Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Σύζυγοι και τέκνα του Δία: vi. Λητώ- Απόλλωνας- Άρτεμη

[[ δαμ- ων ]]

Λητώ

Έκτη θεά- σύζυγος του Δία η κόρη των Τιτάνων Κοίου και Φοίβης, η Λητώ. Γράφει ο Ησίοδος:
« Και η Λητώ γέννησε τον Απόλλωνα και τη σαϊτοβόλα Άρτεμη,
τα πιο αγαπητά παιδιά απ’ όλους τ’ Ουρανού τους απογόνους,
σαν με το Δία έσμιξε ερωτικά που την αιγίδα έχει. »
Το όνομα Λητώ προέρχεται από το ρήμα “λήθω: (= λανθάνω), επομένως είναι η μυστηριώδης. Το ρήμα “λήθω” δηλώνει την έννοια του μένω κρυμμένος, περνώ απαρατήρητος, κάνω κάτι χωρίς να με καταλάβουν, διαφεύγω της προσοχής κρύβομαι, ξεφεύγω, ξεγλιστρώ κλπ. Έτσι, η Λητώ είναι αυτή που παραμένει κρυμμένη, και αφανέρωτη, ή κάποια που γύρω από το όνομα της και την ταυτότητά της προξενεί λήθη, και που γίνεται φανερή όταν εμφανίζεται στην Δήλο καθώς Δήλος σημαίνει την φανερή, την γνωστή, την εμφανή, την πρόδηλη, την έκδηλη, την ολοφάνερη και την εμφανέστατη. Η Λητώ ταυτίζεται με την νύχτα αλλά και την λήθη και την αμνημοσύνη
Ο Αρίσταρχος δηλώνει ότι το όνομα της Λητούς προκύπτει από το ρήμα “ λω” που σημαίνει θέλω, αλλά και λέγω, όποιος θέλει/ζητά λαμβάνει από την θεά, όμως η δεύτερη ερμηνεία του λω είναι το επιθυμώ εξ ου και λιλαίω- λιλώ (= επιθυμώ σφόδρα, λαχταρώ, ορέγομαι, πεθαίνω για κάτι, ποθώ με ερωτικό πάθος κλπ). Στον Πλούταρχο διαβάζουμε την ερμηνεία ως Λητώ Μύχια αλλά και Νυχία, ως η πολύ βαθιά, κρυμμένη ή ενδόμυχα, ή ανέκφραστη και ανεκδήλωτη, η “κρυφή” θεά. Και το Νύχια ως η θεά της ξαγρύπνιας και του ξενυχτιού αλλά και της διανυκτέρευσης
Για το όνομά της ο Πλάτωνας γράφει τα λεγόμενα του Σωκράτη:
«Η Λητώ επίσης πήρε το όνομά της από την πραότητά της, με το να είναι εθελήμων (ευήκοος, δεκτική) σε ό,τι της ζητάμε. Το όνομά της πάλι ίσως να οφείλεται στην ονομασία που της δίνουν οι ξένοι, καθώς πολλοί την ονομάζουν “Ληθώ”. Και φαίνεται πως τη λένε έτσι όσοι της δίνουν την ονομασία λόγω του όχι σκληρού αλλά ήρεμου και “λείου” (ομαλού, μαλακού) “ήθους” (χαρακτήρα της.» (Πλάτωνας, “Κρατύλος”, 406a).

Η συνέχεια >>> εδώ …

Η θεότητα αυτή υμνείται με τον ακόλουθο Ορφικό Ύμνο:
« Λητώ γαλαζόπεπλη, θεά διδυμόγεννη, σεπτή,
κόρη του Κοίου, μεγαλόθυμη, πολυλατρεμένη βασίλισσα,
που σου ‘τυχε από το Δία ο ομορφόπαιδος γόνιμος
τοκετός, γεννώντας τον Φοίβο και την τοξόχαρη
Άρτεμη, τη μια στην Ορτυγία, τον άλλο
στη βραχώδη Δήλο, εισάκουσέ με, θεά δέσποινα,
και έχοντας ευφρόσυνη καρδιά έλα
στην πάνθεη τελετή φέρνοντας τέλος ευχάριστο. » (Ορφικός Ύμνος 35, “Στη Λητώ”)
Η Λητώ είναι κατά τον Ησίοδο η έκτη σύζυγος του Δία, οπότε σχετίζεται με το αριθμό έξι (6) ή την εξάδα. Ο αριθμός έξι για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ιερός γιατί αποτελεί το γινόμενο του πρώτου άρτιου και του πρώτου περιττού (που δεν ήταν η μονάδα) (2x3=6). Θεωρούσαν ότι εκπροσωπούσε την εξέλιξη των αϊδίων ουσιών της φύσης διαμέσου της μορφής μέσα στη φύση. Το 6 συμβόλιζε επίσης τα έξι είδη των εμψύχων όντων: θεοί, δαίμονες, ήρωες, άνθρωποι, ζώα, φυτά.
Ο Νικόμαχος την αποκαλεί μορφή της μορφής, το μόνο αριθμό που είναι προσαρμοσμένος στην Ψυχή, την καθαρή ένωση των μερών του σύμπαντος, δημιουργό της ψυχής καθώς και Αρμονία. Οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν την εξάδα «τελείωση των μερών». Ο Ιάμβλιχος μας αναφέρει: «Έλεγαν ότι σύμφωνα με την εξάδα εμψυχώθηκε και προσαρμόστηκε ο Κόσμος και ότι τα ζώα και τα φυτά τυχαίνουν ολοκλήρωσης και διάρκειας, επιμελούς υγείας και κάλλους και αρετής και των παρομοίων με την συνένωση και την ανάπτυξη… Με την ψυχή κανείς άλλος αριθμός δεν προσαρμόζεται εντελώς όπως η εξάδα και γι’ αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί “διάρθρωση του παντός”, καθώς είναι ψυχοποιός και εμποιητική της ζωτικής έξης, απ’ όπου και ονομάζεται εξάδα…. Προσηκόντως δε την διακρίνουν και με το όνομα “φιλίωση” γιατί αυτή συνάπτει το αρσενικό με το θηλυκό. Αποκαλείται και “ειρήνη”, εύλογα δε και πολύ περισσότερο “κόσμος”. Και η συναρίθμηση της λέξης “κόσ-μος” είναι 600, δηλ. 6+0+0=6».
Για να υπεισέλθουμε στην έννοια του 6, πρέπει να θυμηθούμε ότι ο αριθμός αυτός είναι πρώτα απ’ όλα άρτιος και μάλιστα τέλειος, γιατί: 6:6=1, 6:2=3, 6:3=2 και 1+2+3=6, ενώ διαιρείται ακριβώς σε δύο σκέλη: 3+3. Απ’ αυτό προκύπτει η έννοια της ισορροπίας και το σύμβολο του ζυγού. Για να επιτευχθεί όμως ισορροπία ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω, πρέπει το 6 να αναπτύξει αρμονικές σχέσεις αφ’ ενός μεν με τον δημιουργό, αφ’ ετέρου δε με τα άλλα πλάσματα. Επομένως είναι ένα όργανο σύνδεσης, φιλίας, έρωτα και κάλλους. Και αυτά η έκτη σύζυγος τα προσφέρει διαμέσου των δύο παιδιών της, του Απόλλωνα και της Άρτεμης.
Ας έρθουμε τώρα στον μύθο μας: Σαν είδε ο βασιλιάς Δίας την ομορφοπλέξουδη Λητώ, θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Βάλθηκε να την κάνει δικιά του και άρχισε να την πολιορκεί. Και εκείνη δεν άργησε να του δοθεί. Μα σαν ήρθε η ώρα να γεννήσει τους καρπούς του έρωτά της, η ζηλιάρα Ήρα έκανε ό,τι μπορούσε για να μη φέρει στον κόσμο τα εκλεκτά παιδιά της. Πουθενά δεν έβρισκε μέρος να σταθεί για να μπορέσει να γεννήσει. Με την κοιλιά στο στόμα όλη τη χώρα περιδιάβηκε. Πέρασε κάμπους και βουνά, θάλασσες και αφροστεφάνωτα νησιά, μα η γη αρνιόταν να της δώσει τόπο να σταθεί. Την έζωσαν οι πόνοι της γέννας κι ακόμη κανένας θνητός δεν αποφάσιζε, φοβούμενος την οργή της Ήρας, να τη δεχτεί. Μονάχα ένα μικρό νησί, που δε στεκόταν σταθερά αλλά σαν καράβι έπλεε, η Ορτυγία (νησί των Ορτυκιών) ή Αστερία, δέχτηκε να δώσει άσυλο στη δυστυχισμένη Λητώ. Το νησάκι αυτό ήταν φτωχό και άγονο, και δεν μπορούσαν να βοσκήσουν σ’ αυτό πρόβατα μήτε βόδια, ούτε όμως και να καρπίσουν αμπέλια ή άλλα δέντρα. Η θεά παρακάλεσε το νησάκι λέγοντας: «Έτσι φτωχό που έχεις το χώμα, ούτε πρόβατα, ούτε και βόδια μπορούν να βοσκήσουν, μήτε δέντρα και αμπέλια να καρπίσουν. Ποιος άνθρωπος θα πατήσει σε άκαρπο νησί με τέτοια ξεραΐλα; Αν όμως επιτρέψεις να γεννηθεί εδώ ο γιος μου, σταματημό δε θα ‘χουν οι άνθρωποι που θα ‘ρχονται κουβαλώντας πλούσιες προσφορές.» Κι απάντησε το νησί: «Μετά χαράς να γεννηθεί εδώ ο τιμημένος γιος σου. Μόνο πρώτα να δώσεις μεγάλο όρκο πως εδώ θα χτιστεί ο πρώτος του ναός και το πρώτο το μαντείο. Μετά ας κάμει σε άλλους τόπους όσα μαντεία θέλει κι ας κτιστούν αμέτρητοι ναοί.» Ορκίστηκε η Λητώ στα νερά της Στύγας το μεγάλο όρκο των θεών. Στο κατάξερο αυτό νησί στάθηκε η όμορφη Λητώ.
Εννιά ολόκληρες μέρες κράτησαν οι πόνοι της γέννας. Η Λητώ ξαπλωμένη στη ρίζα μιας φοινικιάς, του μοναδικού δέντρου που υπήρχε πάνω στο νησί, βογκούσε από τους πόνους και εκλιπαρούσε την Ήρα να της επιτρέψει να γεννήσει τα παιδιά της. Η Ρέα, η Διώνη, η Θέμιδα και άλλες μικρότερες θεές έτρεξαν να βοηθήσουν τη Λητώ, όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα χωρίς τη συγκατάθεση της Ήρας, που κρατούσε επάνω στον Όλυμπο την Ειλείθυια, τη θεά των αίσιων τοκετών. Τελικά, έστειλαν την πολύχρωμη Ίριδα, την αγγελιοφόρο των θεών, για να ζητήσει από την Ειλείθυια να έρθει, κρυφά από την Ήρα. Της έταξαν μάλιστα κι ένα γιορντάνι, πλεγμένο με χρυσό νήμα, μακρύ εννιά πήχες, από τον τεχνίτη Ήφαιστο. Εκείνη, παρακινημένη κι από το γιορντάνι δέχτηκε. Μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί, η Λητώ εξαντλημένη από τους αβάσταχτους πόνους τόσων ημερών γονάτισε στη ρίζα της φοινικιάς, αντιστύλωσε τα πόδια στο λιγοστό χορτάρι κι έφερε στον κόσμο πρώτα την Άρτεμη και αμέσως μετά τον Απόλλωνα. Την ώρα της γέννας του θεού ιεροί κύκνοι πετούσαν πάνω από το νησί κάνοντας εφτά κύκλους, γιατί ήταν η έβδομη μέρα του μήνα.
Ο Απόλλωνας για να ανταμείψει το φτωχό νησί, μόλις γεννήθηκε το στερέωσε για πάντα με τέσσερις στήλες στο βυθό της θάλασσας και του έδωσε το όνομα Δήλος (= Φωτεινή).
Στον μύθο που αναφέραμε, η Λητώ- Λήθη ενώθηκε ερωτικά με τον Δία- Νου και έφερε στον κόσμο την Άρτεμη- Ημίφως και τον Απόλλωνα- Φως. Πρώτα γεννήθηκε η Άρτεμη και μετά ο Απόλλωνας. Το ημίφως προηγείται του φωτός. Ο Αθ, Σταγειρίτης στο έργο του “Ωγυγία” γράφει: «Και επειδή η Λητώ αλληγορείται και εις λήθην και εις Νύκτα, τα τέκνα ενταύθα σημαίνουσιν , ο μεν Απόλλων τον Ήλιον, η δε Άρτεμις την Σελήνην.»
Από τη νύχτα, δηλαδή το σκοτάδι, τη λήθη- που σημαίνει άγνοια, αμάθεια, γεννιέται- με την επίδραση του νου, το φως- που σημαίνει κατανόηση, γνώση, νοημοσύνη. Ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας και το φως είναι το ημίφως. Ανάμεσα λοιπόν στην αμάθεια και στη γνώση βρίσκεται η ημιμάθεια. Για να προκύψει από τη λήθη/αμάθεια (Λητώ) το φως/γνώση (Απόλλωνας), χρειάζεται η γονιμοποιός επίδραση του νου (Δία).
Η Ήρα- ψυχή αντιδρά στη γέννηση του Απόλλωνα- φωτός. Είναι θεά, ανώτερη από τη θεότητα Λητώ, αλλά ακόμη, κατά τον Ησίοδο, δεν έχει γίνει σύζυγος του Δία- Νου. Είναι η ψυχή που δεν έχει ανυψωθεί. Αφού δεν έχει συνάψει ακόμη τη σχέση με το Νου, είναι η ψυχή των προσκολλήσεων στην ύλη και των απολαύσεων, η ψυχή που δεν ενδιαφέρεται για τη γνώση, επομένως είναι αντίθετη του φωτός. Σαν ανώτερη θεότητα της Λητούς μπορεί να φέρνει εμπόδια στη γέννα. Η ψυχή του πρωτόγονου (ή του χαμηλού ήθους) ανθρώπου αντιδρά στη γέννηση των γραμμάτων, της τέχνης, του πολιτισμού, στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Εννιά μερόνυχτα κράτησαν οι πόνοι της γέννας. Ας δούμε ένα απόσπασμα από τον Ομηρικό Ύμνο:
« … μα στη Λητώ, μερόνυχτα εννιά, απρόσμενες
ωδίνες τη βασάνιζαν. Κι ήταν εκεί οι θεές,
όλες οι σπουδαίες, η Διώνη και η Ρέα
και η Ιχναία Θέμιδα κι η πολύπαθη Αμφιτρίτη
κι οι άλλες αθάνατες, εξόν η λευκοχέρα Ήρα,
που στα παλάτια του συννεφομαζώχτη Δία εκαθόταν.
Μόνο η Ειλείθυια η ελευθερώτρια δεν το είχε μάθει•
καθόταν στην κορυφή του Ολύμπου κάτω από χρυσές νεφέλες,
με σχέδιο της λευκοχέρας Ήρας, που την εμπόδισε από τη ζήλια της
που η Λητώ η ομορφομαλλούσα ήτανε να γεννήσει γιο πανέμορφο και γερό.
Εκείνες στείλαν απ’ το καλόχτιστο νησί την Ίριδα
να πάει εκεί την Ειλείθυια, και της υποσχέθηκαν μεγάλο περιδέραιο
εννιάπηχο πλεγμένο με χρυσά νήματα•
την πρόσταξαν να την καλέσει δίχως η λευκοχέρα Ήρα να το καταλάβει,
μήπως αυτή μετά με λόγια την εμπόδιζε να έρθει.
Όταν λοιπόν το άκουσε η ανεμοπόδαρη Ίριδα η γοργή,
έφυγε τρέχοντας και γρήγορα διάνυσε το μεταξύ.
Σαν έφτασε στον ψηλό τον Όλυμπο, την έδρα των θεών,
αμέσως την Ειλείθυια από την πόρτα του παλατιού κάλεσε
και φτερωτά λόγια της είπε,
όσα τη διατάξανε οι θεές που κατοικούν στα δώματα του Ολύμπου.
Κι εκείνης της έπεισε την καρδιά μέσα στα στήθια
και φεύγουν με τα πόδια, όμοιες περιστερές περίτρομες.
Όταν στη Δήλο πάτησε η ελευθερώτρια Ειλείθυια,
τότε ήρθε ο τοκετός και να γεννήσει θέλησε η Λητώ.
Έζωσε με τα χέρια της το φοίνικα, στερέωσε τα γόνατα
στο μαλακό λιβάδι, κι η γη από κάτω χαμογέλασε•
και μόλις ήρθε το παιδί στο φως, όλες οι θεές βγάλαν φωνή.
Εκεί, Φοίβε της αυγής, σε πλύναν οι θεές με γάργαρο νερό,
αγνά και καθαρά, και σε φασκιώσαν σε λευκό πανί
λεπτοϋφασμένο• και με χρυσό σπάργανο σε τύλιξαν. » (Ομηρικός Ύμνος 3, “Στον Απόλλωνα”, 91- ***)
Με τον αριθμό εννέα έχουμε το κλείσιμο ενός κύκλου, του χαμηλού κύκλου που βρίσκεται η ψυχή στην σπειροειδή πορεία της εξέλιξής της. Οι οδύνες ενός τοκετού, που θα φέρει σε ύπαρξη κάτι πολύ ανώτερο Απόλλωνας/φως/γνώση- δεν είναι εύκολο πράγμα. Όπως η ολοκλήρωση της κύησης ενός σωστά αναπτυγμένου εμβρύου, ώστε να γεννηθεί ένα υγειές και αρτιμελές μωρό, θέλει εννέα μήνες, έτσι στο Σύμπαν οι ολοκληρώσεις πραγματοποιούνται σε κύκλους όπου κυριαρχεί ο αριθμός εννέα.
Η γέννηση της Άρτεμης γίνεται πρώτα, χωρίς τη συμπαράσταση θεαινών στη γέννα, και μετά ακολουθεί η γέννηση του Απόλλωνα. Στο νησί Δήλος- λέξη που προέρχεται από το ρήμα δηλόω-ώ (= φανερώνω, καθιστώ δήλον [φανερόν], αποκαλύπτω) φανερώνεται το φως. (Κατά το λεξικό του Ιωαν. Σταματάκου το επίθετο “δήλος” έχει και τη σημασία του «ως εξαίφνης ορατός γενόμενος»). Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για την εκ-δήλω-ση των ανώτερων ιδιοτήτων της ψυχής. Να ανέβει στην ανωφερή κλίμακα και από το σκοτάδι/λήθη να βρεθεί στο έντονο φως της γνώσης δια μέσου της επαφής της με τη νέα θεότητα, τον Απόλλωνα, ώστε να πει: «είδον το φως το αληθινόν, το φως το της γνώσεως». Είχε φτάσει η ώρα για να ανέβει η ψυχή στην κλίμακα της εξέλιξης, γιατί η Λητώ κατά τον Σωκράτη (Κρατύλος) εκπροσωπούσε το λείον του ήθους της ψυχής. Δεν ήταν ακατέργαστη, είχε λειανθεί. Ήταν επεξεργασμένη. Από τη Λητώ/ λήθη μπορούσε να προκύψει πλέον α-λήθ-εια. Ο Σωκράτης γι’ αυτή τη λέξη λέει: «φαίνεται ότι σύμφωνα με το όνομα τούτο, την “αλήθεια”, έχει ονομαστεί η θεϊκή κίνηση του όντος, επειδή είναι “θεία άλη” (θεϊκή περιπλάνηση). (Πλάτωνας, “Κρατύλος”, 421b). Ο Αθηναίος σοφός κάνει αναγραμματισμό: Αλή- θεια → θεία- άλη. Με αναγραμματισμό του (θ)/εια παίρνουμε “αεί”. Έτσι από τη γέννηση του Απόλλωνα, η αλήθεια βρίσκεται σε μία διαρκή θεϊκή κίνηση. Η σκέψη ενεργοποιείται και δημιουργεί γνώση, η ψυχή ανυψώνεται. Ο άνθρωπος από πονηρός- πανούργος που ήταν στην εποχή της Μνημοσύνης γίνεται σοφός- φωτισμένος, μπορεί ακόμη και να ερμηνεύσει τα θεϊκά σημάδια (μαντική), διαμέσου του Απόλλωνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: