Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Σύζυγοι και τέκνα του Δία: v. Μνημοσύνη- Μούσες

[[ δαμ-ων ]]

Μνημοσύνη

Μετά τη Δήμητρα, 5η κατά σειρά σύζυγος του Δία, κατά τον Ησίοδο, υπήρξε η Μνημοσύνη. Ο Βοιωτός ποιητής μας λέει:
« Κι ύστερα τη Μνημοσύνη αγάπησε με την ωραία κόμη,
και γεννηθήκανε απ’ αυτήν οι Μούσες που φορούν χρυσό διάδημα
οι εννιά, που τους αρέσουν οι ευωχίες και η τέρψη των ασμάτων. »
Η Μνημοσύνη ήταν η προσωποποίηση της μνήμης στην ελληνική μυθολογία, αφού βοήθησε στη διατήρηση των μύθων διαμέσου της απομνημόνευσης, πριν την εισαγωγή της γραφής. Ανήκε στους Τιτάνες κι ήταν κόρη της Γαίας και του Ουρανού. O Ησίοδος μας λέει πως οι βασιλιάδες και οι ποιητές παίρνουν τις δυνάμεις του εξουσιαστικού τους λόγου όταν κατέχονται από τη Μνημοσύνη και λόγω των ιδιαίτερων σχέσεών τους με τις Μούσες. Έτσι ήταν προστάτης της προφορικής παράδοσης των ποιητών.
Ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών, συνάντησε την ωραιότατη Μνημοσύνη στην Πιερία, στους πρόποδες του Όλυμπου, και την ερωτεύτηκε. Τότε μεταμορφώθηκε σε ποιμένα και την έπεισε να κοιμηθεί μαζί του. Πλάγιαζαν μαζί επί εννέα νύκτες. Από την ένωση αυτή του Δία και της Μνημοσύνης γεννήθηκαν, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, οι χαριτωμένες εννέα Μούσες.
Μνημοσύνη σημαίνει μνήμη, ανάμνηση, ενθύμηση, έχοντας την ίδια σημασία με τη λέξη “μνήμων”, που είναι αυτός που πάντοτε θυμάται χωρίς ποτέ να λησμονεί. Προέρχεται από το ρήμα μνάομαι- μνώμαι (=ένθυμούμαι, σκέφτομαι για κάτι, συλλογίζομαι).

Η συνέχεια >>> εδώ …

Σ’ αυτήν την Τιτανίδα απευθύνεται ο ακόλουθος ορφικός ύμνος:
« Τη Μνημοσύνη καλώ, την ομοκρέβατη του Δία,
τη βασίλισσα, που γέννησε τις Μούσες τις ιερές,
τις όσιες, τις λυγερόφωνες, που πάντοτε βρίσκεται
μακριά από την πικρή λησμονιά που βλάπτει το μυαλό,
και συγκρατεί όλον τον νου συγκάτοικο στις ψυχές
των θνητών, αυξάνοντας τον πολυδύναμο
και ισχυρό λογισμό των ανθρώπων, γλυκύτατη,
άγρυπνη υπενθυμίζοντας τα πάντα, όσα τυχόν
κάθε φορά καθένας βάλει μες στα στήθη του,
χωρίς να διαφεύγει, ξυπνώντας το μυαλό σε όλους.
Λοιπόν, μακάρια θεά, ξύπνα τη μνήμη στους μύστες
της ιερής τελετής, και διώξε από αυτούς τη λησμονιά. » (Ορφικός Ύμνος 77)
Η Μνημοσύνη είναι η πέμπτη κατά σειρά σύζυγος του Δία. Επομένως βρίσκεται στο μέσον των συζύγων, γιατί προηγήθηκαν τέσσερις και θα ακολουθήσουν ακόμη τέσσερις, πάντα κατά την Ησιόδεια εκδοχή. Αυτό μας θυμίζει ότι βρισκόμαστε στο μέσον της καθόδου του πνεύματος στην ύλη. Προηγήθηκε η καθοδική πορεία, δηλ. η ελάττωση του ρυθμού των δονήσεων (συχνότητας) του πνεύματος, που ονομάζεται ενέλιξη, έφτασε στο κατώτερο σημείο του καθοδικού τόξου όπου αναπτύχθηκε η ευφυής ζωή και στον άνθρωπο η μνήμη, για να ακολουθήσει στη συνέχεια η ανοδική πορεία του πνεύματος- αύξηση της συχνότητας- που ονομάζεται εξέλιξη, για να καταλήξει και πάλι στην αρχική κατάσταση, δηλ. η ύλη να πνευματοποιηθεί. Το πνεύμα ακολούθησε το ανιόν τόξο. Σε αυτό το στάδιο βρισκόμαστε σήμερα ως ανθρωπότητα. Με αυτό τον τρόπο, και με βάση το θείο σχέδιο, το Πνεύμα θα έχει αποκτήσει την εμπειρία του υλικού πεδίου. Αυτή η εμπειρία θα καταγραφεί στη μνήμη του Σύμπαντος και αφού αφομοιωθεί και αναλυθεί θα γίνει γνώση. Ο εσωτερισμός μας μεταφέρει ότι στο στάδιο αυτό, στο κάτω μέρος του τόξου, η ανθρωπότητα ήταν χωρίς νου. Οι Κύριοι του Νου ενεργοποίησαν τον εγκέφαλο, αναπτύχθηκε η μνήμη και άρχισε την καταγραφή των γεγονότων. Ο άνθρωπος από άλογος έγινε έλλογος. Από τότε λειτουργεί ο νους. Επομένως η πέμπτη σύζυγος έχει την κατάλληλη θέση στη διαδοχή των συζύγων και τις ανάλογες ιδιότητες. Εφόσον είναι το κεντρικό πρόσωπο από το σύνολο των συζύγων, είναι το κέντρο των συζεύξεων του δημιουργού Δία και συνδέει το παρελθόν με το μέλλον, αποτελώντας το κέντρο βάρους της δημιουργικής του δράσης.
Ο αριθμός πέντε (5) είχε μεγάλη σημασία για του; Πυθαγόρειους. Με την πεντάδα συμβόλιζαν την Υγεία σαν αρμονία και κάλλος στο ανθρώπινο σώμα. Ο Ιάμβλιχος στα “Θεολογούμενα της Αριθμητικής” αναφέρει: «Η πεντάδα πρώτη περιέλαβε τις αρχέτυπες μορφές όλων των αριθμών, ήτοι το 2 τον πρώτο άρτιο και το 3 τον πρώτο περιττό. Γι’ αυτό ονομάστηκε “γάμος”, επειδή αποτελείται από άρρενα και θήλυ. Είναι το κέντρο της δεκάδας: 1,2,3,4,(5),6,7,8,9». Τo 5 ονομαζόταν και “Νέμεση”, γιατί ρύθμιζε με κατάλληλο τρόπο όλα τα ουράνια, τα θεία και τα φυσικά πράγματα. Έτσι η Μνημοσύνη έχει σαν φροντίδα τη σύνδεση του νου με την ψυχή ή την ενεργοποίηση αυτής της ιδιότητας της ψυχής «τόνδε νουν μεν εν ψυχή».
Μνημοσύνη ήταν επίσης το όνομα ενός ποταμού στον Άδη, παράλληλου της Λήθης, σύμφωνα με μια σειρά ελληνικών ταφικών επιγραφών του 4ου αιώνα π.Χ. σε δακτυλικό εξάμετρο. Οι ψυχές των νεκρών έπιναν από τη Λήθη, έτσι ώστε να μη θυμούνται τις προηγούμενες ζωές τους όταν μετενσαρκώνονταν. Οι αρχάριοι ενθαρρύνονταν να πίνουν από τον ποταμό Μνημοσύνη όταν πέθαιναν, αντί από τη Λήθη. Αυτές οι επιγραφές μπορεί να συνδέονται με μια ιδιωτική μυστική θρησκεία, ή με Ορφική ποίηση. Από το νερό της Μνημοσύνης έπιναν οι μύστες πριν ενσαρκωθούν, ώστε να θυμούνται τις προηγούμενες ζωές τους, και με τον ερχομό στη νέα ζωή στη γη να ρυθμίσουν το βίο τους:
« Στα παλάτια του Άδη θα βρεις στ’ αριστερά μια πηγή,
και δίπλα της να στέκεται ένα λευκό κυπαρίσσι•
σ’ αυτή την πηγή μην πλησιάσεις κοντά.
Θα βρεις κι άλλη, από τη λίμνη της μνημοσύνης
να ρέει κρύο νερό• φύλακες μπροστά της βρίσκονται.
Να πεις: «Γιος της Γης είναι και του έναστρου
Ουρανού, και ουράνια έχω καταγωγή•
τούτο το ξέρετε κι οι ίδιοι• καμένος είμαι
από τη δίψα και χάνομαι• δώστε μου γρήγορα
κρύο νερό που τρέχει από τη λίμνη της Μνημοσύνης».
Κι αυτοί θα σου δώσουν να πιεις από τη θεϊκή πηγή
και τότε μαζί με τους άλλους ήρωες θα μεταβείς. » (Χρυσό ελασμάτιο στο Βρετανικό Μουσείο, 4ος- 3ος αιων. π. Χ.)
Όσοι έπιναν από το νερό της Μνημοσύνης, θυμούνταν την ουράνια καταγωγή τους! Παρομοίως, όσοι ήθελαν να συμβουλευτούν το μαντείο του Τροφωνίου στην Βοιωτία (Λιβαδειά) έπρεπε να πιουν εναλλάξ από δύο πηγές που αποκαλούνταν «Λήθη» και «Μνημοσύνη», (προκειμένου να λησμονείται το παρελθόν και η μνήμη να ξεκινά απ’ το παρόν). Ανάλογο σκηνικό περιγράφεται και στην Πολιτεία του Πλάτωνα. Ο περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας περιγράφει στα “Βοιωτικά” του: «Η διαδικασία για να μαντευθεί κανείς στο Τροφώνιο είναι η εξής: όταν κάποιος αποφασίσει να κατέβει στο μαντείο, πρέπει πρώτα να ζήσει μερικές μέρες, των οποίων ο αριθμός είναι ορισμένος μέσα σε οίκημα που είναι αφιερωμένος στον αγαθό Δαίμονα και την αγαθή Τύχη• μένοντας αυτού τηρεί μερικές διατάξεις τελετουργικού καθαρμού, μεταξύ των οποίων είναι η αποχή από θερμά λουτρά• λούζεται μόνο στον ποταμό Έρκυνα… Η κάθοδος γίνεται ως εξής: τον οδηγούν πρώτα τη νύχτα στον ποταμό την Έρκυνα και τον αλείφουν με λάδι και τον λούζουν παιδιά των πολιτών της Λεβάδειας, ηλικίας δεκατριών περίπου χρονών, τα οποία τα επονομάζουν Ερμές• αυτά τον πλύνουν και σ’ ό,τι άλλο χρειάζεται του παραστέκουν σαν υπηρετικά πρόσωπα. Κατόπιν οδηγείται από τους ιερείς όχι αμέσως στο μαντείο, αλλά σε πηγές νερού που η μία είναι πολύ κοντά στην άλλη. Εδώ αυτός πρέπει να πιεί το νερό που λέγεται της Λήθης για να λησμονήσει όλες τις φροντίδες που είχε πριν• κατόπιν να πιεί το άλλο νερό, της Μνημοσύνης, για να θυμάται όσα δει, αφού κατέβει… Καθέναν που ανεβαίνει από το Τροφώνιο τον παίρνουν πάλι οι ιερείς και τον βάζουν να καθίσει σε κάθισμα που λέγεται της Μνημοσύνης και που βρίσκεται κοντά στο άδυτο• αφού καθίσει τον ρωτούν για όσα είδε και διδάχτηκε• παίρνουν τις πληροφορίες αυτές και κατόπιν τον παραδίδουν στους δικούς του, οι οποίοι τον παίρνουν και τον φέρνουν στο οίκημα, όπου και πριν έμενε, στην αγαθή Τύχη και τον αγαθό Δαίμονα…» (Παυσανίας, “Ελλάδος Περιήγησις”, Βοιωτικά, ΙΧ 39, 4- 13)
Κάποιες ομάδες αρχαίων σοφών έλεγε πως μελετώντας το κάθε πνευματικό έργο της εκάστοτε εποχής δεν κάνουμε τίποτε άλλο απ’ το ν’ ανακαλούμε τις αρχέγονες αυτές γνώσεις, που είναι ήδη καταγεγραμμένες στα κύτταρά μας και επανέρχονται στην μνήμη μας. Ουσιαστικά πρόκειται για μία προσπάθεια ανάκλησης και επαναφοράς της αρχέγονης μνήμης του ανθρώπου. Για τον Σωκράτη η μάθηση είναι ανάμνηση, δηλαδή κάθε τι, το οποίο ανακαλύφθηκε και μαθεύτηκε απ’ τους ανθρώπους σε κάποια παλαιότερη χρονική στιγμή, έχει αποτυπωθεί σαν σφραγίδα στο D.N.A. των κυττάρων μας: «… η μάθηση δεν είναι τίποτα άλλο στην πραγματικότητα παρά ανάμνηση, και σύμφωνα μ’ αυτό, λοιπόν, είναι αναγκαίο να έχουμε μάθει, σε κάποιο προηγούμενο χρόνο, αυτά που τώρα ανακαλούμε στην μνήμη μας. Αυτό θα ήταν αδύνατον, αν η ψυχή μας δεν υπήρχε κάπου προτού πάρει τούτη εδώ την ανθρώπινη μορφή. Ώστε και με αυτό το σκεπτικό, η ψυχή είναι, καθώς φαίνεται, κάτι αθάνατο.» (Πλάτωνας, “Φαίδων”, 72e- 73a) . Στη συζήτησή τους καταλήγουν στο συμπέρασμα: «η καλουμένη μάθησις ανάμνησίς εστιν».
Η ανάμνηση της γνώσης, κατά τον Σωκράτη, γίνεται μετά από αποτύπωση σαν σε ένα κέρινο εκμαγείο, που είναι δώρο της Μνημοσύνης:
« ΣΩΚ.: Τοποθέτησέ μου λοιπόν, για χάρη του διαλόγου, μέσα στις ψυχές μας κέρινο εκμαγείο, στον ένα μεγαλύτερο, στον άλλο μικρότερο, στον ένα από καθαρό κερί, στον άλλον από λιγότερο καθαρό και σκληρότερο, σε μερικούς πιο μαλακό και σε μερικούς κανονικό.
ΘΕΑΙΤ.: Τοποθετώ.
ΣΩΚ.: Ας πούμε πως είναι δώρο της μητέρας των Μουσών, της Μνημοσύνης, και πως πάνω σε τούτο αποτυπώνονται ό,τι θελήσουμε ν’ απομνημονεύσουμε απ’ όσα τυχόν δούμε ή ακούσουμε ή καταλάβουμε οι ίδιοι, προσφέροντας ό,τι αντιλαμβανόμαστε ή εννοούμε, σαν ν’ αφήναμε πάνω του το αποτύπωμα δαχτυλιδιών. Όποιο λοιπόν αποτυπωθεί το απομνημονεύουμε και το γνωρίζουμε όσο διατηρείται η εικόνα του• όποιο τυχόν σβήσει ή δεν σταθεί δυνατό ν’ αποτυπωθεί, το λησμονούμε και δεν το γνωρίζουμε. » (Πλάτωνας, “Θεαίτητος”, 191c- d)
Συνεχίζει ο Αθηναίος σοφός για την αποτύπωση της μνήμης: « Όταν το κερί κάποιου στην ψυχή είναι βαθύ, πολύ, λείο και αρκετά μαλακό, αυτά που έρχονται μέσω των αισθήσεων, χαράσσονται σ’ αυτή την “καρδιά”, όπως είπε και ο Όμηρος, υπαινισσόμενος την ομοιότητα με το κερί, τότε και σε τούτους δημιουργούνται καθαρά τα αποτυπώματα, που αποκτούν μεγάλο βάθος και αποβαίνουν μακροχρόνια. Οι τέτοιου είδους άνθρωποι λοιπόν γίνονται κατ’ αρχάς ευμαθείς, έπειτα μνημονικοί και τέλος δεν αποδίδουν με λανθασμένο τρόπο τα αποτυπώματα των αισθήσεων αλλά σχηματίζουν αληθινές κρίσεις. Γιατί καθώς τούτα είναι ευδιάκριτα και βρίσκονται σε ευρυχωρία, αμέσως τα μοιράζουν αυτοί στα εκμαγεία που τους αντιστοιχούν, τα οποία βέβαια ονομάζονται πραγματικά και κείνοι ονομάζονται σοφοί. » (Πλάτωνας, “Θεαίτητος”, 194c- d) Σχετικά με την αποτύπωση, συμπληρώνει ο Στοβαίος: «Για τούτο στην περίπτωση που ο άνθρωπος η λόγω παθήματος η λόγω ηλικίας βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση, η αποτύπωση της εικόνας δεν πετυχαίνει, σαν να αποτυπώνεται δηλαδή η σφραγίδα σε νερό, ενώ αντιθέτως, όταν υπάρχει σταθερότητα και όχι ρευστότητα, η αποτύπωση πετυχαίνει, όπως συμβαίνει και στα παλιά οικοδομήματα. Όταν όμως είναι πολύ σκληρό το αντικείμενο που σφραγίζεται, η αποτύπωση δεν πετυχαίνει..» (Στοβαίος, “Ανθολόγιον”)
Η Μνημοσύνη, λοιπόν, συνδέεται με την σπουδαία για τον άνθρωπο μνήμη: «Η μνήμη είναι κοινή στον άνθρωπο και στα άλογα ζώα. Η πλήρως όμως διαμορφωμένη μνήμη, με την οποία συντελείται και η ανάμνηση, υπάρχει μόνο στα λογικά όντα. Διότι το ολοκληρωμένα διαμορφωμένο είναι το αποτέλεσμα της λογικής μας ικανότητας. Γι’ αυτό και οι μαθητές του Αριστοτέλους λέγουν, ότι τα άλογα ζώα έχουν το “μεμνήσθαι” όχι όμως και το “αναμιμνήσκεσθαι”. Έτσι μόνον ο άνθρωπος έχει την δύναμη να διατηρεί τις παραστάσεις αυτές, αλλά και να τις αναπλάθει» (Πορφύριος, “Περί των δυνάμεων της ψυχής”, παρ.1).
Αυτή τη θεότητα πρωτοτραγούδησε ο Ερμής όταν έφτιαξε τη λύρα του:
« ……………………………. τη λύρα όμορφα παίζοντας
κάθισε, παίρνοντας θάρρος, ο γιος της Μαιάδας στ’ αριστερά
του Φοίβου Απόλλωνα, κι αμέσως υψηλόφωνα κιθαρίζοντας
έπαιξε ανακρούοντας, κι ακολούθησε η ωραία του φωνή,
ψέλνοντας για τους αθάνατους θεούς και τη σκοτεινή τη γη
πως πρωτογεννήθηκαν και τι μοίρα έλαχε του καθενός.
Πριν από τους θεούς, τίμησε με το τραγούδι του τη Μνημοσύνη,
μητέρα των Μουσών που της έλαχε της Μαιάδας ο γιος• » (Ομηρικός Ύμνος 4, “Στον Ερμή”, 423- 430)
Ο Πλούταρχος παρουσιάζει την Μνήμη σαν το ταμείο της παιδείας, λέγοντας πως η Μνημοσύνη θεωρείται μητέρα των Μουσών γιατί δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μπορεί σαν και αυτήν «γεννάν και τρέφειν». Είναι λοιπόν η Μνήμη η αποθήκη της σοφίας όπου η ψυχή αντλεί την τροφή της αθανασίας της και νικά τον χρόνο. Η παιδεία για αυτόν αποτελεί ένα οριστικό απόχτημα που παραμένει μέσα μας αθάνατο και θεϊκό, γιατί μονάχα το πνεύμα δυναμώνει γερνώντας, ενώ πολλά άλλα αγαθά είναι αβέβαια και ευμετάβλητα. Το ίδιο υποστηρίζει ο Πυθαγόρας όπως βλέπουμε στον Ιάμβλιχο ότι οι καρποί της παιδείας διαρκούν ως τον θάνατο και σε μερικούς φέρνουν επίσης αιώνια δόξα πέρα από τον θάνατο.
Ο Πρόκλος δίνει την θεολογική εξήγηση για τη θεότητα της Μνημοσύνης: «Γιατί στον δημιουργό μνήμη των πάντων είναι η ξεχωριστή, η υπερβατική και ενιαία γνώση σύμφωνα με τη Μνημοσύνη που υπάρχει σε αυτόν και αποτελεί τη μόνιμη εδραίωση της θεϊκής νόησης• στους κατώτερους θεούς μνήμη είναι η υποδεέστερη γνώση. Εικόνες όλων αυτών οι παρευρισκόμενοι. Λόγω, μάλιστα, της μνήμης που προϋπάρχει στο σύμπαν, οι καθολικές ψυχές είναι εδραιωμένες μέσα στα νοητά και οι λόγοι του δημιουργού έχουν την αμεταβλησία και τη σταθερότητα, όπως και όσα τη στερούνται αποκόπτονται από τα αίτιά τους, όπως ακριβώς οι επιμέρους ψυχές και οι φύσεις των γεννημένων πραγμάτων. Το «πόσα και για ποια» υποδηλώνει την ποσότητα και την ποιότητα των όντων που προέρχονται από τον δημιουργό του σύμπαντος και από τους επιμέρους θεούς.» (Πρόκλος, “Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος”, Α΄, 27)
Η Μνημοσύνη και οι κόρες της οι Μούσες έχουν στενή σχέση με την παιδεία. Οι Μούσες συνδέονται με τον Απόλλωνα, που εκφράζει το φως. Αλλά παιδεία ίσον φως, απαιδευσία ίσον σκότος. Αντιδιαμετρικός θεός προς τον Απόλλωνα ο Πλούτωνας. Γι’ αυτό Πλούταρχος λέει: « Δίπλα στον Απόλλωνα στέκονται οι Μούσες και η Μνημοσύνη, δίπλα στον Πλούτωνα η Λήθη και η Σιωπή» (Πλούταρχος, “Περί του Ει του εν Δελφοίς”, 394Α)

Δεν υπάρχουν σχόλια: