Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Διόνυσος (ΣΤ΄)

[[ δαμ-ων ]]


● Ο ι τ ρ ε ι ς Δ ι ό ν υ σ ο ι

Ο βασικός μύθος του Διόνυσου συνδέθηκε ή παραφράστηκε με άλλους ανάλογους μύθους, που εξέφραζαν τις ίδιες βασικές ιδέες της ανανέωσης της ζωής και του θανάτου μέσα από το μυστήριο του θανάτου και της αναγέννησης. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι οι μύθοι για τον Ζαγρέα και τον Ίακχο, που αποκρυσταλλώνονται μέσα στο ορφικό και ελευσίνιο θεολογικό σύστημα, είναι στη βάση τους καθαρές τέτοιες παραφράσεις του μύθου και της τύχης του Διόνυσου. Η παράλληλη ύπαρξη και η αλληλοσύνδεσή τους υπογραμμίζει πολύ καθαρά την απαραίτητη στα μυστήρια επανάληψη του θανάτου και της αναγέννησης του θείου.
Ο Ζαγρεύς ήταν χθόνια θεότητα, που συνδεόταν με τον κόσμο των ζώων και του κυνηγιού αλλά και με την χθόνια σοφία. Παραλήφθηκε από την ορφική μυθολογία και ταυτίστηκε με τον θεό Διόνυσο το αργότερο από τον 3ο π.χ. αιώνα. Τα αρχαία ετυμολογικά λεξικά στο όνομα “Ζαγρεύς” δίνουν την ερμηνεία « ο πάνυ αγρεύων» ή « μεγάλως αγρεύων », δηλαδή ο “ μεγάλος κυνηγός ”. Ήταν γνωστός σαν ο “ πρώτος Διόνυσος ” ή ο “ χθόνιος Διόνυσος ”. Με βάση την ορφική μυθολογία ο Ζαγρέας ή μικρός Διόνυσος ήταν γιος του Δία και της Δήμητρας ή της κόρης της Περσεφόνης. Η Περσεφόνη ήταν κόρη του κυρίαρχου του Όλυμπου και τη Ρέας, που για να την γεννήσει πήρε τη μορφή φιδιού. Η κόρη τους, ήταν κι αυτή τέρας κερασφόρο με τέσσερα μάτια Λένε πως κι ο Δίας πήρε την μορφή φιδιού ( ή δράκοντα ) όταν έσμιξε με τη Περσεφόνη. Το φίδι, όπως είναι γνωστό είναι χθόνια οντότητα, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη πως ο Δίας θα ήταν ο χθόνιος Ζευς, άλλη μορφή του αδελφού του Πλούτωνα.
Στο νεαρό που ήρθε στον κόσμο, ο πατέρας του και πατέρας θεών κι ανθρώπων υποσχέθηκε να τον διαδεχτεί στον θρόνο και να αναλάβει την διακυβέρνηση του κόσμου. Έτσι έδειξε ιδιαίτερη αφοσίωση στον μικρό Διόνυσο, στον οποίο όμως η μοίρα επιφύλαξε δυσάρεστες εκπλήξεις.
Ο Δίας για να τον προφυλάξει από την ζήλια της Ήρας τον ανέθεσε στον γιο του Απόλλωνα και στους Κουρήτες, που τον ανέθρεψαν μέσα στα σκιερά δάση του Παρνασσού. Δεν άργησε η ζηλόφθονη Ήρα να τον ανακαλύψει και πρόσταξε τους Τιτάνες, που ήσαν αντίθετοι στην εξουσία του Δία, να τον αφανίσουν. Αυτοί σκέπασαν το δέρμα τους με λευκό επίχρισμα και αφού μεταμφιέστηκαν σε γυναίκες τον πλησίασαν ενόσω έπαιζε και προσπάθησαν να τον δελεάσουν με παιγνίδια, που έφεραν μαζί τους.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Σαν κατάλαβε τον κίνδυνο ο μικρός, μάταια προσπάθησε να διαφύγει καθώς μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, τίγρη, άλογο και τέλος σε ταύρο. Τότε τον συνέλαβαν οι Τιτάνες και τον τεμάχισαν. Τα κομματιασμένα μέλη άλλα τα έφαγαν ωμά κι άλλα βρασμένα ( ή ψημένα ).Ελάχιστα υπολείμματα από το διασπαρμένο σώμα κατόρθωσε να μαζέψει ο Απόλλωνας , που τα έθαψε κοντά στον μαντικό τρίποδα των Δελφών. Όμως η Αθηνά κατάφερε να αρπάξει την καρδιά του παιδιού, που παλλόταν ακόμη, (γι’ αυτό ονομάστηκε Παλλάδα , και να την φέρει στον πατέρα τους Δία. Με αυτόν τον τρόπο το θείο παιδί ταυτόχρονα και θάφτηκε και ανέζησε.
Ο Δίας, σαν έμαθε τα άσχημα μαντάτα, εξακόντισε τους κεραυνούς του κι έκανε στάχτη τους Τιτάνες. Απ’ αυτή τη στάχτη αργότερα έφτιαξε τους ανθρώπους.
Ο μικρός θεός επανήλθε στη ζωή. Κατά μια εκδοχή η μητέρα του Δήμητρα μάζεψε όσα κομμάτια είχαν απομείνει και συγκόλλησε το διαμελισμένο σώμα, αφού πρώτα αποκατέστησε τα κομμάτια, που είχαν φάει οι Τιτάνες. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο πατέρας του Δίας διέλυσε σε ένα ποτό την καρδιά του παιδιού, και το έδωσε να το πιει η Σεμέλη γονιμοποιώντας την έτσι για να γεννήσει τον “ δεύτερο Διόνυσο ”. Ή ακόμη ο ίδιος ο Δίας καταβρόχθισε την καρδιά του παιδιού πριν γονιμοποιήσει την Σεμέλη για να γεννήσει τον Διόνυσο-Βάκχο ή τη Δήμητρα για να γεννήσει τον Διόνυσο- Ίακχο.
Κάποιοι λένε πως ο Δίας τοποθέτησε την καρδιά του Ζαγρέα σε ένα είδωλο νέου Διόνυσου, που έφτιαξε από γύψο, το οποίο αμέσως άρχισε να ζει. Τη φροντίδα του νέου παιδιού ανέλαβαν οι Νύμφες, που το κουνούσαν σε ένα λίκνο δημητριακών, απ’ όπου προέκυψε η επωνυμία “ Ζαγρεύς Λικνίτης ”. Αυτή η “ αναγέννηση” του Ζαγρέα τον ταυτίζει με τον μύθο του νεαρού Θηβαίου Διόνυσου.
Ο Ίακχος είναι η κεντρική θεότητα στα Ελευσίνια μυστήρια και ταυτίζεται με τον Διόνυσο σαν η κατ’ εξοχήν μυστική του υπόσταση. Ο ύμνος που έψαλαν οι μυημένοι κατά την πομπή τους από την Αθήνα προς την Ελευσίνα, διαμέσου της “ Ιεράς οδούς ” λεγόταν χαρακτηριστικά “ ίακχος ”. Κάποια παράδοση ήθελε τον Ίακχο παιδί της Δήμητρας, της θεάς-μητέρας των Ελευσινίων μυστηρίων, από τον Διόνυσο. Όμως επικρατέστερη εκδοχή είναι η ακόλουθη :
Ο δεύτερος Διόνυσος ερωτεύτηκε τη Νύμφη Αύρα, από τη Φρυγία, που ήταν ακόλουθος και σύντροφος στην Άρτεμη. Για να την κερδίσει παρακάλεσε την Αφροδίτη να της εμπνεύσει μανία ενώ αυτός την πότισε κρασί κι αφού την μέθυσε έσμιξε ερωτικά μαζί της αφήνοντάς την έγκυο. Σαν ήρθε ο καιρός η Αύρα γέννησε δίδυμα, αλλά λόγω της μανίας της έριξε τα νεογνά στον αέρα και καταβρόχθισε το ένα απ’ αυτά. Το άλλο παιδί από τα δίδυμα, τον Ίακχο, πρόλαβε και το έσωσε η Άρτεμη, το οποίο παρέδωσε στην Αθηνά, που το θήλασε και μετά το έδωσε στις Βάκχες στην Ελευσίνα.
Το παιδί αυτό ήταν επανενσάρκωση του Ζαγρέα και του Διόνυσου ( Βάκχου ), ο “ τρίτος Διόνυσος ”.


● Σχόλια:

* Η πίστη των ανθρώπων στον Διόνυσο, κατά τον μύθο, δεν είναι δεδομένη, όπως ήταν για τους άλλους θεούς. Σε αρκετούς τόπους η θρησκεία του συναντά μεγάλη αντίδραση και ο θεός για να επιβληθεί πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύει την δύναμή του. Αυτός ο χαρακτήρας της διονυσιακής παράδοσης δεν πρέπει να θεωρείται σαν μια απόδειξη των πραγματικών δυσκολιών για την επικράτηση της νέας λατρείας, αλλά υπογραμμίζει περισσότερο το κεντρικό υπαρξιακό στοιχείο του Διόνυσου. Τονίζει την τελετουργική εχθρότητα προς τον θεό, την τελετουργική αναγκαιότητα του θανατηφόρου και ταυτόχρονα ζωηφόρου πλήγματος του θείου.(ΒΡΑΧΜΑ - ΣΙΒΑ- ΒΙΣΝΟΥ)
Φυσικά στον μύθο αυτός που δέχεται το χτύπημα ( θείο πλήγμα ) είναι ο αντίπαλος του θεού, που όμως κι αυτός είναι πάντοτε μια πολύ διαφανής υπόσταση του ίδιου του θεού.

* Ο Θ. Τάσιος μιλώντας για τις Ορφικές αντιλήψεις, γράφει: Οι Τιτάνες ( ως οι παλαιοί, το εν ημίν άλογον και ατάκτον και βίαιον ωνόμασαν) σκότωσαν και διαμέλισαν τον Διόνυσο. ΄Έτσι διαμελίζοντας τον Θεό , το Ένα, γίνονται αιτία του κατακερματισμού της θείας ουσίας στην πολλαπλότητα των μορφών του κόσμου τούτου. Αυτό ήταν το κοσμογονικό τους αμάρτημα, που αίρεται μόνο με την αναγέννηση του Διόνυσου.
Χαραγμένο πάνω σε χρυσόφυλλο, βρέθηκε στο Θούριο της Ν. Ιταλίας ένα ορφικό απόσπασμα, του 5ου π.χ. αιώνα, που ανάμεσα σ’ άλλα λέει : « …και αστερόβλητα κεραυνόν. Κύκλο δε εξέπναν βαρυπενθέος αργαλέοιο, ιμέρτο δ’ επέβαν στέφανο ποσό καρπιλίμοισι. Ό λβιε και μακάριοιε, θεός δ’ έσηι αντί βροτοίο».
[Παράφραση : … τιναγμένος από τον κεραυνό. Ξέφυγα από τον εξαντλητικό τροχό κι έκλεισα με γρήγορο βήμα τον ποθητό κύκλο. Πανευτυχή και μακάριε, θεός είσαι πια και όχι θνητός.]
Αυτός είναι ο τροχός των γεννήσεων, αυτός είναι ο “ βαρυπενθής και αργαλέοιος” κύκλος του πόνου μέσα στην ύλη, κι αυτό ήταν το ύπατο τέρμα στην αγκαλιά της αρχικής θεότητας.

* Οι αρχαίοι πρόγονοί μας πίστευαν πως ο θεός, που μπορούσε να καθαρίσει την φύση από τη σαπίλα της χειμερινής νάρκης, είχε και τη δύναμη να εξαγνίζει από κάθε “ ρύπο ” και τις ψυχές αυτών που αγνά τον λάτρευαν και τις καρδιές των πιστών του υπηρετών. ΄Ετσι ο Ευριπίδης αναφωνεί στις “ Βάκχαις ” του :
« Ω μάκαρ, όστις τελετάς θεών ειδώς
βιοτάν αγιστεύει και θιασεύεται ψυχάν,
εν όρεσι βακχεύων, οσίοις καθαρμοίσιν ».
Οι ευσεβείς λοιπόν ψυχές μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το θείο και εξαγνιστικό πνεύμα του Διόνυσου. Γι’ αυτούς ήταν η θεότητα που μαζί με τη βλάστηση, της οποίας ήταν προστάτης, πέθαινε τον χειμώνα κι αναγεννιόταν την άνοιξη μαζί με τη φύση. Έτσι ήταν πράγματι αδελφός της Περσεφόνης, προς την οποία τόσο στενά συνδέσανε τον Ίακχο στα Ελευσίνια Μυστήρια. Στους Δελφούς τον Απόλλωνα αντικαταστούσε ο Διόνυσος κατά τη διάρκεια του χειμώνα, που εξαφανιζόταν στα έγκατα της γης, για να αναφανεί και πάλι μόλις ο ανοιξιάτικος ήλιος χάιδευε με τις ζεστές του ακτίνες την κοιμισμένη γη για να την ξυπνήσει.

* Ο Όμηρος στην Ιλιάδα ( Ζ, 130 ) μας λέει πως ο βασιλιάς των Ηδωνών Λυκούργος ήταν εχθρός του Διόνυσου.
Αλλά Λυκούργος ( Λυκόοργος –Λυκόεργος ) είναι λέξεις, που σχηματίζονται από τη ρίζα λυκ-, που σημαίνει φως, και της –εργ-, που δηλώνει τον περιορισμό. Άρα Λυκούργος είναι η δύναμη που “ περιορίζει ή κρύβει το φως ”, και, σύμφωνα με τη λογικότατη ερμηνεία του Preler, συμβολίζει τον τραχύ χειμώνα που καλύπτει με πυκνά σύννεφα το αίθριο φως του ουρανού, κι έτσι διάκειται εχθρικά προς τους θεούς, οι οποίοι έχουν την κατοικία τους στον ουρανό.
Είναι ο Λυκούργος γιος του Δρύαντα, που δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά τα βουνά που σκεπάζονται από δασόφυτους δρυμώνες, απ’ όπου εξορμά ο χειμώνας προς τις πεδινές εκτάσεις. Όπου φαίνεται στην φύση να αναγκάζει τον Ήλιο ( Διόνυσο ) να κρυφτεί, μέχρι να επανέλθει η άνοιξη, όπου θα υποχωρήσει ο αδάμαστος χειμώνας ( Λυκούργος ) μπροστά στις πανίσχυρες λαμπρές θερμαντικές ακτίνες της ανθοστέφανης εποχής του χρόνου, όταν ξαναζεί με όλη του την εύθυμη μεγαλοπρέπεια ο θεός της παγκόσμιας κραιπάλης κι ευθυμίας, ο ωραίος Διόνυσος.
Από τον μύθο αυτό γίνεται φανερό πως η λατρεία του Βάκχου ήταν πολύ αρχαιότερη στη Θράκη απ’ ότι στην κυρίως Ελλάδα, γιατί τίποτε το ελληνικό δεν παρουσίαζε ο μύθος αυτός και ήταν πολύ διαφορετικός ο Έλληνας Βάκχος από τον καταδιωκόμενο από τον Λυκούργο θρακικό Διόνυσο. Είναι πολύ πιθανόν οι θρακικές φυλές, που κατοίκησαν αργότερα την Φωκίδα και τη Βοιωτία, να μετέδωσαν στις καθαρά ελληνικές αυτές περιοχές την βακχική λατρεία. Σιγά- σιγά διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, που άλλωστε συμβιβάστηκε προς το πάντοτε ζωηρό, διασκεδαστικό και περιπαιχτικό πνεύμα του ελληνικού λαού.
Συνέπεια της βαθμιαίας διάδοσης των λεπτομερειών της βακχικής λατρείας και των σχετικών με αυτή μυθοπαραδόσεων ήταν να γεννηθεί στην Ελλάδα ο καθαρός σχετικά με την γέννηση του θηβαϊκού Διόνυσου μύθος, που καθιερώθηκε στην ελληνική λατρεία. Έτσι ο θεός της ευθυμίας έγινε μια από τις κυριότερες θεότητες, στην οποία οι πρόγονοί μας απέδωσαν την μεγαλύτερη λατρεία.

* Αν θελήσουμε να αναζητήσουμε ομοιότητες με τους μύθους των Ινδικών λαών, θα βρούμε τον Διόνυσο σε όλα όμοιο με τον μυστηριώδη θεό Σόμα. Ο Σόμα είναι ο χυμός ενός φυτού, που χρησίμευε για τις σπονδές προς τους θεούς, δηλαδή ήταν η συμβολική θεοποίηση της ίδιας της σπονδής, που φέρνει σε επαφή τους θνητούς με τους αθάνατους. Γι αυτό ονομαζόταν βίνας, δηλαδή αγαπητός. Όμως μήπως η λέξη οίνος έχει την ίδια αρχή με τη βεδική λέξη βίνας; Αλλά και το κρασί δεν ήταν το μέσο για τις ελληνικές σπονδές; Στις Ινδίες προσωποποιείται ο χυμός ενός ιερού φυτού , στην Ελλάδα θεοποιείται ο χυμός ενός ιερού καρπού , του σταφυλιού.
Βρίσκουμε κι άλλη στενή αναλογία ανάμεσα στις δυο θεότητες. Όπως ο Διόνυσος τελείωσε την κύησή του στον μηρό του Δία, έτσι και ο Σόμα, κατά τους Ινδικούς μύθους, μπήκε στον μηρό του Ίντρα. Επίσης είχε κι αυτός μητέρα που κεραυνώθηκε και αποσπάστηκε από την κοιλιά της, γιατί ο Σόμα γεννιέται από την φωτιά που παράγεται με την τριβή των δυο ξύλων του ιερού “αρανί”. Μόλις ανασύρθηκε από τις φλόγες της μυστηριώδους θυσίας, ανέβηκε στους ουρανούς με τις δεήσεις των ιερέων. Είναι δε κι αυτός διγενής όπως ο Διόνυσος, κι αυτή την έννοια έχει το επίθετο Δυιτjανμαν, που αποδίδεται στον Σόμα.

* Αν είναι δύσκολο να εξηγηθεί η προέλευση του ονόματος Διόνυσος, γίνεται περισσότερο προβληματική η ερμηνεία των δύο άλλων ονομάτων , το Βάκχου και του Ίακχου. Κατά τον Benfey, ο Βάκχος έχει στη βεδική μυθολογία ανάλογη προς αυτόν θεότητα τον Δάκχα, που σημαίνει ο ισχυρός, που είναι επίθετο το οποίο αποδίδεται στον θεό Άγνι Σόμα, που αναφέραμε παραπάνω. Σύμφωνα με την έρευνα του Λενορμάν, στη Φρυγία και τη Θράκη ο Διόνυσος συγχέεται με τον φρυγικό θεό Βαγαίο, που αλλιώς ονομάζεται Σαβαζίας. Μ’ όλα αυτά όμως η αληθινή ερμηνεία του διπλού επίθετου του θεού δεν είναι ευκρινής.
Στους μύθους ο θεός παρουσιάζεται να περιοδεύει τον κόσμο και να μεταδίδει παντού την ευθυμία και τη μέθη, όπου δεν συναντά μόνο φίλους, στους οποίους δωρίζει το ευεργετικό του εύρημα, αλλά έρχεται αντιμέτωπος πολλές φορές με εχθρούς, στους οποίους δείχνεται αμείλικτος, επιβάλλοντας σ’ αυτούς φρικιαστικά βάσανα και φοβερή μανία, γιατί η δύναμη του θεού είναι αδάμαστη. Γι’ αυτό και κερδίζει σιγά-σιγά όλα τα βασίλεια που εκφράζουν ζωή, το φυτικό, το ζωικό και το ανθρώπινο.
Όλες οι εικόνες και οι εκφάνσεις της φυτικής ανάπτυξης και του ανθρώπινου βίου διαμορφώνονται και συμβολίζονται στην Ελληνική φαντασία σε ιδεώδη πλάσματα και εύθυμες θεότητες, που διατρέχουν τον κόσμο με συνοδεία. Οι Σάτυροι και οι Σιληνοί χορεύουν μεθυσμένοι μέσα στα πυκνόφυλλα δάση, οι Νύμφες λούζονται γυμνές και παίζουν στα κρυσταλλένια νερά των πηγών. Ολόκληρη η φύση αποκτάει νέα ζωή κάτω από την επίδραση του ανδρωθέντα θεού της κραιπάλης. Ο Βάκχος εμπνέει παντού και μεταδίδει τη χαρά και την αγαλλίαση.
Όσον αφορά τις φιλίες και τις έχθρες του θεού, αυτές μπορούν να εξηγηθούν είτε με την ευεργετική επίδραση, είτε με τα επικίνδυνα αποτελέσματα του κρασιού στον άνθρωπο. Παντού ο Βάκχος, ο βασιλιάς της φύσης, συνοδεύεται από θεότητες της φύσης, ( στοιχειακές δυνάμεις θα τις ονομάζαμε σήμερα ), Σιληνούς, Νύμφες, δαίμονες, Σάτυρους, όπως μας λέει ο Αριστοφάνης στις “ Θεσμοφοριάζουσες ” :
Ηγού δε γ’ ώδ’ αυτός,
συ κισσοφόρε Βάκχειε
δέσποτ’, εγώ δε κώμοις
σε φιλοχόροισι μέλψω
Εύιον, ω Διόνυσε,
Βρόμιε και Σεμέλας παι,
χοροίς τερπόμενος
κατ’ όρεα Νυμφαν ερατοίς εν ύμνοις
Εύιον, Εύιον, ευοί
αναχορεύον.
Αμφί δε σοι κτυπείται
Κιθαιρώνιος ηχώ,
μελάμφυλλά τ’ όρη δάσκια και νάπαι
πετρώδεις βρέμονται,
κύκλω δε περί σε κισσός
ευπέταλος έλικι θάλλει.
Ο Ανακρέων στη συνοδεία του Βάκχου εκτός των άλλων προσθέτει και τον Έρωτα με την Αφροδίτη.

* Ο θεός συσχετίζεται με τον “ αδελφό ” του Ηρακλή, μιας κι είχαν πατέρα τον βασιλιά των θεών Δία, που ήταν επίσης και συμπατριώτης, αφού η πόλη της καταγωγής τους ήταν η Θήβα, γιατί έλαβαν μέρος στην Τιτανομαχία που έγινε στα πεδία των Φλεγρίων. Επίσης κατέβηκε κι αυτός στον Κάτω Κόσμο , νικώντας τον θάνατο, για να επαναφέρει από τον ζόφο του Άδη την μητέρα του Σεμέλη. Ο Διόνυσος τιμήθηκε σαν θεός ενώ ο Ηρακλής σαν ημίθεος.

* Ο Διόνυσος είναι ο θεός των γλεντιών και δεν κάνει διάκριση, γιατί τη διάθεση για τα γλεντοκόπια και την οινοποσία τη μοιράζει στα ίσα σε πλούσιους και φτωχούς. Θέλει οι άνθρωποι να ζουν ευτυχισμένοι και υγιείς, κάτι που όλοι μας καθημερινά ευχόμαστε για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους, γιατί αυτά, η ευτυχία και η υγεία, αν κι άϋλα, είναι τα πολυτιμότερα αγαθά.
Ο χορός των Βακχών εξυμνεί τα παραπάνω με τ’ ακόλουθα λόγια:
« Στα γλέντια χαίρεται ο θεός, του Δία ο γιος, ο Βάκχος,
που την Ειρήνη, τη θεά την πλουτοδότρα αγαπά,
των νέων που σώζει τις ζωές και που μοιράζει το κρασί
όμοια σε πλούσιο και φτωχό άλυπη τέρψη να ‘χουν.
Μισεί δε εκείνον που αμελεί να ζει ευτυχής και υγιής
τη νύχτα και τη μέρα. » ( Ευριπίδου Βάκχαι, στιχ. 416- 426 )

* Οι οπαδοί του Ορφέα ήσαν αυτοί που ενώσανε τις διάφορες σύγχρονές τους παράλληλες ιστορίες για τον Διόνυσο σε μια μεγάλη διήγηση. Παρουσιάζεται με πολλές προσωνυμίες. Τον ονόμασαν Διμήτορα (αυτός με τις δυο μανάδες), και Τρίγονο ( αυτός που γεννήθηκε τρεις φορές ). Οι προσωνυμίες του Διόνυσου σπάνια χαρακτηρίζουν τον θεό φαλλικό. Αν κάποτε εκφράζεται φανερά αυτή η απόκρυφη πλευρά του, τότε τα ονόματά του έχουν μια ευρύτερη, αν όχι πάντοτε απόλυτα άμεση σημασία, όπως π.χ. Όρθος ή Ενόρχης.
Με αυτά τα ονόματα συνδέθηκε μια ιδιαίτερη ιστορία :
Ο Ενόρχης ήταν γιος ενός αδελφικού ζεύγους, που γέννησαν ένα αυγό απ’ όπου βγήκε αυτός, όπως ο διγενής Φάνητας των Ορφικών, τα παιδιά της Λήδας ή οι Μολίονες. Η ιστορία αυτή λεγόταν στην Λέσβο, στ’ αμπέλια όπου λατρευόταν ο Ερμής ή πιθανόν ένας φαλλός, σαν είδωλο που δεν θέλανε να το ονομάσουν Διόνυσο. Εκεί για να τονίσουν τον Διόνυσο σαν θεότητα της γονιμότητας, τον έλεγαν Φαλλήνα. Θα ήταν στ’ αλήθεια μια μονόπλευρη ονομασία, γιατί ονομαζόταν επίσης Ψευδάνωρ, για να μην αναφέρουμε όλα τα περιπαιχτικά ονόματά του, όπως Γύννις ή Αρσενοθήλυς. Το προσωνύμιο Δύαλος σχετίζεται με την ερμαφροδιτική φύση του και με τις διάφορες διηγήσεις σχετικά με τα δυο γένη το θεού. Τα προσωνύμια Δενδρεύς, Δενδρίτης και Ένδενδρος, ή εκείνα που σχετίζονται με τα φυτά και την βλάστηση, όπως Φλέων, Φλεύς, Φλοιός, δεν εκφράζουν ανθρώπινο ερμαφροδιτισμό, αλλά διγένεια, όπως συμβαίνει στα περισσότερα δέντρα κι εκφράζει τη φυσική ολοκλήρωσή τους.
Σχετικά με τον ατίθασο Ζαγρέα σχετίζονται τα προσωνύμια Ωμέστης και Ωμάδιος, που σημαίνει αυτόν ο οποίος τρώει ωμό κρέας, ενώ αντίθετα Έριφος σημαίνει το κατσίκι που τρωγόταν για να τιμηθεί ο θεός.
Σαν Αιγοβόλος σκότωνε γίδες, σαν Μελαναιγίς φορούσε μαύρο γιδοτόμαρο και σαν Ανθρωπορραίστης σκότωνε ανθρώπους.
Στη Βοιωτία τον παρίσταναν με δεντρόμορφο ξόανο περιβεβλημένο με κισσό και τον έλεγαν Ένδενδρο. Στη Θήβα ειδικότερα τον έλεγαν Στύλο και Περικιόνιο και τον εικόνιζαν με πασσάλους, που στις γιορτές τους στόλιζαν “ δια κισσών κι όσχων ” ή με φαλλούς.
Όταν τον παρίσταναν σαν γενειοφόρο άντρα χρησιμοποιούσαν την προσωνυμία Πωγωνίτης και Καταπώγων.
Συναντούμε και τα εξής προσωνύμια του θεού : Ομφακίτης, δηλαδή ο θεός των σταφυλιών που δεν έχουν ωριμάσει, Λύσιος ή Λυαίος, δηλ. ο “ λύων ”, Νυκτήλιος, ο θεός των νυχτερινών γιορτών, Μύστης, Βρόμιος, ο θεός του θορύβου των βακχικών πομπών, Εύης ή Εύιος, ο θεός των κραυγών « ευοί!». Σχεδόν όλα αυτά τα προσωνύμια αναφέρονται στην ιδιότητα του Διόνυσου σαν θεού του κρασιού.
Μια ιδιαίτερη όψη του θεού εμφάνιζε το όνομα Ίακχος. Πρόκειται για ένα όνομα και σύγχρονα για μια κραυγή που συνόδευε τη λατρεία του παιδιού των Ελευσινίων Μυστηρίων. Η κραυγή τούτη δεν συνηχούσε τυχαία με το όνομα Βάκχος, το δεύτερο όνομα του Διόνυσου. Ίακχος και Βάκχος δεν δηλώνουν δυο διαφορετικές θεότητες, αλλά τον ίδιο τον Διόνυσο, που η παράδοση τον παρουσιάζει από διαφορετική μητέρα.
Έτσι η μυθολογία μας με τις διηγήσεις για τον Άδη και την Περσεφόνη, για τον Διόνυσο και τη συνοδεία του, μας οδηγεί στο κατώφλι των πραγμάτων που αποτελούσαν το περιεχόμενο των μυστηρίων, το οποίο δεν επιτρεπόταν να κοινολογηθεί. Ήταν άρρητο και στην περίπτωση που βιωνόταν πραγματικά.

ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: