Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Διόνυσος. Ο εγγονός του Κάδμου (Διόνυσος Κάδμειος/Βάκχος)

[[ δαμ-ων ]]

Γενικά
Ο Διόνυσος είναι ο αρχαίος ελληνικός θεός της βλάστησης αλλά και της ανάπτυξης των δυνάμεων της ζωής. Ανήκει στη δεύτερη γενιά των Ολύμπιων θεών, όντας γεννημένος από τον βασιλιά των θεών Δία και μια θνητή. Πρόκειται για έναν από τους πιο πλατιά, γεωγραφικά και κοινωνικά διαδεδομένους θεούς του αρχαιοελληνικού πανθέου. Αν και θεωρούσαμε τον Διόνυσο ως έναν από τους νεώτερους θεούς, σήμερα γνωρίζουμε πως λατρευόταν στον ελληνικό χώρο από τους πρώιμους μυκηναϊκούς χρόνους. Το όνομά του αναφέρεται σε κείμενα της γραμμικής γραφής Β’ από την Πύλο, κι έχει σαν πρώτο συνθετικό το όνομα του Δία, που σημαίνει πως γεννήθηκε από τον Δία, ενώ το δεύτερο συνθετικό ίσως να σημαίνει πως ανατράφηκε στη Νύσα.
Καμία θεότητα της ελληνικής Μυθολογίας, μας λέει ο Γάλλος ακαδημαϊκός Jean Richepin, δεν ήταν τόσο δημοφιλής, όσο ο Διόνυσος, αλλά και καμιάς η μυθική ιστορία και ιδιαίτερα η προέλευση δεν έθεσαν τόσα προβλήματα, ακόμη κι από την αρχαιότητα. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, γι’ αυτό το θέμα έγραψε: « Οι αρχαίοι μυθογράφοι και οι αρχαίοι ποιητές δεν είναι σύμφωνοι στα όσα λέγουν για το Διόνυσο. Διέδωσαν γι’ αυτόν πολλές θαυμαστές διηγήσεις, τόσο που είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τη γέννηση και τη δράση του θεού ».

Η γέννηση και τα παιδικά χρόνια του Διόνυσου
Α΄. Ο Μύθος
Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου και η φύση την στόλισε με πλούσια θέλγητρα, που κανέναν άνδρα δεν άφηναν που να μην του φουντώσουν του έρωτα τον πόθο. Ο Δίας, ο αιώνιος αυτός εραστής κάθε θνητής και αθάνατης, δεν ήταν δυνατό να μη συγκινηθεί από τα θέλγητρα της παρθένας κόρης και καθώς την είδε ψηλά από τον Όλυμπο μια μέρα, την αγάπησε. Ερωτικός πόθος άναψε στην καρδιά του θεού και για να τον ικανοποιήσει μια σκοτεινή νύκτα βρήκε την ευκαιρία και κατεβαίνοντας από την κατοικία των θεών, μπήκε κρυφά στο παλάτι, χώθηκε στον θάλαμο της κόρης και πλάγιασε μαζί της, οπότε την άφησε έγκυο. Στο παλάτι του Κάδμου, από το ερωτικό σμίξιμο, η θνητή γυναίκα δέχτηκε τον θείο σπόρο μέσα της. Η θεία σύζυγος όμως, η Ήρα, που με το άγρυπνο και συνάμα ζηλιάρικο μάτι της δεν άφηνε ούτε μια στιγμή να της ξεφύγει ο μπερμπάντης άνδρας της, είδε την ερωτική εκτόνωση του Δία. Μεγάλη ζήλια κυρίεψε τη θεά, αλλά δεν είχε τη δύναμη να τα βάλει με τον θεό άντρα της. Έτσι αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή της από την ανήμπορη θνητή κόρη, που στο κάτω- κάτω της γραφής δεν είχε φταίξει σε τίποτα. Η ζηλοτυπία και η οργή έγιναν μεγαλύτερες όταν η βασίλισσα των ουρανών κατάλαβε πως ο Δίας θα αποκτούσε γιο από τη Σεμέλη. Η Ήρα ήξερε πως ο Δίας στο απόγειο του πόθου του, όταν η ηδονή διαπερνούσε το θείο του σώμα, είχε υποσχεθεί στη Σεμέλη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη του ζητήσει, όσο μεγάλη κι αν ήταν αυτή. Μεταμορφώθηκε στην, έχοντας από την Επίδαυρο καταγωγή, γριά τροφό της Σεμέλης, την Βερόη, και με ρυτιδωμένο το πρόσωπο, στηριγμένη στο μπαστούνι της, εμφανίζεται στη νέα και της λέει ύπουλα λόγια, παραπλανητικά : «- Πρόσεξε, πεντάμορφη κόρη μου, γιατί πολλοί κατώτεροι θεοί παίρνουν τη μορφή του βασιλιά των θεών Δία, για να εξαπατήσουν τις αθώες δύστυχες θνητές. Γι’ αυτό ζήτησε από τον εραστή σου μια φανερή απόδειξη της ταυτότητάς του. Ζήτησέ του, λοιπόν, αν πραγματικά είναι ο βροντορίχτης Δίας, να κατέβει σε σένα με όλη του τη θεία αίγλη και μεγαλοπρέπεια, με την οποία είχε παρουσιαστεί στους θαλάμους της Ήρας κατά την ημέρα του γάμου τους. Έτσι θα νιώσεις το θεϊκό αγκάλιασμα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια! Αυτό ζήτησέ του, αλλά για να μην το υποπτευθεί, ζήτησέ του, πρώτα, να σου κάνει ένα μεγάλο δώρο». Ξεγελάστηκε η απονήρευτη κόρη και ζήτησε από τον θεό-εραστή της να της κάνει ένα δώρο, για να τον θυμάται. «- Μα τα νερά της Στυγός », αποκρίθηκε ο πατέρας των αθανάτων, « ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, και είμαι πρόθυμος ο,τιδήποτε κι αν μου ζητήσεις να στο χαρίσω ». Τότε η κόρη του ζήτησε να της παρουσιαστεί, όπως την είχε ορμηνέψει η Ήρα.
Τρόμαξε ο θεός μόλις άκουσε το αίτημα της αγαπημένης του. Μάταια δοκίμασε να της αλλάξει γνώμη. Η Σεμέλη πεισματωμένη, χωρίς να υποψιάζεται την δόλια παγίδα της ζηλόφθονης Ήρας, επέμεινε στην επιθυμία της. Τα λόγια όμως είχαν ξεφύγει από τα χείλη του πατέρα των θεών, ο όρκος είχε δοθεί, οπότε ο θεός αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ανέβηκε στον ουρανό, μάζεψε γύρω του τις φοβερές του νεφέλες, έκλεισε μέσα σ’ αυτές αστραπές και κεραυνούς προσπαθώντας να κάνει όσο ήταν δυνατό ηπιότερη την καταστρεπτική τους δύναμη. Παράλειψε να πάρει το ανίκητο πυρ, με το οποίο είχε κατακεραυνώσει τον θρασύ Τυφωέα, γιατί οι Κύκλωπες του είχαν φτιάξει και ασθενέστερους κεραυνούς. Παρουσιάστηκε, σ’ όλο του το μεγαλείο, πάνω στο υπέρλαμπρο άρμα του, μέσα σε αστραπές και σε βροντές, στο θάλαμο της ερωμένης του σφίγγοντας στο χέρι του το αστροπελέκι, που το εκσφενδόνισε μόλις μπήκε στο θάλαμο της βασιλοπούλας, η οποία έφερε στην κοιλιά της τον καρπό του έρωτά τους. Κι ενώ το αστροπελέκι αυτό δεν θα μπορούσε να πειράξει τους Τιτάνες, ήταν υπεραρκετό να κεραυνώσει την θνητή κόρη, που πεθαίνει ζωσμένη στις φλόγες και το παλάτι του πατέρα της πήρε φωτιά. Έτσι η ζηλιάρα Ήρα πήρε την εκδίκησή της. Είχαν περάσει κιόλας έξι μήνες από το πρωτοσμίξιμο του θεού με την θνητή, και το παιδί τους είχε αναπτυχθεί αρκετά μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Η φύση όμως επιβάλει εννιάμηνη κύηση στον άνθρωπο, φυσικό νόμο που δεν μπορεί να παραβεί ούτε ο πατέρας των θεών! Απέμεναν ακόμη τρεις μήνες κυοφορίας. Η μάνα Γη, για να μη καεί το ασχημάτιστο ακόμα παιδί μέσα στην κόλαση της φωτιάς, άφησε να φυτρώσει μέσα από τα σπλάχνα της κισσό, που τα χλοερά του κλαδιά αγκάλιασαν τους πυρακτωμένους κίονες του παλατιού, σχηματίζοντας έτσι ζωντανή ασπίδα, για να προστατέψει το βρέφος. Τότε και ο θεός πατέρας όρμησε προς την θνητή αγαπημένη του, που ψυχορραγούσε, και βγάζει από την κοιλιά της τον αδιάπλαστο ακόμα καρπό του έρωτά τους, έσκισε τον μηρό του, έβαλε μέσα το έμβρυο και τον έραψε προσέχοντας να μην τον δει η Ήρα. Σαν ήρθε ο καιρός να γεννηθεί το παιδί, ο Δίας έσπασε τα ράμματα κι έτσι ήρθε στο φως ο Διόνυσος, ο διμήτωρ και δισότοκος ( διπλογεννημένος ), ο πυριγενής, ο μηρορραφής ή διθύραμβος, όπως είναι μερικά από τα προσωνύμιά του. Ο πατέρας-θεός γνωρίζοντας την οργή της γυναίκας του Ήρας, για να προφυλάξει το βρέφος, ανέθεσε στο γιο του Απόλλωνα να παραδώσει το νεογέννητο στην Ινώ, που ήταν αδελφή της Σεμέλης, και στον άντρα της Αθάμαντα, τον βασιλιά του Ορχομενού. Τους έδωσε την εντολή να το αναθρέψουν σαν να ήταν κορίτσι, για να παραπλανήσουν την Ήρα. Έτσι η θεία του μικρού Διόνυσου έγινε η πρώτη του μητέρα, αυτή που τον λίκνισε και τον γαλούχησε. Όμως και πάλι η θεά δεν ξεγελάστηκε. Η οργή της δεν είχε κορεστεί και μίσος μεγάλο είχε για την οικογένεια του Κάδμου.
Κατέβηκε στον Άδη και διέταξε την απαίσια Τισιφόνη να ανέβει στη γη και να ρίξει σε μανία το βασιλικό ζευγάρι. Εκείνη πρόθυμη ανέβηκε κι ήρθε στο φως του ζωοδότη ήλιου, έριξε μανία στους βασιλείς, που ήταν τόση ώστε να φτάσουν να σκοτώσουν τα ίδια τους τα παιδιά, ο Αθάμαντας τον Λέαρχο, που μέσα στην παραφροσύνη του τον πέρασε για θηρίο, ενώ η Ινώ έριξε σε καζάνι με βραστό νερό τον Μελικέρτη και μετά κρατώντας το άψυχο κορμί του γιου της στην αγκαλιά της έπεσε στα νερά της θάλασσας και πνίγηκε. Βλέποντας το νέο ξέσπασμα της γυναίκας του ο Δίας, αναγκάστηκε να παραδώσει το γιο του στον Ερμή, αφού τον μεταμόρφωσε πρώτα σε κατσίκι, για να τον προφυλάξει ακόμα πιο πολύ. Ο αγγελιοφόρος των θεών, ο φτεροπόδαρος Ερμής, μετέφερε τον Διόνυσο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, στη μακρινή Ασία, και το ανέθεσε στις Νύμφες που ζούσαν σε ένα απομονωμένο βουνό, τη Νύσα. Οι Νυσηίδες νύμφες το έκρυψαν στα σκοτεινά τους άντρα, και τρέφοντας με γάλα, μεγάλωσαν τον, ορφανό από την μητέρα του Σεμέλη, γιο του Δία. Το βουνό αυτό ήταν καταπράσινο γιατί το πότιζαν απειράριθμες πηγές και ρυάκια. Όπως ο πατέρας του Δίας ανατράφηκε στο σπήλαιο της Ίδης, έτσι κι ο γιος Διόνυσος ανατράφηκε στα παχύσκια και πολύρρυτα άντρα των Νυσηίδων, πίνοντας το μυρωδάτο θρεπτικό τους γάλα. Οι θόλοι της σπηλιάς καλύπτονταν από τα παρθένα κλαδιά πολύφυλλων κλημάτων αμπελιού, δώρο του πατέρα της φύσης προς τον γιο του, που οι καρποί τους μεγάλωναν μαζί με τον θεό τους. Η τροφοδότρα γη έδινε το γάλα της στα κλήματα, όπως οι Νύμφες βύζαιναν με το γάλα τους το μικρό Διόνυσο. Κι ο θεός μεγάλωνε με τις φροντίδες και τα χάδια των νυμφών. Σαν μεγάλωσε αρκετά θέλησε να δοκιμάσει τον ( απαγορευμένο ) καρπό, που προκλητικά κρεμόταν από την κορυφή της κατοικίας του, προϊόν του άγνωστου φυτού. Ο γλυκός καρπός άρεσε πολύ στο νέο και το ουράνιο νέκταρ τον μέθυσε, δίνοντας νέα ζωή σε κάθε κύτταρο του σώματός του. Κι όπως ο δαίμονας στον Παράδεισο έδωσε το μήλο στην γυναίκα, που έγινε από το πλευρό του πρωτόπλαστου της Γραφής, έτσι κι αυτός πρόσφερε τον μυστηριώδη καρπό στις τροφούς του Νύμφες, αλλά και σε όλους τους δαίμονες του δάσους. Με την ώθηση του ουράνιου μεθυσιού, ο θεός ξεκίνησε από τη σπηλιά με γέλια και χαρές, έχοντας συντροφιά τις Νύμφες και τους δαίμονες, διέτρεξε όλη την οικουμένη πίνοντας το γλυκό του κρασί και τρεκλίζοντας για να μεταδώσει παντού την νέα ηδονή, της οποίας ήταν ο εφευρέτης. Διαβαίνει ανυπέρβατα όρη, διασχίζει αδιείσδυτα δάση, ανεβαίνει απόκρημνους βράχους, διεισδύει σε παρθένες λόχμες, γεμίζει το σύμπαν με ευθυμία και γέλια. Στεφανωμένος με κλαδιά κισσού γεμίζει τον αιθέρα με τα τρελά του τραγούδια. Μεγάλωσε ο Διόνυσος, αλλά το μίσος της Ήρας δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Ήρθε η σειρά τώρα του ίδιου να δεχθεί τη ζηλοφθονία της θεάς, η οποία τον τρέλανε. Ο αλλοπαρμένος νεαρός Διόνυσος μέσα στην παραφροσύνη του περιπλανήθηκε στην Αίγυπτο και στη Συρία, ώσπου κατέληξε στη Φρυγία. Εκεί η θεά Ρέα ( Κυβέλη ) λυπήθηκε τον ξετρελαμένο γιο του Δία και τον γιάτρεψε. Τον κράτησε για αρκετό καιρό κοντά της, τον υπέβαλε σε καθαρμούς, τον μύησε στα μυστήριά της και του ‘μαθε τις τελετές, που αργότερα θα ονομάζονταν “ Διονυσιακές τελετές ” ή “ Διονυσιακά Mυστήρια ”, ενώ όρισε σαν στολή του θεού αλλά και των Μαινάδων τη “νεβρίδα ”, που ήταν δέρμα από μικρό ελάφι. Ο γιατρεμένος πλέον θεός, ώριμος και με γνώσεις πολλές, συνέχισε τα ταξίδια του, διαδίδοντας τις τελετές του και την καλλιέργεια του αμπελιού. Είχε μόνιμους συντρόφους του στα ταξίδια τις Νυσαίες Νύμφες, που υπήρξαν τροφοί του, μετά τους Σάτυρους, τους Σειληνούς, τους Πάνες και τις Μαινάδες. Στις πόλεις της επίσκεψής του, άλλοι κάτοικοι τον υποδέχονταν σαν φίλο ενώ άλλοι τον έδιωχναν. Πολλοί έβλεπαν στο πρόσωπο του Διόνυσου έναν τσαρλατάνο, που ξελόγιαζε τις άπραγες γυναίκες, τις οποίες έβγαζε από τα σπίτια τους βίαια και τις παρέσυρε στην εξοχή και στα βουνά, για να λάβουν μέρος στις τελετές του. Γι΄ αυτό το μέλημά των σκανδαλισμένων κατοίκων να τον ξεφορτωθούν μια ώρα αρχύτερα από τις πόλεις τους τόσο τον θεό όσο και την συνοδεία του. Το είδος της υποδοχής καθόριζε και την συμπεριφορά του θεού απέναντί τους.


Β΄. Παραλλαγή
* Για τη γέννηση του Διόνυσου υπάρχουν κι άλλοι μύθοι, διαφορετικοί από τον κεντρικό, που αναφέραμε. Ένας απ’ αυτούς μας λέει πως η Σεμέλη δεν κεραυνοβολήθηκε, αλλά μετά το σμίξιμό της με τον Δία, γέννησε κρυφά στο παλάτι του Κάδμου τον Βάκχο. Σαν έμαθε την ντροπή ο πατέρας της, την έκλεισε μαζί με το νεογνό σε μια λάρνακα και τους έριξε στη θάλασσα. Τα κύματα τους εξέβρασαν στις ακτές της Λακωνίας, στην πόλη Ορεάτη, που από τότε μετονομάστηκε σε Βρασιά. Οι κάτοικοι της πόλης βρήκαν στην ακρογιαλιά την λάρνακα, να την λικνίζουν τα κύματα, κι αφού την άνοιξαν είδαν ζωντανό τον μικρό να τους τείνει τα χέρια και νεκρή τη μητέρα του. Έθαψαν με μεγαλοπρέπεια τη Σεμέλη, ενώ ανέθρεψαν με κάθε επιμέλεια το βρέφος. Εδώ συνάντησε η Ινώ, αδελφή της Σεμέλης, τον ανιψιό της, που τον ανέθρεψε μέσα σε ένα σπήλαιο. Γι’ αυτό οι Βρασιάτες ονόμασαν την περιοχή γύρω από το σπήλαιο “ κήπο Διονύσου ”.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή την ανατροφή του βρέφους Διόνυσου επιμελήθηκε η θυγατέρα του Αρισταίου Μάκρη στο όρος Νύσα της Εύβοιας, απ’ όπου την έδιωξε η Ήρα κι αναγκάστηκε να καταφύγει στο νησί των Φαιάκων. Εκεί ανέθρεψε τον μικρό μέσα σ’ ένα σπήλαιο δίθυρο, από το οποίο κάποιοι λένε πως προέκυψε η επονομασία “διθύραμβος ” για τον Διόνυσο.
Κάποιοι λένε πως την ανατροφή του Διόνυσου ανέλαβαν οι Υάδες, ενώ άλλοι αναφέρουν τις Μούσες. Στη Λυδία πίστευαν ότι ο μικρός Διόνυσος ανατράφηκε στο όρος Τμώλο από τη Νύμφη Ίπτα. Άλλοι τοποθετούσαν τη Νύσα στη Νάξο, όπου τις Νύμφες που ανέθρεψαν τον Βάκχο κατονόμαζαν Αυτονόη και Αγαυή ή Φιλία, Κορωνίδα, Κλύδην, Ίππαν, Βρόμη και Βάκχη. Οι Βοιωτοί υποστήριζαν ότι για πρώτη φορά ο Διόνυσος λούστηκε στην εκεί πηγή Κισσούσα ή Τιλφούσα. Ακόμη, οι Πατρινοί έλεγαν πως μεγάλωσε στην Μέσατη, γιατί όλες οι πόλεις, που καλλιεργούσαν τα αμπέλια κι έβγαζαν κρασί διεκδικούσαν την τιμή της γέννησης του Βάκχου.

Γ΄. Σχόλια
* Οι μύθοι αναφέρουν πολλούς Διόνυσους. .Ο πρώτος, που αναφέρεται στην ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Δία και της Περσεφόνης, ο δεύτερος γεννήθηκε από τον ποταμό Νείλο ή ήταν κι αυτός γιος του Δία και της Ιους, της θυγατέρας του Ίναχου, ο τρίτος ήταν γιος του Κάπριου, ο τέταρτος του Δία και της Σελήνης. Εδώ να επισημάνουνε ότι ο Maury θεωρεί την λέξη Σεμέλη ταυτόσημη με την λέξη Σελήνη. Ο πέμπτος λεγόταν πως γεννήθηκε στη Νύσα της Θιώνης, ο έκτος ήταν γιος του Άμμωνα ( Δία ) και της νύμφης Αμάλθειας, ο έβδομος ήταν γιος του Δία και της Δήμητρας. Υπάρχει επίσης ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος των Ελλήνων είναι ι ίδιος με τον αιγυπτιακό Όσιρι, έλκοντας την καταγωγή από τον Κρόνο και τη Ρέα ή την Ίσιδα ( 1 ).
Κατά την άποψη άλλων μελετητών υπήρξαν συνολικά τρεις Διόνυσοι, ο Ινδός, ο Ασσύριος και ο Αιγύπτιος. Ο Ελληνικός καταγόταν από την Θήβα, ήταν ο γιος του Δία και της Σεμέλης και κατά την μαρτυρία του Ηρόδοτου ήταν ο νεώτερος θεός στο Ελληνικό Πάνθεο. Ίσως γι’ αυτό και να αποτέλεσε την θεότητα με την ισχυρότερη επίδραση στο Ελληνικό πνεύμα, αυτήν που ενέπνευσε στους προγόνους μας τον διθύραμβο και ζωογόνησε τις λαμπρότερες γιορτές. Αλλά και σε όλο το θέατρο, το δράμα, η κωμωδία, η τραγωδία, έπαιρνε τα βασικά θέματα από τις περιπέτειες του Διονυσιακού βίου. Αυτός είναι και ο συμπάρεδρος της Περσεφόνης στα μυστήρια της Ελευσίνας, αυτόν είχε ως κύριο αντικείμενο ο ορφικός μυστικισμός. Είναι όμως εντελώς συγκεχυμένες οι μυθοπαραδόσεις, που αφορούν τον Διόνυσο, έχοντας μέσα τους πολλές αντιφάσεις και πολλά μυστηριώδη και παράδοξα. Όλα αυτά προέκυψαν, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος, γιατί η θεότητα του Διονύσου κατά την αρχαιότητα συγχεόταν με τον Πλούτωνα ή τον Απόλλωνα ή ακόμη με τον Σέραπη και τον Όσιρη. Τα τελούμενα όργια και όλες οι διονυσιακές γιορτές είχαν έναν μυθικό και μυστηριώδη χαρακτήρα. Εξάλλου, όσα αφορούσαν την λατρεία του αναμίχθηκαν με τα συναφή προς τα θρησκευτικά συστήματα και τις συνήθειες των Θρακών και των Ασιατών και δημιούργησαν τέτοιο κυκεώνα αντιφάσεων, ώστε κάθε ερμηνεία τους, αν ληφθούν σαν σύνολο, να τις καθιστούν κατά πολύ δυσχερείς αν όχι εντελώς αδύνατο. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα, τουλάχιστον πέντε θεοί έφερναν διαδοχικά το ίδιο όνομα, που προέρχονταν από την Κρήτη, την Αίγυπτο, τη Φρυγία, τη Θήβα και το όρος Κιθαιρώνα.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*δ). Ο Ευριπίδης αρχίζει τη τραγωδία του, “Βάκχες”, βάζοντας τα ακόλουθα λόγια στο στόμα του Διόνυσου:
« Ήκω Διός παις τήνδε Θηβαίων χθόνα [Μετάφρ.: Ήρθα εδώ στη Θήβα, εγώ, του Δία γιος, ο Διόνυσος,
Διόνυσος, ον τίκτει που’ η Κάδμου κόρη γέννημα της Σεμέλης, της αστραποβολημένης,
Σεμέλη λοχευθείσ’ αστραπηφόρω πυρί. του Κάδμου θυγατέρας. Και τη μορφή μου άλλαξα
Μορφήν δ’ αμείψας εκ θεού βροτησίαν απ’ του θεού σ’ ανθρώπου κι ήρθα στης Δίρκης
πάρειμι Δίρκης νάματ’ Ισμηνού θ’ ύδωρ τις πηγές, και στου Ισμηνού το ρέμα.
ορώ δε μητρός μνήμα της κεραυνίας Και να, το μνήμα βλέπω εδώ της μάνας μου Σεμέλης,
τόδ’ εγγύς οίκων και δόμων ερείπια κεραυνοχτυπημένης, κοντά στα ερείπια του σπιτιού
τυφόμενα Δίου πυρός έτι ζώσαν φλόγα, που ακόμη κουφοκαίνε από του Δία τη φλόγα,
αθάνατον Ήρας μητέρ’ εις εμήν ύβριν. Αθάνατη αδικία στη μάνα μου από την Ήρα.
Αινώ δε Κάδμον, άβατον ος πέδον τόδε Υμνώ τον Κάδμο, που όρισε στον τόπο του απάτητο
τίθησι, θυγατρός σηκόν. Αμπέλου δε νιν στη θυγετέρα του ναό που εγώ μ’ αμπελοβλάσταρα
πέριξ εγώ ‘κάλυψα βοτρυώδει χλόη. » σκέπασα γύρω- γύρω. ]
Και συνεχίζει παρακάτω:
«ον ποτ’ έχουσ’ εν ωδίνων λοχίαις ανάγκαισι [ Μετάφρ.: Αυτόν στη μήτρα έτρεφε με πόνους η Σεμέλη,
πταμένας Διός βροντάς νηδύος έκβολον μάτηρ η μάνα που τον γέννησε παράωρα από τις βροντές
έτεκεν, λιπούσ’ αιώνα κεραυνίω πληγά. του Δία τις τρανταχτές κι απ’ την πληγή
Λοχίοις δ’ αυτίκα νιν δέξατο θαλάμαις του κεραυνού άφησε τη ζωή της.
Κρονίδας Ζεύς, κατά μηρώ δε καλύψας Μα ο Κρονίδης Δίας ανοίγει το μηρό του
χρυσέαισιν συνερείδει παρόνας κρυπτόν αφ’ Ήρας. Κι εγκυμοσύνης θάλαμο φτιάχνει και μέσα κλείνει,
Έτεκεν δ, ανίκα Μοίραι τέλεσαν, ταυρόκερων θεόν κρυφά απ’ την Ήρα, με χρυσές περόνες καρφιτσώνει.
στεφάνωσέν τε δρακόντων Κι όταν οι Μοίρες ένευσαν καιρός πως είν’ της γέννας
στεφάνοις , ένθεν άγραν θηροτρόφον τότε τον ταυροκέρατο θεό γεννά και του περνά
μαινάδες αμφιβάλλονται πλοκάμοις.» γιορτάνι από φίδια κι έτσι οι μαινάδες έκτοτε
Τυλίγουν τα μαλλιά τους με φίδια από τους αγρούς
που μόνες τους μαζεύουν. ]
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
* Για τη Νύσα υπάρχουν πολλά ερωτηματικά. Κατά τον Jean Richepin είναι αδύνατο να την ταυτίσουμε με οποιαδήποτε πόλη, γιατί πρόκειται για φανταστικό τόπο, που οι αρχαίοι τοποθετούσαν πότε εδώ και πότε ‘κει: στη Θράκη, τη Βοιωτία, την Εύβοια, τη Θεσσαλία, τη Νάξο, ακόμη στην Καρία, τη Λυδία, την Κιλικία, την Αραβία, την Αιθιοπία, τη Λιβύη και τέλος στην μακρινή Ινδία . Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης διηγείται πως ο Διόνυσος ανατράφηκε στη Νάξο: « Σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, οι Νάξιοι ισχυρίζονται ότι ο Διόνυσος ανατράφηκε στο νησί τους, πως αγαπούσε πάντα τη Νάξο, και γι’ αυτό το λόγο μερικοί λένε τη Νάξο Διονυσιάδα. Λένε ότι επειδή η Σεμέλη είχε πεθάνει από κεραυνό προτού τελειώσει η εγκυμοσύνη της, ο Ζευς πήρε το έμβρυο και το έραψε στο μηρί του, και πως όταν ήρθε η κανονική μέρα της γέννας, ο Ζευς έφερε το βρέφος στη Νάξο, για να το κρύψει από την Ήρα, και το έδωσε να το θρέψουν σε τρεις Νύμφες αυτού του νησιού, στη Φιλία, στη Κορωνίδα και στην Κλείδη. Προσθέτουν ότι ο Ζευς κεραυνοβόλησε τη Σεμέλη πριν από τη γέννα, ώστε το παιδί να γίνει αθάνατο από τη στιγμή της γέννησής του, γιατί ο Ζευς του είχε χρησιμεύσει σαν πατέρας και μητέρα ».


Δεν υπάρχουν σχόλια: