Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Με αφορμή ένα μολύβι…

[[ δαμ- ων ]]

Όλοι γράψαμε το πρώτα μας γράμματα κρατώντας στο χέρι- αδέξια βέβαια στην αρχή- κάποιο μολύβι. Άφηνε πάνω στο χαρτί τα ίχνη του- πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν να κάνουμε ορνιθοσκαλίσματα- και οι γονείς μας έπαιρναν τη γόμα να σβήσουν όσα με περισσό κόπο είχαμε γράψει, βάζοντάς μας να τα ξαναγράψουμε. Ουφ! αυτή η γόμα, είχε γίνει ο εφιάλτης μας. Και η δασκάλα που ήθελε να γράφουμε γράμματα στρογγυλά και ευανάγνωστα, κι αυτή μας φάνταζε σαν ένας θηλυκός δήμιος. Χαρά μας ήταν να παίρνουμε τη ξύστρα για να κάνουμε μύτη στο μολύβι. Και το ξύναμε μέχρι να φτάσει σε μήκος που μόλις μπορούσαμε να το κρατήσουμε βάφοντας τα ακροδάχτυλά μας στο χρώμα του γραφίτη
Αλλά η μεγαλύτερη χαρά μας ήταν όταν ζωγραφίζαμε. Νιώθαμε δημιουργοί. Όπως ο δημιουργός έφτιαξε τον κόσμο, εμείς φτιάχναμε σπίτια, δέντρα, ολάνθιστα λιβάδια, θάλασσες, βουνά, τον ήλιο και τ’ αστέρια.

Την αφορμή για το σημερινό μας άρθρο θα την δώσει ένα μολύβι. Για να γίνουμε περισσότερο ακριβολόγοι ένα μικρό ανάγνωσμα του Paolo Coelho, που αναφέρεται στις ιδιότητες του μολυβιού. Ο Coelho χρησιμοποίησε την εικόνα του μολυβιού και την συσχέτισε με την ανθρώπινη προσωπικότητα. Σύνδεσε τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας με τις ιδιότητες του μολυβιού.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ας το διαβάσουμε:

[[ Tο παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε: - Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;

Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:

- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.

Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.

- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!

- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.
Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.

Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.
Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης. ]]

Η σοφή γιαγιά προτρέπει τον εγγονό της να γίνει σαν το μολύβι! Μπορεί η γιαγιά να μην είχε πτυχίο πανεπιστημίου. Η βιωματική όμως γνώση, η πείρα, της είχαν δώσει τη σοφία σαν να κατείχε δέκα πτυχία και πέντε διδακτορικούς τίτλους. Γιατί τι να την κάνεις τη μόρφωση, όταν έχεις χάσει την ανθρωπιά σου; Σε τι βοήθησαν οι καθηγητικές έδρες του πανεπιστημίου τους συνταγματολόγους Βενιζέλο και Λοβέρδο, όταν συνέργησαν στην καταπάτηση βασικών άρθρων του συντάγματος με την πολιτική τους; Σε τι βοήθησε η πανεπιστημιακή ιδιότητα του πρωθυπουργού Λ. Παπαδήμου- αντίθετα προκάλεσε την αγανάκτησή μας η πληροφορία ότι διατήρησε για 13 χρόνια την πανεπιστημιακή του έδρα χωρίς να διδάσκει, για να εξασφαλίσει την σύνταξή του- στην αντιμετώπιση της κρίσης που περνάει η χώρα μας; Έδωσε λύσεις ή μήπως αυξήθηκαν οι αυτοκτονίες των απελπισμένων, που κατά μυριάδες δημιούργησε κι αυτός με την συμμετοχή του είτε σαν σύμβουλος για τη δημιουργία πλαστών στοιχείων, είτε ως πρωθυπουργός;

Αν η γνώση δεν έχει σύντροφο της αρετή δεν είναι σοφία. Είναι απλά εγωιστικό εφόδιο για την εκμετάλλευση των άλλων ανθρώπων- δεν μας επιτρέπεται η χρήση της λέξης συνανθρώπων γιατί οι εγωκεντρικοί αυτοί άνθρωποι έχουν απεκδυθεί την έννοια της ανθρωπιάς και τους άλλους τους βλέπουν σαν αντικείμενα προς εκμετάλλευση. Οι άνθρωποι που εγωιστικά χρησιμοποιούν τη γνώση για την απόκτηση υλικών αγαθών, αγνοούν όσα είπε ο Ισοκράτης: «Σοφία μόνον κτημάτων αθάνατον.» Συνεπώς άλλο γνώση κι άλλο σοφία, άλλο πληροφόρηση κι άλλο γνώση. Δίκαια αναρωτιέται ο Νομπελίστας Βρετανός ποιητής Τ. Έλιοτ: «Πού είναι η όλη η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση; Πού είναι όλη η γνώση που χάσαμε μέσα στην πληροφόρηση;»

Για το θέμα της γνώσης, στην αρχέγονη εποχή έγινε μια μεγάλη παρακοή. Η ελληνική παράδοση την έχει καταγράψει σαν την παρακοή του Προμηθέα, που έδωσε τη φωτιά- γνώση στους ανθρώπους και γι’ τιμωρήθηκε από τον Δία με το να αλυσοδεθεί στον Καύκασο και να του κατατρώει τα σωθικά ένας αητός. Στην εβραϊκή παράδοση είναι γνωστή σαν η παρακοή των πρωτοπλάστων. Ο Ν. Καζαντζάκης μας δίνει στο ωραιότατο μυθιστόρημά του “Ο Φτωχούλης του Θεού” την απόφαση του Αδάμ να φύγει από τη σιγουριά του παράδεισου, την οποία ανακοινώνει στον Δημιουργό:

[[ Φτάνει πιά• βαριέστησα! Βαριέστησα να περπατώ κάτω από ανθισμένα δέντρα• βαριέστησα να ‘ρχουνται τα θεριά και να με αγλείφουν• ν’ ανοίγουν οι ποταμοί να περάσω• να διαβαίνω τις φλόγες και να μην καίγουμαι! Βαριέστησα. Εδώ να μείνω ακόμα, θα σαπίσω από σιγουράδα, τεμπελιά και καλοπέραση. Άνοιξε την πόρτα να φύγω!

- Αδάμ, Αδάμ, πήλινο πλάσμα, μην αυθαδιάζεις!

- Δεν είμαι άγγελος, δεν είμαι μαϊμού, είμαι άνθρωπος. Άνθρωπος, πάει να πει πολεμιστής, εργάτης, αντάρτης. Έξω ψυχανεμίζουμαι θεριά που δαγκάνουν, ποτάμια που πνίγουν, φωτιές που καίνε• θα βγω να πολεμήσω! Άνοιξε την πόρτα να φύγω! ]]

Πολεμιστής ο άνθρωπος! Αγωνίζεται να μάθει. Δε θέλει να του γνωρίσει- σαν να τα διαβάζει σε ανοιχτό βιβλίο- ο Θεός τα μυστικά Του. Έχει βαλθεί να τα βρει. Θέλει να τα ανακαλύψει ο ίδιος μόνος του. Να γίνει αυτός ο ερευνητής των μυστικών του Θεού. Να ξεδιπλώσει κάθε πτυχή από το μεγάλο σκηνικό της ζωής. Να βρει τι έχει κρύψει ο Δημιουργός στην πλάση και να Του τα παρουσιάσει, καμαρώνοντας πως αξίζει, πως δίκαια είναι γιός Του. Και πάλι θα δώσουμε ένα απόσπασμα από το ίδιο έργο του Ν. Καζαντζάκη:

[[ - Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό• η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε• ο ουρανός είναι μέσα μας.

Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό• ανάρια οι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές• ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βούιζε.

- Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.

- Πώς το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.

- Πείνασα, δίψασα, πόνεσα- το ‘μαθα. ]]

Ο πόνος και ο μόχθος του μαχητή αποτελούν τη γνώση του, την βιωματική γνώση, που αποτελεί και γνώση του Θεού. Γιατί ο Θεός- Πνεύμα ως άυλος, δεν είχε τη γνώση του υλικού Του κόσμου. Αυτή τη γνώση του την προσφέρουν τα γήινα- κι επομένως υλικά- παιδιά Του! Αυτά την απορροφούν σαν τη μέλισσα πετώντας από άνθος σε άνθος- πάει να πει μπαίνοντας βαθιά, όπως η μέλισσα στο λουλούδι για να ρουφήξει το νέκταρ, στα διάφορα θέματα του υλικού κόσμου- κι αφού την βιωματική γνώση την κάνουν μέλι τη δίνουν στο Πνεύμα για να το ευφράνουν. Κι όλα αυτά δεν τα κάνει ο άνθρωπος μόνος του. Όπως κάτι απροσδιόριστο κατευθύνει τη μέλισσα στο ταξίδι της μίλια μακριά από την κυψέλη, έτσι κι αυτόν τον κατευθύνει το θέλημα του Θεού.

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το σώμα του. Έχει μέσα του κι ένα θείο στοιχείο. Ένα στοιχείο που τον συνδέει με τον Επουράνιο Πατέρα του και του μεταβιβάζει το Θέλημά Του. Μέσα του ενοικεί το θείο πνεύμα. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος ρωτάει: «ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν» (Παύλος, Α΄ επ. προς Κορινθίους, γ΄ 16) για να προσθέσει: «ο γαρ ναός του Θεού άγιος εστιν, οίτινές εστε υμείς» (όμοια, γ΄ 17) Στον ένα και μοναδικό Θεό, τον δημιουργό των πάντων και χορηγό όλων, δεν πιστεύουν μόνο οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί. Και οι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονται στον ένα Θεό, τον δημιουργό όλων. Ο Αθηναίος φιλόσοφος και μύστης Πλάτωνας αναφέρει: «Ο Θεός, θέλοντας να κάνει όλα τα πράγματα όσο το δυνατόν πιο καλά και χωρίς ασχήμιες, πήρε όλη την ορατή ύλη που ποτέ δεν ησύχαζε, αλλά βρισκόταν σε άτακτη και ακανόνιστη κίνηση, και την έβαλε από την αταξία σε τάξη πιστεύοντας ότι αυτή σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερη. Σαν άριστος που είναι, ούτε ήταν ούτε είναι επιτρεπτό να κάνει τίποτα άλλο από το ωραιότερο. Αφού λοιπόν σκέφτηκε καλά, κατάλαβε πως οτιδήποτε ορατό από τη φύση και χωρίς λογικό δεν θα είναι ποτέ ωραιότερο από κάποιο αλλά σύνολο με νου, αλλά και πως δεν είναι δυνατό να υπάρξει σε κάτι νους χωρίς ψυχή. Με αυτή τη σκέψη έβαλε το λογικό στην ψυχή, και βάζοντας την ψυχή στο σώμα δημιούργησε το σύμπαν, ώστε το έργο του να είναι από τη φύση του το καλύτερο και το ωραιότερο. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτό τον πιθανό συλλογισμό πρέπει να δεχτούμε ότι ο κόσμος αυτός δημιουργήθηκε ζωντανός, με ψυχή και με λογικό χάρη στην πρόνοια του θεού.» (Πλάτωνας, Τίμαιος, 30a-b) Όλος ο κόσμος είναι ζωντανός και με ψυχή κατά τον Πλάτωνα! Στη μεταφυσική φιλοσοφίας δεν υπάρχει τίποτα άψυχο. Η ψυχή, απλά, έχει διαβαθμίσεις, ξεκινώντας από την ψυχή του ατόμου της χημείας και φτάνοντας μέχρι την ψυχή του γαλαξία. Κάπου στο μέσο αυτής της διαβάθμισης βρίσκεται η ανθρώπινη ψυχή. Γι’ αυτό λέγεται πως ο άνθρωπος συνδέει τον μικρόκοσμο με τον μακρόκοσμο. Σ’ αυτόν είναι συμπυκνωμένος ο μακρόκοσμος. Στην ψυχή του ανθρώπου είναι αφιερωμένο το παρακάτω ποίημα του Κωστή Παλαμά:

« Στα βάθη της ψυχής μου, χαρίσματα θεϊκά

ολανοιγμένα νιώθω δυό μάτια μυστικά.

Δεν τα φωτίζει ο ήλιος που λάμπει για τη γη

και παίρνουν φως απ’ άλλη πιο καθαρή πηγή.

Στα βάθη της ψυχής μου, που πάθη ταπεινά

δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια φωτεινά.

Και βλέπω τα κρυμμένα, τ’ αθώρητα θωρώ,

τον άνθρωπο, την πλάση, τ’ αστέρια, τον καιρό.

Στα βάθη της ψυχής μου κι εκεί που δεν μπορείς

ποτέ σου νάμπης-νιώθω δυό μάτια ολημερίς…

Χειροπιαστά ξανοίγω τα πλάσματα του νου

κι απάνου μου σκυμμένους αγγέλους τ’ ουρανού.

Εκεί που η σκύλα η Έγνοια δεν πάει, δεν αλυχτά,

μέσ’ στην ψυχή μου κρύβω δυό μάτια ολανοιχτά.

Μια μέρα τ’ άλλα μάτια, που είναι από γη πλαστά

θα λυώσουν μες το μνήμα με το κορμί κλειστά.

Στα βάθη της ψυχής μου που πάθη κοσμικά

δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια μυστικά.

Αυτά δε θα κλειστούνε ποτέ, δε θα χαθούν,

ελεύθερα μια μέρα γοργά θα φτερωθούν.

Τα μάτια της ψυχής μου, τα μάτια τα θεϊκά

που μέσα μου ανοιγμένα τα νιώθω μυστικά,

ψηλότερ’ απ’ τ’ αστέρια, στον έβδομο ουρανό

θα τ’ ανταμώσουν πάλι το Φως το αληθινό. »

Μπορεί ο ήλιος να έχει τόση λαμπρότητα που είναι αδύνατο να τον αντικρύσουν τα ανθρώπινα μάτια, αλλά κι αυτός δεν είναι ικανός να φωτίσει την ψυχή μας. Αυτή παίρνει φως από καθαρότερη πηγή, τον Θεό! Αυτήν κατευθύνει το χέρι του Θεού. Ο Θεός εκφράζεται τριαδικά ως Θέληση- Δύναμη, ως Αγάπη- Σοφία και ως Ενεργός Διάνοια. Είναι η Χριστιανική Τριάδα Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Το θέλημα του Θεού είναι να γίνουν τα παιδιά του τέλειοι, να γίνουν Υιοί Του, κατά την προτροπή του Ιησού: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν.» (Ματθαίος, ε΄, 48). Πώς μπορεί αυτό να το πετύχει; Αφού σαν τον μεταξοσκώληκα που τρώει τα σωθικά του και τα κάνει μετάξι, ο άνθρωπος μεταμορφώσει το εντός του σκοτάδι σε φως. Aφού απαλλαγεί από κάθε τι που τον συνδέει με την ύλη και τις υλικές προσκολλήσεις τις μετατρέψει σε θείες ενατενίσεις. Τότε είναι σε θέση να πει το «τετέλεσται». Τελείωσε το γήινο έργο του και μπορεί να αναστηθεί σαν Υιός. Με τον ιδρώτα του, τον κόπο του- αφού πείνασε και δίψασε, αφού κρύωσε και βράχηκε, αφού κατανίκησε τον πειρασμό στην έρημο κι αντιμετώπισε τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής του- αφού πολύ πόνεσε στο Γολγοθά πάνω στο σταυρό της ύλης. Δεν του χρειάζεται το γήινο σώμα, είναι σε θέση να ενδυθεί ένδυμα ανάστασης και να αναληφθεί στους ουρανούς έχοντας με τον αγώνα του- άξιος κι ατρόμητος μαχητής- κατακτήσει τη βασιλεία των ουρανών, κατά την υπόσχεση: «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθαίος, κε΄, 34).

Όμως μέχρι το «τετέλεσται» έχει μακρύ κι αντίξοο αγώνα. Πολλές φορές είναι αναγκασμένος ο άνθρωπος να πάρει τη ξύστρα για να ξύσει το μολύβι της ζωής του. Το μαχαιράκι της ξύστρας είναι κοφτερό. Το κόψιμο προκαλεί πόνο και αίμα. Ματώνουμε στη ζωή και πονάμε πολλές φορές. Τα μάτια γεμίζουν δάκρυα, δαγκώνουμε τα χείλια και σπαράσσεται η καρδιά μας όταν χάνουμε κάτι που είναι δικό μας. Η ξύστρα αφαιρεί ένα μέρος του μολυβιού για να το κάνει πιο μυτερό. Η αδεξιότητα του ξύστη κάποιες φορές σπάει τη μύτη, στη προσπάθεια να την κάνει μυτερή. Κι αρχίζει από την αρχή την προσπάθεια, μικραίνοντας ακόμη πιο πολύ το μολύβι. Τι άλλο είναι το ξύσιμο από την αφαίρεση του περιττού για να φανεί το χρήσιμο; Η αφαίρεση του ξύλου για να φτάσουμε στο γραφίτη. Μπορέσαμε ποτέ μας να γράψουμε με το ξύλο; Όχι, βέβαια. Το ξύλο είναι το περικάλυμμα. Το χρήσιμο είναι ο γραφίτης, κι αυτός μυτερός, οξύς. Όταν είναι αμβλύς δε μας αρέσει, κάνει χοντρογράμματα. Η ξύστρα είναι οι δοκιμασίες μας. Αυτές αφαιρούν πολλά από τη ζωή μας, που κατ’ ουσίαν είναι άχρηστα. Για να ανέβει ψηλά το αερόστατο, πρέπει οι επιβάτες του να πετάξουν ένα μέρος από το βάρος που είναι μέσα στο “καλάθι”. Για να λάμψει το διαμάντι πρέπει να λειανθεί και να αποκτήσει ακμές αφού χάσει ένα μέρος της μάζας του. Οι δοκιμασίες καθαρίζουν την ψυχή από τη σκουριά της για να φανεί η λάμψη της. Πολλές φορές η σκουριά από ένα μέταλλο απομακρύνεται με τη φωτιά. Το μέταλλο “υποφέρει” κάτω από την επίδραση της φωτιάς, στο τέλος όμως αποκτάει τη λάμψη του. Τα πολλά αγαθά- κι εδώ είναι το μεγάλο λάθος του μέσα στην ματαιοπονία ανθρώπου- είναι βαρίδια που εμποδίζουν το αερόστατο της ψυχής μας να ανέβει στα θεία ύψη. Όσα γράφουμε με το αμβλύ μολύβι στο τετράδιο της ζωής μας μπορούν να λερώσουν τα δάχτυλα εκείνου που το έχει πάρει στα χέρια του. Το μολύβι μας θέλει ξύσιμο. Να αφαιρέσουμε τα περιττά, καθόσον «το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού» (Ματθαίος, ε΄, 37). Όταν απαλλαγούμε από το περισσό γινόμαστε καλύτεροι. Οι δοκιμασίες, επομένως, είναι εισιτήρια για ταξίδια της ψυχής πιο κοντά στο θέλημα του Θεού. Όσο κι αν είναι οδυνηρές, πάντα η θεία πρόνοια φροντίζει να είναι στο μέγεθος που μπορούμε να βαστάξουμε.

Δεν υπάρχει σε όλη τη πλάση άνθρωπος που να έγραψε και να μην έκανε λάθη. Έτσι και τα λάθη στη ζωή γίνονται από εκείνον που προσπαθεί, που δουλεύει, που μάχεται, που μοχθεί. Λάθη δεν κάνουν όσοι είναι αδρανείς, είτε από φόβο, είτε από τεμπελιά. Τα λάθη είναι, πολλές φορές, η “φόρα” που παίρνουμε για να κάνουμε, σαν τον άλτη, το άλμα μας. Ο Ν. Καζαντζάκης γι’ αυτό το άλμα γράφει, αναφερόμενος στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, στον μυθιστόρημα “Ο Φτωχούλης του Θεού”:

[[ Κι έτσι ξέρω για σένα όσα κανένας δεν ξέρει• έκαμες πολύ περισσότερες αμαρτίες απ’ ό,τι ο κόσμος θαρρεί• έκαμες πολύ περισσότερα θάματα απ’ ό,τι ο κόσμος πιστεύει. Για ν’ ανέβεις στον ουρανό, πήρες φόρα από τον πάτο της Κόλασης.

- Όσο από πιο χαμηλά παίρνεις φόρα, μου ‘λεγες συχνά, τόσο πιο αψηλά μπορείς να φτάσεις• η μεγαλύτερη αξία του αγωνιζόμενου χριστιανού δεν είναι η αρετή του• είναι ο αγώνας του να μετουσιώσει την αδιαντροπιά, την ατιμία, την απιστία, την κάκητα μέσα του και να τα κάμει αρετή. Μια μέρα, ο πιο ένδοξος αρχάγγελος που θα στέκει πλάι στο θεό, δε θα ‘ναι μήτε ο Μιχαήλ, μήτε ο Γαβριήλ, μήτε ο Ραφαήλ• θα ‘ναι ο Εωσφόρος, όταν θα ‘χει μετουσιώσει το φοβερό σκοτάδι του σε φως.

Κι εγώ, με το στόμα ανοιχτό, σε άκουγα• τι γλυκά λόγια είναι ετούτα, συλλογίζουμουν, μπορεί το λοιπόν η αμαρτία να γίνει ένα μονοπάτι που να μας πηγαίνει στο Θεό; μπορεί κι ο αμαρτωλός να ελπίζει σωτηρία; ]]

Αφού κάνουμε λάθη, υπάρχει και τρόπος να τα διορθώσουμε, αρκεί να τα εντοπίσουμε και να το θέλουμε! Γόμα πάντα υπάρχει… Η γόμα στα ανθρώπινα λάθη λέγεται “συγχώρεση” και “συγνώμη”.
Έκανα λάθος; Το αναγνωρίζω και ζητώ “συγνώμη”.
Έπεσα θύμα λάθους; Συγχωρώ.

Δύσκολο! θα μου πείτε. Είναι κι αυτό το σαράκι του εγωισμού, που κατατρώει τα σωθικά μας. Να ρίξουμε τον εγωισμό μας; Αφού πάντα αναδύεται από μέσα μας: Ξέρεις, μωρέ, ποιος είμαι εγώ;

Μια σκέψη , όμως, πρέπει να είναι καρφωμένη στο μυαλό μας: Η παροχή συγχώρεσης από τον Ιησού στους σταυρωτές Του και το αίτημά Του να τους συγχωρήσει κι ο Πατέρας Του, «πάτερ, άφες αυτοίς∙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκάς, κγ΄, 34). Σίγουρα μας φαίνεται δύσκολη η προτροπή Του: «εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς.» (Ματθαίος, ε΄, 44), αλλά είναι πιο κοντά προς τη νοοτροπία μας η ρήση: «πάντα ουν όσα θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Ματθαίος, ζ΄, 12) ή όπως ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα είχε διατυπώσει: «ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις». Αυτός πρέπει να γίνει ο χρυσός κανόνας της συμπεριφοράς μας!
Ο αγωνιστής πάντα κρατάει ένα σφουγγάρι στο χέρι ή μια γόμα για να σβήνει είτε τα δικά του λάθη, είτε τα λάθη των άλλων και να πηγαίνει παρακάτω. Στην Κυριακή προσευχή εξάλλου ζητούμε να συγχωρεθούμε από τον Θεό δίνοντας τη διαβεβαίωση ότι κι εμείς θα συγχωρήσουμε: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθαίος, στ΄, 12). Όταν κάποιος μένει στα λάθη, όταν δημιουργεί εμμονές, δημιουργεί λιμνάζοντα νερά που κρύβουν ψυχική σήψη και δυσωδία. Η εμμονή στα λάθη των άλλων, όταν έντονα αισθανόμαστε πως αδικηθήκαμε, προκαλεί μίσος και τάσεις εκδίκησης, προκαλώντας καρμικές οφειλές με ενεργοποίηση του νόμου της ανταπόδοσης. Γιατί στη δράση, αναπόφευκτα έχουμε και αντίδραση. Από την άλλη μεριά, όταν επικεντρωνόμαστε στα δικά μας λάθη, δημιουργούνται αισθήματα περιφρόνησης του εαυτού μας και μικρής αυτοεκτίμησης, με αποτέλεσμα να στρεφόμαστε προς τα πίσω, ενώ κατά νου πρέπει να έχουμε: στραβοπατήσαμε και πέσαμε; Σηκωνόμαστε, σκουπίζουμε τις σκόνες ή τις λάσπες και συνεχίζουμε… Στις υπερβάσεις τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Κι εδώ παραθέτουμε ένα απόσπασμα απ’ όσα έχει γράψει η Αλκινόη Παπαδάκη:
[[ Σκέφτομαι, όμως, πως δεν αξίζει να ζει κανείς, αν δεν δοκιμάσει κάποτε τη μαγεία μιας υπέρβασης
Μόνο που για να φτάσεις ως εκεί, πρέπει να ξεκινήσεις από ένα λάθος
Περίεργο, αλλά αυτή είναι η διαδρομή
Κι έχει ακριβά διόδια , ανάθεμα την.

Σκέφτομαι, επίσης, ότι αργότερα δεν ωφελεί, είναι μεγάλη χαζομάρα, να προσπαθείς ν’ αναλύσεις ή να δικαιολογήσεις το λάθος που σε οδήγησε ως εκεί
Είναι σαν να προσπαθείς να εξηγήσεις με τους νόμους της φυσικής ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα. ]]

Ο μαχητής δεν μένει στα λάθη. Τα λάθη είναι σαν τα τραύματα. Ο χαρισματικός γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης μας είπε μια μεγάλη κουβέντα όταν τον συναντήσαμε στο κελί του στο Άγιο Όρος, το 1993: « Όπως ο πολεμιστής που τραυματίζεται ελαφριά στον πόλεμο δένει με πανιά ή με γάζες τις πληγές του και συνεχίζει τη μάχη, έτσι κι εσείς να δένετε τις πληγές σας και να συνεχίζετε τον αγώνα σας» ( συμβουλή του ήταν η εξομολόγηση και η θεία κοινωνία που τα παρομοίασε με τους επιδέσμους και τις γάζες του αγωνιστή της ζωής). Όταν θαρρούμε πως φτάνει η Μεγάλη Στιγμή και πασχίζουμε να κάνουμε το σάλτο της εφόδου, που περιγράφει στο παρακάτω απόσπασμα ο Καζαντζάκης, τραυματιζόμαστε:

[[ Αν δεν κάνουμε τώρα τραγούδια, πότε θα κάμουμε, φράτε Λεόνε; Άκου: Το πρώτο πρώτο ζώο που παρουσιάστηκε να μπει στην παράδεισο ήταν το σαλιγκάρι. Ο Πέτρος έσκυψε, το χάδεψε με το ραβδί του:
«Τι ζητάς εδώ, σαλιγκαράκι μου; του κάνει.

– Την αθανασία» αποκρίθηκε το σαλιγκάρι.

Ο Πέτρος έσκασε στα γέλια. «Την αθανασία! Τι να την κάμεις εσύ;

- Μη γελάς, αντιμίλησε το σαλιγκάρι, δεν είμαι πλάσμα του θεού εγώ; Δεν είμαι γιος του Θεού κι εγώ σαν τον αρχάγγελο Μιχαήλ; Αρχάγγελος Σαλίγκαρος κι εγώ!

- Πού είναι οι χρυσές σου φτέρουγες, τα βασιλικά κόκκινα σαντάλια, η ρομφαία;

- Μέσα μου, κοιμούνται και περιμένουν.

- Τι περιμένουν;

- Τη Μεγάλη Στιγμή.

- Ποια μεγάλη Στιγμή;

- Ετούτη!» Κι ως να πει «Ετούτη», σαν να ‘καμε φτερά, έδωκε ένα σάλτο και μπήκε μέσα.

Κατάλαβες; με ρώτησε ο Φραγκίσκος και γέλασε. Εμείς είμαστε, φράτε Λεόνε, οι σαλίγκαροι, μέσα μας οι φτέρουγες κι η ρομφαία, κι αν θέμε να μπούμε στην Παράδεισο, πρέπει να δώσουμε το σάλτο. Έλα γειά σου, συναθλητή, πήδα! ]]

Τραυματιζόμαστε θα πει κάνουμε λάθη. Στο χέρι, όμως, κρατάμε πάντα τη γόμα. Τη γόμα να σβήνουμε τα δικά μας λάθη και τα λάθη των αλλωνών.

Αναφέραμε παραπάνω πως ποτέ δε χρησιμοποιήσαμε το ξύλινο περίβλημα του μολυβιού να γράψουμε. Αυτό που μπορεί να γράψει είναι το περιεχόμενο του ξύλου: ο γραφίτης. Δεν έχει σημασία η ποιότητα του ξύλου ή ο χρωματισμός του, τα χρυσά γράμματα, τα χρώματα ή τα σχήματα στο επίχρισμα. Αυτό που μετράει είναι η ποιότητα του γραφίτη. Είναι μαλακός και γράφει ομαλά ή σκληρός και σχίζει το χαρτί; Πόσες φορές δαγκώσαμε το ξύλο, ή ξέβαψε το χρώμα χάνοντας τη γυαλάδα του, αλλά γράψαμε ένα ωραίο γράμμα σε αγαπημένο πρόσωπο, κάναμε σωστές αριθμητικές πράξεις ή ζωγραφίσαμε ένα ωραίο σκίτσο χωρίς αυτό να μας επηρεάσει; Έτσι στους ανθρώπους δεν έχει σημασία το εξωτερικό παρουσιαστικό. Αυτό που μετράει είναι ο χαρακτήρας του, ο εσωτερικό του κόσμος όπως λέμε. Πόσες φορές μας τράβηξε η ομορφιά και το παράστημα κάποιου, για να αποδειχθεί πως ήταν ένας τενεκές, ένα κύμβαλο αλαλάζον! Και πόσες φορές ένας ασήμαντος εμφανισιακά άνθρωπος ήταν ένας πραγματικός θησαυρός! Επομένως ένα άνθρωπο δεν πρέπει να τον κρίνουμε με βάση την εμφάνιση, αλλά με βάση τον ψυχικό του κόσμο. Και κυρίως να αποφεύγουμε την υποκρισία! Ο Ιησούς είχε πει: «ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οίτινες έξωθεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρισίας, ούτω και υμείς έξωθεν μεν φαίνεσθε τοις ανθρώποις δίκαιοι, έσωθεν δε μεστοί εστε υποκρίσεως και ανομίας» (Ματθαίος, κγ΄, 27- 28)

Στην επισήμανση που έκανε η γιαγιά στον εγγονό για το περιεχόμενο του μολυβιού μπορούμε να δώσουμε και μια άλλη διάσταση. Να διακρίνουμε το ξύλο- προσωπικότητα και τον γραφίτη- ατομικότητα. Η μεταφυσική φιλοσοφία μας λέει πως ο άνθρωπος είναι επταδικός. Έχει μια φθαρτή και εξελισσόμενη τετραπλή προσωπικότητα και μια άφθαρτη και σταθερή τριπλή ατομικότητα, κατ’ αναλογία με τον επταδικό κόσμο στον οποίο ζει.

Θα αναφέρουμε λίγα απλά πράγματα περιληπτικά: Η προσωπικότητα αποτελείται από το φυσικό του σώμα- είναι το απτό παχυλό σώμα που αντιλαμβανόμαστε, το αιθερικό του σώμα- είναι το ενεργειακό σώμα που ρυθμίζει όλες του τις λειτουργίες, τον αστρικό του φορέα- που σχετίζεται με τις συγκινήσεις και τα συναισθήματά του, και τον νοητικό του φορέα- που σχετίζεται με τις σκέψεις του. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, τόσο τα συναισθήματα, όσο και οι σκέψεις έχουν υλική υφή, αλλά είναι πολύ μικρής πυκνότητας, επομένως μη ορατά. Κατά τη διάρκεια της ζωή του ανθρώπου καταγράφονται όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις του σε ένα μόνιμο “άτομο”, το αιτιατό σώμα ή ΕΓΩ. Το αιτιατό σώμα είναι το σώμα της ψυχής. Οι καταγεγραμμένες εμπειρίες διαμέσου των συγκινήσεων, συναισθημάτων και σκέψεων παραμένουν στην ψυχή και μετά το θάνατο της προσωπικότητας. Για όσους δέχονται την μετενσάρκωση, όταν η ψυχή ενσαρκώνεται σε νέο σώμα, το αιτιατό σώμα καθορίζει τη νέα προσωπικότητα και ενεργοποιεί το νόμο του κάρμα…

Στόχος της ψυχής είναι από ενσάρκωση σε ενσάρκωση να εξελιχθεί και από υιός του Θεού να γίνει Υιός.
Η ατομικότητα είναι μια πνευματική τριάδα κι αποτελεί την αντανάκλαση του τριαδικού Θεού. Στον άνθρωπο εκδηλώνεται σαν Θέληση- Δύναμη, ως Αγάπη- Σοφία και ως Ενεργός Διάνοια ή Νοημοσύνη, προβολή της τριάδας Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Η ψυχή συνδέει την φθαρτή προσωπικότητα με την άφθαρτη ατομικότητα. Στο υλικό σώμα ενοικεί το αθάνατο Πνεύμα και διαμέσου της ψυχής αποκτά τη γνώση του υλικού κόσμου…

Γι’ αυτό αναφέραμε τη ρήση του απόστολου Παύλου: «ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» Στο ξύλο- ναό “οικεί” ο γραφίτης- Πνεύμα…

Πολύ απλά, συνεπώς, ο Καζαντζάκης γράφει στο Φτωχού λη του Θεού:

[[ Γιατί ότι θέλει ο Θεός, αυτό και μόνο θέλουμε κι εμείς, μα δεν το ξέρουμε• κι έρχεται ο Θεός και ξυπνάει την ψυχή μας• της φανερώνει τι θέλει και δεν το ξέρει. Αυτό ‘ναι το μυστικό. Κάνω το θέλημα του Θεού, θα πει: κάνω το πιο βαθύτερο κρυμμένο θέλημα μου. Μέσα και στον πιο ανάξιο άνθρωπο υπάρχει ένας δούλος του Θεού που κοιμάται. ]]

Μέσα και στον πιο ανάξιο άνθρωπο- όπως στο βελανίδι είναι το φύτρο και στις κατάλληλες συνθήκες σαν πεθάνει σαν βελανίδι μέσα στο χώμα με το νερό της βροχής θα φυτρώσει ένα μικρούλι φυτό, που σιγά, σιγά θα γίνει μια πελώρια βελανιδιά- στο ασήμαντο ανθρωπάκι υπάρχει το χριστικό στοιχείο, που περιμένει υπομονετικά να γίνει Υιός Θεού, Χριστός όμοιος με τον Μεγάλο Αδελφό του. Έτσι αποκτά το πραγματικό νόημα η συνομιλία του Ιησού με τον Νικόδημο, όπως ο Ιωάννης περιγράφει στο ευαγγέλιό του (γ΄, 1- 21) και συμπυκνώνεται στο «εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλεία του Θεού.., εάν μη τις γεννηθεή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού».

Ας έρθουμε τώρα στην πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού, που αναφέρει η γιαγιά στον εγγονό. Το μολύβι πάντα αφήνει ένα σημάδι… Ό,τι κι αν κάνουμε στη ζωή, αφήνει τα σημάδια του. Αν η πράξη μας είναι καλή, αφήνει το θετικό της ίχνος. Γίνεται βάλσαμο για την ψυχή κάποιων, που βοηθήσαμε. Αν η πράξη μας είναι κακή, αφήνει το αρνητικό ίχνος της. Μπορεί να σημαδέψει οριστικά τη ζωή εκείνων που βλάψαμε. Ακόμη κι αν πάρουμε τη γόμα να σβήσουμε το λάθος, κάτω από τη διόρθωση, πάνω στο μαλακό χαρτί, υπάρχει το ίχνος του λάθους! Είναι σαν το σημάδι της πληγής. Η πληγή έγιανε, έκλεισε, δεν αιμορραγεί, μα το σημάδι μας θυμίζει τον πόνο που κάποτε μας προκάλεσε.

Το μαλακό μολύβι αφήνει ανεπαίσθητα ίχνη. Το σκληρό όμως μολύβι αφήνει έντονα ίχνη. Χαράζει σε βάθος το χαρτί! Μπορεί και να το σκίσει… Έτσι συμβαίνει και με τους σκληρόψυχους ανθρώπους. Γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε “μαλακοί”. Και πάλι θα θυμηθούμε μια συμβουλή του γέροντα Παΐσιου, που μας είπε στην αξέχαστη τότε συνάντηση: «Οι καρδιές μας είναι σαν τις πέτρες. Οι μαλακές δεν τσακμακίζουν. Οι σκληρές όμως τσακμακίζουν και μπορούν να ανάψουν φωτιές. Γι’ αυτό όταν βρείτε έναν σκληρόκαρδο μαλακώστε την καρδιά σας. Και να συγκρουστεί η πέτρα σας με την πέτρα του δε θα ανάψει φωτιά. Αν τη σκληρύνετε και συγκρουστείτε με το σκληρόκαρδο θα ανάψετε φωτιά και μπορεί να καείτε κι εσείς…»

Θα δώσουμε και μια μεταφυσική διάσταση στην πέμπτη ιδιότητα. Όλες οι καταγραφές της ζωής μας που μεταφέρονται στο “αιτιατό σώμα”, που αναφέραμε, καταγράφονται και σε ένα παγκόσμιο αρχείο, που ονομάζεται “ακασικό αρχείο”. Το αιτιατό σώμα είναι το υπόβαθρο του ατομικού μας υποσυνείδητου, ενώ τα ακασικά αρχεία είναι το υπόβαθρο του συλλογικού ασυνείδητου. Έτσι οι ζωές όλων των ανθρώπων, σε όλους τους αιώνες, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας, έχουν καταγραφεί και διατηρηθεί στα ακασικά αρχεία. Υπάρχει, επομένως, ένας συμπαντικός “σκληρός δίσκος” – όπως στον Η/Υ- όπου οι ασήμαντες ή οι σημαντικές μας ζωές είναι καταγεγραμμένες. Τα μολύβια των ζωών μας έχουν αφήσει τα σημάδια τους… Γι’ αυτό να προσέχουμε και την ποιότητα των μολυβιών μας και αυτά που γράφουμε…

Ο Ν. Καζαντζάκης στο Φτωχούλη του Θεού περιγράφει την απόπειρα ενός πρωταγωνιστή του έργου του να πάρει φτερό και καλαμάρι να γράψει. Σε αυτά τα όργανα γραφής εμείς θα κάνουμε την αντικατάσταση με το μολύβι για να παρουσιάσουμε το ωραίο αυτό απόσπασμα:

[[ Πολλές φορές ως τώρα είχα πάρει το μολύβι να γράψω, μα γρήγορα το παρατούσα, μ’ έπιανε φόβος: πολύ τα φοβούμαι, ο θεός ας με συχωρέσει, πολύ τα φοβούμαι τα γράμματα της αλφαβήτας• πονηρά, ξετσίπωτα δαιμόνια, επικίντυνα• πιάνεις το μολύβι, τα ξαπολύνεις, κι αυτά παίρνουν δρόμο- και πια που να τα κάμεις ζάφτι! Ζωντανεύουν, σμίγουν, χωρίζουν, δεν ακούν την προσταγή σου, ορδινιάζουνται, μαύρα, με ουρές και με κέρατα, απάνω στο χαρτί, του κάκου τα φωνάζεις και τα παρακαλείς, κάνουν του κεφαλιού τους. Χοροπηδούν και ζευγαρώνουν μπροστά σου αδιάντροπα και φανερώνουν με μπαμπεσιά ό,τι δεν ήθελες να μολοήσεις κι αρνιούνται να πουν ό,τι βαθιά από το σπλάχνο σου μάχεται να βγει και να μιλήσει στους ανθρώπους. ]]

Με τον ίδιο τρόπο, καθώς στη σύγχρονη γραφή χρησιμοποιούμε το πληκτρολόγιο του υπολογιστή, ξεπηδούν στην οθόνη τα γράμματα, χοροπηδούν, ζευγαρώνουν και φανερώνουν τις σκέψεις μας. Σκέψεις που σε άλλους αρέσουν κι άλλοι τις βρίσκουν αντίρροπες με τις ιδέες τους. Δεν είναι απαραίτητο, εξάλλου, να συμφωνούμε. Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι να επικοινωνούμε, να συζητούμε, γιατί είμαστε από τη φύση μας όντα κοινωνικά. Το μολύβι ήταν το εργαλείο να γράψουμε τα πρώτα μας γράμματα. Ευχαριστούμε τους ανθρώπους μου μας έμαθαν να το χρησιμοποιούμε. Ευχαριστούμε τους δασκάλους μας που με περισσή υπομονή μας αξίωσαν να το κάνουμε εργαλείο έκφρασης των σκέψεών μας. Σκέψεων που δίνουν τη δυνατότητα για προβληματισμό. Κι όλα αυτά με αφορμή ένα ασήμαντο μολύβι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: