αισθητηριακή εντύπωση, που είναι κοινή για όλα τα έμβια όντα )
β) μνήμη ( παράσταση, που είναι κοινή στον άνθρωπο και στα ζώα με την περισσότερη νοημοσύνη )
γ) εμπειρία ( ικανότητα συνδυασμού των μνημονικών παραστάσεων, που αποτελεί χαρακτηριστικό προνόμιο του ανθρώπου ).
Η πραγματική κλίμακα της γνώσης ξεκινάει από την τέχνη, που είναι πρακτική γνώση γενικού χαρακτήρα, και καταλήγει στην επιστήμη, που είναι η εποπτική γνώση των πραγμάτων και των αιτίων τους. Επομένως σοφία είναι η γνώση των πρώτων αρχών και αιτίων (*12), οπότε ένας άνθρωπος για να ονομαστεί σοφός πρέπει να έχει καθολική, κι όχι επιμέρους, γνώση, να γνωρίζει τα δύσκολα και να μην βασίζεται αποκλειστικά στην αίσθηση, που μπορεί να τον οδηγήσει σε πλάνη ( ψευδαίσθηση των Μαινάδων ), να είναι ακριβής στη διατύπωση των αιτίων και να μπορεί να τα διδάξει. Έτσι η σοφία είναι η γνώση πραγμάτων καθ ολικών και πολύ απομακρυσμένων από τις αισθήσεις ( οι φυσικές αισθήσεις δίνουν την αρχική ώθηση, όμως μετά ανυψώνονται και γίνονται διαίσθηση ), ακριβής, αφού ασχολείται με περιορισμένο αριθμό αρχών, θεωρητική των πρώτων αρχών, που είναι οι πιο πρόσφορες να γνωσθούν και με βάση τις οποίες γνωρίζονται όλα τα άλλα πράγματα. Τέλος, είναι η πλέον κατάλληλη επιστήμη για να καθοδηγεί τις άλλες, καθόσον γνωρίζει το “τέλος” , δηλαδή για ποιο λόγο εκδηλώνεται κάθε φαινόμενο και γίνεται κάθε πράγμα, για το καλό τόσο του ίδιου όσο και για το καλύτερο σε ολόκληρη τη φύση.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- (*7). Σήμερα δεν μιλάμε ούτε για ύλη, ούτε για ενέργεια, γιατί το ένα μετατρέπεται στο άλλο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ύλη είναι συμπυκνωμένη ενέργεια ( ή ενέργεια μικρής συχνότητας ), ενώ ενέργεια ύλη πολύ μικρής πυκνότητας. Έχει επικρατήσει ο όρος “ύλη- ενέργεια” ή “υλενέργεια”.
Το φως παρουσιάζει ιδιότητες, που ερμηνεύονται αν δεχθούμε ότι αποτελείται από στοιχειώδεις οντότητες, που είναι συγχρόνως και σωματίδια ( ύλη ) και κύματα ( οπότε μεταφέρεται απ’ αυτές ενέργεια ). Καθεμιά οντότητα- σωματίδιο λέγεται φωτόνιο, το οποίο είναι κι ένα quantum ενέργειας (quantum= ορισμένο ποσό ).

(*8). Η λέξη “θυμός” έχει πολλές ερμηνείες. Από το “Μέγα Λεξικό της Ελλην. Γλώσσας” του Δ. Δημητράκου έχουμε τις ακόλουθες: 1) η ψυχή ή το πνεύμα, το στοιχείο της ζωής, της αίσθησης ή της σκέψης, 2) η ισχύς, η δύναμη του ανθρώπου, 3) η καρδιά, 4) η ψυχή όπως εκφαίνεται με τα αισθήματα και τα πάθη, οπότε η επιθυμία, η κλίση, η ορμή, 5) τόλμη, θάρρος, 6) το πάθος, η συγκίνηση, 7) η έδρα του θυμού, της οργής, 8) η καρδιά σαν έδρα την ηπιότερων αισθημάτων, της χαράς και της λύπης, 9) ο νους, η ψυχή σαν έδρα της σκέψης.
Προέρχεται από το ρήμα “θύω”, που σημαίνει θυσιάζω, προσφέρω, αλλά και κινούμαι ορμητικά ( από εκεί προκύπτει η θύελλα ) και μαίνομαι. Ο Σωκράτης λέει: « “θυμός” δὲ ἀπό τῆς θύσεως και ζέσεως τῆς ψυχῆς ἔχοι ἂν τοῦτο τὸ ὄνομα ». [ Μετάφρ.: Ο “θυμός” πήρε το όνομα από την “θύσιν” ( μανία ) και τον βρασμό της ψυχής.] ( Πλάτωνος “Κρατύλος”, 419e )

(*9). Κύκλωπες: Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, ήσαν γιγαντόκορμοι με φοβερή δύναμη, όχι ιδιαίτερα έξυπνοι, με ένα μοναχά στρογγυλό μάτι στο μέτωπο. Από ’κει προήλθε το όνομά τους [ κύκλος+ ώψ, όπου ώψ, από το όψομαι του ρήματος ορώ, είναι το μάτι, το όμμα ]. Η κατοικία τους ήταν σε μια μακρινή, αλλά ευλογημένη χώρα, όπου ούτε φύτευαν, ούτε έσπερναν, ούτε όργωναν. Δεν είχαν ανάγκη να ιδρωκοπούν και να κουράζονται γιατί οι θεοί έκαναν στη χώρα τους να φυτρώνουν, με τις άφθονες βροχές, μόνα τους τα στάρια και τα κλήματα, που αν κι ακλάδευτα έδιναν άφθονο κρασί. Μοναδική φροντίδα των Κυκλώπων ήταν η βοσκή των κοπαδιών από πρόβατα και γίδια και η τυροκομία.
Οι τρεις Κύκλωπες, που αναφέραμε, ο Βρόντης ( αυτός που βροντάει ), ο Στερόπης ( αυτός που αστράφτει ) και ο Άργης ( αυτός που λάμπει ), ήσαν γιοι της Γης και του Ουρανού. Αναφέρονται σαν ξακουστοί χαλκιάδες, που στη δουλειά τους εκτός από δύναμη έδειχναν και μεγάλη αξιοσύνη.
Ο πατέρας τους έριξε στα Τάρταρα, όπως είχε κάνει και τους Εκατόγχειρες. Όταν ο Δίας ήρθε σε σύγκρουση με τον Κρόνο και τους Τιτάνες, πήτε χρησμό από τη Γη πως για να νικήσει έπρεπε να συμμαχήσει με του Ουρανίδες, που ήσαν καταταρταρωμένοι. Έτσι, τους ανέβασε και πάλι στην επιφάνεια της γης, οπότε οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη του χάρισαν τη βροντή, τον κεραυνό και την αστραπή, που μέχρι τότε βρίσκονταν κρυμμένα στα έγκατα της γης. Και στ’ άλλα αδέλφια του Δία έδωσαν θαυμαστά δώρα, στον Ποσειδώνα χάρισαν την τρίαινα και στον Πλούτωνα την περικεφαλαία που τον έκανε αόρατο.
Έχοντας το αστροπελέκι ο Δίας, μαζί με τους συμμάχους του, μετά από δεκαετή πόλεμο, νίκησε τους Τιτάνες κι αλυσοδεμένους τους γκρέμισε στα Τάρταρα. Κι αφού επέβαλε την κυριαρχία του με τη βοήθεια των κεραυνών, που από το εργαστήρι τους του προμήθευαν οι Κύκλωπες, ο Δίας βασίλεψε σε θεούς κι ανθρώπους. Μα από φόβο, μήπως φτιάξουν όπλα τρομερά και για τους άλλους θεούς, και χάσει το θρόνο του, τους είχε περιορισμένους και υπό παρακολούθηση, όπως και σήμερα κάνουν οι ηγέτες στους μεγάλους επιστήμονες για να μη φανερώσουν τα μυστικά τους σε άλλους ( λ.χ. στους ατομικούς επιστήμονες να μη φανερώσουν την κατασκευή της ατομικής βόμβας ).
Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και κάποτε ο Δίας θύμωσε με τον γιό του Απόλλωνα, τον Ασκληπιό, που ανάσταινε και πεθαμένους. Του ’ριξε το αστροπελέκι του και τον έκαψε. Χολώθηκε ο Απόλλωνας, και για να εκδικηθεί το θάνατο του γιου του, αφού δεν μπορούσε να τα βάλει με τον πατέρα του Δία, διαπέρασε τα κορμιά των Κυκλώπων με τα φαρμακερά του βέλη. Μεγάλος θυμός κατέλαβε τον βροντορίχτη Δία για το τριπλό φονικό, και σκέφτηκε στα μαύρα Τάρταρα να ρίξει τον Φοίβο. Η αγαπημένη του Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα, έπεσε στα πόδια του βασιλιά των θεών, βρέχοντάς τα με τα δάκρυά της, και τον παρακάλεσε να δείξει έλεος. Τότε ο Δίας καταδίκασε τον Απόλλωνα για ένα χρόνο, αν και θεός, να μπει στη δούλεψη του Άδμητου, του βασιλιά των θεσσαλικών Φερρών.

(*10). Ο ήχος μπορεί να διαδοθεί και στις τρεις φυσικές καταστάσεις της ύλης: στερεά- υγρά- αέρια. Η ταχύτητα διάδοσής του δεν είναι, όμως, ίδια. Μεγαλύτερη ταχύτητα διάδοσης έχει στα στερεά, μικρότερη στα υγρά κι ακόμη μικρότερη στα αέρια.
Είναι Vστ >Vυγρ > Vαερ. , όπου V το σύμβολο της ταχύτητας

(*11). Μας δίνει διευκρινίσεις λέγοντας: « Αίσθηση του νου είναι η ικανότητά του να διακρίνει με ακρίβεια όσα εξετάζει. Όταν έχουμε υγιή την σωματική αίσθηση της γεύσης, διακρίνουμε χωρίς λάθος τα καλά από τα άνοστα φαγητά και ορεγόμαστε τα καλά. Έτσι και ο νους μας, όταν αρχίσει να κινείται υγιώς και χωρίς καμιά μέριμνα, τότε μπορεί να αισθάνεται πλουσιοπάροχα την θεϊκή παρηγοριά και να μην παρασύρεται. Το σώμα, όταν γεύεται γήινες νόστιμες τροφές, διατηρεί την εμπειρία της γεύσης χωρίς να σφάλλει. Έτσι και ο νους όταν κατανικήσει το σαρκικό φρόνημα, μπορεί να γεύεται χωρίς κίνδυνο πλάνης την παρηγοριά του Αγίου Πνεύματος.»

(*12). « εἶναι γὰρ ἓν τὸ σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην, ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα δια πάντων » [ Μετάφρ.: Η σοφία είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζει κανείς την αρχή που κυβερνά τα απάντα με τη βοήθεια των πάντων.] ( Ηράκλειτος “Περί φύσεως”, απόσπ. 41 )


Δεν υπάρχουν σχόλια: