Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Αναπάντητα ερωτήματα…

[[ δαμ-ων ]]

{ Στη μνήμη του άτυχου μικρού Σωτήρη που χάθηκε αναπάντεχα…
Αυτό το άρθρο είχε δημοσιευθεί τον Δεκέμβρη του 2009. Το ανασύρω από τη λησμοσύνη και σαν ένα λευκό τριαντάφυλλο το εναποθέτω στο υγρό- από τα δάκρυα των συγγενών και φίλων- χώμα του νεοσκαμμένου τάφου του αδικοχαμένου εφήβου…}

Θα πασχίσουμε να κολυμπήσουμε στον άγνωστο ωκεανό των αναπάντητων ερωτημάτων που πολλές φορές ταλανίζουν τη σκέψη μας. Σίγουρα δε θα βρούμε την απάντηση που θα μας ικανοποιήσει. Μπορεί όμως κάπως να γαληνέψει η κρούστα του μυαλού και να πάψει να μας ταράζει ο χτύπος του σαρακιού που κατατρώει το δέντρο της διάνοιας γεμίζοντας με φόβο και πόνο τη ζωή μας.
Θα ανατρέξουμε σε ένα απόσπασμα του βιογραφικού μυθιστορήματος “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης:
[[ Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου – κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τα’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ‘βλεπε για πρώτη φορά.
- Τι γίνεται εκεί απάνω! Μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
- Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα ‘καμε; Γιατί τα ‘καμε; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί πεθαίνουμε;
- Δεν ξέρω, Ζορμπά! Αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
- Δεν ξέρεις! Έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μια άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
- Τότε τι ‘ναι τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τι λένε;
- Λένε τη στεναχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
- Να τη βράσω τη στεναχώρια τους! Έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάκτηση το πόδι στις πέτρες.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
- Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές • θα ‘χεις στύψει δυο- τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί• τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε• αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η καλοσύνη, μήτε η Νίκη• μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ΄ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
- Δεν απαντάς; Έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
- Είμαστε σκουλήκια μικρά- μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας• τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα• τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει• το γευόμαστε, τρώγεται• το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.

Η συνέχεια εδώ ...

Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου• από την άκρα αυτή σκύβουμε, μετα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω το χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια- ανάρια το θρό που κάνουν τ’ άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
- Τι αρχίζει; Ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
- … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : «Θεός»• άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα• βασανίζουνταν να καταλάβει.
- Εγώ, είπε στο τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο• τον κοιτάζω και δε φοβάμαι όμως ποτέ, ποτέ σε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
- Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!»
Δε μιλούσα• στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
- Δεν είμαι λεύτερος; Ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση- αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ‘ξερα, και γι’ αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, έβαλε μια πέτρα προσκεφάλι και ξάπλωσε.
- Καληνύχτα, αφεντικό, είπε• φτάνει. ]]
Ο αγράμματος Αλέξης Ζορμπάς, αλλά σοφός μέσα από τα μαθήματα που του έδωσε η ίδια η πολυκύμαντη ζωή του, κάνει βασανιστικές ερωτήσεις στο γραμματιζούμενο αφεντικό του, που έχει φάει σε χιλιάδες οκάδες χαρτιού τη γνώση. Ποιος έκαμε τον κόσμο; γιατί τον έκαμε; Και το μεγαλύτερο ερώτημα: γιατί να πεθαίνουμε;
Μπορεί κάποιος να κατέχει όλη τη γνώση που περιείχε η κάποτε περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ή σήμερα η βιβλιοθήκη του Βατικανού, και να μη μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα, που δημιουργείται σε κάθε άνθρωπο, από την απαρχή της ζωής του πάνω στο γαλάζιο πλανήτη μας μέχρι σήμερα: Τι είναι ο θάνατος και γιατί κάποιος να πεθάνει;
Η ασημαντότητά μου δε μπορεί να δώσει απάντηση. Μπορεί όμως να βρει λίγα, απ’ όσα κατά καιρούς είπαν σημαντικοί άνθρωποι, και να σας τα παραθέσει. Θ’ αρχίσω από τον μύστη ποιητή μας Κωστή Παλαμά, που μας κάνει κάτι… να υποπτευθούμε μέσα από τους στίχους του ποιήματός του: “Ο θάνατος της κόρης”:

Γνωρίζω κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν άλλοι!

Αφού ξεχώρισες απ’ την αγκάλη,
απ’ την αγκάλη του Παντός- πριν της ζωής το κύμα
σε ρίξει στ’ ακρογιάλια μας με κόρης αγνό σχήμα, -
αφού ξεχώρισες, Ψυχή λευκή σα Γαλαξίας,
απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας,
ένοιωσες πρώτα τη ζωή μέσα στης γης τα βάθη,
ακίνητη, άνεργη, θολή και δίχως νου και πάθη.

Πετράδι πρωτοβρέθηκες βαθιά σ’ ανήλια μέρη,
και μιαν ημέρα σκόρπισες λευκή φεγγοβολιά.
Μα πριν στολίσεις κανενός το χέρι,
και στέμμα πριν πλουτίσεις βασιλιά,
η Μοίρα ήρθε τη λάμψη σου να κόψει,
και χάθηκες, κι άλλαξες όψη.

Κι ακόμ’ ανέβεις ένα σκαλοπάτι,
τη σκάλα την τεράστια, τη Ζωή,
κ’ έγινες κρίνο ολόλευκον. Αλλά προτού ένα μάτι
να σ’ αντικρύσει, και προτού να σε χαϊδέψει μια πνοή,
η Μοίρα σε ξερίζωσε, μαράθηκες, και πάλι
μορφήν επήρες άλλη.

Άλλη ακριβώτερη μορφή με πιο σοφά στολίδια,
και, κύκνος, γλυκοτάραξες της λίμνης τα νερά.
Αλλ’ όμως πριν ανοίξεις τα φτερά
γοργά για μακρινά ταξείδια,
η Μοίρα κάρφωσε το πέταμά σου,
και πέθανες, κι ανοίχτηκαν άλλοι ουρανοί μπροστά σου,
άλλοι ουρανοί κατάβαθοι και ασύγκριτοι, κ’ εφάνης
στα νυχτωμένα μάτια μας ολόφωτη παρθένα.
Αλλ’ όμως πριν να κάνεις
Την ευτυχία μιας καρδιάς που είχε πλαστεί για σένα,

Της Μοίρας ήταν η βουλή,
και σ’ έβαλαν να κοιμηθείς πάλι βαθιά στο χώμα…
Ψυχή, ποιο σχήμα σε προσμένει ακόμα;
Ποιος κόσμος εντελέστερος, παρθένα, σε καλεί;

Αλλά γνωρίζω κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν άλλοι…

Στους λίγους αυτούς στίχους είναι γραμμένη όλη η ιστορία της ψυχής. Κομμάτι της Ψυχής του Παντός ξεκίνησε το μέγα ταξίδι της πριν δισεκατομμύρια χρόνια. Άρχισε ένα ταξίδι περιπλάνησης κι αναζήτησης. Ένα ταξίδι βιωματικής γνώσης και σταδιακής εξέλιξης από τα κατώτερα στα ανώτερα. Κι όλα αυτά τα καταγράφει σαν εμπειρία και τα μεταφέρει από ζωή σε ζωή, από βασίλειο σε βασίλειο.
Ξεκίνησε από τα βάθη της γης κι αγάλι- αγάλι, χωρίς καθόλου να βιάζεται, από ταπεινό χώμα έγινε διαμάντι. Μετά πέρασε στο φυτικό βασίλειο κι από ασήμαντη χλόη σταδιακά έγινε δέντρο. Μεταπήδησε σε πρωτόζωο για να γίνει θαλασσινό και μετά από εκατομμύρια χρόνια ανώτερο θηλαστικό με ένστικτα κι εξυπνάδα. Ήρθε μετά το μεγάλο άλμα. Έγινε άνθρωπος! Άνθρωπος με τη δυνατότητα να γενεί άγιος… Και την περιμένει, την καλεί, άλλος κόσμος εντελέστερος, όπως λέει ο ποιητής. Μα δε μας φανερώνει ο ποιητής το μυστικό… Είναι μύστης. Κι ο μύστης λέει λίγα, λίγα μπορεί να φανερώσει. Ο μυσταγωγός του έδωσε την εντολή: « μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς και στραφέντες ρήξωσιν υμάς.»
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πάντα έχουν ψυχή σε διαφορετικές διαβαθμίσεις. Έτσι:
Η ψυχή στο ορυκτό βασίλειο κοιμάται…
Η ψυχή στο φυτικό βασίλειο ονειρεύεται…
Η ψυχή στο ζωικό βασίλειο αφυπνίζεται…
Η ψυχή στο ανθρώπινο βασίλειο δρα…
Τη σταδιακή ανύψωση της ψυχής και τη μεγάλη προοπτική μας δίνει ένας άλλος μύστης, ένας Μωαμεθανός
Σούφι, ο Τζαλάτ εντ- Ντιν Ρούμι στο ακόλουθο ποίημά του:
Πέθανα σαν ορυκτό κι έγινα φυτό,
πέθανα σαν φυτό και ξαναγεννήθηκα σαν ζώο,
πέθανα σαν ζώο και γεννήθηκα άνθρωπος.
Γιατί λοιπόν να φοβάμαι; Πότε μίκρυνα πεθαίνοντας;
Την επόμενη φορά θα πεθάνω σαν άνθρωπος,
για να μπορέσω να βγάλω τα φτερά του αγγέλου.
Και από τον άγγελο πρέπει ακόμα να προχωρήσω,
για άλλη μια φορά θα τραβήξω το δρόμο μου
πάνω από τους αγγέλους και θα γίνω αυτό που
δεν μπορεί να συλλάβει η φαντασία.
Αληθινά σε ΚΕΙΝΟΝ επιστρέφουμε.
Επομένως, δε χρειάζεται να καταλαμβανόμαστε από τρόμο μπροστά στο θέμα του θανάτου. Θάνατος της ανθρώπινης φύσης σημαίνει γέννηση σε ανώτερο, πνευματικότερο κόσμο. Αλλά και στην ανθρώπινη φύση, η πορεία της ψυχής είναι μακρά… Ανυψώνεται σταδιακά από τον πρωτόγονο τρωγλοδύτη σε φωτισμένο άγιο. Η εσωτερίστρια Αλ. Μπέϊλη μας λέει: « Ο άνθρωπος ανυψώνεται σκαλοπάτι- σκαλοπάτι πάνω στην μακριά κλίμακα, που απλώνεται από τη γη στον ουρανό, για να σταθεί τελικά ενώπιον του Μυσταγωγού, και στην μεγάλη αυτή στιγμή να βρει ότι είναι αυτός ο ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος τον χαιρετίζει σαν αγαπημένο φίλο, και ο Οποίος έχει προετοιμάσει τον άνθρωπο με το παράδειγμά Του και με τη διδασκαλία και τώρα τον υποδέχεται ενώπιον του Θεού ».
Κάθε θνητός, όταν τελειώνει το ταξίδι της αναζήτησης, σαν τελευταία εμπειρία, αποκτά την εμπειρία του θανάτου. Για τον μυημένο αυτή είναι η ύψιστη μύηση, εξάλλου γι’ αυτό έχει κατάλληλα προετοιμαστεί. Σε κάποιο από του βαθμούς μύησής του έχει πάρει τη μύηση του θανάτου. Ο θάνατος γι’ αυτόν δεν είναι το τέλος, δεν εισέρχεται στην ανυπαρξία, αλλά ένα γήινο διάλειμμα. Η ψυχή του συνεχίζει το ταξίδι της επιστροφής στον “Οίκο”, έχει όμως μεταβεί σε έναν άλλο “κόσμο”. «Ο Νόμος της Θυσίας και του Θανάτου είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας στο φυσικό πεδίο. Η καταστροφή της μορφής, προκειμένου η εξελισσόμενη ζωή να μπορέσει να προοδεύσει, είναι μια από τις θεμελιώδεις μεθόδους της εξέλιξης » μας λέει ο Θιβετανός Δάσκαλος Djwahl Kuhl.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας επισημαίνει: « Αν δεν υπήρχε θάνατος και αν το ανθρώπινο γένος δεν ήταν τώρα θνητό και πριν από το θάνατο- γιατί είναι από ρίζα θνητή-, δεν θα αποκτούσαμε στην πράξη, μέσω του Χριστού, την απαρχή της αθανασίας μας, δε θα είχαμε ανακληθεί στον ουρανό, δε θα είχε ενθρονιστεί η ανθρώπινη φύση στα δεξιά της θείας Μεγαλοσύνης στους ουρανούς, πιο πάνω από κάθε αγγελική αρχή και εξουσία. Έτσι ξέρει ο Θεός να μετατρέπει από φιλανθρωπία στο καλύτερο τα ολισθήματα της αυτεξούσιας παρεκτροπής μας, με τη σοφία και τη δύναμή Του.»
Λέγεται πως οι μυημένοι προετοιμάζονται για την εμπειρία του θανάτου, την οποία αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία και χωρίς καθόλου φόβο. Στα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια ο μυούμενος ερχόταν σε επαφή με τον θάνατο. Στα Αιγυπτιακά, που γίνονταν μέσα στη μεγάλη πυραμίδα, ο μυούμενος έμπαινε μέσα σε σαρκοφάγο και με καθοδηγούμενη αστρική προβολή ( το ψυχικό σώμα έβγαινε από το φυσικό, χωρίς να σπάσει ο σύνδεσμος μ’ αυτό, δηλ. ήταν ενωμένο δια μέσου της αργυρής χορδής μ’ αυτό ) ερχόταν σ’ επαφή με τον κόσμο των ψυχών, βιώνοντας την μεταθανάτια εμπειρία, κι έτσι έφευγε ο φόβος του θανάτου. Παρόμοια εμπειρία είχαν όσοι εισέρχονταν στο Τρωφώνιο άντρο στην αρχαία Λιβαδειά. Στον Τεκτονισμό διαμέσου του μύθου του θανάτου του Χιράμ Αμπίφ, ο μυούμενος στο βαθμό του Διδασκάλου έρχεται σε επαφή με το γεγονός του θανάτου, το ίδιο και στον Ροδοσταυρισμό ατενίζοντας τον σκοτεινό θάλαμο.
Τη μεγάλη σημασία, που απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στα μυστήρια επιβεβαιώνουν τα λόγια του Σωκράτη: « Και κινδυνεύουσι και οι τας τελετάς ημίν ούτοι καταστήσαντες ου φαύλοι είναι, αλλά τω όντι πάλαι αινίττεσθαι ότι ός αν αμύητος και ατέλεστος εις Άιδου αφίκηται εν βορβόρω κείσεται, ο δε κεκαθαρμένος τε και τετελεσμένος εκείσε αφικόμενος μετά θεών οικήσει. Εισί γαρ δη, ως φασιν οι περί τας τελετάς, “ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι”. Ούτοι δ’ εισί κατά την εμήν δόξαν ουκ άλλοι ή οι πεφιλοσοφηκότες ορθώς. Ών δή και εγώ κατά γε το δυνατόν ουδέν απέλιπον εν τω βίω αλλά παντί τρόπω προυθυμήθην γενέσθαι ». [ Μετάφρ. : Φαίνεται μάλιστα ότι και εκείνοι οι οποίοι οργάνωσαν σε εμάς τις μυστηριακές τελετές, δεν ήσαν άνθρωποι άνευ αξίας, αλλά πράγματι κάποιο βαθύ νόημα κρύβεται από παλαιούς χρόνους μέσα στα λόγια τους, ότι αν κανείς έρθει στον Άδη χωρίς να μυηθεί στη διδασκαλία των μυστηρίων και να υποβληθεί στις τελετουργικές διατυπώσεις, η θέση του θα είναι στο βόρβορο, ο δε κεκαρθαμένος και μεμυημένος με όλες τις διατυπώσεις, όταν φτάσει εκεί, θα συγκατοικήσει με τους θεούς. Διότι υπάρχουν, καθώς λέγουν οι εντεταλμένοι στις μυστηριακές τελετές, πολλοί μεν οι φέροντες τους νάρθηκας, ολίγοι δε οι πραγματικά εμπνεόμενοι από το θεό Βάκχο. Αυτοί δε οι τελευταίοι δεν είναι, κατά την ιδική μου γνώμη άλλοι, παρά όσοι φιλοσοφούν κατά την ορθή έννοια της λέξης. . Για να ανήκω κι εγώ στο κύκλο αυτών των ανθρώπων τίποτε, καθ’ όσον μου ήτο δυνατόν, δεν παρέλειψα στο βίο μου, αλλά απεναντίας κατέβαλα κάθε προσπάθεια.] ( Πλάτωνος “Φαίδων”, 69 b-c-d )
Κι εμείς οι μη μυημένοι; Όπως λέει και ο Ζορμπάς είμαστε ελεύθεροι κάνουμε τις επιλογές μας.
Μα χρέος του ανθρώπου είναι να κάνει την επιλογή του Ηρακλή. Το δύσκολο δρόμο της Αρετής. Το δρόμο του αγώνα της μετουσίωσης. Ο μιαρός Ηρακλής, που μετά από μανία που του προκάλεσε η Ήρα σκότωσε την οικογένειά του, έκαμε τους άθλους του, προσφέροντας μεγάλη υπηρεσία στην ανθρωπότητα, και κέρδισε τελικά τη θέωση, μια θέση στον Όλυμπο δίπλα στους θεούς. Γι’ αυτό τον αγώνα, τον απαλλαγμένο από το φόβο του θανάτου, μιλάει ο Καζαντζάκης στο βιβλίο “Αναφορά στον Γκρέκο”: « Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται• μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο: δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη• η αξία του ανθρώπου είναι μια και μονάχα, ετούτη: να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μη καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: η βεβαιότητα, πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια κι αντρεία.»
Η πορεία μας πάνω στη γη να μη “σημαδεύεται” από το έπαθλο που θα πάρουμε. Ένα ταπεινό στεφάνι, καμωμένο από κλαδί ελιάς- την αγάπη του κόσμου, ή από δαφνόφυλλα- τον σεβασμό και την αποδοχή από το περιβάλλον μας, είναι αρκετά. Σημασία έχει ο αγώνας για τη μετουσίωση. Αυτός ο αγώνας δίνεται συμβολικά στο παρακάτω απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο του Κρητικού διανοητή: « Τρία πλάσματα του Θεού πάντα με μαύλιζαν κι ένιωθα μαζί τους μια μυστική ενότητα• σαν σύμβολα μου φάνταζαν πάντα και συμβόλιζαν την πορεία της ψυχής μου: το σκουλήκι που γίνεται πεταλούδα, το χελιδονόψαρο που τινάζεται από τα νερά μοχτώντας να ξεπεράσει τη φύση του, κι ο μεταξοσκούληκας που κάνει το σπλάχνο του μετάξι. Πόσο χάρηκα δε λέγεται όταν πρωτόδα στις χρυσές φλωροζυγαριές, που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους, σ’ ένα παλάγκι χαραγμένο ένα σκουλήκι και στ’ άλλο μια πεταλούδα• χωρίς άλλο, σύμβολα παρμένα από την Κρήτη. Η λαχτάρα που σκουληκιού να γίνει πεταλούδα στάθηκε για μένα πάντα το πιο επιτακτικό και συνάμα το πιο νόμιμο χρέος του σκουληκιού και του ανθρώπου. Να σε κάμει ο Θεός σκουλήκι, κι εσύ με τον αγώνα σου να γίνεις πεταλούδα.»
Σαν επίλογο θα χρησιμοποιήσω και πάλι την ποίηση. Ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, σ’ ένα ποίημά του, με τίτλο “η Ψυχή”, έγραψε:
« Είμαι η ψυχή και ντύθηκα το σώμα
για να σε βρω
και το φιλί που φλόγισα το στόμα
για να σε χαρώ…
Είμαι ο νεκρός που θα ξαναγυρίζω
με νέα πνοή με σχήμα νέο,
για να την ξαναρχίσω
μ’ εσέ τη ζωή.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: