Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Ζει ο Βασιλιάς Aλέξαντρος ;

[[ δαμ-ων ]]

Μ’ αρέσουν, μαθές, οι ιστορίες. Μ’ αρέσουν και τα ποιήματα. Μ’ αυτά πορεύτηκα όλα τούτα τα χρόνια, από τότες που μ΄ έμαθε να συλλαβίζω ο δάσκαλος ο κυρ-Γιώργης ο Αγγελής- ο Θεός να του δίνει πολλούς χρόνους ακόμη- και η κυρά Βασιλική η Σοφιανού- Θεός σχωρέστ’ εκείνη. Απ’ αυτά παίρνω αφορμή και γράφω μερικές αράδες. Είν’ όπως μας έσπρωχνε κάποιος της τρελοπαρέας και παίρναμε φόρα με τα πατίνια, σαν ήμασταν μικροί και είχαμε ρημάξει τα ρουλεμάν και τις σανίδες για να κάνουμε τα πρώτα μας τροχοφόρα, και μετά στην κατηφόρα δεν είχαμε σταματημό. Σπρώξιμο είναι της σκέψης η ιστορία, το παραμύθι, το ποίημα, γιατί τα έχουν γράψει σοφοί ανθρώποι. Και- προς Θεού δε κάνω το σοφό- λίγο από ζήλεια, λίγο από το σαράκι του γραφιά, αυτή η ιστορία κρούει κάποιες χορδές- είναι, μαθές, και οι αφορμές των δύσκολων ημερών που ζούμε- και βγαίνει κάποιο άρθρο. Μα, πάνω απ’ όσα γράφω, είναι η ιστορία, το παραμύθι, το ποίημα. Είναι σαν το πετράδι στο δαχτυλίδι. Το μάλαμα είναι το δέσιμο. Αυτό που λαμπυρίζει, αυτό που έχει την πάσα αξία, είναι το πετράδι. Έτσι όσα γράφω εγώ είναι το δέσιμο. Το ακριβό πετράδι είναι αυτό που έγραψε ο σοφός μυθοπλόκος, ο καλός παραμυθάς, ο εμπνευσμένος ποιητής.
Θα ξεκινήσουμε με μια ιστορία που μάθαμε στα μαθητικά θρανία, τότε στα χρόνια της αθωότητας και ξεγνοιασιάς. Που σαν είχαμε μια φέτα ξερό ψωμί αλειμμένο με λάδι ή βρεγμένο και πασπαλισμένο με ζάχαρη, νιώθαμε πασάδες. Το βούτυρο και η μαρμελάδα ήσαν τότε στις άγνωστες λέξεις και η μερέντα μας ήταν λίγος μπελντές απλωμένος στη φέτα του ψωμιού. Μπορεί τα χέρια να τα κοκκίνιζαν με τη βέργα οι δάσκαλοι, μα τους σεβόμασταν και τους αγαπούσαμε για όσα μας μάθαιναν. Κι ‘μείς σαν το διψασμένο χώμα ρουφούσαμε κάθε ιστορία που μας ‘λέγαν. Από τότες θυμάμαι την ιστορία του Μεγαλέξαντρου και της γοργόνας αδερφής του. Να τη θυμηθούμε, το λοιπόν, εμείς οι “γκριζαρισμένοι” κι οι “χιονόμαλλοι” που την ακούσαμε και ας τη γνωρίσουν ‘κείνοι που αργότερα ‘μάθαν πιο μοντέρνες ιστορίες:
[[ Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν, όταν ο βασιλιάς Aλέξανδρος, εκυρίευσε τον κόσμο, εκάλεσε τους δημογέροντες κι ερώτησε:
— Πώς να ζήσω πολλά χρόνια, να είμαι πάντα νέος ; Έχω τόσα πολλά ακόμα να κάμνω σ΄αυτόν τον Πάνω Κόσμο !
— Υπάρχει o τρόπος, αλλά είναι δυσκολότατος, του λέγουν αυτοί.
— Και ποιός είναι αυτός ο τρόπος ; Θέλω να τον ξεύρω.
— Είναι να πάγεις, να φέρεις και να πιείς το Αθάνατο Νερό.
— Kαι πού εμπορώ να βρω αυτό το Αθάνατο Νερό, να τo πιώ ;
— Στην Άκρη του Κόσμου, πέρα απ΄τα Δυό Βουνά, που διαρκώς ανοιγοκλείνουν, τόσο γλήγορα πού ο ταχύτερος σταυραετός δεν προφθαίνει να περάσει. Πολλά από τα καλύτερα βασιλόπαιδα προσεπάθησαν να περάσουν να φθάσουν στ΄Αθάνατο αυτό Νερό. Κανένα δεν το κατάφερε.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Τα έφαγαν τα Δυό Βουνά. Την ζωή τους, που την ήθελαν αιωνία, την έχασαν γιά πάντα. Αλλά, και να καταφέρεις και περάσεις, πολυχρονεμένε μας βασιλιά, αυτά τα τρομερά τα Δυό Βουνά, και άλλος κίνδυνος σε περιμένει.
Μπρός σου, θα `βρείς τον Μεγάλο Δράκο, φύλακας της πηγής με το Αθάνατο Νερό. Έχει εκατό μάτια ολόγυρα στο κεφάλι του, και μέρα νύχτα, ποτέ δεν κοιμάται. Όταν κλείνει τα πενήντα τα μισά του τα μάτια, τα άλλα του τα πενήντα μένουν ανοιχτά να παραμονεύουν. Πρέπει να τον σκοτώσεις γιά να πάρεις το Αθάνατο Νέρο. Έως τώρα κανείς δεν το κατόρθωσε…
Όταν τα ήκουσε ο Aλέξανδρος, προσέταξε να σελώσουν το αγαπημένο του το άλογο, τον Βουκέφαλο, από όλα καλύτερο και γληγορότερο, πιό γληγορο ακόμα κι από τον σταυραετό, ή κι από την αστραπή. Πήρε το τετραπίθαμό σπαθί, το τρεις οργυές κοντάρι.
Και έφιππος λοιπόν, δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, και φθάνει στην Άκρη του Κόσμου, κει που συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν, στα Δυό Βουνά που του΄παν οι δημογέροντες. Στέκεται ο Αλέξανδρος, τα βλέπει που αδιάκοπα, σαν να μασούν ανοιγοκλείνουν, και τόσο γλήγορα που μήτε γεράκι δεν πορεί να περάσει χωρίς να τ΄ αρπάξουν.
Ο Αλέξανδρος όμως, το γενναίο παλληκάρι, δεν εφοβήθηκε. δίνει μια καμτζικιά του Βουκεφάλου του, και σαν την αστραπήν επέρασαν, χωρίς να τους φάγουν τα δυό Βουνά κι εβγήκαν ζωντανοί. Μόνο, τρείς τρίχες της ουράς του αλόγου επιάσθηκαν…
Ο λεβέντης βασιλιάς αντίκρισε τον φοβερόν δράκοντα με τα εκατό μάτια, τα μισά με κλειστα τα βλέφαρα. Τραβάει το τετραπίθαμο σπαθί, ορμάει και τον σκότωνει, πριν ακόμα καταλάβει ο δράκος τι του γινόταναι, και έπεσε νεκρός στον τόπο.
Και έτσι έφθασε στην πηγή με τ΄ Αθάνατο Νερό ο Αλέξανδρος… Εγέμισε τo χρυσό του το παγούρι, επότισε το άλογό του, και το καλό το παλληκάρι πήρε άλλο μονοπάτι, τον δρόμο της επιστροφής. Στον γυρισμό τα δυό Βουνά ήτον ανοιχτά και για πάντα πια ακίνητα.
Όταν έφθασε στο παλάτι του ο Αλέξανδρος εξέχασε να πει στην αδελφή του τι είχε στο χρυσό παγούρι. Και να που μιά μέρα η αδελφή του πέρνει το χρυσό παγούρι, να το καθαρίσει και να το υαλίσει και χύνει το Αθάνατο Νερό στο περιβόλι … Tο Αθάνατο Νερό επότισε μιαν αγριοκρομμυδιά που, από τότε, ποτέ δεν εμαράθηκε. Όταν έμαθε η βασιλοπούλα τι ζημιά και τι κακό έκανε, απελπίσθηκε, κι έμηνε απαρηγόρητη.
— Θεέ μου! λέγει, πως να πιστεύσω που μια μέρα θα πεθάνει και ο αγαπημένος μου ο αδελφός, και που εγώ θα φταίω; Με πρέπει όταν πεθάνει ο Αλέξανδρος, να μπορέσω να τον ξαναφέρω στο φως του Επάνω Κόσμου.
Και από τότε, η αδελφή του βασιλιά έγινε ψάρι από τον ομφαλό ως τα πόδια της. Έπεσε γυναικόψαρο στην θάλασσα και εκεί ζει από τότε ως σήμερα. Είναι η Γοργόνα.Την πανσέλλινο, στα πλοία της ανατολής, στης δύσης τα καράβια, την βλέπουνε και την ακούν, οι ναύτες και
ψαράδες ! Η Γοργόνα η βασιλοπούλα διαρκώς γοργογυρίζει όλες τες αρμυρές θάλασσες. Και όταν συναντήσει καράβι, πάγει κοντά του, και του ρωτά με την γλυκειά της την φωνή, σαν να τραγουδάει :
— Εσύ με τά λευκα πανιά, πελαγίσιο ταξιδιώτη,
γιά λέγε με, να σε χαρώ, αν ζει ο αδελφός μου.
— Ζει ο βασιλιάς Aλέξανδρος;
Aλίμονο στον καραβοκύρη, στον ναύκληρο, στους ναύτες, άμα πει κανείς που απέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος.
Τότε η Γοργόνα, από μεγάλη θλίψη και τρομερή οργή, αναταράζει τα ύδατα, σηκώνει τα κύματα ως τα σύννεφα, φυσάει σαν θρακιάς, ξεσχίζει τα πανιά, σπάει τα κουπιά. Γεμίζει η θάλασσα παλληκάρια, και σε φοβερή τρικυμία βουλιάζει και χάνεται το πλοίο…
Εάν όμως ο καραβοκύρης ξεύρει τι πρέπει να πει γιά να σωθούν όλοι τους, απαντήσει στην ωραία Γοργόνα :
— Zει ο βασιλιάς Aλέξανδρος, ζει και βασιλεύει, και τον κόσμο κυριεύει !
Tότε, η ωραία Γοργόνα χαίρεται, λύνει την κόμη της, απλώνει τα χέρια της σαν αγκαλιά και προστατεύει το πλοίο, κάμνει την θάλασσα γάλα και σαν αμέτρητο χαμόγελο τα κύματα. Ο καραβοκύρης και οι ναύτες ακούουν τότε την Γοργόνα, να τραγουδάει έτσι που φεύγει :
Zει ο βασιλιάς Aλέξανδρος, ζει ο αδελφός μου, ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει! ]]
Στο θρύλο αυτό στηρίχτηκε ο Γεώργιος Δροσίνης κι έγραψε το ωραιότατο ποίημα “Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος”. Κι αυτό είχαμε τη τύχη να το μάθουμε. Βλέπεις, τότες στο αναγνωστικό ‘γράφαν ποιήματα απλά, καταλαβίστικα, μέσα από την απλή ζωή μας και την ιστορία μας, χωρίς τις παρεμβάσεις της Δραγώνα και του Βερέμη και των άλλων νεοκουλτουριάρηδων που ‘κάναν την παιδεία μαντάρα και τα περισσότερα παιδιά να αποστρέφονται τη γνώση:
« Μες στο πλατύ τό πέλαγο καράβι ταξιδεύει
Τριγύρω νύχτα απλώνεται
και με το αγέρι, που ελαφρά τα κύματα χαϊδεύει,
τό μπρίκι τό άσπροφόρετο κουνιέται, αργοσαλεύει,
σάν νύφη, πού όλο καί λυγά καί γλυκοκαμαρώνεται

Μα ξάφνου, σάν να κάρφωσε σ’ άμμουδιαστό ακρογιάλι
τις δυο του άγκυρες μαζί,
τό μπρίκι στέκι καί μπροστά στήν πλώρη του προβάλλει
Γοργόνα θαλασσόβρεχτη μέ αγριωπό κεφάλι:
— Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος απέθαντε για ζει;

Βροντολογά τό στόμα της καί τά νερά αναδεύει
με την ψαρίσιο της ουρά,
κατ. το γυναίκειο της αυτί απόκριση γυρεύει.
— Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος στον κόσμο βασιλεύει,
ό ναύτης αποκρίνεται• ζωή νά ‘χης, Κυρά!

‘Αλίμονο αν τής έλεγε πώς είναι πεθαμένος
Από τά χρόνια τά παλιά!... /
Ευθύς την ίδια τη στιγμή ο ναύτης ο καημένος
μαζί μέ τό καράβι του θα βούλιαζε πνιγμένος,
καί ή Γοργόνα θ’ άρχιζε νά κλαίει τό βασιλιά.

Μα τώρα, που έμαθε πώς ζή, τήν όψη της αλλάζει
και μ’ ομορφιές στολίζεται.
Γίνεται κόρη λυγερή, στα κύματα πλαγιάζει,
μέ δυό ματάκια όλόγλυκα τριγύρω της κοιτάζει,
άπ’ τά ξανθά της τά μαλλιά τό πέλαγος φωτίζεται.

Το μπρίκι πάλι ξεκινά καί σιγαλαρμενίζει
στή Θάλασσα την γαλανή.
Και ή Γοργόνα στον άφρό σάν γλάρος φτερουγίζει,
λύρα κρατάει ολόχρυση καί παίζοντας αρχίζει
να τραγουδή στο πέλαγος μ’ ουράνια φωνή! » Το θρύλο τον θέλουμε, τον έχουμε ανάγκη για να επιβιώσουμε σαν έθνος. Είναι το αλάτι της συνείδησης του γένους. Κι όταν λέω αλάτι, δεν εννοώ το αλάτι της νοστιμιάς, αλλά το αλάτι της συντήρησης. Συντηρούν στους πολίτες μιας χώρας την εθνική συνείδηση. Σε κάποια παράφραση θα λέγαμε: «οι θρύλοι εισί το άλας του έθνους∙ εάν δε το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται;» Ο θρύλος είναι σαν το σχοινί του ορειβάτη, όπου πιάνεται για να μη πέσει στα τάρταρα της ανυπαρξίας, που τον βοηθάει να ανέβει ψηλότερα, και γιατί όχι; να φτάσει στην κορυφή. Για να προχωρήσει το έθνος χρειάζεται θρύλους. Και να μη πάψουμε μήτε να διστάζουμε να λέμε τη λέξη “έθνος”. Ο ναύτης είναι το σύμβολο της ελπίδας, ο λαμπαδηδρόμος που θα κρατά και θα μεταφέρει το μήνυμα. Θυμόσαστε στην Ολυμπιάδα της Αθήνας το 2004 με πόση χαρά και σεβασμό οι αθλητές μεταφέρανε τη δάδα και πόση ιερή συγκίνηση νιώσαμε όταν άναψε τον τεράστιο πυρσό ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος Νίκος Κακλαμανάκης. Ο θρύλος είναι η δάδα που μεταφέρει ο ναύτης- ενεργός πολίτης. Τον μεταφέρει από στόμα σε στόμα στις επόμενες γενιές. Ουσιαστικά ο ναύτης είναι η ενεργός μνήμη που πρέπει να καταγράψει το “ιστορικό γεγονός” με βασικό του μέλημα να μη το κρατήσει για τον εαυτό του. Να το δώσει όπως ο ένας λαμπαδηδρόμος δίνει τη δάδα στον επόμενο που περιμένει καρτερικά να έρθει η σειρά του. Η γοργόνα είναι η συνείδηση του γένους, που ελέγχει και ανάλογα με το αποτέλεσμα χαίρεται αλλά και θυμώνει. Για τη θάλασσα, όπου ζει η γοργόνα, μπορούμε να πούμε ότι συμβολίζει το φυλετικό υποσυνείδητο.
Ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος! λέει ο ποιητής, και όσο ζει ο Μεγαλέξαντρος θα θυμίζει ότι είμαστε ένας κρίκος μιας μακριάς αλυσίδας- που ξεκινάει από χρόνους παλιούς και η αρχή έχει χαθεί στην αχλή του χρόνου- η οποία συνδέει αλλά και κουβαλάει τα πατροπαράδοτα: τη γλώσσα μας, τον πολιτισμό μας, τα ήθη και έθιμά μας, τη θρησκεία μας και όλους τους προγόνους, κριτές και φύλακες τούτων των θησαυρών, που πρέπει να μείνουν αναλλοίωτοι, όχι επειδή είναι οι αληθινότεροι, οι ηθικότεροι, οι τελειότεροι, αλλά απλά επειδή είναι τα δικά μας κειμήλια και παρακαταθήκες, που μας μεγάλωσαν, που μας δίδαξαν και μας γεμίζουν νοσταλγία συνάμα και περηφάνια. Είναι ζυμωμένα με πολύ αίμα, με ατέλειωτους αγώνες, πλασμένα με πολύ κόπο και μεράκι. Οι πρόγονοι έχουν βάλει σ’ αυτά όλη την ψυχή τους.
Ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος! λέει με περηφάνια αυτός που νιώθει να κυλάει μέσα του κοχλαστό το ελληνικό αίμα! Εκείνος που το χρήμα δεν τον έχει αλλοτριώσει. Γιατί το χρήμα μπορεί να μην έχει πατρίδα, ο άνθρωπος όμως πρέπει να έχει πατρίδα. Η πατρίδα είναι ο φάρος που δεν θα τον αφήσει να πέσει στις ξέρες τις ανυπαρξίας.
Τι είναι τούτο το πράμα που θέλουν να μας τρατάρουν αυτούνοι που αναγορεύσανε τον εαυτό τους παγκόσμιοι κυβερνήτες; Ένας κόσμος, λέει, πολιπολιτισμικός χωρίς την έννοια της πατρίδας. Όλοι μια σούπα και στο τέλος μέσα στο μπλέντερ για να γενούμε ένας ομογενής χυλός. Κάποιοι, βέβαια, οι επικυρίαρχοι, θέλουν να κρατήσουν την ταυτότητά τους. Θα έχουν την μακρινή πατρίδα του Αβραάμ και το Θεό τους, εκείνονε τον Γιαχβέ, που έχει εκλεκτούς και τιμωρεί όλους τους άλλους και τους κάνει υπόδουλους στους εκλεκτούς. Η μεγάλη απάτη, το μεγάλο τρατάρισμα, σαν της Κίρκης το μαγικό φίλτρο στους συντρόφους του Οδυσσέα, θα είναι η “κάρτα του πολίτη”. Θέλουν να μας μαρκάρουν σαν τα δαμάλια στο κοπάδι. Άρχισαν το μαρκάρισμα με τα εμφυτεύματα- να δεις πώς τα ‘παν; θαρρώ πως τα ‘παν τσιπάκια- από τα ζώα για να προχωρήσουν ταχιά και στα δίποδα όρθια ζώα…
Δουλευτάρικα ζα, χωρίς κρίση, θέλουν να μας έχουν μεσ’ στης γης το τρανό κοπάδι. Και το ρώτημα που πλανιέται στον αιθέρα και θέλει από καρδιάς απόκριση, είναι: - Θα τους αφήσουμε; Δαμάλια θα γενούμε στην εκατόμβη τους στο Μαμωνά;
Οι θρύλοι δε θα μας αφήσουν να πλανηθούμε όπως οι Αχαιοί στο γυρισμό από το Ίλιο από τις δολερές φωτιές του Ναύπλιου στης Εύβοιας τις ακτές με τα μυτερά τα βράχια. Γιατί θα είναι φάροι της χωρίς σφάλματα ρότας. Αρκεί να ξεκρίνουμε το φως του φάρου από της φωτιάς το φως. Ο φάρος δείχνει τη ρότα, δεν είναι το λιμάνι. Έτσι κι ο θρύλος δε μας θέλει προσκολλημένους πάνω του. Σημάδι πορείας είναι για τη μακρινή Ιθάκη (προς Θεού όχι την Ιθάκη που μας έταξε ο πρωθυπουργός από του Καστελόριζου το ακρογιάλι πέρσι τέτοια εποχή ).
Ένας από τους πιο γνωστούς μας θρύλους είναι του “μαρμαρωμένου βασιλιά”. Ο θρύλος λέει ότι στο πέσιμο της Πόλης στα χέρια των πολιορκητών του Μωάμεθ, τη στιγμή που ο βασιλιάς περικυκλώθηκε από τους Τούρκους, ένας άγγελος του Κυρίου τον άρπαξε και τον έκρυψε σε μια σπηλιά, αφού πρώτα τον μαρμάρωσε. Στη σπηλιά αυτή περιμένει για αιώνες ο “Μαρμαρωμένος Βασιλιάς” να ξαναέρθει την κατάλληλη στιγμή, “το πλήρωμα του χρόνου”, και ο άγγελος Κυρίου θα του ξαναδώσει τη ζωή και το σπαθί του για να διώξει τους Τούρκους από την Κωνσταντινούπολη. Άλλοι θρύλοι και προφητείες αναφέρουν ότι θα τους κυνηγήσει μέχρι την “Κόκκινη Μηλιά” και στη μάχη που θα γίνει οι Τούρκοι θα νικηθούν και «θα κολυμπήσει το μοσχάρι στο αίμα τους». Ο θρύλος προσθέτει, ακόμα, ότι οι Τούρκοι ψάχνουν συνεχώς να ανακαλύψουν τη σπηλιά, όπου βρίσκεται ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς για να χτίσουν την είσοδό της, ώστε να μην μπορεί να ξαναβγεί από εκεί. Όμως, οι προσπάθειες τους είναι συνεχώς άκαρπες, αφού ο άγγελος προστατεύει τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά και περιμένει την εντολή του Θεού για να τον ξυπνήσει.
Στο διαδίκτυο βρήκα το παρακάτω δημοσίευμα (το μεταφέρω ακριβώς όπως είναι γραμμένο): [[ ..."ΔΕΝ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ουτε και προκειται να αλωθη.
Καθως γραφουμε, ξεπηδα απο τα βαθη της μνημης μας μια ιστορια, που αν δεν ειναι αληθινη, τουλαχιστον θα μπορουσε να αποθανατιστη σαν θρυλος.
Μας την αφηγηθηκε, πριν μερικα χρονια, προσωπικοτητα αξιολογη (τηρουμε την ανωνυμια της) και παντως ουτε ευφανταστη, ουτε παραμυθολογα.
Πριν μερικα χρονια λοιπον, λιγοτερα απο μια δεκαετια, υπηρετουσαν, απ΄τη μια κι΄απο την αλλη πλευρα του Εβρου, στα συνορα, που διαιρουν την Θρακη μας στα δυο, αντιστοιχα, Ελλην και Τουρκος στρατηγος.
Οι δυο ανδρες ειχαν συνδεθει με στενη μεταξυ τους φιλια. Πολυ περισσοτερο που ο Τουρκος στρατηγος, ειχε συζυγο Ελληνιδα.
Οταν εφθασε ο καιρος να μετατεθουν για αλλη υπηρεσια, προσκαλεσε ο Τουρκος τον Ελληνα συναδελφο του.
"Τοσον καιρο", του ειπε, "περασαμε ανεφελα μαζι. Οι διαφορες που εχουν οι δυο χωρες μας, μεταξυ τους, δεν επηρεασαν τη φιλια μας. Αλλα κι΄εμεις οι Τουρκοι θεωρουμε τη φιλια ιερη. Θα ηθελα αυριο το βραδυ να σου το αποδειξω."
Την επομενη, στις 10 ακριβως, ο Ελλην επιβιβαζοταν στο ιδιωτικο αυτοκινητο του Τουρκου. Νυχτα αφεγγαρη ηταν.
Ερημικοι οι δρομοι. Ανοιχτη κι η λεωφορος ταχειας κυκλοφοριας προς την Πολη.
Κοντα μεσανυχτα πρεπει να πλησιασαν στις παρυφες της. Υπνος βαθυς ειχε καθηλωσει στα κρεβατια τους κατοικους της. Ησυχια στους δρομους.
Γρηγορος, ο οδηγος Τουρκος, μπηκε βγηκε απο στενα, απο περιπλεγμενα σαν κουβαρι καλντεριμια.
Νυχτα αφεγγαρη. Εσβησε τη μηχανη, σταματησε μπροστα σε καγκελοπορτα με γραφες στα ελληνικα.
Ο γοργος ρυθμος, η αγωνια, η περιεργεια, δεν αφηναν στον Ελληνα περιθωρια να ψαξει, ουτε καν να προβληματισθει.
Ακολουθουσε τον Τουρκο πειθηνια, σαν αυτοματο, χωρις φοβο, με περισσια εμπιστοσυνη. Ουτε καν που του περασε απ' το μυαλο, πως μπορουσαν να΄ναι και κακες οι προθεσεις του.
Σταθηκαν μπροστα σε διπλομανταλωμενη σιδερενια στενη θυρα. Εβγαλε κλειδι απ' την τσεπη του ο Τουρκος. Ξεκλειδωσε. Ανοιξε. Υπογειο ηταν. Μουχλα ανεδιναν οι τοιχοι. Μουχλα και κλεισουρα. Λησμονια, καταχωνιασμενη στα εγκατα της γης. Περπατησαν κι οι δυο, σε διαδρομους, χωρις να σκονταφτουν. Τους βαραινε η σιωπη, η αναμονη. Που πηγαιναν, ετσι στα τυφλα ? Που κατευθυνονταν ? Αναστροφα στον χρονο. Σε ποιον χρονο ? Τον ανθρωπινο ή τον Θεικο ?
Ο Τουρκος ηξερε. Αλλα δεν ηξερε ακομη ο Ελληνας. Δεν μπορουσε να δικαολογησει την περιπλανηση.
Μα ουτε και προφταινε να προβληματιστει. Ακολουθουσε. Με την βεβαιοτητα, πως η στιγμη ηταν μοναδικη. Πως δεν θα' χε την ευκαιρια, ποτε ξανα, να την ξαναζησει. Ακολουθουσε. Ονειρευοταν αραγε ? Υπνοβατουσε ?
Φτερωμενη η φαντασια του, αναπλαθε μονοπατια, που μονο σε ελαφρυ υπνο βαδιζει κανεις.
Ενα ηταν σιγουρο: δεν θα ξαναβρισκε ποτε τον δρομο. Δεν θα τον ξαναβρισκε χωρις οδηγο.
Ειχαν φθασει στο τερμα.
Θυρα και παλι αρματωμενη μπροστα τους. Βαρια σιωπη. Η σιγη της υστατης ωρας.
Που ηρθε να διακοψει μονο το τριξιμο της κλειδαριας. Το γκρινιασμα του σκουριασμενου σιδερου. Μισανοιξε η βαρια θυρα.
Ισχνο φως στο εσωτερικο. Υπερκοσμιο. Μυστηριακο. Υπογειο ? Μπουντρουμι ? Κενοταφιο ?
Και τοτε, τοτε μονον μιλησε ο Τουρκος : "Εσεις οι Ελληνες, δεν πιστευετε στον θρυλο του Μαρμαρωμενου Βασιλια ? Δεν λετε και ξαναλετε μεταξυ σας, πως βολι εχθρου δεν τον αγγιξε ? Πως τον καταπιε το μανιασμενο πληθος των πορθητων της Πολης ? Αλλα πως τον τραβηξε η Παναγια στην αγκαλια της, για να τον κανει Αθανατο ? Δεν ειστε βεβαιοι πως ΖΕΙ Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ? Δεν ειναι θρυλος. Ψευτικη ελπιδα. Ονειροφαντασια. Ειναι ΑΛΗΘΕΙΑ. Δες και μονος σου."Στο πατωμα, μισοανασηκωμενο στον ενα αγκωνα ο Ελληνας ειδε, ειδε με τα ματια του, τον ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΙΑ. ΑΝΑΣΗΚΩΜΕΝΟ.
Ριγος μεταφυσικο τον διαπερασε. Θολωσαν απ' τα δακρυα τα ματια του. Θαμπωθηκε η οραση του.
Εκανε το σταυρο του. Μπροστα του, εκει, σε αποσταση ανασας, το ΘΑΥΜΑ.
Κι ηταν αυτος, ο τυχερος, που ειχε αξιωθει να το ζησει με τις αισθησεις του. Σε συγκεκριμενο χωρο και χρονο.
Πηχτη η σιωπη, σχεδον, κοβοταν με το μαχαιρι.
Μιλησε και παλι ο Τουρκος :
"Πριν μερικα χρονια κειτοταν στο εδαφος ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Τον τελευταιο καιρο αρχισε σιγα-σιγα ν' ανασηκωνεται. Παμε."
Ξανακλεισαν τη θυρα. Την ξανακλειδωσαν. Αντιστροφα βγηκαν μεχρι την αυλη απ' τα υπογεια.
Ξαναπερασαν την καγκελλενια πορτα.
Δεν αφησαν πισω ιχνη απ' τις πατημασιες τους. Κανεις δεν τους ειχε δει. Μπηκαν στο αυτοκινητο, πηραν το δρομο του γυρισμου.Σιωπηλοι. Χωρις να ανταλλαξουν κουβεντα.
Δεν ειχε ακομη ξημερωσει οταν εφτασαν στον Εβρο. Προτου αποχωρισθουν, φιληθηκαν σταυρωτα. Το ποταμι κυλουσε ορμητικα προς το Αιγαιο.
"Γυριζει πισω το ποταμι", μονολογησε ο Ελλην στρατηγος. "Γυριζει οταν το θελησει ο Θεος".
Υπηρετησε αργοτερα στο Κεντρο.
Προτου αποστρατευθει θεωρησε υποχρεωση του ν' αποκαλυψει το μεγαλο μυστικο στην προσωπικοτητα που μας το εμπιστευθηκε, κατονομαζοντας και τον στρατηγο, κατω απο το βλεμμα του Θεου και της Παναγιας. Καναμε και μεις τον σταυρο μας μουρμουριζοντας "Η ΠΟΛΙΣ ΔΕΝ ΕΑΛΩ".
ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ
* Η Λαικη παραδοση λεει για τον Κωνσταντινο Παλαιολογο, στην πραγματικοτητα κανεις Αγιος και κανεις προφητης δεν μιλαει για Κωνσταντινο, ολοι οι προφητες μιλουν για Ιωαννη.
* Ο Ελληνας στρατηγος πεθανε τον Φεβρουαριο του 2001 πληρης ημερων. Εμεις μετα απο επισταμενη ερευνα, αναζητησαμε και βρηκαμε την αδελφη του στρατηγου και μας επιβεβαιωσε οτι η μοναδικη ευκαιρια που ειχε ο αδελφος της ηταν πραγματικοτητα, ειδε με τα ματια του τον Αυτοκρατορα Ιωαννη, γιατι ετσι εγραφε η επιγραφη πανω απο το κεφαλι. ]]
Διευκρινιστικά να πούμε ότι ο εξαδάκτυλος “μαρμαρωμένος βασιλιάς” είναι ο Ιωάννης Βατάτζης, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, που ήταν εξαδάκτυλος και ονομαζόταν επίσης «μέγας ελεήμων».
Βλέποντας όλα όσα καταιγιστικά γίνονται στις μέρες μας, αν τα περάσουμε από την κρησάρα του μυαλού, χωρίζοντας τ’ αλεύρι (χρήσιμο) από το πίτουρο (άχρηστο), τότε κάθε άλλο παρά να κάτσουμε στα αυγά μας είναι πρεπούμενο. Σημάδια είναι όλα για αλλαγές που η γκαστρωμένη γη και εποχή θα φέρουν. Η γέννα έχει τον πόνο συντροφιά. Αλλά μετά το πρώτο κλάμα, έρχεται η χαρά της νέας ζωής που είδε το φως του κόσμου. Αυτό που μένει, είναι να ευχόμαστε να μην είναι μακρύς του πόνου ο χρόνος. Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς ανασηκώθηκε… Μήνυμα τρανό για την πατρίδα, αλλά τρανότερο το χρέος μας! Το χρέος σε αυτό που οι παλιότεροι είπαν πατρίδα- χωρίς να έχει καμιά σχέση με όσα λογιάζουν η Ρεπούση, η Δραγώνα, η Διαμαντοπούλου, ο Παπανδρέου, ο Παπακωνσταντίνου και ο Ραγκούσης για πατρίδα- είναι να μην αφήσουμε εκειούς που θέλουν την αντάρα της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης να μας δέσουν πατόκορφα με τις αόρατες αλυσίδες της νέας σκλαβιάς. Να τους μποδίσουμε να ξεπουλήσουν το βιός της μάνας Ελλάδας και το μέλλον των παιδιών μας. Να ανανταριάσει μέσα μας η φυλή και ρίγος ιερής αγανάκτησης να διαπεράσει τη σπονδυλική μας στήλη βγάζοντας από τα τρίσβαθα της ψυχής μας το μυριόστομο: «ΟΧΙ, ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ», γιατί αυτός ο τόπος είναι δικός μας από καταβολής κόσμου. Μα, να κάνουμε τον αγώνα μας. Δυό πράματα μας δασκάλεψαν οι προγόνοι: σαν κέντρο να ‘χουμε τον άνθρωπο κι αυτό που θέλουμε να το αποκτούμε χωρίς να κιοτέψουμε με αγώνα.
Τώρα τελευταία κάποιες εφημερίδες και blogs δημοσιεύουν μερικές προφητείες γερόντων της Ορθοδοξίας. Να με συχωρέσει από τους κόλπους του Αβραάμ όπου βρίσκεται ο σεβαστός σε όλα γέροντας Παΐσιος ο Αγειορίτης- που είχα την τιμή να τον γνωρίσω και να πάρω την ευλογία του ένα χρόνο προτού αναχωρήσει για τους ουρανούς, στο κελλί του στο Περιβόλι της Παναγιάς- μα μου φαντάζουν παράξενα τα λόγια του, πως χωρίς κόπο κι αγώνα ο Θεός θα μας δώσει πίσω την Πόλη. Ας δούμε δύο μαρτυρίες: [[ ● Στέφανος Παπαβασιλείου - Κουβουκλιώτης, Θεσσαλονίκη
Γνώρισα τόν πατέρα Παϊσιο στήν Παναγούδα, μετά από πληροφορίες πού είχα γιά τήν αγιωσύνη καί γιά τήν χάρη πού έφερε.
Επηρεασμένος από σχετική προφητεία τού Αγίου Κοσμά τού Αιτωλού γιά τά Εξαμίλια, χωριό πού βρίσκεται 28 χλμ. από τήν Θεσσαλονίκη στόν δρόμο πρός τίς Σέρρες, τόν ρώτησα άν είναι ποτέ δυνατόν νά φθάσουν οί Τούρκοι έξω από τήν Θεσσαλονίκη…
Μέ κοίταξε χαμογελώντας καί μού είπε.
– Μήν ανησυχείς καθόλου. Ακου νά σού πώ τί συμβαίνει. ” Εξαμίλι ” είναι κάθε σημείο πού απέχει από τίς ακτές τής Τουρκίας έξη ναυτικά μίλια. Οταν ό Τουρκικός στόλος ξεκινήσει κατά τής Ελλάδος καί φθάσει στά 6 μίλια, πράγματι θά καταστραφεί. Οί Τούρκοι έχουν τά κόλλυβα στό ζωνάρι τους…
Τόν ρώτησα, τί θά γινόταν από εκεί καί πέρα;
– Εχω τήν εντύπωση, μού είπε, ότι έφθασε πιά ή ώρα, γιά νά πάρουμε τήν Πόλη…
– Πώς θά τήν πάρουμε τήν Πόλη; Θά έχουμε πάλι πόλεμο;
– Τήν Πόλη θά μάς τήν δώσουν…
– Ποιοί; Οί Τούρκοι; Είναι ποτέ δυνατόν;
– Οχι. Τήν Πόλη θά μάς τήν δώσουν οί Ρώσοι σέ πόλεμό τους μέ τήν Τουρκία… Θά μάς τήν δώσουν, όχι γιατί μάς αγαπούν αλλά γιατί αυτό θά είναι τό συμφέρον τους…
– Καί οί Τούρκοι Γέροντα τί θά γίνουν;
– Αυτοί θά καταστραφούν! Θά σβήσουν από τόν χάρτη, γιατί είναι ένα έθνος πού δέν προέκυψε από τήν ευλογία τού Θεού. ( Χρησιμοποιήθηκε προφανώς γιά νά τιμωρήσει παιδαγωγικά τήν ασέβεια τών χριστιανικών λαών, αλλά έχει κι΄ αυτό τήν ημερομηνία λήξεώς του… )
Θά σβήσουν ώς έθνος, καί ή έκταση ολόκληρης τής Τουρκίας θά καταντήσει αχανής έρημος. Επτά ώρες θά περπατάς γιά νά συναντήσεις εκεί άνθρωπο…

● Γέροντα, η πατρίδα μας περιβάλλεται από εχθρούς και όλοι οι μεγάλοι (Αμερικάνοι, Ευρωπαίοι) βοηθούν αυτούς και, κυρίως, τους Τούρκους». «Οι Τούρκοι», απήντησε, «τα κόλλυβα τα έχουν στο ζωνάρι τους (δηλ. το τέλος τους είναι κοντά -ΛΜΔ). Θα πάθουν μεγάλο κακό. Θα γίνει σύγκρουση στο Αιγαίο. Εμείς δεν θα πάθουμε μεγάλο κακό. Τότε θα επέμβει από πάνω ο Ρώσος και θα γίνει όπως τα λέει η προφητεία του αγίου Κοσμά. Οι μεγάλοι θα φροντίσουν... Την Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες πρέπει να τη φυλάξουν. Και έτσι ο Θεός θα τη χαρίσει σε μας. Θα μας βοηθήσει ο Θεός, γιατί είμαστε Ορθόδοξοι».]]
Ο Θεός όλους μας έχει παιδιά Του. Δεν θα μας κάνει χατίρια γιατί είμαστε Ορθόδοξοι. Δε μας θέλει να είμαστε χλιαροί, θέλει να καιγόμαστε από πόθο: «Οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός• όφελον ψυχρός ης ή ζεστός. ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου.» ( Αποκάλυψις, γ΄ 15- 16) Οι παλιοί μας πρόγονοι είχαν πολύ δίκιο που έλεγαν: «συν Αθηνά και χείρα κίνει».
Αν τα αφήσουμε όλα στο Θεό δεν κάνουμε χαΐρι. Ολόρθους μας θέλει με τα χέρια σφιγμένα γροθιά και την αποκοτιά στο μάτι. Τότε μόνο μπορούμε να δώσουμε απάντηση στης γοργόνας το ερώτημα:
- Νεοέλληνα, ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Ζει, κυρά, ζει και βασιλεύει

Δεν υπάρχουν σχόλια: