Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Η ζωή

[[ δαμ- ων ]]

Πέρασε και η σημαδιακή ημέρα της 21- 12- 2012! Η ημέρα του τέλους, όπως έλεγαν κάποιοι, του κόσμου! Όσο κι αν θέλησαν να της προσδώσουν μυστηριώδη και συντελειακή σημειολογία, ήταν τελικά μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Γιατί το μυστήριο δεν βρίσκεται στην ημέρα. Το μυστήριο βρίσκεται στη ζωή, μέρος της οποίας είμαστε εμείς: εσύ, εγώ, ο καθένας μας. Στη ζωή που είναι διάχυτη σε όλο το Σύμπαν και της οποίας ένα πολύ μικρό μέρος μπορούμε να αντιληφθούμε. Κι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δυσκολευόμαστε ή δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε. Όλη η φύση σφύζει από ζωή. Αλλά ο σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος είχε πει: «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» ( η φύση αρέσκεται στο να κρύβεται). Έτσι η ζωή μοιάζει να είναι το μεγάλο μυστήριο. Και χαρά σε όποιον μπορεί να ξεδιαλύνει, λίγο ή πολύ, το μέγα μυστήριο. Ο Ν. Καζαντζάκης, στο μυθιστόρημα “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, γράφει:
[[ Όλα έχουν ένα κρυφό νόημα στον κόσμο ετούτον, συλλογίστηκα. Όλα, άνθρωποι, ζώα, δέντρα, άστρα, είναι ιερογλυφικά, και χαρά σ’ εκείνον, που αρχίζει να τα συλλαβίζει και να μαντεύει τι λένε… Τη στιγμή που τα βλέπεις δεν καταλαβαίνεις∙ θαρρείς πως είναι άνθρωποι, ζώα, δέντρα, άστρα∙ μονάχα ύστερα από χρόνια, πολύ αργά, μπαίνεις στο νόημα. ]]
Σήμερα θα πασχίσουμε να συλλαβίσουμε το νόημα της ζωής. Το σίγουρο είναι ότι δε μπορούμε να διαβάσουμε το μεγάλο βιβλίο της ζωής. Γιατί αυτό το βιβλίο της ζωής είναι μια μικρή περίληψη, ένα μικρό αντίγραφο, της μεγάλης Ζωής, για την οποία ο Ιησούς είπε: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάννης, ιδ΄, 6). Για να συμπληρώσει αλλού: «εγώ ειμί ο άρτος της ζωής… εγώ ειμι ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς• Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα, και ο άρτος δε ον εγώ δώσω, η σαρξ εστιν, ην δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής.» (Ιωάννης, στ΄, 47 και 51) … Επομένως, μόνο θα συλλαβίσουμε… Γιατί αν μπορούσαμε να διαβάσουμε δεν θα είχαμε τόσα πολλά ερωτήματα.

Η συνέχεια >>> εδώ ….

Ερωτήματα όπως αυτά που θέτει στον καλαμαρά Καζαντζάκη ο αγράμματος Ζορμπάς:
[[ Ο Ζορμπάς στράφηκε πάλι σε μένα.
- Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές• θα ‘χεις στύψει δυο- τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί• τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε• αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η καλοσύνη, μήτε η Νίκη• μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ΄ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
- Δεν απαντάς; Έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
- Είμαστε σκουλήκια μικρά- μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας• τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα• τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει• το γευόμαστε, τρώγεται• το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου• από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω το χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια- ανάρια το θρό που κάνουν τ’ άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
- Τι αρχίζει; Ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
- … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : «Θεός»• άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα• βασανίζουνταν να καταλάβει.
- Εγώ, είπε στο τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο• τον κοιτάζω και δε φοβάμαι όμως ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
- Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!»
Δε μιλούσα• στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
- Δεν είμαι λεύτερος; Ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση- αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ‘ξερα, και γι’ αυτό δε μιλούσα. ]]
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, έβαλε μια πέτρα προσκεφάλι και ξάπλωσε.
- Καληνύχτα, αφεντικό, είπε• φτάνει. ]]
Ο αγράμματος Αλέξης Ζορμπάς, αλλά σοφός μέσα από τα μαθήματα που του έδωσε η ίδια η πολυκύμαντη ζωή του, κάνει βασανιστικές ερωτήσεις στο γραμματιζούμενο αφεντικό του, που έχει φάει σε χιλιάδες οκάδες χαρτιού τη γνώση. Ποιος έκαμε τον κόσμο; γιατί τον έκαμε; Τι είναι η ζωή; Ποιός είναι ο σκοπός, για τον οποίο βρισκόμαστε πάνω στη γη; Γιατί ζούμε; Και το μεγαλύτερο ερώτημα: γιατί να πεθαίνουμε;
Πάλι θα χρησιμοποιήσουμε μια απλή ιστορία- την ιστορία δύο φύλλων, στα οποία δώσαμε ανθρώπινα ονόματα για να δείξουμε ότι έχουν κι αυτά ζωή- για να ξεδιαλύνουμε κάπως τον σκοπό της ζωής:
[[ Το φύλλο, που το έλεγαν Κωστή, είχε μεγαλώσει. Είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά την Άνοιξη, σαν ένας μικρός βλαστός, σε ένα μεγάλο κλωνάρι στην κορυφή ενός πανύψηλου δέντρου. Ο Κωστής περιβαλλόταν από εκατοντάδες άλλα φύλλα, ίδια σαν κι αυτόν, ή τουλάχιστον έτσι φαίνονταν. Δεν άργησε όμως να ανακαλύψει, ότι κανένα φύλλο, δεν ήταν εντελώς όμοιο με κάποιο άλλο, παρόλο που βρισκόταν στο ίδιο δέντρο. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί. Ήταν το μεγαλύτερο φύλλο στο κλωνάρι και φαίνεται ότι βρισκόταν εκεί, πριν από όλα τα άλλα φύλλα. Στον Κωστή φάνηκε μάλιστα, ότι ο Γιωργής δεν ήταν μόνο το πιο παλιό φύλλο, αλλά και το πιο σοφό. Ο Γιωργής ήταν αυτός που τους είχε εξηγήσει, ότι όλα τα φύλλα αποτελούσαν ένα μέρος του δέντρου. Κι ακόμα, τους είχε πει, ότι το δέντρο τους, είχε γερές ρίζες, κρυμμένες βαθιά μέσα στο χώμα. Τους είχε μιλήσει για τα πουλιά που κάθονταν πάνω στα κλαδιά και τιτίβιζαν εκεί τα πρωινά τους τραγούδια. Τους εξήγησε για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και τις εποχές …
… Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα όμορφο. Πολλοί άνθρωποι περνούσαν την ώρα τους στο πάρκο αυτό το καλοκαίρι. Συχνά κάθονταν κάτω από το δέντρο του Κωστή. Ο Γιωργής εξήγησε στον Κωστή, ότι το να προσφέρει τον ίσκιο του στους ανθρώπους, ήταν ένα μέρος από τον σκοπό του.
- «Τι είναι ο σκοπός ;» ζήτησε να μάθει ο Κωστής.
- «Ένας λόγος για να υπάρχεις» απάντησε ο Γιωργής. «Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να κάνουμε τα πράγματα πιο ευχάριστα για τους άλλους. Ένας λόγος για να υπάρχουμε είναι να δίνουμε τον ίσκιο μας στους γέρους που έρχονται εδώ. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να βρίσκουν τα παιδιά ένα δροσερό μέρος για να παίζουν. Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι για να υπάρχουμε.»
… Όμως το καλοκαίρι του Κωστή πέρασε γρήγορα. Χάθηκε μια νύχτα του Οκτώβρη. Ποτέ ο Κωστής δεν είχε νιώσει τόση παγωνιά. Όλα τα φύλλα έτρεμαν από το κρύο. Και πάλι ήταν ο Γιωργής που τους εξήγησε, ότι αυτό που ένοιωσαν, ήταν ο πρώτος παγετός, το σημάδι ότι ήταν κιόλας Φθινόπωρο, ότι ό Χειμώνας δε θα αργούσε να έρθει.
Μια μέρα ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγριεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.
Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.
«Τι συμβαίνει ;» ρωτούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους.
«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει κάθε Φθινόπωρο» τους εξήγησε ο Γιωργής. «Είναι καιρός για τα φύλλα να αλλάξουν κατοικία. Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν αυτό θάνατο».
«Θα πεθάνουμε όλοι ;» ρώτησε ο Κωστής.
«Ναι» αποκρίθηκε ο Γιωργής.
«Όλα πεθαίνουν. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλα, ή πόσο μικρά είναι, πόσο αδύνατα ή πόσο δυνατά. Πρώτα επιτελούμε το καθήκον μας. Ζούμε τον ήλιο και το φεγγάρι, τον άνεμο και την βροχή. Μαθαίνουμε να χορεύουμε και να γελάμε. Έπειτα πεθαίνουμε.»
«Εγώ δε θα πεθάνω !» είπε αποφασιστικά ο Κωστής. «Εσύ Γιωργή ;»
«Ναι» απάντησε ο Γιωργής. «Όταν έρθει η ώρα μου».
«Πότε θα είναι αυτό ;» ρώτησε ο Κωστής.
«Κανένας δεν είναι σίγουρος» αποκρίθηκε ο Γιωργής.
Εκείνο τα απόγευμα στο χρυσό φως του δειλινού, ο Γιωργής κόπηκε από το κλωνάρι του. Έπεσε χωρίς καμιά προσπάθεια. Καθώς έπεφτε φαινόταν να χαμογελάει ειρηνικά. «Αντίο προς το παρόν Κωστή» είπε.
Τώρα ο Κωστής ήταν ολομόναχος. Το μόνο φύλλο που είχε απομείνει στο κλαδί.
Την άλλη μέρα το πρωί έπεσε το πρώτο χιόνι. Ελάχιστα φάνηκε ο ήλιος την ημέρα εκείνη που ήταν πολύ σύντομη.
Τα χαράματα ο άνεμος πήρε τον Κωστή από το κλωνάρι του. Καθόλου δεν πόνεσε. Ένοιωσε να πλέει ήρεμα, απαλά και αθόρυβα μέσα στο κενό, όλο προς τα κάτω.
Καθώς έπεφτε, είδε ολόκληρο το δέντρο για πρώτη φορά. Πόσο δυνατό και σταθερό ήταν ! Ήταν σίγουρος, ότι το δέντρο θα ζούσε για πολύ καιρό ακόμα. Κι ακόμα ήξερε, ότι ο ίδιος ήταν μέρος από τη ζωή αυτού του
δέντρου. Η γνώση αυτή τον έκανε υπερήφανο.
Ο Κωστής έπεσε πάνω σε ένα χώρο από χιόνι. Σ’ αυτή τη νέα του θέση έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ο ξερός και άχρηστος εαυτός του, όπως τον νόμιζε τώρα, θα γινόταν ένα με το νερό και θα χρησίμευε να γίνει το δέντρο πιο δυνατό. Πιο πολύ απ’ όλα δεν ήξερε ότι εκεί, κοιμισμένα μέσα στο δέντρο και τη γη, υπήρχαν κιόλας σχέδια για να βγουν νέα φύλλα την Άνοιξη.
Γρήγορα το δέντρο έμεινε σχεδόν γυμνό.
«Φοβάμαι να πεθάνω» είπε ο Κωστής στο Γιωργή. «Δεν ξέρω τι υπάρχει εκεί κάτω.»
«Όλοι φοβόμαστε εκείνο που δεν ξέρουμε Κωστή. Είναι φυσικό αυτό» τον διαβεβαίωσε ο Γιωργής. «Δεν φοβόσουν όταν η Άνοιξη έγινε Καλοκαίρι. Δεν φοβόσουν όταν το καλοκαίρι έγινε Φθινόπωρο. Ήταν φυσικές αλλαγές. Γιατί πρέπει να φοβάσαι την εποχή του θανάτου ;»
«Πεθαίνει ακόμα και το δέντρο ;» ρώτησε ο Κωστής.
«Κάποια μέρα. Υπάρχει όμως κάτι πιο δυνατό από το δέντρο. Είναι η Ζωή που διαρκεί για πάντα. Όλοι είμαστε μέρος της Ζωής»
«Που θα πάμε όταν πεθάνουμε ;»
«Κανένας δε ξέρει με βεβαιότητα. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο»
«Θα γυρίσουμε πίσω την Άνοιξη ;»
«Εμείς ίσως όχι. Η Ζωή όμως ναι».
«Τότε ποιος ο λόγος για όλα αυτά ;» συνέχισε να ρωτά ο Κωστής. «Τι χρειαζόταν να βρεθούμε εδώ αφού ήταν να πέσουμε και να πεθάνουμε ;»
Ο Γιωργής απάντησε με το σίγουρο ύφος του : «Ο λόγος ήταν για τον ήλιο και το φεγγάρι. Ήταν για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε μαζί. Ήταν για τον ίσκιο, τους γέρους και τα παιδιά. Ήταν για τα χρώματα του Φθινοπώρου. Ήταν για τις εποχές. Δεν είναι όλα αυτά αρκετά ;» ]]
Πίσω από τον απλοϊκό διάλογο των δύο φύλλων κρύβεται μια μεγάλη διδασκαλία. Επειδή το “μεγάλο” το βρίσκεις στο “απλό”. Αυτό βοηθάει το νου να καταλάβει. Το “περίπλοκο” μπερδεύει το νου! Γιατί και η ζωή είναι πολύ απλή. Όσο κι αν είναι περίπλοκο το σώμα μας, για τη ζωή του χρειάζεται απλά πράγματα. Καθαρό αέρα, αμόλυντο νερό, ψωμί, λαδάκι και λίγα υλικά της φύσης. Κι αυτά τα κάνει έργο, τα κάνει σκέψη, τα κάνει αγάπη κι αρμονία, ή τα κάνει έχθρα και κουρνιαχτό. Απλή είναι και η ζωή, γιατί έχει σαν στόχο το υλικό να το κάνει πνευματικό. Να ανεβάσει τις δονήσεις του υλικού, να το εξελίξει και να το πνευματοποιήσει. Από τη μια άκρη του Σύμπαντος ως την άλλη, όλα βρίσκονται σε κίνηση. Ξεκίνησαν από μια πολύ μικρή περιοχή- από ένα σημείο που δεν ήταν σημείο, λένε οι επιστήμονες, γιατί τότε δεν υπήρχε ούτε χώρος, ούτε χρόνος- και μετά από μια μεγάλη έκρηξη, έγιναν όλα αυτά, που αντιλαμβανόμαστε, και πολύ περισσότερα, που δεν έχουμε την ικανότητα να αντιληφθούμε. Όπως το βράδυ, που δε διακρίνουμε τίποτα στο σκοτεινό ουρανό και ξαφνικά βλέπουμε από ένα σημείο του να σκάει ένα βεγγαλικό πολύχρωμο που εκτείνεται, έτσι ξεκίνησε και ο κόσμος. Οι πρόγονοί μας, πολύ σοφά είπαν τη Δημιουργία, Κόσμο, γιατί ό,τι έγινε είναι ένα κόσμημα- «πάντα εν σοφία εποιήθησαν». Γι’ αυτό εκφράζεται ο θαυμασμός μας λέγοντας: «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου». Πριν από πολλά, λοιπόν, δισεκατομμύρια χρόνια- οι κοσμολόγοι μας λένε πως είναι 14,5 δισεκατομμύρια χρόνια- άρχισε το μεγάλο ταξίδι της ύλης. Καλύτερα του πνεύματος, που χρησιμοποιεί σαν όχημα την ύλη- που κι αυτή είναι μέρος του πνεύματος, σε χαμηλή συχνότητα. Και δεν είμαστε καν στη μέση του ταξιδιού, επειδή το σύμπαν είναι σε κατάσταση διαστολής. Κάποτε η διαστολή θα σταματήσει και θα γίνει το αντίθετο. Θα αρχίσει η συστολή για να βρεθούμε και πάλι στο ίδιο σημείο- να το πούμε λιμάνι, μιας κι εμείς οι άνθρωποι ξέρουμε από ταξίδια. Ξεκινήσαμε σαν τον Οδυσσέα από την Ιθάκη για να “γνωρίσουμε” μέσα από τα παθήματα- που εμείς προκαλούμε, όχι οι θεοί μας- να αποκτήσουμε δηλαδή γνώση και να γυρίσουμε και πάλι στην Ιθάκη μας.
Ο Κρητικός στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης έχει γράψει στην “Ασκητική” του:
[[Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο• καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο• το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή• ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός• κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή• κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία•
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει• σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές• μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.
Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει• φυτά, ζώα, ανθρώπους• στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές• και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη. ]]
Ας γυρίσουμε και πάλι στην ανθρώπινη Οδύσσεια. Είμαστε, λοιπόν, επισκέπτες στον πλανήτη Γη. Άλλοι στο νησί της Καλυψώς κι άλλοι στο νησί της Κίρκης. Κι όλοι μας κατεχόμαστε από τη νοσταλγία της επιστροφής. Επισκέπτες στη Γη, τοπικά και χρονικά, απλά περαστικοί! Σκοπός μας να μάθουμε, να ωριμάσουμε, να αγαπήσουμε. Και μέσα από την αγάπη να εξελιχθούμε πνευματικά. Τότε θα μπορέσουμε να γυρίσουμε στο παλάτι της Ιθάκης μας, όπου μας περιμένει ο Πατέρας μας!
Αυτή είναι η σχέση μας! Είναι ο Πατέρας μας και είμαστε τα παιδιά Του. Με την υποχρέωση, που γνωρίζουμε υποσυνείδητα, από υιοί να γίνουμε- μέσα από τον αγώνα μας στη Γη- Υιοί! Ο Πατέρας δεν συμπεριφέρεται τυραννικά στα παιδιά Του. Έτσι δεν επιφυλάσσει καμιά καταστροφή του κόσμου. Η καταστροφή του κόσμου στις 21- 12- 2012 ήταν ένα χολυγουντιανό παραμύθι, που έγινε ταινία τρομοκράτησης του κόσμου, ή μια ιστορία παραμυθολόγων συγγραφέων. Γιατί η συντέλεια του κόσμου μας θα γίνει μετά από δισεκατομμύρια χρόνια, όταν και ο τελευταίος βώλος χώματος γίνει πνεύμα! Ο Ιησούς μας έχει προτρέψει: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστίν» (Ματθαίος, ε΄, 48) Αυτή η τελειότητα, όμως, δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Θέλει πολύ χρόνο και υπομονή. Δε χρειάζεται βιάση. Η ζωή γνωρίζει και έχει την υπομονή. Ο άνθρωπος είναι αυτός που βιάζεται και που πολλές φορές θαρρεί πως μπορεί να βιάσει τη φύση. Ας δούμε την ανυπομονησία του ανθρώπου και την επέμβασή του στη ζωή, τι ολέθρια αποτελέσματα μπορεί να έχει μέσα από μια όμορφη ιστορία, που αφηγείται ο Ν. Καζαντζάκης στο Ζορμπά του:
[[ Θυμήθηκα κάποιο πρωί, που είχα πετύχει σ’ ένα πεύκο ένα κουκούλι πεταλούδας, τη στιγμή που έσκαζε το τσώφλι κι ετοιμάζουνταν η μέσα ψυχή να προβάλει. Περίμενα, περίμενα, αργούσε, κι εγώ βιάζουμουν έσκυψα τότε απάνω της κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την ανάσα μου. Τη ζέσταινα ανυπόμονα, και το θάμα άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου, με γοργό παρά φύση ρυθμό• το τσώφλι άνοιξε όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου: τα φτερά της έμειναν σγουρά, αξεδίπλωτα, όλο της το κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να τα ξετυλίξει, μα δεν μπορούσε• μάχουμουν κι εγώ με την ανάσα μου να τη βοηθήσω. Του κάκου• είχε ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο, και τώρα πια ήταν αργά• η πνοή μου είχε ζορίσει την πεταλούδα να ξεπροβάλει πριν της ώρας, ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε αμέστωτη, κουνήθηκε απελπισμένη, και σε λίγο πέθανε στην απαλάμη μου.
Το πουπουλένιο κουφάρι αυτό της πεταλούδας θαρρώ πως είναι το μεγαλύτερο βάρος που έχω στη συνείδησή μου. Και να, σήμερα κατάλαβα βαθιά: είναι θανάσιμο αμάρτημα να βιάζεις τους αιώνιους νόμους• έχεις χρέος ν’ ακολουθάς τον αθάνατο ρυθμό μ’ εμπιστοσύνη. ]]
Καμιά απειλή για Κόλαση, καμιά ανταμοιβή για τον Παράδεισο, δε μπορεί να βοηθήσει την ανθρώπινη ψυχή να απλώσει γοργά τα φτερά της. Η Ζωή, σαν τον ήλιο στην πεταλούδα, χωρίς να βιάζεται, με υπομονή θα την κάνει να ωριμάσει και με αργό ρυθμό να ξετυλίξει τις δυνατές φτερούγες. Επομένως- μακριά από φόβους που ενσπείρουν φανατικοί θρησκευόμενοι- πριν το ωρίμασμα ακόμη και της τελευταίας ψυχής, δεν μπορεί να έρθει καμιά συντέλεια! Ο Θεός δεν επιφυλάσσει καμιά τιμωρία στην «εικόνα» Του. Με το μαχαίρι στο χέρι- σαν τον πατέρα του ασώτου- είναι έτοιμος να σφάξει το μόσχο τον σιτευτό στην επιστροφή μας! Για να γίνουμε από «εικόνα», «ομοίωσή» Του, θα κάνουμε πολλά λάθη. Όποιος πασχίζει, όποιος μάχεται, κάνει λάθη. Αν δεν κάνουμε σφάλματα, σημαίνει πως στη ζωή μας δεν πήραμε πρωτοβουλίες. Και ο Θεός κρατάει ένα μεγάλο σφουγγάρι, με το οποίο σβήνει τα λάθη μας, ξεγράφει τις αμαρτίες μας. Η εικόνα που έπλασε ο αγράμματος Ζορμπάς για το Θεό, ίσως είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα απ’ αυτήν που μας έχουν παρουσιάσει οι θεολόγοι και οι ρασοφόροι. Διαβάζουμε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη την περιγραφή του Θεού, όπως την έπλασε η φαντασία του ήρωά του:
[[ Εγώ, μη γελάσεις, αφεντικό, φαντάζομαι το Θεό απαράλλαχτο σαν κα μένα. Μονάχα πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό• κι αθάνατο. Κάθεται σε μαλακές προβιές χουζουρεμένα, κι η παράγκα του είναι ο ουρανός. Όχι από γκαζοτενεκέδες, σαν τη δική μας, παρά από σύννεφα. Κρατάει στο δεξό του χέρι όχι σπαθί, όχι ζυγαριά- αυτά τα εργαλεία είναι για τους φονιάδες και τους μπακάληδες• ο Θεός κρατά ένα μεγάλο σφουγγάρι γεμάτο νερό, σα σύννεφο της βροχής. Δεξά του η Παράδεισος, ζερβά του η Κόλαση. Έρχεται η κακομοίρα η ψυχή, τσίτσιδη, γιατί έχασε το κορμί της και τουρτουρίζει. Ο Θεός την κοιτάζει και γελάει κάτω από τα μουστάκια του• μα καμώνεται τον μπαμπούλα. «Έλα εδώ», της λέει, και χοντραίνει τη φωνή του, «έλα εδώ, καταραμένη!» Και πιάνει την ανάκριση. Πέφτει η ψυχή στα πόδια του Θεού. «Αμάν!» του φωνάζει, «ήμαρτον!» Και δώσου να λέει, να λέει τα κρίματά της. Λέει, λέει, δεν έχουν τελειωμό. Κι ο Θεός βαριέται, χασμουριέται. «Σώπα πια», της φωνάζει, με ξεκούφανες!» Και φαπ! δίνει μια με το σφουγγάρι και σβήνει όλες τις αμαρτίες. «Ξεκουμπίσου στην Παράδεισο!» της κάνει. «Π’ετρο, βάλ’ τη και τούτη μέσα, την κακομοίρα!»
Γιατί πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, ο Θεός είναι άρχοντας μεγάλος• κι αυτό θα πει αρχοντιά: να συχωρνάς! ]]
Ο Θεός απλώνεται σε όλο το Σύμπαν. Είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Κι εμείς αποτελούμε ένα κομμάτι του Σύμπαντος. Είμαστε σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστέων του. Η ζωή εκδηλώνεται μέσα από εμάς. Είμαστε μέρος της ζωής. Αλληλεπιδρούμε με το περιβάλλον μας, με το σύμπαν. Οι σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας παράγουν ηλεκτρομαγνητικά κύματα. Οι σκέψεις συγκεντρώνουν αιθερική ύλη και αποτελούν σκεπτομορφές, που επηρεάζουν το σύμπαν. Αποτυπώνονται στο νοητικό πεδίο. Τα συναισθήματά μας αποτυπώνονται στο αστρικό πεδίο. Επομένως αποτελούμε δυναμικές οντότητες που εκπέμπουν ενέργεια. Ταυτόχρονα αποτελούμε και δέκτες που δέχονται ενέργεια.
Όλα στο σύμπαν έχουν ψυχή, από το ταπεινό χώμα, μέχρι τον άνθρωπο. Και από τον πλανήτη μέχρι τον Γαλαξία ή το αστρικό σμήνος. Ψυχή όμως με διαφορετική κραδασμικότητα. Ο πλανήτης μας εμψυχώνεται από μια μεγάλη ψυχή, απείρως ανώτερη από την ανθρώπινη, τον Πλανητικό Λόγο- τον βιβλικό Αρχαίο των Ημερών. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να ήταν; Ας αναλογιστούμε: ένας άψυχος πλανήτης, κατά τους υλιστές, θα μπορούσε να συντηρήσει τα εκατομμύρια των μορφών ζωής που υπάρχουν πάνω του; Μια άψυχη μητέρα Γαία, πώς είναι δυνατόν να δώσει ζωή σε όλα τα είδη των φυτών, των ζώων, και σε όλες τις φυλές των ανθρώπων; Η Γη μας ακολουθεί το αέναο ταξίδι του Ήλιου. Κι αυτός εμψυχώνεται από μια ψυχή ακόμη ανώτερη απ’ αυτήν που έχει κατασκηνώσει στη Γη- τον Ηλιακό Λόγο. Όλες οι ψυχές στο Σύμπαν αλληλεπιδρούν σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία. Όλα έχουν μια σχέση «δούναι και λαβείν». Ο Ήλιος μας με όλο το ηλιακό του σύστημα κάνει έναν πλήρη κύκλο γύρω από το γαλαξιακό μας κέντρο σε 25920 (=1x2x3x4x5x6x6x6) χρόνια- που είναι ο λεγόμενος μεγάλος ενιαυτός.
Για τον μεγάλο ενιαυτό ο Πλάτωνας έγραψε: «Έτσι και για αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η περίοδος της μίας και φρονιμοτάτης περιστροφής έχει γίνει νύχτα και ημέρα, και ο μήνας όταν η σελήνη διανύσει τον κύκλο της και καταφτάσει τον ήλιο, και το έτος όταν ο ήλιος διανύσει τον δικό του κύκλο. Τις περιφοράς των άλλων άστρων, επειδή δεν έχουν απασχοληθεί με αυτές οι άνθρωποι, εκτός ολίγων, ούτε τις κατονομάζουν ούτε τις συγκρίνουν μεταξύ τους με βάση τους αριθμούς, ώστε δεν γνωρίζουν σχεδόν ότι και των άστρων αυτών οι περιφορές είναι χρόνος, μολονότι αυτές είναι απειράριθμες κατά το πλήθος και κατά τρόπο θαυμαστό τακτοποιημένες. Εν τούτοις όμως είναι δυνατόν να κατανοήσουμε ότι ο τέλειος αριθμός του χρόνου τότε συμπληρώνει τέλειο έτος (ενιαυτό), όταν τα κινούμενα άστρα, αφού συμπληρώσουν όλες τις οκτώ περιστροφές και εξισώσουν τις μεταξύ τους ταχύτητες, φθάσουν πάλι στο σημείο της εκκινήσεως και πάρουν πάλι ως μέτρο τον κύκλο του τούτου και ομοίως πάντοτε κινούμενου» (Πλάτωνας, “Τίμαιος”, 39, c.1 – d.7). Ο Αθηναίος φιλόσοφος τονίζει: «ώστε το σύμπαν να είναι πολύ όμοιο με το τέλειο και νοητό και έμβιο ον με μίμηση της αιώνιας φύσης» και όλα τα αποδίδει στον Δημιουργό!
Στις 21- 12- 2012 ολοκληρώθηκε ακόμη ένας μεγάλος ενιαυτός και γίνεται μια ευθυγράμμιση ουρανίων σωμάτων, που έχει σαν αποτέλεσμα τη διοχέτευση ενέργειας προς τη γη μας. Αρχίζει μια νέα εποχή, στην οποία η ενέργεια θα επηρεάσει την ψυχοσωματική μας οντότητα σταδιακά και θα ενεργοποιήσει το DNA μας να τροποποιηθεί, ώστε να ανέβουμε ένα σκαλοπάτι στην πνευματοποίησή μας. Το ίδιο θα επηρεαστεί και ο Πλανητικός μας Λόγος. Επομένως, αυτές τις μέρες άνοιξε ένας νέος κύκλος για τη ζωή!
Ο Ν. Καζαντζάκης γράφει στην “Ασκητική” του:
[[ Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυο ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη και τη θυσία.
Μέσα μας, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στα σκοτεινά πλήθη, χρέος έχουμε να βοηθήσουμε το Θεό, που πλαντάει, να λευτερωθεί.
Κάθε στιγμή πρέπει να ‘μαστε έτοιμοι για χάρη του να δώσουμε τη ζωή μας. Γιατί η ζωή δεν είναι σκοπός, είναι όργανο κι αυτή, όπως ο θάνατος, όπως η ομορφιά, η αρετή, η γνώση. Όργανο τίνος; Του Θεού που πολεμάει για ελευτερία.
Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.
Γιατί ένας στα πέρατα τ’ ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε.
Να γιατί η σωτηρία του Σύμπαντου είναι και δική μας σωτηρία κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη. Ανάγκη, όπως σ’ ένα στρατό που μάχεται, η σωτηρία του παραστάτη σου. ]]
Πολύ σοφά το φύλλο, της ιστορίας που αναφέραμε, μίλησε στον σύντροφό του για τον “σκοπό”. Ο καθένας μας, όσο ασήμαντος κι αν φαντάζει έχει να εκπληρώσει έναν σκοπό. Ο Ινδός φιλόσοφος και λογοτέχνης Ρ. Ταγκόρ έγραψε ποιητικά: «Κοιμόμουν και ονειρεύτηκα ότι η ζωή είναι χαρά. Ξύπνησα και είδα ότι η ζωή είναι χρέος. Πάλεψα και είδα ότι το χρέος είναι χαρά.» Η ίδια η ζωή είναι χαρά. Και πρέπει να χαιρόμαστε την κάθε στιγμή, γιατί είναι διαφορετική από την άλλη. Να ξέρουμε και τούτο: όσα παίρνουμε είναι για το ζην. Η πραγματική ζωή αποτελείται απ’ αυτά που δίνουμε! Κι ακόμη τούτο: για να ζήσουμε να μην αναζητήσουμε πρώτα το νόημα της ζωής, αλλά να το δημιουργήσουμε.
Να επιτελεί το χρέος του, λοιπόν, αισθάνεται κάθε συνειδητοποιημένος άνθρωπος. Κι όπως λέει ο κρητικός στοχαστής στην “Ασκητική” του:
[[ Το βαθύ, ανθρώπινο χρέος μας είναι όχι να ξεδιαλύνουμε και να φωτίσουμε το ρυθμό της πορείας του Θεού, παρά να προσαρμόσουμε, όσο μπορούμε, μαζί του το ρυθμό της μικρής, λιγόχρονης ζωής μας.
Έτσι μονάχα κατορθώνουμε να εχτελούμε κάτι αιώνιο εμείς οι θνητοί, γιατί συνεργαζόμαστε με κάποιον Αθάνατο. ]]
Όσο ασήμαντοι κι αν νομίζουμε πως είμαστε, η ζωή μας δίνει τη δυνατότητα να γίνουμε σημαντικοί. Γιατί είμαστε εν δυνάμει θεοί! Το φύτρο της θεότητας είναι μέσα μας, καθώς έχει ειπωθεί: «θεοί εστέ και υιοί υψίστου πάντες». Αρκεί να του δώσουμε τις κατάλληλες συνθήκες να ριζώσει και να καρπίσει. Όπως η ζωή κάνει το αμύγδαλο να φυτρώσει και να γίνει μια μεγάλη αμυγδαλιά που ανθίζει και καρπίζει δίνοντας κι άλλα αμύγδαλα, έτσι μπορεί μέσα μας ν’ ανθίσει η θεότητα. Αρκεί η σάρκα κι ο νους μας να λειτουργήσουν σαν λίπασμα και νερό. Γι’ αυτό γράφει ο Καζαντζάκης στην “Ασκητική” του:
[[ Άθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερη μας σπρώχνει ανήλεα προς τ’ απάνω.
Μέσα από την ανθρώπινη τούτη λάσπη, θεία τραγούδια ανάβρυσαν, Ιδέες μεγάλες, έρωτες σφοδροί, μια έφοδο ακοίμητη, μυστηριώδικη, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό.
Τέτοιος βώλος λάσπη είναι η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας. Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν’ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας. ]]
Σαν ανθίσει αυτό το λουλούδι, γίνεται αγάπη και το άρωμα ξεχύνεται παντού. Ενώνει τα πάντα. Αντιλαμβανόμαστε ότι όλα, πως κι όλοι, αποτελούμε μια ενότητα. «Εν το παν» έλεγαν οι πρόγονοί μας. Χάνεται το «εγώ» και όλα τα «εγώ» γίνονται «εμείς». Γι’ αυτή την ενότητα ο Φώτης Ρούμπος έγραψε το ακόλουθο ποίημα
« Κοίταξε μέσα μου.
Αν προσέξεις, θα δεις κάτω απ’ το δέρμα
πίσω απ’ τις σάρκες, τα οστά και το αίμα
πίσω απ’ τη μάσκα μου την πρόσκαιρη,
θα δεις τις φυσαλίδες της Πνοής
φυλακισμένες μέσα στη λάμψη μιας φλόγας λευκής
που γλείφει ανελέητα την ύπαρξή μου.
Την αναγνώρισες;
Είναι η ίδια τρομερή κι απόκοσμη φωτιά
που πυρπολεί με όνειρα τον ύπνο σου
που σε υψώνει με το αερόστατο του νου
πάνω απ’ τον κόσμο, που σε ανύποπτες στιγμές
σ’ ενθουσιάζει, σε εκπλήσσει, σε ξυπνά
κι εκστασιάζεσαι παραδομένος μέσα στην ποίηση,
στη μουσική, στον έρωτα, στην προσευχή, στο πάθος.
Εσύ τη λες «ψυχή», εγώ «Θεό», αλλοι «δαιμόνιο ιερό»
κι όλοι το ίδιο λέμε.
Κι είναι αυτή η αρχική πηγή μας, απόδειξη ενότητας
κοιτίδα της Αγάπης! »
Το ίδιο, αλλά σε πιο αυστηρή γλώσσα εκφράζεται στην “Ασκητική”:
[[ Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ’ ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.
Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.
Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.
Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. ]]
Ο Ινδός πνευματικός δάσκαλος Swami Vivwkananda, που έζησε τον 19ο αιώνα, είπε: «Υπάρχει μόνο μια ζωή, ένας Κόσμος, μια Ύπαρξη. Τα πάντα είναι Ένα… Υπάρχει κανείς που μπορεί να διαχωρίσει το κύμα από τη θάλασσα;»
Οδοιπόροι, λοιπόν, είμαστε στο ελικοειδές ανηφορικό μονοπάτι της ζωής. Σε κάθε βήμα αγωνιζόμαστε. Αντίμαχοι οι πειρασμοί, οι δολοπλοκίες, οι δεισιδαιμονίες, οι Σειρήνες του υλισμού, η Σκύλα και η Χάρυβδη της αλαζονείας και της ιδιοτέλειας. Μα δεν ξεστρατίζουμε από τον αγώνα μας. Γιατί όπως έγραψε ο Ν. Καζαντζάκης στην “Ασκητική”:
[[ Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.
Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.
Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.
Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα• ο πόνος• και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος• είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα.
Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.
Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ΄ ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες• μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδερφώνουνται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες.
Η αρχέγονη Πνοή διακλαδίζεται, ξεχύνεται, μάχεται, αποτυχαίνει, πετυχαίνει, ασκείται. Είναι το Ρόδο των ανέμων! ]]
«Μα, είμαστε όλοι αγωνιστές;» θα μου πείτε. «Δεν υπάρχουν κουρασμένες ψυχές, δεν υπάρχουν αδύναμες και απροσανατόλιστες;» Φυσικά και υπάρχουν. Όλες οι ψυχές είναι κατανεμημένες σαν σε ένα μονοπάτι χαραγμένο πάνω σε πυραμίδα. Οι πολλές είναι χαμηλά, όπου η βάση είναι πλατειά. Λίγες είναι ψηλά, όπου η πλευρά έχει στενέψει σημαντικά. Οι πρώτες ζουν για να ζήσουν. Οι δεύτερες έχουν βρει το νόημα της ζωής. Έχουν γίνει συνειδητοί αγωνιστές και ατενίζουν τη Ζωή. Υπομονή χρειάζεται, όπως η πεταλούδα της ιστορίας μας για να βγάλει φτερά. Κι όχι βιασύνη. Γι’ αυτές τις ψυχές ο Κώστας Καβάφης έχει γράψει το ποίημα “Όσο μπορείς”:
« Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.»
Με εμπιστοσύνη ας αφήσουμε τη ζωή μας στο ρεύμα της μεγάλης Ζωής, προσπαθώντας όσο μπορούμε να μην την εξευτελίζουμε… Να σπάσουμε την κρούστα του «εγώ» και να απλώσουμε, στις δύσκολες μέρες που περνάμε, και τις ακόμη δυσκολότερες που έρχονται, χέρι βοήθειας ο ένας στον άλλον. Να πούμε έναν λόγο παρηγοριάς και ν’ αφήσουμε ελεύθερη την αγάπη. Να μην την περιορίσουμε. Κι από καρδιάς ας ευχηθούμε:
ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΑ.










Δεν υπάρχουν σχόλια: