Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Είμαστε τόσο ασήμαντοι, όσο νομίζουμε…;

[[ δαμ- ων ]]

Τι ωραίες που είναι οι απλές ιστορίες, οι παραβολές και οι μύθοι! Μιλούν κατευθείαν στην καρδιά του ανθρώπου. Σαν το δροσερό νερό βρίσκουν διέξοδο και πηγαίνουν ίσια στην καρδιά. Όσο σκληρή κι αν είναι αυτή, μουσκεύει και μαλακώνει. Και σαν τη διψασμένη έρημο, αμέσως απορροφάει την παραβολή, την ιστορία, σβήνοντας τη δίψα της. Όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι έδωσαν τις μεγαλύτερες διδαχές με απλές ιστορίες, με παραβολές, με μύθους και παραμύθια. Γιατί αυτά ήταν η εύπεπτη ψυχική τροφή για τους απλούς ανθρώπους.
Δεν είναι που είμαστε παραμυθάδες και σας δίνουμε κάθε τόσο παραμύθια και παραβολές. Ούτε και μυθομανείς επειδή χρησιμοποιούμε τους μύθους τακτικά. Είναι που έχουν την πάσα γοητεία και χύνονται σαν το βάλσαμο ανακουφίζοντας την ταραγμένη ψυχή μας σε αυτή την αλλοπρόσαλλη εποχή που έλαχε να ζούμε. Ίσως και να μας βγάζουν από την αμηχανία για το πώς να πούμε ωραία και σημαντικά πράγματα με απλές κουβέντες.
Με παραβολές μίλησε πολλές φορές και ο Ιησούς όταν ένιωσε κατάσαρκα την αδυναμία του ανθρώπου. Κι έβγαινε από το στόμα Του σαν άνθος η παραβολή και χάιδευε τα αυτιά των ανθρώπων. Κι από τα αυτιά τρύπωνε στην καρδιά και τη ζέσταινε. Το πιθανότερο είναι να ένιωθε κι Αυτός αδυναμία όταν βρισκόταν απέναντι στο πλήθος. Να είχε το τράκ, το οποίο έχει κάθε συνετός ομιλητής που ζυγιάζει τις λέξεις, γιατί θέλει αυτές να γίνουν οι κρίκοι που θα συνδέσουν την ψυχή του με την ψυχή των ακροατών του.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ο Ν. Καζαντζάκης στο μυθιστόρημά του “Ο Τελευταίος Πειρασμός” περιγράφει την αμηχανία του Ιησού μπροστά στους απλούς χωριάτες:
[[ Κι αυτός έτρεμε κρυφά και μάχουνταν να κάμει κουράγιο∙ ετούτη ήταν η στιγμή που τόσα χρόνια τη φοβόταν, ήρθε, νίκησε ο Θεός, τον έφερε με τη βία εκεί που ήθελε- μπροστά στους ανθρώπους να μιλήσει. Και τώρα, τι να τους πει; Αστραπές αστραπές περνούσαν από το νου του οι λιγοστές χαρές της ζωής του, οι πολλές πίκρες, ο αγώνας με το Θεό, κι ύστερα τα όσα είδε, γυρίζοντας ολομόναχος- τα βουνά, τα λουλούδια, τα πουλιά, τους τσοπάνηδες που κουβαλούν χαρούμενοι στον ώμο το χαμένο πρόβατο, τους ψαράδες που ρίχνουν τα δίχτυα τους να πιάσουν τα ψάρια, τους ζευγάδες πώς σπέρνουν, πώς θερίζουν πώς λιχνίζουν και κουβαλούν στα σπίτια τους τον καρπό… ουρανός και γης ανοιγοκλειούσαν μέσα στο νου του, όλα τα θάματα του Θεού, και δεν κάτεχε ποιο να πρωτοδιαλέξει, όλα, όλα ήθελε να τα φανερώσει, για να παρηγορήσει τους απαρηγόρητους… Ένα παραμύθι του Θεού απλώθηκε μπροστά του ο κόσμος, σαν το παραμύθι που του στορούσε η μάνα της μάνας του, για να μη κλαίει, γεμάτο βασιλοπούλες και δράκους, και σκύβει ο Θεός από τον ουρανό και το δηγάται στους ανθρώπους.
Άνοιξε τις αγκάλες του, χαμογέλασε:
- Αδέρφια, είπε, κι η φωνή του, αστερέωτη ακόμα, έτρεμε∙ αδέρφια, με παραβολές θα μιλήσω, συμπαθάτε με∙ απλός άνθρωπος είμαι, λίγα τα γράμματά μου, φτωχός είμαι κι εγώ κι αδικημένος, έχει πολλά η καρδιά μου να πει, μα ο νους μου δεν μπορεί να τα στορήσει, ανοίγω το στόμα μου και, χωρίς να το θέλω, ο λόγος βγαίνει παραμύθι∙ αδέρφια, συμπαθάτε με, με παραβολές θα μιλήσω. ]]
Θέλουμε κι εμείς να σταθούμε έτσι, με ανοιχτά τα χέρια και να σας πούμε: «Συμπαθάτε μας, αδέρφια, με παραβολή θα μιλήσουμε σήμερα. Φτωχοί είμαστε στη σκέψη. Πολλά θέλει να πει η καρδιά, μα βραχυκυκλώνει η σκέψη και τα δάχτυλα στο πληκτρολόγιο αρνιούνται να ακολουθήσουν το πρόσταγμα της καρδιάς. Ο λόγος της καρδιάς θα πλαστεί από το πλαστουργό μυαλό σε παραβολή. Δεν μπόρεσε η δική μας σκέψη να τη δημιουργήσει. Άλλου γλωσσοπλάστη είναι δημιούργημα, αλλά έκρουσε και τις δικές μας ευαίσθητες χορδές. Εμείς τη βρήκαμε και απλά την παραθέτουμε. Είναι η παραβολή για τα τρία δέντρα.»:
[[ Κάποτε στην κορφή ενός λόφου στέκονταν τρία μικρά δέντρα και ονειρεύονταν τι ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν.
Το πρώτο κοίταξε ψηλά τα αστέρια και είπε: «Θέλω να φυλάω ένα θησαυρό. Θέλω να είμαι καλυμμένο με χρυσάφι και γεμάτο πολύτιμους λίθους. Θα είμαι το πιο όμορφο θησαυροφυλάκιο στον κόσμο!»
Το δεύτερο κοίταξε μακριά ένα μικρό ποταμάκι που αργοκυλούσε στο δρόμο του για τη θάλασσα. «Εγώ θέλω να ταξιδεύω τις μεγάλες θάλασσες και να μεταφέρω δυνατούς βασιλιάδες. Θα είμαι το πιο δυνατό καράβι στον κόσμο!»
Το τρίτο δέντρο κοίταξε χαμηλά στη κοιλάδα από κάτω, όπου δραστήριοι άντρες και γυναίκες δούλευαν σε μια πόλη γεμάτη ζωντάνια. «Εγώ δε θέλω να αφήσω την κορφή του βουνού. Θέλω να γίνω τόσο ψηλό που, όταν σταματούν οι άνθρωποι για να με κοιτάξουν, θα σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό και θα σκέφτονται το Θεό. Θα είμαι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο.»
Τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε η βροχή, βγήκε ο ήλιος και τα μικρά δέντρα ψήλωσαν.
Μια μέρα τρεις ξυλοκόποι ανέβηκαν στο βουνό. Ο πρώτος κοίταξε το πρώτο δέντρο: «Αυτό το δέντρο είναι όμορφο. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», είπε, και με μια κίνηση του αστραφτερού τσεκουριού του το δέντρο έπεσε.
«Τώρα θα με κάνουν ένα όμορφο μπαούλο και θα φυλάω θαυμάσιους θησαυρούς!», είπε το πρώτο δέντρο...
Ο δεύτερο ξυλοκόπος κοίταξε το δεύτερο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι δυνατό. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε το δεύτερο δέντρο. «Τώρα θα ταξιδέψω τις μεγάλες θάλασσες!» σκέφτηκε εκείνο, «Θα γίνω δυνατό καράβι για δυνατούς βασιλιάδες!»...
Το τρίτο δέντρο απογοητεύτηκε, όταν ο τελευταίος ξυλοκόπος κοίταξε κατά το μέρος του. Στεκόταν ευθύ και ψηλό και σημάδευε γενναία τον ουρανό. Ο ξυλοκόπος κοίταξε ψηλά και μουρμούρισε «Οποιοδήποτε δέντρο μου κάνει». Με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε και το τρίτο δέντρο...
Το πρώτο δέντρο χάρηκε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στον ξυλουργό. Αλλά εκείνος το έκανε παχνί για τα ζώα. Το άλλοτε όμορφο δέντρο δεν καλύφθηκε με χρυσό ούτε με θησαυρό. Το επένδυσαν με πριονίδια και το γέμισαν σανό για να τρώνε τα πεινασμένα ζώα μέσα σε ένα στάβλο.
Το δεύτερο δέντρο χαμογέλασε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στο ναυπηγείο, όμως κανένα δυνατό καράβι δε φτιάχτηκε εκείνη τη μέρα. Αντί γι' αυτό, το άλλο δυνατό δέντρο με το σφυρί και το πριόνι έγινε μια βάρκα για ψάρεμα. Παραήταν μικρή και αδύναμη για να περάσει τους ωκεανούς ή ακόμα και ένα ποτάμι. Παρά μονάχα το πήγαν σε μια μικρή λίμνη.
Το τρίτο δέντρο μπερδεύτηκε, όταν ο ξυλοκόπος το έκοψε σε δυνατά δοκάρια και το άφησε στο ξυλουργείο. «Τι έγινε;» αναρωτήθηκε το ψηλό αυτό δέντρο, «Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να στέκομαι στην κορφή του βουνού και να δείχνω τον Θεό...».
Πολλές μέρες και νύχτες πέρασαν. Τα τρία δέντρα σχεδόν ξέχασαν τα όνειρά τους.
Αλλά μια νύχτα, χρυσό φεγγαρόφως ξεχύθηκε πάνω στο πρώτο δέντρο καθώς μια νεαρή γυναίκα απόθεσε το νεογέννητο μωρό της μέσα στη φάτνη. «Μακάρι να μπορούσα να του φτιάξω μια κούνια», ψιθύρισε ο άντρας της. Η μητέρα έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε καθώς το φεγγαρόφωτο έλαμψε πάνω στο λείο και στιβαρό ξύλο. «Αυτή η φάτνη είναι όμορφη», είπε. Και ξαφνικά το πρώτο δέντρο κατάλαβε ότι κρατούσε τον μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου...
Ένα βράδυ, ένας κουρασμένος ταξιδιώτης και οι φίλοι του μπήκαν σε μια παλιά ψαρόβαρκα. Ο ταξιδιώτης αποκοιμήθηκε, καθώς το δεύτερο δέντρο άνοιξε ήσυχα τα πανιά του μέσα στη λίμνη. Γρήγορα σηκώθηκε σφοδρή καταιγίδα γεμάτη κεραυνούς. Το μικρό δέντρο λύγισε απ' το φόβο. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να μεταφέρει τόσους πολλούς επιβάτες με ασφάλεια μες στον αέρα και τη βροχή. Ο κουρασμένος άντρας ξύπνησε. Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του και είπε: «Ησύχασε..!». Η καταιγίδα σταμάτησε τόσο γρήγορα όσο είχε ξεκινήσει. Και ξαφνικά το δεύτερο δέντρο κατάλαβε ότι μετέφερε το βασιλιά του ουρανού και της γης...
Μια Παρασκευή πρωί το τρίτο δέντρο ξαφνιάστηκε όταν τράβηξαν το δοκάρι του από τον ξεχασμένο σωρό με τα ξύλα. Δείλιασε καθώς το μετέφεραν μέσα από τους χλευασμούς του αγριεμένου πλήθους. Τρόμαξε, όταν οι στρατιώτες κάρφωσαν τα χέρια ενός άντρα πάνω του. Ένιωσε άσχημο, τραχύ και σκληρόκαρδο. Αλλά την Κυριακή το πρωί, όταν ανέτειλε ο ήλιος και η γη κάτω απ' το δέντρο άρχισε να τρέμει με χαρά, το τρίτο δέντρο ήξερε ότι η αγάπη του Θεού είχε αλλάξει τα πάντα. Είχε κάνει το τρίτο δέντρο δυνατό. Και κάθε φορά που οι άνθρωποι σκέφτονταν το τρίτο δέντρο, σκέφτονταν τον Θεό. Αυτό ήταν καλύτερο από το να είναι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο... ]]
Τρία δέντρα, λοιπόν, με το όνειρο να έχουν σημαντική θέση. Να γίνει πολύς λόγος γύρω απ’ αυτά. Τρία δέντρα με προτεταμένο το “εγώ”, που ήθελαν να είναι σημαντικά και οι άνθρωποι να τα θαυμάζουν. Είναι ωραίο να κάνεις όνειρα. Να θέλεις να γίνεις κάτι το σημαντικό. Αλλοίμονο αν βαλτώσεις στα λασπόνερα του τίποτα. Όμως: «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει.» Γιατί ο Θεός μας έχει αναθέσει έναν ειδικό ρόλο μέσα στην παγκόσμια σκηνή της ζωής! Κι αυτό που για εμάς είναι σημαντικό, ίσως γι’ Αυτόν να είναι ασήμαντο. Επειδή αγνοούμε τον ειδικό μας ρόλο, δεν μας είναι εύκολο να πούμε: «πλήν μη το θέλημά μου, αλλά το σον γινέσθω».
Το πρώτο δέντρο ήθελε να γίνει ένα ωραίο σκαλιστό σεντούκι, όπου να φυλάνε χρυσά νομίσματα και πανάκριβα κοσμήματα. Να είναι καλυμμένο με χρυσό και πολύτιμους λίθους και να το θαυμάζουν όλοι σαν το καλύτερο θησαυροφυλάκιο. Μα έγινε ένα ταπεινό παχνί, όπου έβαζαν την τροφή των ζώων. Αυτό το ασήμαντο παχνί έμελλε να τραγουδηθεί με τα λόγια: «Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων, ο Βασιλεύς των Ουρανών και ποιητής των όλων» και ο ευαγγελιστής να γράψει: «και έτεκεν τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκάς, β΄, 7). Το μωρό που είχε σαν πρώτη του κούνια το ταπεινό παχνί ήταν Αυτό για το οποίο: «και εξαίφνης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν λεγόντων• δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδικία» (Λουκάς, β΄, 13-14). Το πρώτο δέντρο, που έγινε παχνί για ζώα, είχε τελικά την μεγάλη τιμή να φιλοξενήσει στην αγκαλιά του τον μεγαλύτερο θησαυρό, τον ίδιο τον ενσαρκωθέντα Θεό!
Το δεύτερο δέντρο είχε την ατυχία να μη γίνει βασιλικό σκαρί. Έγινε ένα μικρό πλοιάριο ψαράδων, ένα φτωχικό ψαροκάικο. Για το ταπεινό ψαροκάικο έγραψε ο ευαγγελιστής: «και εμβάντι αυτώ εις το πλοίον ηκολούθησαν αυτώ οι μαθηταί αυτού. Και ιδού σεισμός μέγας εγένετο εν τη θαλάσση, ώστε το πλοίον καλύπτεσθαι υπό των κυμάτων• αυτός δε εκάθευδε. Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ήγειραν αυτόν λέγοντες• Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα.και λέγει αυτοίς• τι δειλοί εστε, ολιγόπιστοι; Τότε εγερθείς επετίμησε τοις ανέμοις και τη θαλάσση, και εγένετο γαλήνη μεγάλη.» (Ματθαίος, η΄, 23-26). Πάνω στο σκαρί που φτιάχτηκε από το δεύτερο δέντρο μπορεί να μην στάθηκε γήινος βασιλιάς με φανταχτερή στολή και στέμμα, αλλά για λίγο αναπαύτηκε ο Βασιλιάς του Ουρανού και της Γης κι όλου του Σύμπαντος! Άκουσε το λόγο Του και είδε τα θαυμάσιά Του!
Το τρίτο δέντρο δεν έγινε πανύψηλο, που να το αντικρίζουν οι άνθρωποι πάνω στο λόφο και να σκέφτονται το Θεό. Το έσχισαν και το έκαναν κομμάτια που τα έριξαν σε μια αποθήκη. Από αυτά τα κομμάτια έφτιαξαν αργότερα- όταν το δέντρο είχε εντελώς απογοητευτεί για την κακοτυχία του- ένα αιώνιο σύμβολο για το οποίο ο ευαγγελιστής έγραψε: «παρέλαβον δε τον Ιησούν και ήγαγον• και βαστάζων τον σταυρόν αυτού εξήλθεν εις τον λεγόμενον κρανίου τόπον, ος λέγεται Εβραϊστί Γολγοθά, όπου αυτόν εσταύρωσαν,» (Ιωάννης, ιθ΄, 17-18) Το τρίτο δέντρο έγινε το τίμιο ξύλο!
Τα δέντρα, σαν ήσαν μικρά οραματιζόντουσαν να γίνουν σημαντικά και να τραβήξουν πάνω τους τα μάτια του κόσμου. Αν πραγματοποιούνταν ο οραματισμός τους και γινόταν καταπώς ήθελαν, για πόσο χρόνο θα τραβούσαν την προσοχή του κόσμου; Το πρώτο θα το έτρωγε το σαράκι και μετά εκατό, άντε διακόσια χρόνια,, αφού του αφαιρούσαν όλο το διάκοσμο, θα το πετούσαν ή θα το έκαιγαν. Το δεύτερο θα θαλασσοδερνόταν και μετά από πενήντα χρόνια θα κείτονταν σαν άψυχο κουφάρι, φαγωμένο από την αρμύρα, σε μια αμμουδιά χωρίς να θυμίζει τίποτα από τα περασμένα μεγαλεία. Το τρίτο θα ζούσε περήφανο διακόσια, άντε πεντακόσια χρόνια, και μετά θα ξεραινόταν για να το κόψουν οι ξυλοκόποι να το κάνουν καυσόξυλα. Η επέμβαση της μεγαλοσύνης του Θεού έκανε τα τρία δέντρα κεντρικά και αιώνια σύμβολα της θρησκείας Του, κυρίαρχα για δύο χιλιάδες χρόνια στη συνείδηση των χριστιανών και για όσο υπάρχει αυτός ο κόσμος! Η πρόσκαιρη σημαντικότητα- κατά την προσδοκία των δέντρων- με θεία επέμβαση μετουσιώθηκε σε αιώνια! Ο Θεός, λοιπόν, επεφύλασσε έναν μεγαλύτερο ρόλο στα δέντρα της παραβολής!
Την εικόνα των δέντρων τώρα θα τη μεταφέρουμε στους ανθρώπους. Οι εικόνες των παραβολών κρύβουν μεγάλα μηνύματα, καθόσον: «ανοίξω εν παραβολαίς το στόμα μου, ερεύξομαι κεκρυμμένα από καταβολής κόσμου» (Ματθαίος, ιγ΄, 35). Κανένας άνθρωπος, όσο ασήμαντος κι ανάξιος μας φαντάζει, όσο χαμηλά κι αν πέσει, δεν είναι ασήμαντος στο αιώνιο σχέδιο του Θεού. Όλοι μας είμαστε σημαντικοί, γιατί όλοι μας είμαστε παιδιά Του και φέρουμε μέσα μας το Πνεύμα Του. Το Πνεύμα που κατέβηκε στην ύλη και αποζητάει, σε ένα γιγάντιο αγώνα, μέσα από τον μαχόμενο άνθρωπο, να γυρίσει στην πηγή Του. Δε βιάζεται. Μονάχα ο άνθρωπος νιώθοντας την εφήμερη ζωή του, βιάζεται. Και βιάζεται γιατί ταυτίζεται με το εφήμερο, το θνητό σώμα. Ξεχνάει πως δεν είναι το σώμα του, αλλά είναι το αιώνιο ενοικούν σ’ αυτόν πνεύμα. Μπορεί το πνεύμα να βρίσκεται σε ληθαργική κατάσταση, μα βρίσκεται μέσα μας, έτοιμο να αφυπνιστεί μόλις εμείς το θελήσουμε και γοργά να μας οδηγήσει στην πηγή Του.
Όλα ξεκίνησαν όταν έγινε η “μεγάλη έκρηξη”. Μέρος του Πνεύματος περιόρισε τις δονήσεις του και έγινε ύλη. Το πνεύμα εγκλωβίστηκε στην ύλη και δημιουργήθηκε το σύμπαν. Γι’ αυτό λέμε ότι ο Θεός είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Η δημιουργία ακολουθεί ένα σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο σταδιακά το πνεύμα, αφού περάσει από διάφορες φάσεις, θα απεγκλωβιστεί από την ύλη, θα αυξήσει τις δονήσεις του και θα επανέλθει στην πηγή Του, την αγκάλη του Θεού, θα επιστρέψει στον “Οίκο του Πατρός”.
Ο Ν. Καζαντζάκης δεν ήταν ένας αιρετικός συγγραφέας μυθιστορημάτων και ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Πάνω απ’ όλα ήταν ένας μύστης των θείων μυστηρίων! Κάποια απ’ αυτά, συμβολικά, προσπάθησε να μας κοινοποιήσει μέσα από τα έργα του. Γι’ αυτό και πολλές φορές ανατρέχουμε στα όσα έγραψε. Στο συμβολικό έργο του “Ασκητική” γράφει:
[[Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!
Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!
Άκου την καρδιά σου κι ακλούθα τον. Σύντριψε το σώμα σου κι ανάβλεψε: Όλοι είμαστε ένα!
Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ. Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατί ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι. Αγάπα το σώμα σου∙ μονάχα με αυτό στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνευματώσεις την ύλη. Αγάπα την ύλη∙ απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του. ]]
Την ανοδική πορεία του πνεύματος περιγράφει και το παρακάτω μυστικιστικό ποίημα:
« Πέθανα σαν ορυκτό και έγινα φυτό∙
πέθανα σαν φυτό και ξαναγεννήθηκα σαν ζώο∙
πέθανα σαν ζώο και γεννήθηκα άνθρωπος.
Γιατί λοιπόν να φοβάμαι; Πότε μίκρυνα πεθαίνοντας;
Την επόμενη φορά θα πεθάνω σαν άνθρωπος
για να μπορέσω να βγάλω τα φτερά του αγγέλου.
Και από τον άγγελο πρέπει ακόμα να προχωρήσω∙
για άλλη μια φορά θα τραβήξω το δρόμο μου
πάνω από τους αγγέλους και θα γίνω αυτό που
δεν μπορεί να συλλάβει η φαντασία∙
αληθινά σε Κείνον επιστρέφουμε!»
Και πάλι θα συνεχίσουμε με ένα άλλο απόσπασμα του Κρητικού διανοητή από την “Ασκητική”:
[[Κινήσαμε από ένα χάος παντοδύναμο, από μιαν αξεδιάλυτη, πηχτή, φως και σκοτάδι άβυσσο. Και μαχόμαστε όλοι- φυτά, ζώα, άνθρωποι, ιδέες- στο λιγόστιγμο τούτο διάβα της ατομικής ζωής, να ρυθμίσουμε εντός μας το Χάος, να λαγαρίσουμε την άβυσσο, να κατεργαστούμε μέσα στα κορμιά μας όσο πιότερο σκοτάδι μπορούμε, να το κάμουμε φως.
Δε μαχόμαστε για το εγώ μας, μήτε για τη ράτσα, μήτε για την ανθρωπότητα. Δε μαχόμαστε για τη Γη, μήτε για ιδέες. Όλα τούτα είναι πρόσκαιρα και πολύτιμα σκαλοπάτια του Θεού που ανηφορίζει- και γκρεμίζουνται, ευθύς ως πατήσει ο Θεός ανεβαίνοντας.
Στη μικρότατη αστραπή της ζωής μας, νιώθουμε να πατάει πάνω μας αλάκερος ο Θεός, και ξαφνικά νογούμε: Αν έντονα όλοι πεθυμήσουμε, αν οργανώσουμε όλες τις ορατές κι αόρατες δυνάμεις της γης και τις ρίξουμε προς τ’ απάνω, αν παντοτινά άγρυπνοι όλοι μαζί παραστάτες παλέψουμε- το Σύμπαντο μπορεί να σωθεί.
Όχι ο Θεός θα μας σώσει∙ εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα. Μα μπορεί όλος μας ο αγώνας να πάει χαμένος. Αν κουραστούμε, αν λιγοψυχήσουμε, αν μας κυριέψει πανικός, όλο το Σύμπαντο κιντυνεύει.
Η ζωή είναι στρατιωτική θητεία στην υπηρεσία του Θεού. Κινήσαμε σταυροφόροι να λευτερώσουμε, θέλοντας και μη, όχι τον Άγιο Τάφο, παρά το Θεό το θαμμένο μέσα στην ύλη και μέσα στην ψυχή μας. ]]
Υπάρχει μια νομοτελειακή τάση μέσα σε όλα για εξέλιξη. Όλο το σύμπαν ακολουθεί τη θεία νομοτέλεια! Είναι το Σχέδιο του Θεού! Μια ώθηση, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, οδηγεί προς τα άνω. Και στο θείο σχέδιο η θέση του ανθρώπου είναι σημαντικότατη. Μέσα του αντιπαλεύουν οι δυνάμεις της φθοράς, της θνητότητας, και της αφθαρσίας, της αθανασίας. Ο άνθρωπος είναι το πεδίο μάχης των εωσφορικών και των θείων δυνάμεων. Σε ορισμένους επικρατούν οι δυνάμεις του φωτός κι έτσι αναδύονται οι άγιοι. Και όλοι μας μαχόμαστε να γίνουμε κάποτε σαν κι αυτούς… Από εμάς τους ασήμαντους θα προκύψουν οι σημαντικοί…! Την ώθηση που αναφέραμε, ο Καζαντζάκης την περιγράφει σαν κραυγή στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο”:
[[Φυσάει ουρανού και γης και μέσα στην καρδιά μας και στην καρδιά του κάθε ζωντανού μια γιγάντια πνοή, που τη λένε Θεό. Μια Κραυγή μεγάλη. Το φυτό ήθελε ασάλευτο να κοιμάται δίπλα στα λιμνάζοντα νερά∙ μα η κραυγή τινάζουνταν μέσα του, του ταρακουνούσε τις ρίζες: «Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!» Αν το δέντρο μπορούσε να στοχαστεί και να κρίνει, θα φώναζε: «Δε θέλω, πού με σπρώχνεις; Ζητάς τ’ αδύνατα!» Μα η Κραυγή ταρακουνούσε τις ρίζες, ανήλεη, φώναζε: «Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!»
Φώναζε χιλιάδες αιώνες∙ και να, πεθυμώντας, αγωνιώντας, η ζωή ξέφυγε από το ασάλευτο δέντρο, λυτρώθηκε. Πρόβαλε το ζώο, βολεύτηκε μέσα στα νερά, μέσα στη λάσπη, σκούληκας. «Καλά είμαι εδώ, ησυχία, ασφάλεια, δεν το κουνώ!» Μα η φοβερή Κραυγή καρφώθηκε ανήλεη απάνω στα νεφρά του: «Φύγε από τη λάσπη, σηκώσου ορθός, γέννησε ανώτερό σου!
- Δε θέλω, δεν μπορώ!
- Εσύ δεν μπορείς, μα εγώ μπορώ∙ σήκω απάνω!»
Χιλιάδες αιώνες, και να, ξεπρόβαλε, τρεμάμενος απάνω στ’ άπηχτα ακόμα πόδια του, ο άνθρωπος.
Ένα Κένταυρος ο κόσμος∙ τ’ αλογίσια πόδια είναι καρφωμένα στη γης, μα το σώμα του, το στήθος ως το κεφάλι, το τυραννάει και το δουλεύει η ανελεήμονη Κραυγή∙ μάχεται, χιλιάδες πάλι αιώνες, να βγει από το θηκάρι του ζώου, σαν σπαθί. Μάχεται, αυτός είναι ο καινούριος αγώνας, να βγει κι από το θηκάρι του ανθρώπου. «Που πάω; Φωνάζει απελπισμένος ο άνθρωπος∙ έφτασα στην κορφή∙ παραπέρα το χάος.
- Παραπέρα είμαι εγώ∙ σηκώσου απάνω!» Κάθε πράμα είναι Κένταυρος∙ αν δεν ήταν, ο κόσμος θα σάπιζε ακίνητος και στείρος. ]] (Α.Γ.)
Δύσκολα διακρίνουμε τους σημαντικούς ανθρώπους, γιατί τα υλικά μας κριτήρια μας οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Αν εξετάσουμε την παραβολή του καλού Σαμαρείτη (Λουκάς, ι΄, 25- 37), εκεί αναφέρονται δύο- με ανθρώπινα κριτήρια- σημαντικοί άνθρωποι, ο ιερέας και ο Λευίτης (Ιουδαίος κληρικός), οι οποίοι όμως άφησαν αβοήθητο τον ετοιμοθάνατο από την επίθεση των ληστών συμπατριώτη τους Ιουδαίο. Τον σπλαχνίστηκε και τον έσωσε ένας ξένος, ένας ασήμαντος περαστικός Σαμαρείτης (κι ήταν γνωστή η αντιπαλότητα εκείνη την εποχή Ιουδαίων- Σαμαρειτών). Οι σημαντικοί στα μάτια των ανθρώπων ιερωμένοι αποδείχτηκαν ασήμαντοι στα μάτια του Θεού, αν και ήσαν λειτουργοί Του. Ο ασήμαντος και μάλιστα εχθρός στα μάτια των Ιουδαίων, αποδείχτηκε σημαντικός στα μάτια του Θεού, γιατί υλοποίησε το: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς» (Λουκάς, στ΄, 27) και έσωσε από τον θάνατο ένα άλλο τέκνο Του.
Στο χωριό μας ζούσε πριν από πολλά χρόνια μια ασήμαντη- εμφανισιακά και κοινωνικά- φτωχή γυναίκα, η κυρά Γιωργίτσα, γνωστή με το παρατσούκλι της “Κοντούλα”, γιατί ήταν πολύ κοντή. Στην Κατοχή ανέβηκαν στο χωριό δυο στρατιώτες Γερμανοί, που έδρευαν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σφίγγας, για να αγοράσουν τρόφιμα. Στην είσοδο του χωριού μας είναι το νεκροταφείο. Εκεί τους έστησαν καρτέρι κάποιοι της αντίστασης και τους σκότωσαν. Διαβλέποντας τον κίνδυνο από τα αντίμετρα των κατακτητών, η κυρά Γιωργίτσα, με ψυχή ψηλή μέχρι τον ουρανό, έσυρε τα πτώματα των Γερμανών, τα έριξε σε έναν άδειο τάφο κι από πάνω έβαλε μια μαρμάρινη ταφόπλακα. Όταν είδαν οι άλλοι στρατιώτες πως αργούσαν να επιστρέψουν οι σύντροφοί τους, τους αναζήτησαν κι απειλούσαν τους κατοίκους του χωριού ότι θα κάψουν το χωριό αν είχαν πάθει κακό οι συμπατριώτες τους. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό τους ότι θα ήσαν θαμμένοι σε έναν ελληνικό τάφο, από μια εμφανισιακά ασήμαντη γυναίκα. Η αναζήτησή τους απέβη άκαρπη και υπόθεσαν πως τους πήραν όμηρους οι αντάρτες- άρα δεν φταίγανε οι κάτοικοι του χωριού- κι έτσι το χωριό γλίτωσε το κάψιμο! Η ασήμαντη κυρά Κοντούλα, με την ηρωική ψυχή, έγινε αιτία να μη θρηνήσουμε θύματα όπως στο Δίστομο και στα Καλάβρυτα και στο σχέδιο του Θεού έγινε πολύ σημαντική!
Στην καθημερινή μας ζωή δεν δικαιούμαστε κανέναν να απορρίψουμε. Πόσες φορές αναφερθήκαμε περιφρονητικά στους σκουπιδιάρηδες; Έρχεται όμως η περίοδος, κατά την οποία απεργούν και μαζεύονται λόφοι σκουπιδιών στη γειτονιά μας, για να εκτιμήσουμε τη δουλειά τους. Αν στο σχολείο κάποιος δεν ήταν καλός μαθητής, τον κοροϊδεύαμε και του λέγαμε «θα γίνεις τσοπάνης». Τα κοψίδια όμως μας αρέσουν και με το παραπάνω!
Δεν είσαι ασήμαντος υπαλληλάκο, που εξυπηρετείς τον συνάνθρωπό σου φροντίζοντας να παρακάμψεις την υπηρεσιακή δυσκαμψία χωρίς να δεχτείς το λάδωμα που σου προσφέρει. Και το απόγευμα στο σπίτι μιλάς για τιμιότητα στα παιδιά σου και αξιοκρατία. Να τιμούν τον διπλανό τους και να τον βοηθούν με όποιο τρόπο μπορούν. Ούτε εσύ δασκαλάκο και καθηγητάκο, που το σύστημα και η κοινωνία σε έχει απαξιώσει, όταν μπόρεσες να εμπνεύσεις έστω και πέντε μαθητές σου και να τους μεταδώσεις ήθος, υψηλές ιδέες και να τους καλλιεργήσεις την αρετή. Δεν είσαι ασήμαντος αγροτικέ γιατρουδάκο, όταν έδωσες θάρρος και αυτοπεποίθηση στον μοναχικό γεροντάκο στο χωριό. Ούτε εσύ, που χαμογέλασες με καλοσύνη και είπες δυο λόγια παρηγοριάς στον άνεργο γείτονα και του δάνεισες- έστω δανεικά κι αγύριστα- για να μην πεινάσουν τα παιδιά σου, Κι εσύ που αύριο- αν έρθουν μέρες δύσκολες και πείνας- θα δώσεις μια κότα από το κοτέτσι σου στον άγνωστο συνάνθρωπό σου για να τον κρατήσεις στη ζωή.
Πολλές φορές, ανθρώπους που απορρίπτουμε, ο Θεός τους έχει σημαντικούς: «Λίθον, ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» (Ψαλμός 117, 22). Μας έκανε εντύπωση σε ένα βιβλίο που διαβάσαμε η διδαχή του σημαντικού μέσα από μια μύηση. Σε ένα μυστικιστικό τάγμα περιγράφεται η αναγκαιότητα ακόμη και αυτών, που απορρίπτονται, μέσα από την μυητική διαδικασία. Περιγράφεται η ανοικοδόμηση ενός περίλαμπρου ναού, όπου εργάζονται εκατοντάδες εργάτες και τεχνίτες. Ο επικεφαλής αρχιτέκτονας κάποια μέρα έδωσε σε 12 εργάτες- λαξευτές να σκαλίσουν τους λίθους για να φτιάξουν μια ωραιότατη αψίδα. Οι λαξευμένοι λίθοι είχαν παράξενο σχήμα, τμήματα τόξων, ενώ ο ένας ήταν σαν σφήνα. Οι υπόλοιποι εργάτες λάξευαν τους λίθους σε κυβικό ή ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο σχήμα. Όταν πήγαν οι εργάτες τους λίθους στους ελεγκτές, αυτοί τους μετρούσαν, έβλεπαν το σχήμα και τους έβαζαν στην κατάλληλη θέση ώστε την επόμενη μέρα να τους χρησιμοποιήσουν οι κτίστες. Σαν είδαν τους παράξενους λίθους των δώδεκα εργατών, που ήσαν πέρα από το σύνηθες σχήμα, τους απέρριψαν ζητώντας από αυτούς να τους ρίξουν στο σωρό με τα άχρηστα υλικά. Την επόμενη μέρα θέλησε ο αρχιτέκτονας τους ειδικού σχήματος λίθους, αλλά δεν τους βρήκε. Ζήτησε από τους ελεγκτές τους λίθους για την αψίδα. Αυτοί πανικόβλητοι του είπαν πως τους έριξαν στα άχρηστα. Με αυστηρότητα απαίτησε ο αρχιτέκτονας να ψάξουν στα άχρηστα, να τους βρουν, να τους καθαρίσουν και να τους πάνε στο μέρος που θα ανεγερθεί η αψίδα. Έτσι κι έγινε. Τελικά οι απορριφθέντες λίθοι σχημάτισαν το ωραιότερο μέρος του ναού.
Επομένως κανείς δε γνωρίζει το Κοσμικό Σχέδιο του Θεού, του αρχιτέκτονα του σύμπαντος. Σε ορισμένους ανθρώπους έχει ορίσει ειδικό ρόλο, που πολλές φορές φαίνεται παράξενος σε εμάς. Αυτούς τους ανθρώπους συνήθως τους απορρίπτουμε γιατί δεν μοιάζουν στο πλήθος. Πόσο δίκιο έχουμε; Και πόσο γνωρίζουμε το θείο σχέδιο; Θα πάμε τη σκέψη μας τώρα λίγο μακριά, πέρα από τα καθιερωμένα (ίσως κάποιοι την παρεξηγήσουν): Ο Ιούδας- που όλοι έχουμε απορρίψει στη συνείδησή μας σαν προδότη του Ιησού- μήπως είχε επιφορτιστεί έναν ειδικό ρόλο, εξαιρετικά αναγκαίο, στο θείο δράμα της σταυρικής θυσίας; Δεν έχει δίκιο ο απόστολος των εθνών λέγοντας: «εν ω και εκληρώθημεν προορισθέντες κατά πρόθεσιν του τα πάντα ενεργούντος κατά την βουλήν του θελήματος αυτού» (Απ. Παύλος, Προς Εφεσίους, α΄, 11) ; Κατά συνέπεια, δίκαια έγραψε ο Σοφοκλής στην τραγωδία “Φιλοκτήτης”: «Ανθρώποισι τας μεν εκ θεών τύχας δοθείσας έστ’ αναγκαίον φέρειν.» (Οι άνθρωποι πρέπει να υπομένουν τις τύχες που τους έδωσαν οι θεοί).
Εμείς, τα ανθρωπάκια στη νοοτροπία, να κατανοήσουμε ότι είμαστε σημαντικοί στο θείο σχέδιο. Και είμαστε σημαντικοί, γιατί η Βασιλεία των Ουρανών δεν προορίζεται για ασήμαντους. Άλλοι- αυτοί που θέλουν να μας εκμεταλλεύονται, κάποιοι πολιτικοοικονομικά και κάποιοι στο όνομα του Θεού- μας θεωρούν ασήμαντους. Ας κλείσουμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες. Να βγάλουμε από πάνω μας τη δορά του πρόβατου και να απορρίψουμε τον χαρακτηρισμό του δούλου. Εξάλλου ο Ιησούς μας είπε: «ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποεί αυτού ο κύριος∙ υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν.» (Ιωάννης, ιε΄, 15).
Πολλά ερωτήματα στροβιλίζονται στο μυαλό μας. Ας ηρεμήσουμε κι ας έχουμε εμπιστοσύνη στο Θείο. Να ακούσουμε όσα είπε ο καλόγερος στον Καζαντζάκη, όπως τα αναφέρει στο “Αναφορά στον Γκρέκο”:
[[ πολλές έγνοιες σε τρώνε, πολλά ζητάς, πολλά ρωτάς, τρως την καρδιά σου∙ μα το καλό που σου θέλω, μη σε πιάνει πρεμούρα να βρεις την απάντηση∙ μην πας εσύ να τη βρεις, αυτή θα ‘ρθει να σε βρει∙ άκου που σου λέω, κάθου ήσυχος, έρχεται. Κι άκου να σου πω ένα λόγο που μου ’πε μια μέρα ο γέροντάς μου: Ένας καλόγερος ζητούσε σε όλη του τη ζωή το Θεό. Και μόνο όταν πια ψυχομαχούσε κατάλαβε πως ο Θεός τον ζητούσε. ]]
Αν εμείς κάνουμε ένα βήμα προς Αυτόν, Αυτός θα κάνει εννέα βήματα προς εμάς. Ο Ιησούς μας έχει βεβαιώσει: «αιτείτε, και δοθήσετε, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν∙ πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται.» (Ματθαίος, ζ’, 7-8)


Δεν υπάρχουν σχόλια: