Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Διόνυσος (Ε΄)- Συμφιλίωση με Ήρα και θέωσή του

[[ δαμ-ων ]]

Α΄. Ο Μύθος
Μια φορά η Αφροδίτη ερωτεύτηκε τον ωραιότατο Διόνυσο και, χωρίς να χάσει καιρό, έσμιξε μαζί του. Ο θεός όμως έφυγε σε λίγο για τις μακρινές Ινδίες. Σαν γύρισε από την εκστρατεία του, τον υποδέχτηκε η θεά της ομορφιάς, η οποία στην κοιλιά της είχε τον καρπό της ένωσής τους, που τον στεφάνωσε με λουλούδια της άνοιξης. Δεν μπόρεσε όμως να τον ακολουθήσει και αποσύρθηκε στην Λάμψακο για να γεννήσει. Η Ήρα, που μισούσε τόσο τον Διόνυσο όσο και την Αφροδίτη, γιατί ήσαν παιδιά του άντρα της Δία, αλλά από άλλες γυναίκες, άγγισε στην κοιλιά την Αφροδίτη με μαγικό τρόπο, κι αντί να γεννηθεί ένα ωραιότατο παιδί, καρπός των ονομαστών για την ομορφιά γονιών του, την έκανε να γεννήσει έναν άσκημο και ξεδιάντροπο θεό της γονιμότητας, τον Πρίαπο (*1) . Μαζί απέκτησαν κι άλλο γιο, τον Υμέναιο (*2). Γι’ αυτόν τον Υμέναιο έλεγαν πως έχασε την φωνή και τη ζωή του τραγουδώντας στον γάμο του Διόνυσου και της Αριάδνης.
Ο Διόνυσος είχε κι άλλες ερωμένες. Λένε πως τα παιδιά του Οινέα, βασιλιά της Καλυδώνας, από την Αλθαία, είχαν για πατέρα τον Άρη και τον Διόνυσο. Η ζωή τους ήταν δεμένη με το κούτσουρο και το αμπέλι, που ήταν δώρο του θεού- εραστή Διόνυσου στην θνητή-ερωμένη Αλθαία.
Στην Ήλιδα ο θεός είχε μια άλλη ερωμένη, τη Φυσκόα, από την οποία απόκτησε ένα ακόμα παιδί, τον Ναρκαίο. Από τη νύμφη Αλεξιάρεια απόκτησε τον Κάρμωνα, από την Χρονοφύλη τον Φλίαντα, από την Νικαία τους Σάτυρους. Άλλα παιδιά του Διόνυσου αναφέρονται ο Θυωνέας και ο Βακχίας, από τον οποίο καταγόταν το Κορινθιακό γένος των Βακχιαδών.
Στη Γιγαντομαχία, για να κερδίσουν οι θεοί την μάχη, έπρεπε μαζί τους να αγωνιστούν και δυο παιδιά της Γης, δυο ημίθεοι. Αυτοί ήσαν ο Διόνυσος και ο Ηρακλής, οι ήρωες ανάμεσα στους θεούς. Ο Διόνυσος με τον Ήφαιστο, μαζί με τους Σατύρους και τους Σειληνούς, καβάλα σε γαϊδάρους ξάφνιασαν τους Γίγαντες με τα γκαρίσματα, που τρομοκρατήθηκαν κι αναγκάστηκαν να το βάλουν στα πόδια. Πάνω στη σύγχυση ο Διόνυσος εξόντωσε πολλούς απ’ αυτούς αγγίζοντάς τους με το θύρσο. Έτσι χτυπώντας με το θύρσο σκότωσε τον Εύρητο. Άλλες φορές έβγαινε μπροστά τους μεταμορφωμένος έχοντας φίδια στα μαλλιά του, και με τη μορφή λιονταριού κατασπάραξε τον Ροίτο.
Με τον Ηρακλή, που ήταν συμπατριώτες από την μητέρα του Σεμέλη , ο Διόνυσος είχε μεγάλη φιλία. Ο παμμέγιστος ήρωας συντρόφεψε τον Διόνυσο στις Ινδίες. Ο Ηρακλής συμμετείχε στο θίασο του θεού, όπου δεν ήταν ούτε το λιγότερο θορυβώδες μέλος. Ούτε το λιγότερο εμπνευσμένο από το κρασί.
Δώρο του Διόνυσου ήταν το κρασί που πρόσφερε στον Ηρακλή ο Κένταυρος Φόλος.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Κάποτε οι γυναίκες της Τανάγρας μπήκαν στη θάλασσα, στην περιοχή της Αυλίδας, για την τελετή της κάθαρσης, ώστε μετά να προχωρήσουν στις τελετές της λατρείας του Διόνυσου. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους ένα θαλάσσιο τέρας, ο Τρίτωνας με άγριες διαθέσεις. Αυτές κατατρομαγμένες κάλεσαν τον θεό της λατρείας τους σε βοήθεια και ο Διόνυσος τις γλίτωσε.
Ένα άλλο τέρας, που εξοντώθηκε με τη βοήθεια του θεού, ήταν ο Άγδιστις. Ήταν ένα άγριο, ατίθασο, αρσενικοθήλυκο ον, που γεννήθηκε από το σπέρμα του Δία, το οποίο λήστευε, κατάστρεφε το καθετί που του άρεσε και υποτιμούσε τόσο τους θεούς όσο και τους ανθρώπους. Πολλές φορές οι θεοί συγκεντρώθηκαν για να δουν πως θα μπορούσαν να περιορίσουν το θράσος του. Όμως δίσταζαν να πάρουν δραστική απόφαση, οπότε ανέλαβε ο Διόνυσος να δώσει ένα τέλος.
Ο Άγδιστις συνήθιζε να σβήνει την δίψα του, όταν ξάναβε από το παιγνίδι και το κυνήγι, σε μια συγκεκριμένη πηγή. Ο Διόνυσος μετέτρεψε το νερό της πηγής σε κρασί. Ο διψασμένος από τις ατέλειωτες τρέλες του Άγδιστις έτρεξε με λαχτάρα στην πηγή, όπου αχόρταγος ήπιε το γλυκόπιοτο και ευωδιαστό κρασί. Μέθυσε από το παράξενο πιοτό κι έπεσε σε βαθύ ύπνο. Τότε ο Διόνυσος, που παραμόνευε, έστριψε επιδέξια ένα σχοινί από μαλλί και μ’ αυτό έδεσε από ένα δέντρο τα γεννητικά μόρια του Άγδιστη. Σαν ξύπνησε το τέρας, ξεμέθυστο, καθώς ήταν υπερκινητικό, πήδησε ψηλά με ορμή, οπότε έσφιξε το σχοινί κι αυτοευνουχίστηκε.
Κάποτε στη Φρυγία βασίλευε ι Μίδας, γιος του Γορδίου. Ήταν ονομαστός τόσο για τα πλούτη του όσο και για τη σοφία του. Λένε πως ήταν μαθητής του Ορφέα και μετέδωσε αργότερα στο λαό του την ορφική σοφία χρησιμοποιώντας τα μυστήρια. Όμως σιγά-σιγά ξέφυγε από τα πνευματικά θέματα και κατέληξε να γίνει ένας μανιώδης λάτρης του χρυσού, ενώ κυριάρχησε πάνω του το φοβερό ελάττωμα της φιλαργυρίας, για το οποίο και τιμωρήθηκε.
Ο Μίδας αιχμαλώτισε σε κάποιο κήπο έναν από τους συντρόφους του Διόνυσου, τον γέρο Σειληνό, για να γνωρίσει την σοφία του. Αυτός του αποκάλυψε ότι :
«- Άριστον πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν τάχιστα », δηλαδή « είναι καλύτερα για όλους και για όλες να μη γεννιούνται, κι όταν γεννιούνται να πεθαίνουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα».
Λένε πως ο βασιλιάς συνέλαβε τον γερο-Σειληνό γεμίζοντας με κρασί το πηγάδι, όπου ο γέροντας πήγε να ξεδιψάσει. Τότε ο μεθυσμένος Σειληνός αιχμαλωτίστηκε χωρίς να αντισταθεί.
Ο Μίδας φέρθηκε πολύ καλά στον αιχμάλωτό του, στον οποίο πρόσφερε πλουσιοπάροχη φιλοξενία. Μη μπορώντας να αποχωριστεί τον γέρο- Σειληνό ο Διόνυσος πήγε και βρήκε τον βασιλιά και για αντάλλαγμα της ελευθερίας του αλλά και για να τον ανταμείψει για την καλή του συμπεριφορά προς τον προστατευόμενό του θέλησε να του πραγματοποιήσει μια επιθυμία. Ο Μίδας τότε του ζήτησε να αποκτήσει την δύναμη να μετατρέπει σε χρυσάφι κάθε τι που θα άγγιζε. Ο Διόνυσος ικανοποίησε την επιθυμία και πραγματικά ό,τι έπιανε με τα χέρια ο βασιλιάς γινόταν χρυσάφι. Τρελός από την χαρά του τριγυρνούσε στο παλάτι, στους κήπους και τα έκανε όλα χρυσαφένια. Δίψασε όμως και θέλησε να πιει νερό, αλλά μόλις άγγισε την κούπα με το δροσερό νερό, που θα ’σβηνε τη δίψα του, τα μετέτρεψε σε χρυσό. Αργότερα η πείνα του ’σφιξε το στομάχι. Οι υπηρέτες του έφεραν εκλεκτά εδέσματα. Σαν τα άγγιξε έγιναν κι αυτά χρυσός. Αφού, λοιπόν, κινδύνευε να πεθάνει από δίψα και πείνα, παρακάλεσε τον θεό να τον απαλλάξει απ’ αυτό το θανάσιμο χάρισμα. Τότε ο Διόνυσος του έδωσε την εντολή να πάει να λουστεί στον Πακτωλό ποταμό. Μετά το λούσιμο, ο ποταμός απόκτησε την ιδιότητα να δίνει ψήγματα χρυσού. Σε μια από τις περιηγήσεις του ο Διόνυσος βρέθηκε στην Πελοπόννησο, όπου έφτασε από την θάλασσα με την αγαπημένη του Αριάδνη, και με την συνοδεία πολλών θαλάσσιων γυναικών. Στο Άργος τότε βασίλευε ο Περσέας, ο γιος της Δανάης, της οποίας την σπάνια ομορφιά πόθησε ο Δίας και για να μπορέσει να τη χαρεί μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή. Έτσι ο Περσέας είχε τον ίδιο πατέρα με τον Διόνυσο. Ο ηγεμόνας του Άργους δεν ήθελε άλλον αφέντη στον τόπο του. Τα δύο αδέλφια Διόνυσος και Περσέας βρέθηκαν αντιμέτωπα. Στη μάχη που έγινε με το μέρος του Διόνυσου ήταν η Αριάδνη και οι Μαινάδες ενώ με το μέρος του Περσέα η Ήρα, που είχε πάρει για την περίσταση τη μορφή του Μελάμποδα. Με τα φτερωτά του πέδιλα ο Περσέας πετούσε πιο ψηλά απ’ όλους και σκότωσε αρκετές από τις συνοδούς του Διόνυσου. Μετά, κρατώντας την κεφαλή της Μέδουσας, απολίθωσε την Αριάδνη. Σαν είδε ο θεός την γυναίκα του νεκρή κι απολιθωμένη, αγρίεψε πιο πολύ και ήθελε να καταστρέψει ολόκληρο το Άργος. Μα η προστάτιδα της πόλης Ήρα δεν άφησε να αφανιστεί η πόλη της. Έβαλε μεσολαβητή τον Ερμή, που συμφιλίωσε τους δυο γιους του Δία, αφού υποσχέθηκε πως θα δώσει μια θέση στην απολιθωμένη Αριάδνη ανάμεσα στα αστέρια του ουρανού και πως θα ορίσει να τιμούν τους δυο άνδρες σε κοινή γιορτή, που θα συνοδεύεται με χορούς.
Μερικοί υποστήριζαν πως η μάχη ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Περσέα συνεχίστηκε μέχρι που νικητής βγήκε ο Περσέας, ο οποίος σκότωσε τον Διόνυσο και έριξε το πτώμα του στα νερά της λίμνης Λέρνας. Ο θεός ξέρανε κάποτε τον κάμπο του Άργους. Καθώς ιστορούν κάποιοι, αυτό έγινε για να προστατέψει την πατρίδα του, τη Θήβα, όταν η στρατιά των Επτά κινούσε από το Άργος.
Ο Διόνυσος θέλησε να ξαναφέρει στη ζωή τη μητέρα του Σεμέλη. Γι’ αυτό έπρεπε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο. Αναζήτησε να κατέβει από τη Λέρνα, όπου πίστευαν πως δεν υπάρχει τέρμα γιατί ο βυθός της έφτανε μέχρι τον Κάτω Κόσμο. Δεν γνώριζε όμως την είσοδο και ζήτησε πληροφορίες από έναν ντόπιο, τον Πόλυμνο ( ή Πρόσυμνο ). Ο ερωτίλος χωρικός δέχτηκε να τον οδηγήσει στην είσοδο, βάζοντας όμως σαν όρο, όταν ο Διόνυσος γύρναγε από τον Άδη, να δεχόταν τις ερωτικές του περιπτύξεις, ενεργώντας σαν γυναίκα. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς ο θεός δέχτηκε κι από την είσοδο, που του υπέδειξε, κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο. Εκεί συνάντησε τον Πλούτωνα, στον οποίο χάρισε τη μυρτιά, που πολύ αγαπούσε σαν φυτό, κι έτσι εξαγόρασε την ελευθερία της μητέρας του. Ανεβαίνοντας στο φως του ήλιου βρήκαν τον Πόλυμνο πεθαμένο. Ο θεός, για να ξεπληρώσει την υπόσχεσή του, πήρε ξύλο συκιάς από το οποίο έφτιαξε έναν φαλλό και τον τοποθέτησε πάνω στον τάφο του Πόλυμνου.
Σαν έβγαλε τη Σεμέλη από τον Άδη, την έκανε αθάνατη δίνοντάς της το όνομα Θυώνη ( που σημαίνει “ η μανιακή ονειροπόλος” ). Με τη θεά Θυώνη ο Διόνυσος ανέβηκε στον ουρανό.
Αυτός ο θεός έζεψε πρώτος στο άροτρο τα βόδια και δίδαξε στους ανθρώπους, που μοχθούσαν πάνω στη γη, τρόπους για να καλλιεργήσουν με λιγότερο κόπο την τροφοδότρα γη. Στις τρεις θυγατέρες του Άνιου, που ήταν γιος του Απόλλωνα και βασιλιάς της Δήλου, στην Ελαίδα, στη Σπερμώ και στην Οινώ, έδωσε το χάρισμα να παίρνουν από το γόνιμο χώμα το λάδι, το στάρι και το κρασί.
Όπως αναφέρει η παράδοση ο Ήφαιστος από γεννησιμιού του ήταν κουτσός. Σαν τον γέννησε η Ήρα, ντράπηκε, που αυτή, η βασίλισσα των θεών, έκανε ανάπηρο παιδί, και τον πέταξε από τον ουρανό στη θάλασσα για να πνιγεί. Τον βρήκαν όμως η Θέτιδα και η Ευρυνόμη, που ήσαν δυο θαλάσσιες θεότητες, τον γνοιάστηκαν και με πολύ αγάπη τον ανέθρεψαν κρυφά. Το παιδί του βασιλικού ζεύγους των Ολυμπίων θεών, του Δία και της Ήρας, μεγάλωνε στη σπηλιά του Νηρέα και περνούσε την ώρα του φτιάνοντας γυναικεία στολίδια, όπως δαχτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρίκια κ.ά.
Κάποτε πεθύμησε να βγει στον καυτερό ήλιο και τον δροσερό αέρα, βαρέθηκε να ζει στα βάθη της σκοτεινής θάλασσας. Σκέφτηκε να βρει τρόπο όχι μόνο να αποκατασταθεί στον Όλυμπο, την κατοικία των θεών, μια και ήταν γιος του Δία και της Ήρας, μα και να εκδικηθεί την άπονη μάνα του. Στην καρδιά του μέσα έφερε βαριά το φέρσιμό της. Λένε, πως σαν ξακουστός αρχιτεχνίτης, πήρε την εντολή να ετοιμάσει λαμπρούς θρόνους για τους Ολύμπιους. Έφτιαξε έντεκα περίτεχνους χρυσούς θρόνους. Μαστόρεψε κι έναν, δωδέκατο, ακόμα λαμπρότερο, βάζοντας αόρατα δίκτυα, προορισμένο για την Ήρα, κάνοντας τάχα πως δεν της κρατούσε κακία που τον είχε απαρνηθεί. Εκείνη το δέχτηκε με μεγάλη ευχαρίστηση, μα σαν κάθισε στο θρόνο της βρέθηκε μπλεγμένη στα αόρατα κι αξεδιάλυτα δεσμά του. Ο θρόνος μάλιστα σηκώθηκε κι αιωρούνταν στον αέρα, ταρακουνώντας την δεμένη θεά..
Κανένας από τους θεούς δεν μπορούσε να την ελευθερώσει κι ακολούθησε μεγάλη φασαρία μεταξύ τους. Αναγνώρισαν την πονηριά του Ήφαιστου και τον προσκάλεσαν να έρθει και να ελευθερώσει την μητέρα του. Ο πανούργος αρχιτεχνίτης πεισματικά απάντησε πως δεν έχει μητέρα. Η δεμένη Ήρα, αφού κατάλαβε το σφάλμα της και πως μόνο ο γιος της, που απαρνήθηκε, θα μπορούσε να την λυτρώσει. Στην απελπισία της υπόσχεται, σε όποιον καταφέρει να ανεβάσει τον Ήφαιστο στον Όλυμπο, να δώσει την Αφροδίτη για γυναίκα. Μεγάλη χαρά έκαναν τότε οι νεαροί θεοί, γιατί ποιος τάχα δεν ονειρευόταν να παντρευτεί την πανέμορφη θεά του έρωτα και ποιος δεν λαχταρούσε την ηδονική αγκαλιά της; Πρώτος επεχείρησε ο θεός του πολέμου Άρης, νομίζοντας πως ο ανάπηρος Ήφαιστος θα φοβηθεί μόλις τον δει με την αστραφτερή πανοπλία και τα φοβερά του όπλα. Περήφανος πήγε προς τον Ήφαιστο, νομίζοντας πως εύκολα θα κάμψει την αντίστασή του. Εκείνος όμως, σαν πλησίασε ο Άρης, σφενδονίζει καταπάνω του φωτιές, που καταπίνουν το καθετί στην πύρινη δίψα τους. Ήταν τόσες πολλές και τόσο μανιώδεις, που ο θεός του πολέμου κιότεψε και το’ βαλε στα πόδια, γυρίζοντας ντροπιασμένος στον Όλυμπο. Μετά την οικτρή αποτυχία του Άρη, ανέλαβε ο Διόνυσος να δώσει την λύση με το μαλακό. Κατέβηκε, λοιπόν, στην σπηλιά, που είχε το εργαστήρι ο Ήφαιστος, πιάνει φιλία μαζί του, και καθώς έκαναν παρέα του ’δωσε να πιει. Τον μέθυσε κι έτσι όπως ήταν μεθυσμένος, καβάλα πάνω σ’ ένα μουλάρι, τον οδήγησε θριαμβευτικά στον Όλυμπο, μέσα στους χορούς και τα τραγούδια των Σειληνών και των Νυμφών, που με ξέφρενη χαρά συνόδευαν την πομπή. Στον ουρανό πάνω φιλιώνουν γιος και μάνα, η Ήρα λύνεται και ο Ήφαιστος γίνεται δεκτός σαν ομότιμός τους από τους Ολύμπιους θεούς.
Τότε ακριβώς συμφιλιώθηκε και ο Διόνυσος με την Ήρα. Η βασίλισσα των θεών, ευχαριστημένη για την υπηρεσία που της πρόσφερε ο γιος του Δία, έδωσε την συγκατάθεσή της να μπει και ο Διόνυσος στην οικογένεια των Ολυμπίων θεών.
Μετά απ’ όλα αυτά ο πατέρας του Διόνυσου Δίας τον όρισε σαν διάδοχό του και ο ίδιος τον ανέβασε στον ουράνιο θρόνο και τον έκαμε βασιλιά των θεών.


Β΄. Σχόλια
* Ο χαρακτήρας του Διόνυσου στερεώθηκε στη συλλογική φαντασία ισχυρότερα από κάθε άλλου μυστηριακού θεού. Η λατρεία του σημαίνει όργιο και μέθη, προσωποποιεί τις παράλογες και ανεξέλεγκτες ορμές ανθρώπου και κτήνους και οιστρηλατεί μαινάδες και ποιητές.
Είναι η δυναμική ενέργεια που με μεγάλη ευκολία μπορεί να καταστρέψει ό,τι ο αδελφός του Απόλλωνας έχει οικοδομήσει μα τόση στοργική φροντίδα – και η μεταξύ τους σχέση, η περιοδική συστολή και διαστολή, είναι εκείνο που κάνει τον κόσμο να γυρίζει ( 3 ). Ο Κερένυϊ στο βιβλίο του για τον Διόνυσο έβαλε τον υπότιτλο « Αρχέτυπο Είδωλο Άφθαρτης Ζωής », γιατί αισθανόταν ότι η διονυσιακή λατρεία, από την αρχή της, στα βάθη του αρχαϊκού ελληνικού πολιτισμού, πρόσφερε στενή επαφή με τις ίδιες τις πηγές ζωής και του συντρόφου της, του θανάτου. Οι νεοπλατωνικοί εξομοιώνουν τον Διόνυσο με τον “ εγκόσμιο νου ”, το Πνεύμα αυτού του κόσμου. Σαν γιος και κληρονόμος του πλάστη του κόσμου Δία, ο Διόνυσος είναι επίσης δημιουργική θεότητα, αλλά δημιουργική στη σκέψη, όπως λένε. Δημιουργεί την ιδέα του κόσμου και οι γνώσεις του τον στηρίζουν σ’ όλες του τις εκδηλώσεις. Παράλληλα διαμελίζεται από τους Τιτάνες, που είναι οι κατευθείαν δημιουργοί της φυσικής ύλης και διαμοιράζεται μέσα στην ανθρώπινη φυλή, δηλαδή είναι το ανώτερο πνεύμα καθενός μας. Αυτή η ανώτερη γνώση είναι μια υπερφυσική ικανότητα για ταυτόχρονη δημιουργία, αντίληψη και κατανόηση, με τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει υπερλογική γνώση, μα και να έρθει σε επαφή με τους πνευματικούς κόσμους, θα προσθέταμε εμείς, των οποίων είναι εικόνα κι ομοίωση. Η επαφή με το υπερβατικό μπορεί να γίνει όταν στον άνθρωπο ανοίξει το “τρίτο μάτι”, το αιθερικό κέντρο του ανθρώπου που έχει σχέση με τον ενδοκρινή αδένα “ υπόφυση ”. To είδωλο του αυτού αιθερικού κέντρου στο σώμα του ανθρώπου είναι η υπόφυση, το κωνοειδές αυτό όργανο, λέγεται και “κωνάριο ”, στην κορυφή της σπονδυλικής στήλης, που συμβολίζεται με τον θύρσο, το μυστηριώδες βακχικό ραβδί, που στην άκρη του έχει ένα κουκουνάρι, στερεωμένο με μίσχο μάραθου. Σκοπός της βακχικής μύησης πιθανόν να ήταν το ξύπνημα αυτής της ικανότητας και να κάνει τον άνθρωπο να συναισθανθεί το μέγα πνεύμα, την Παγκόσμια Διάνοια, του οποίου η δική του νόηση, ανθρώπινη διάνοια, είναι ένα τμήμα. Αυτό συμβολίζεται με τη γέννηση του Διόνυσου από γήινη μητέρα, από την οποία απορρέουν όλα τα ευεργετήματα, που η διαίσθηση και η δημιουργική έμπνευση έχουν φέρει στον άνθρωπο. Ο Πρόκλος, που έδινε φιλοσοφική και θεολογική ερμηνεία στους μύθους, μας λέει : « Οι θεολόγοι φασί του Διονύσου διασπαραγμόν υπό των Τιτάνων, ότι δηλοί την εκ της αμερίστου δημιουργίας μεριστήν πρόοδον εις παν ».

* Κατά τον Paul Diel o Διόνυσος συμβολίζει την οργιαστική μέθη, όπου μπορεί να βυθιστεί η ανθρώπινη ζωή. Ακριβώς όπως η Ρέα – σύμβολο της προσυνειδητής και κατώτερης μορφής της ζωής – ο Διόνυσος βρίσκεται επικεφαλής μιας συνοδείας, του “ θιάσου ”, που αποτελείται από ένα πλήθος συμβολικά πρόσωπα, τα οποία είναι μισο-ζώα και μισο-άνθρωποι, και εικονίζουν όλα τους είτε τον πρωτογονισμό του απειθάρχητου πόθου, είτε την υπερβολή του πόθου, που φτάνει στην αλλοφροσύνη. Οι πιο σημαντικές μορφές του θιάσου είναι οι Μαινάδες, σύμβολο της αχαλίνωτης παραφοράς των πολλαπλών πόθων.
Ο Διόνυσος συμβολίζει την απεριόριστη ορμητικότητα του γήινου πόθου και τη λύτρωση από κάθε αναστολή. Εικονίζει τον θρίαμβο της αποπνευματοποίησης πάνω στις συμβατικές απαγορεύσεις, καθώς και πάνω στην πνευματική και ύψιστη αναστολή. Η κοινότοπη αυτή λύτρωση, που προκαλείται από την αποχαλίνωση, είναι η εύκολη πτώση, αντίθετο της ύψιστης απελευθέρωσης, που μπορούμε να την κατακτήσουμε μόνο χάρη στην εναρμόνιση, τη δυσεκπλήρωτη ανύψωση. Γι’ αυτό και η γοητεία της διονυσιακής αποπνευματοποίησης είναι βαθιά κρυμμένη στο υποσυνείδητο κάθε ανθρώπου. Αυτό, εξάλλου, εξηγεί την θεοποίηση του Διόνυσου και την τόσο διαδεδομένη λατρεία του στα χρόνια της παρακμής της αρχαιότητας.

* Στη λατρεία του Διόνυσου οι γυναίκες έμεναν μεταξύ τους. Δεν επιτρεπόταν να παρευρίσκονται άνδρες. Αυτές οι ίδιες αντιπροσώπευαν τις θεές, που είχαν ενωθεί με τους θεούς. Όποιος τις κοίταζε από μακριά, τις έβλεπε στις δυσδιάκριτες μορφές μιας “ μανίας ”. Η μανία αυτή μπορεί να είναι ερωτική ή μανία οργής (*3). Γι’ αυτό οι γυναίκες της συνοδείας του θεού λέγονταν μαινάδες και ο ίδιος ο θεός μαινόμενος ή μαινόλης, δηλαδή ο οργισμένος με την πλατύτερη έννοια και όχι ο παράφρονας. Οι διονυσιακές γυναίκες λέγονταν “ Βάκχες ”, γυναίκες Βακχεύτριες, παρ’ όλο που ήταν πιο πολύ Βάκχοι, σε πλήρη ταύτιση λατρευόμενου και λατρευτών. Παραστάθηκαν συχνά με μακρύ φόρεμα, με άκαμπτο και προς τα πίσω ριγμένο κεφάλι, στεφανωμένο με φύλλα κισσού, έχοντας στα χέρια τον θύρσο. Ο θύρσος ήταν ένα μακρύ ραβδί από καλάμι, τυλιγμένο με φύλλα κισσού ή αμπελιού, που στην κορυφή του είχε ένα κουκουνάρι. Έτσι τρέχανε προτού χορέψουν, με τη συνοδεία ήχων από αυλούς ( φλογέρες ), τύμπανα και σείστρα.
Στην πρώτη περίοδο της ζωής του ο Διόνυσος είναι : το θείο παιδί στην σπηλιά, περιτριγυρισμένο με θηλυκές φροντίδες. Σ’ αυτήν την περίοδο λατρευόταν σαν το μυστικό περιεχόμενο του λίκνου. Οι θεϊκές γυναίκες γύρω του δεν ήσαν ακόμα μαινάδες, αλλά παραμάνες, στις οποίες ανήκε και η ίδια η μάνα του.
Την επόμενη περίοδο ο Διόνυσος υπoδηλώθηκε ως : ένας νέος θεός στο δάσος.


-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
* Ο Πρίαπος είναι μορφή παρόμοια με τον Πάνα. Σχετικά με τους γονείς του υπάρχουν πολλές εκδοχές. Άλλοι έλεγαν πως ήταν γιος του Διόνυσου και μιας νύμφης, της Χιόνης ή της Διώνης, ή του Διόνυσου και της Αφροδίτης (*4), ή του Άδωνη και της Αφροδίτης. Σύμφωνα με το μύθο, που εξετάζουμε, μητέρα του Πρίαπου ήταν η Αφροδίτη, που ενώθηκε ερωτικά με το Διόνυσο. Κατά την απουσία του θεού στις Ινδίες, η θεά της ομορφιάς τον αντικατέστησε ερωτικά με τον Άδωνη. Όταν, όμως, επέστρεψε από την εκστρατεία του ο Διόνυσος, η θεά τον υποδέχτηκε σαν νικητή και μετά αποσύρθηκε στη Λάμψακο για τη γέννα. Μα η Ήρα αντιπαθούσε τόσο την Αφροδίτη όσο και τον Διόνυσο κι έκανε το παιδί που γεννήθηκε να είναι δύσμορφο. Μόλις η μάνα του το αντίκρισε, φρίκη την κατέλαβε και εγκατέλειψε το νεογέννητο. Το εγκαταλειμμένο κακόμορφο βρέφος, που είχε εκτεθεί στο βουνό, βρήκε ένας βοσκός, που το περιμάζεψε.
Υπάρχει και η παραλλαγή, κατά την οποία ο Πρίαπος είναι ο καρπός της ένωσης του κεραυνορίχτη Δία και της Αφροδίτης, μόλις αυτή γύρισε από την Αιθιοπία. Η ζηλιάρα Ήρα ακούμπησε την κοιλιά της εγκυμονούσας Αφροδίτης, με αποτέλεσμα η θεά να γεννήσει τον δύσμορφο Πρίαπο.
Ο Πρίαπος μεγάλωσε στη Λάμψακο, και πίστευαν πως ο ίδιος θεμελίωσε την πόλη. Κάποιοι, από αντίζηλες προς τη Λάμψακο πόλεις, έλεγαν ότι οι συμπατριώτες του Πρίαπου τον είχαν διώξει, λόγω του υπερφυσικού του πέους. Όμως, αργότερα αναγκάστηκαν να τον θεοποιήσουν για να του αποδώσουν λατρευτικές τελετές. Άλλοι, αντίθετα, έλεγαν πως όταν διώχτηκε ο Διόνυσος από την Ήρα, τον ακολούθησε κι ο γιος του Πρίαπος. Σ’ αυτές τις περιηγήσεις φορούσε έναν χιτώνα ολοπόρφυρο, δώρο της μητέρας του Αφροδίτης για να κρύβει την ασχήμια του ή που να ταιριάζει στην μάνας του την ομορφιά. Έτσι ο Πρίαπος εμφανίζεται στην ακολουθία του Διόνυσου.
Κάποτε ο Πρίαπος συνάντησε έναν γάϊδαρο, που ο θεός τον προίκισε μ’ ανθρώπινη φωνή, γιατί τον είχε καβαλήσει, καθώς ήταν κουρασμένος, για πάει σε κάποιο μέρος. Ο Πρίαπος προκάλεσε το ζώο να συγκρίνουν τα γεννητικά τους όργανα. Σαν φάνηκε πως το ζώο υστερούσε σε μέγεθος, ο Πρίαπος το σκότωσε. Άλλοι λένε πως ο γάϊδαρος υπερτερούσε κι ο Πρίαπος το σκότωσε από ζήλια. Όπως και να’ χει το θέμα, ο θεός από συμπάθεια προς το άτυχο ζώο, το έκανε αστερισμό.
Κάποιοι λένε πως ήταν άλλη η αιτία του σκοτωμού του ζώου. Κάποτε ο Πρίαπος συνάντησε μια νύμφη, που κοιμόταν, κι θέλησε να την κάνει δικιά του βιάζοντάς την. Τη στιγμή, που ήταν έτοιμος να της επιτεθεί ο γάϊδαρος γκάρισε, ξυπνώντας τη νύμφη, κι εκείνη τράπηκε σε φυγή, ματαιώνοντας την πραγμάτωση του λάγνου σχεδίου του. Έτσι ο Πρίαπος σκότωσε το ζωντανό, πάνω στο θυμό του, αφού αυτό του ματαίωσε το σχέδιο.
Υπάρχει και η παραλλαγή του μύθου, σύμφωνα με την οποία η νύμφη, που λεγόταν Λωτίς, ξέφυγε τον εναγκαλισμό του Πρίαπου μεταμορφωμένη στο φυτό λωτός. Αυτή η παραλλαγή είναι ανάλογη του μύθου του άλλου ακόλουθου του θεού, του Πάνα με τη Σύριγγα, που μεταμορφώθηκε σε καλάμι.
Όπως ο Διόνυσος, έτσι κι ο Πρίαπος φέρει στο κεφάλι στεφάνι από κισσό και κλήματα, ενώ στο ένα χέρι κρατάει το θύρσο και στο άλλο κύπελλο. Λεγόταν πως στα πρώτα χρόνια η λέξη Πρίαπος ήταν επωνυμία του Διόνυσου. Η σύνδεση του Πρίαπου με το Διόνυσο μας κάνει να ανατρέξουμε στις ομοειδείς λατρείες τους, που είναι λατρείες αναφερόμενες στη βλάστηση και στη γονιμότητα. Ιδίως στα Διονυσιακά Μυστήρια η λατρεία του ιθυφαλλικού (= σε στύση ) θεού, που συμβόλιζε τη γονιμοποιό δύναμη της φύσης, έφτασε στο απόγειό της. Τον θεωρούσαν σαν καθολική αρχή του σύμπαντος, τον δημιουργό και χορηγό κάθε αγαθού. Ο υπερμεγέθης φαλλός (*5), ήταν το σύμβολο της θεϊκής δημιουργού δύναμης και της τάσης για αναπαραγωγή.

(*2) Ο Υμέναιος είναι θεός – προστάτης του γάμου. Το όνομά του αναφερόταν στα γαμήλια τραγούδια, που τραγουδούσαν οι φίλες και οι υπηρέτριες της νύφης καθώς την οδηγούσαν στο σπίτι του γαμπρού. Η μυθολογική παράδοση μας λέει πως ήταν γιος του Διόνυσου και της Αφροδίτης. Έχασε τη φωνή του, όμως, καθώς και τη ζωή του όταν τραγούδησε στο γάμο του Διόνυσου και της Αριάδνης. Υπάρχουν κι άλλες παραλλαγές του μύθου. Μία μας αναφέρει ότι ήταν γιος του Απόλλωνα και μιάς από τις Μούσες, την Καλλιόπη, ο οποίος τη μέρα του γάμου του καταλήφθηκε από μανία κι από τότε επιζητούσε αιώνια να ξαναπαντρεύεται. Κάποια άλλη παραλλαγή μας μεταφέρει ότι ήταν ένας πολύ όμορφος νέος από το Άργος, που απελευθέρωσε μια νέα Αθηναία, που είχαν απαγάγει οι Πελασγοί. Αυτή την κοπέλα παντρεύτηκε και ζούσαν τόσο ευτυχισμένα, ώστε η ευτυχία τους να τραγουδιέται στα γαμήλια άσματα και το όνομα του Υμέναιου να συνδεθεί μ’ αυτά.
Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει ότι ο Υμέναιος σκοτώθηκε από πειρατές την πρώτη μέρα του γάμου του ή καταπλακώθηκε από το σπίτι του ενώ κοιμόταν με τη γυναίκα του. Ήταν τόσο αγαπητός, ώστε ο Ασκληπιός τον ανάστησε.

(*3). Σχετικά με την ερωτική μανία ο Ευριπίδης, με το στόμα του Θηβαίου μάντη Τειρεσία μας λέεει:
« Δεν είν’ δουλειά του Διόνυσου να δείξει στις γυναίκες
στον έρωτα εγκράτεια. Στη φύση είν’ του καθενός
όποια φρόνηση να’ χει. Και μη ξεχνάς, μια φρόνιμη,
έστω και βακχευμένη, ποτέ δεν θα χαλάσει. » ( Ευριπίδου Βάκχαι, στιχ. 314-318 )

(*4). Ο Παυσανίας μας μεταφέρει τα εξής: « Ενταύθα και Τηλέφω τω Ηρακλέους γάλα εστιν έλαφος παιδί μικρώ διδούσα και βους τε παρ’ αυτόν και άγαλμα Πριάπου θέας άξιον. Τούτω τιμαί τω θεώ σέδονται μεν και άλλως, ένθα εισίν αιγών νομαί και προβάτων ή και εσμοί μελισσών. Λαμψακηνοί δε ες πλέον ή θεούς τους άλλους νομίζουσι, Διονύσου τε αυτόν παίδα είναι και Αφροδίτης λέγοντες.»
[ Μετάφρ.: Υπάρχει και μια έλαφος εδώ που θηλάζει το μικρό γιο του Ηρακλή Τήλεφο και κοντά στον Τήλεφο μια αγελάδα και άγαλμα του Πρίαπου αξιοθέατο. Το θεό αυτό τον τιμούν κι αλλού, όπου υπάρχουν βοσκοτόπια για κατσίκια και πρόβατα ή μελίσσια, στη Λάμψακο όμως τον λατρεύουν περισσότερο από τους άλλους θεούς και τον θεωρούν γιο του Διονύσου και της Αφροδίτης.] ( Παυσανίου “Ελλάδος Περιήγησις- Βοιωτικά”, ΙΧ, 31, 2 )

(*5). Από τον Πρίαπο προέκυψε η ονομασία μιας ιδιόμορφης ανδρικής σεξουαλικής διαταραχής, ο πριαπισμός, που είναι η επίμονη και επώδυνη στύση του πέους, χωρία να συνοδεύεται από σεξουαλική διέγερση ή επιθυμία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: