Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος
Ο γάμος για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ιερός. Ήταν ένας από τους κυριότερους θεσμούς που σηματοδοτούσε την κοινωνική καταξίωση και την ευκαιρία να δηλώσουν τον σεβασμό και την υποταγή τους στους θεούς του Ολύμπου. Ο γάμος ήταν περιβεβλημένος με σπουδαίο και επίσημο θρησκευτικό χαρακτήρα και πολλές φορές επιβεβαιώνονταν με όρκο σε βωμούς ή ναούς θεών. Τέτοιες μαρτυρίες έχουν διασωθεί, όπως π.χ. στον Πλούταρχο, που περιγράφει ότι η ιέρεια της Δήμητρας εφάρμοζε στους νυμφευόμενους τα πατροπαράδοτα έθιμα, ενώ ο Ζωναράς μνημονεύει ότι στην Αθήνα η ιέρεια της Αθηνάς εισερχόταν προς τους νεόνυμφους κρατώντας την ιερή αιγίδα. Αφού στην αρχαιότητα οποιαδήποτε πράξη, ακόμη και η πιο ασήμαντη, επιχειρούνταν μόνο μετά την επίκληση των θεών, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν ο γάμος να γίνεται χωρίς θυσίες και άλλες τελετές σε διάφορους θεούς και θεές- κυρίως τον Δία, την Ήρα, την Αφροδίτη, την Πειθώ και την Άρτεμη- υπό την προστασία των οποίων η αρχαιοελληνική θρησκεία έτασσε τον γάμο. Υπήρχε, ακόμη, και η στιγμή της ένορκης διαβεβαίωσης του ζεύγους, μαζί με τους πατέρες και συγγενείς του, ενώπιον των θεών, ότι θα ζήσουν «επί κοινωνία βίου» και θα γεννήσουν παιδιά σύμφωνα με τον νόμο.
Σκοπός του γάμου ήταν η από κοινού συμβίωση του άντρα με τη γυναίκα ώστε να υπάρχει αλληλοβοήθεια στη ζωή και η τεκνοποίηση: «επί σκοπώ παιδοποιίας γνησίων (νομίμων) τέκνων». Έτσι η κοινωνία ευδαιμονούσε και τροφοδοτούνταν με υγιή, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή και το πνεύμα, νέα μέλη. Ο Ξενοφών στον “Οικονομικό” μας λέει: « Εμοί γαρ τοι, έφη, φάναι, και οι θεοί, ω γύναι, δοκούσι πολύ διεσκεμμένως μάλιστα το ζεύγος τούτο συντεθεικέναι ό καλείται θήλυ και άρρεν, όπως ότι ωφελιμώτατον ή αυτώ εις την κοινωνίαν. πρώτον μεν γαρ του μη εκλιπείν ζώων γένη τούτο το ζεύγος κείται μετ’ αλλήλων τεκνοποιούμενον, έπειτα το γηροβοσκούς κεκτήσθαι εαυτοίς εκ τούτου του ζεύγους τοις γουν ανθρώποις πορίζεσθαι.» ( Ξενοφ. Οικονομ. VII. 18 ). Kαι συνεχίζει πιο κάτω: «Συνεπαινεί δε, έφη φάναι, και ο νόμος αυτά, συζευγνύς άνδρα και γυναίκα, και κοινωνούς ώσπερ των τέκνων ο θεός εποίησεν, ούτω και ο νόμος του οίκου κοινωνούς καθίστησι.» ( Ξενοφ. Οικονομ. VII.)
Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος ο Κέκρωπας φαίνεται ότι καθιέρωσε την έννοια του γάμου, με τη μορφή της μονογαμίας. Η ελληνική νομοθεσία απέναντι στο γάμο διαφοροποιείται από πόλη σε πόλη. Στην Αθήνα και στη Σπάρτη, ο γάμος δεν αποτελεί απλή ιδιωτική υπόθεση, δηλαδή δεν ενδιαφέρει ούτε αποκλειστικά τα δύο πρόσωπα των πρωταγωνιστών, ούτε μόνο τις οικογένειές τους. Θεωρείται μία υπόθεση που αφορά στην ίδια την Πολιτεία, που γι’ αυτόν το λόγο, λαμβάνει μέτρα νομοθετικής οικονομίας και προστασίας του θεσμού.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Η αντίληψη αυτή επικρατεί και κατά τους κλασικούς χρόνους. Ο Πλάτωνας στους "Νόμους" υποστηρίζει ότι οι νόμοι οι σχετικοί με το γάμο πρέπει να κατέχουν την πρώτη θέση στη νομοθεσία, επειδή αποτελούν τη βάση κάθε ευνομούμενης πολιτείας: «Άραγε η σύναψη γάμων δεν αποτελεί τη δημιουργική αρχή όλων των πόλεων; Και οι νόμοι οι σχετικοί με το γάμο, αν θεσπισθούν καλά, αποτελούν εχέγγυο ότι θα πάνε καλά όλα τα θέματα της πόλης.» Παράλληλα ο Αριστοτέλης προβληματίζεται και προτείνει: «Αν πρέπει ο νομοθέτης από την αρχή να κοιτάξει πώς θα γίνουν τα σώματα των παιδιών όσο το δυνατόν καλύτερα, πρέπει αρχικά να επιμεληθεί τα σχετικά με το γάμο, πότε και ποιοι πρέπει να συνευρεθούν.»
Και ο Πλάτωνας συνεχίζει και αναφέρει: «Ο κάθε πολίτης θα πρέπει να συνάπτει τον πιο συμφέροντα γάμο για την πόλη κι όχι τον πιο ευχάριστο για τον ίδιο.»
Ακόμη, ο Ξενοφών προσθέτει τα ακόλουθα: «Όρισε (ο νομοθέτης) να γίνονται οι γάμοι όταν τα σώματα βρίσκονται στην ακμή τους και αυτό επειδή το θεωρούσε συμφέρον για την ευγονία.» Ο Αριστοτέλης καθορίζει την ηλικία γάμου για τις γυναίκες και τους άνδρες. Θεωρεί πως είναι δυνατόν οι ηλικίες αυτές να ελαχιστοποιηθούν κάπως: «Στις γυναίκες ταιριάζει να παντρεύονται στην ηλικία των δεκαοκτώ και στους άνδρες τριανταεπτά ή λιγότερο. Γιατί τότε παντρεύονται ενώ τα σώματά τους βρίσκονται στη μεγαλύτερη ακμή.»
Ο πρώιμος γάμος θεωρείται «ως λίαν επιβλαβής», τόσο για το είδος, όσο και για το άτομο. Σχετικά με αυτό, ο Αριστοτέλης γράφει στα “Πολιτικά” του: «Ο γάμος μεταξύ των νέων είναι κακός στο θέμα της τεκνοποιίας, γιατί σε όσες από τις πόλεις συνηθίζεται να παντρεύονται νέοι με νέες, οι πολίτες τους είναι ατελείς και μικρόσωμοι.» Ο Αριστοτέλης καταδικάζει επίσης τους όψιμους γάμους, γράφοντας: «Τα παιδιά των μεγαλύτερων σε ηλικία, καθώς και αυτά των νεώτερων, είναι ατελή και σωματικά και διανοητικά, ενώ τα παιδιά των γερόντων είναι ασθενή.» Σύμφωνα με το φιλόσοφο Ξενοκράτη τον Χαλκηδόνιο, ο γάμος στη Σπάρτη ετελείτο «εν ακμαίς». Αντίστοιχα, ο Πλούταρχος αιτιολογεί το όριο ηλικίας: «Για να αποκτήσουν δυνατά παιδιά, εφόσον θα γεννηθούν από ώριμους γονείς.» Και ο Πλούταρχος σε άλλο σημείο συνεχίζει: «Οι Σπαρτιάτες παντρεύονταν αφού άρπαζαν όχι μικρές ούτε ανώριμες για γάμο γυναίκες, αλλά αυτές που ήταν στο άνθος της ηλικίας τους και ώριμες.»
Παρόμοιες ιδέες εκφράζει και ο Ορειβάσιος, ο οποίος θεωρεί ότι η παιδοποιία σε πολύ νεαρή ηλικία, δηλαδή κάτω από τα δέκα οκτώ χρόνια, δεν είναι συμφέρουσα ούτε για τη μητέρα, ούτε για το παιδί. Οι αρχαίοι Έλληνες προφανώς παραδέχονταν την επιστημονική αλήθεια ότι: Η αναπαραγωγή- δηλαδή η ιερότερη και ευγενέστερη εκδήλωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας- αποτελούσε, κατά κάποιον τρόπο, ιεροτελεστία, στην οποία ήταν καθορισμένα τα καθήκοντα των δύο συζύγων μαζί, και του καθένα χωριστά. Ολόκληρη η φιλοσοφία της κληρονομικότητας περιέχεται στο αξίωμα, που με τόση σαφήνεια και διορατικότητα έχει διατυπώσει ο πατέρας της Ιατρικής, ο Ιπποκράτης, (το ίδιο που επανέλαβε ο Γαληνός): «Και ο γόνος έρχεται από όλα τα μέρη του σώματος και από τα υγιή είναι υγιής και από τα νοσηρά νοσηρός.»
Η νομοθεσία της Σπάρτης για το γάμο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις τολμηρότερες αλλά και τις πιο παράδοξες, στο θέμα της ευγονικής των αρχαίων. Νόμος των Σπαρτιατών ορίζει ως τιμωρίες: την μεν πρώτη του “αγαμίου”, τη δεύτερη του “οψιγαμίου”, τρίτη δε και μεγαλύτερη όλων του “κακογαμίου”.
Ο μεγάλος επικός ποιητής Όμηρος μας παρουσιάζει δύο θαυμάσια παραδείγματα συζύγων, του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, του Έκτορα και της Ανδρομάχης. Η αφοσίωση της Ανδρομάχης με σπαραγμό δίνεται στην προσπάθειά της να αποτρέψει τον Έκτορα από το να βγει στη μάχη με τον Αχιλλέα:
« Η ορμή σου το θάνατο, άμοιρε, θα σου φέρει.
το μωρό σου δε συμπονάς, την άμοιρη εμένα,
που χήρα γοργά θα μείνω. όλοι γοργά ορμώντας
πάνω σου θα σε σκοτώσουν. αν στερηθώ εσένα,
ν’ ανοίξει η γη και να χωθώ καλύτερα για μένα.
Δε θα έχω άλλη ζεστασιά, αν τώρα συ πεθάνεις,…
Για μένα είσαι, Έκτορα, και μάνα και πατέρας
και αδελφός και δυνατός της κλίνης σύντροφός μου…( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ζ; 407-430 )
Το εγκώμιο της Πηνελόπης πλέκει ο Αγαμέμνονας:
« Μίλησε τότε η ψυχή του γιου του Ατρέα κι είπε:
Καλότυχε, Λαέρτη γιε, πολύσοφε Οδυσσέα,
γυναίκα συ απόκτησες μ’ ασύγκριτες τις χάρες.
Πόσο άψογη στη σκέψη της ήταν η Πηνελόπη,
η κόρη του Ικάριου! Δεν ξέχασε ποτέ της
τον άντρα της! Η δόξα της αρετής θα μείνει.
και θα της κάμουν οι θεοί πανέμορφο τραγούδι
πάνω στη γη να τραγουδούν όλη την Πηνελόπη…» (Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. ω΄, 191- 198 ).
Η ιερότητα του γάμου δηλώνεται στην πλατωνική πολιτεία: «Δήλον δε ότι γάμους το μετά τούτο ποιήσομεν ιερούς εις δύναμιν ότι μάλιστα…». Ο γάμος μεταξύ συγγενικών ατόμων δεν ήταν επιτρεπτός, ούτε το ερωτικό σμίξιμο. Το ίδιο ανεπίτρεπτο ήταν ο άντρας να έχει πολλές γυναίκες. Ο Ευριπίδης μέσα από το στόμα της Ερμιόνης απευθύνει τα ακόλουθα λόγια προς την Ανδρομάχη, τη γυναίκα του Έκτορα, που σκλάβα στην Ελλάδα έχει μεταφερθεί μετά της Τροίας το κούρσεμα:
« Κι έχεις σε τόση αναισθησία φτάσει,
που τολμάς να πλαγιάζεις, κακομοίρα,
με το γιο εκεινού που ‘χει σκοτώσει
τον άντρα σου και τέκνα έχεις γεννήσει
με το φονιά. Το γένος των βαρβάρων
τέτοιο. Γονιός με θυγατέρα σμίγει,
μάνα με γιο, αδερφός την αδερφή του.
ο συγγενής το συγγενή του σφάζει
κι οι νόμοι τους αυτά δεν τα εμποδίζουν.
Τέτοιες συνήθειες εδώ μη φέρνεις.
Δεν είναι ωραίο ένας άντρας να ‘χει δύο
γυναίκες. Όποιοι θέλουν να πηγαίνει
καλά το σπιτικό τους, ένα μόνο
κρεβάτι νυφικό τους φτάνει. » ( Ευριπίδης, “Ανδρομάχη”, 170- 181)
Η γυναίκα έπρεπε να κοσμείται από αρετές, γιατί «ου το κάλλος, ώ γύναι, αλλ’ αρεταί τέρπουσι τους ξυνευνέτας» [ Μετάφρ.: οι αρετές μας κι όχι τα κάλλη του κορμιού γλυκαίνουν τους άντρες.] (Ευριπίδης, “Ανδρομάχη”, 207-208 ). Δεν κυνηγούσαν νύφες με πλούσια προίκα, αλλά επεδίωκαν η σύντροφος να είχε ευγενικό ήθος και τρόπους. Η κατάληξη γάμων από συμφέρον πολλές φορές οδηγούσε- αλλά και σε όλες τις εποχές οδηγεί- σε συμφορές. Είναι χαρακτηριστική η γεμάτη απόγνωση αποστροφή του Πηλέα, του γονιού του Αχιλλέα, όταν έμαθε το θάνατο του εγγονού του Νεοπτόλεμου, που δολοφονήθηκε στο ιερό των Δελφών από τον Ορέστη, ο οποίος διεκδικούσε τη γυναίκα του δολοφονημένου, Ερμιόνη:
« κάτ’ ου γαμείν δήτ’ εκ τε γενναίων χρεών
δούναί τ’ ες εσθλούς, όστις εύ βουλεύεται,
κακών δε λέκτρων μη ‘πιθυμίαν έχειν,
μηδ’ εί ζαπλούτους οίσεται φερνάς δόμοις;
ου γάρ ποτ’ αν πράξειαν εκ θεών κακώς. »
[Μετάφρ.: Ο γνωστικός πρέπει να σμίγει πάντα μ’ ευγενική γενιά και τα παιδιά του
μ’ ευγενική γενιά να τα παντρεύει, γάμους ανάξιους να μη θέλει μήτε
πολύχρυση κι αν πάρει προίκα. Αν κάνουν έτσι, κακό οι θεοί δε θα τους δώσουν.] ( Ευριπίδης, “Ανδρομάχη” , 1289-1283 ).
Ο Πλάτωνας στην “Πολιτεία” καθορίζει και την κατάλληλη ηλικία για γάμο, λαμβάνοντας υπόψη την ακμή του σώματος και της φρόνησης καθώς και την ωριμότητα για τεκνογονία. Έτσι για τη γυναίκα καθόριζε το 20ο έτος της ηλικίας και για τον άντρα το 30ο. Ο χρόνος, ωστόσο, που θα γινόταν ο γάμος δεν ήταν τυχαίος, αλλά περιοριζόταν τόσο ως προς την εποχή όσο και τις ημέρες του μήνα. Σχετικά με τον προσδιορισμό της καταλληλότερης ημέρας για την τέλεσή του υπάρχει διαφωνία μεταξύ των αρχαίων. Ο Ησίοδος την επικεντρώνει στην τέταρτη ημέρα του μήνα. Άλλοι πάλι σημειώνουν ως ημέρα του γάμου αυτήν που θα είχε πανσέληνο, γι’ αυτό και στον Ευριπίδη (Ιφιγένεια εν Αυλίδι) όταν η Κλυταιμνήστρα ρωτάει τον Αγαμέμνονα πότε θα γίνει ο γάμος της κόρης τους, εκείνος αποκρίνεται: «όταν συμπληρωθεί ο κύκλος της σελήνης». Ως προς την εποχή του έτους οι αρχαίοι προτιμούσαν για τους γάμους τον χειμώνα και μάλιστα οι Αθηναίοι είχαν ονομάσει “Γαμηλιώνα” τον μήνα κατά τον οποίο γίνονταν οι γαμήλιες τελετές. Πάντως, ούτε η ημέρα ούτε ο μήνας ήταν εντελώς υποχρεωτικά. Επομένως, περισσότεροι τον γάμο τελούσαν σε ορισμένο μήνα, που τον αποκαλούσαν Γαμηλιώνα (σημερινό Ιανουάριο και αρχές Φεβρουαρίου) διαλέγοντας να είναι αίθριος και γαλήνιος ο καιρός (*1) και ημέρα κοντά σε πανσέληνο.
Προηγείτο αρραβώνας, όπου οι γονείς της κόρης έδιναν εγγυήσεις, που τις ονόμαζαν “εγγύαι” (*2), και καθόριζαν την προίκα, που ονομαζόταν “φερνή” και “έδνον”.
Πριν το γάμο προηγούνταν γιορτή αφιερωμένη στους γαμήλιους θεούς, στους οποίους θυσίαζαν, την οποία ονόμαζαν “προγάμεια” ή “προτέλεια” (*3). Στην Αθήνα η κόρη οδηγείται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα. Μετά προσφέρονταν θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Ο πατέρας αφιέρωνε τη θυγατέρα και μέλλουσα νύφη στην Άρτεμη και τις Μούσες. Ενώ η νεαρή κόρη αφιέρωνε στην Άρτεμη ή στην Αθηνά τα παιδικά της παιχνίδια (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.), πράξη που συμβόλιζε τον αποχαιρετισμό στην παιδική της ηλικία. Άλλοτε πάλι έκοβε συμβολικά τα μαλλιά της, τα περνούσε σε ένα αδράχτι, και τα πρόσφερε στους θεούς ή στις κοπέλες, που είχαν πεθάνει άγαμες.
Υπήρχε η συνήθεια πριν από το γάμο να τελείται και η γιορτή του λουτρού- τελετή της “απολούσεως”- κατά την οποία οι μελλόνυμφοι έπαιρναν το λουτρό του γάμου σε ορισμένη κρήνη ( βρύση ), πηγή ή ποταμό. Ουσιαστικά ήταν μια τελετή εξαγνισμού των μελλονύμφων. Στην Αθήνα γινόταν η τελετή στην κρήνη Καλλιρρόη, ενώ στη Θήβα στον Ισμηνό ποταμό. Ο Θουκυδίδης μας αναφέρει: «Και τη κρήνη τη νυν μεν των τυράννων σκευασάντων Εννεακρούνω καλουμένη, το δε πάλαι φανερών ουσών των πηγών Καλλιρρόη ωνομασμένη, εκείνοί τε εγγύς ούση, τα πλείστου αξία εχρώντο, και νυν έτι από του αρχαίου πρό τε γαμικών και εις άλλα των ιερών έτι νομίζεται χρήσθαι.» Ο Ευριπίδης στις “Φοίνισσες” γράφει: « ανυμέναια δ’ Ισμηνός εκυδεύθη λουτροφόρου χλιδάς. ανά δε Θηβαίων πόλιν εσιγάθη σας έσοδοι νύμφας ». Άλλοτε το νερό μεταφέρεται από την πηγή στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό.
Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνταν με κλαδιά ελιάς και δάφνης, υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a). Παράλληλα στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της “νυμφοκόμου” και τις οδηγίες της “νυμφεύτριας” (της παρανύμφου που συνοδεύει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διοργάνωση), στολιζόταν βγάζοντας τη “ζώνη της ανύπαντρης”, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο κάλυπτε το πρόσωπό της, όπως απαιτούσε η παράδοση και βάζοντας στα μαλλιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα.
Όταν ο γαμπρός έκανε τον πρώτο του γάμο, ο ίδιος έπαιρνε τη νύφη από το πατρικό της σπίτι και την οδηγούσε στο σπίτι του με άμαξα, την οποία ονόμαζαν “απήνη” (*4). Προσερχόταν καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμένος με άνθη, συνοδευόμενος από τον “πάροχο” (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας). Η γαμήλια τελετή ξεκινούσε με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσίαζε ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παρέδινε την κοπέλα και της δήλωνε ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγόνους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσίαζαν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονταν ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτήσω απογόνους). Τέλος ο γαμπρός πλησίαζε τη νύφη και έθετε «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου. Ακολουθούσε η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο γινόταν στο σπίτι της νύφης και όχι του γαμπρού- όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431)- στο οποίο συμμετείχαν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστούσε τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συνέτρωγαν υπό τους ήχους μουσικής στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη “νυμφεύτρια” και ο γαμπρός από τον “πάροχο” και τους οικείους του αντίστοιχα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονταν σε καθίσματα (“κλισμούς” και “δίφρους”), οι δε άντρες σε ανάκλιντρα. Το γαμήλιο τραπέζι περιλάμβανε πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο “γαμήλιος πλακούντας” (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επέβαλλε και την παρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοίραζε στους καλεσμένους ψωμί μέσα σε ένα “λίκνο” προφέροντας σιγανά: «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρησκείες. Το δείπνο έκλεινε ψάλλοντας τον “υμέναιο” προς τιμήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, “Δειπνοσοφισταί”, 1.9 a-b). Καθώς είχε αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονταν οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκινο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβαζόταν στη γαμήλια άμαξα, που τη έσερναν άλογα, μουλάρια ή βόδια.
Ήταν ντυμένη με λαμπρή στολή, φορώντας εσθήτα με στολίδια, περιδέραιο και δαχτυλίδια με πολύτιμους λίθους, ήταν μυρωμένη μ’ ευωδιαστά μύρα, στο κεφάλι είχε ευρύ και μακρύ πέπλο και ήταν στεφανωμένη. Πάνω στην άμαξα κάθονταν τρεις, στη μέση η νύφη και δεξιά κι αριστεράς ο γαμπρός και ο παράνυμφος ή πάροχος ( ο σημερινός κουμπάρος ) (*5). Στεφανωμένοι (*6) ήσαν επίσης ο γαμπρός και ο πάροχος. Το σπίτι της νύφης στολιζόταν με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Τη συνοδεία των νεονύμφων αποτελούσαν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι. Η νύφη στη διάρκεια της μεταφοράς της είχε το πρόσωπο καλυμμένο με το πέπλο. Σχηματιζόταν μια πομπή, της οποίας ηγούνταν αυλητές και τρεις κόρες που έφερναν κόσκινο, “ηλακάτη” και “άτρακτο” (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθούσε η άμαξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμένο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που είχαν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον υμέναιο, συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό. Η γαμήλια πομπή- που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα, Σ΄ 490-496)- διέσχιζε τους δρόμους της πόλης, προκαλώντας ενθουσιασμό στα συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραύγαζαν, τραγουδούσαν και εύχονταν στο ζευγάρι ραίνοντάς το με “καταχύσματα” (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φουντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθυνόταν στην οικία του γαμπρού, που ήταν ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Ο Όμηρος, περιγράφοντας την ασπίδα του Αχιλλέα, αναφέρει ότι ο Ήφαιστος την κόσμησε με την εικόνα μιας πομπής γάμου σε κάποια πόλη:
«Έβαλε και δυο όμορφες θνητών ανθρώπων πόλεις.
Στη μια απ’ αυτές γίνονταν γάμοι και χαροκόπια∙
νύφες από τα σπίτια τους με φωτιά, με λαμπάδες
μες στους δρόμους συνόδευαν, τραγούδια αντιλαλούσαν∙
χορευτές στριφογύριζαν∙ στη μέση αντηχούσαν
κιθάρες, αυλοί∙ στις πόρτες στέκονταν οι γυναίκες
και καθεμιά τους έβλεπε με θαυμασμό τους γάμους.» ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ.Σ΄, 490- 496)
Ο Ησίοδος κάνει επίσης μια πολύ ωραία περιγραφή, περιγράφοντας την ασπίδα του Ηρακλή:
« …παρά δ’ εύπυργος πόλις ανδρών,
χρύσειαι δε μιν είχον υπερθυρίοις αραρυίαι
επτά πύλαι. τοι δ’ άνδρες εν αγλαϊαις τε χοροίς τε
τέρψιν έχον. τοι μεν εϋσσώτρου επ’ απήνης
ήγοντ’ ανδρί γυναίκα, πολύς δ’ υμέναιος ορώρει.
τήλε δ’ απ’ αιθομένων δαϊδων σέλαε ειλύφαζε
χερσίν ενί δμωών. ται δ’ αγλαίη τεθαλυίαι
πρόσθ’ έκιον, τήσιν δε χοροί παίζοντες έποντο.
τοι μεν υπό λιγυρών συρίγγων ίεσαν αυδήν
εξ απαλών στομάτων, περί δε σφισιν άγνυτο ηχώ.
αι δ’ υπό φορμίγγων άναγον χορόν ιμερόεντα. »
[Μετάφρ.: Δίπλα υπήρχε ανθρώπων πόλη με ωραίους πύργους
Πύλες εφτά την κλείνανε χρυσές στ’ ανώφλια τους
καλόκλειστες. Κι ο κόσμος σε πανηγύρια και χορούς χαιρόταν.
Άλλοι σε αμάξια μ’ ωραίους τροχούς γυναίκα στο σπίτι
του γαμπρού οδηγούσανε και το νυφιάτικο τραγούδι ζωηρό υψωνόταν.
Μακριά απ’ τα φλεγόμενα δαδιά το φως τους στριφογύρναγε,
σαν τα κρατάγανε στα χέρια τους οι δούλες. Κι εκείνες,
με τη γιορτή χαρούμενες, πηγαίναν μπρος και πίσω τους
ακολουθούσαν παίζοντας χοροί.
Οι άντρες κάτω απ’ τον ήχο των γλυκόφωνων συρίγγων αφήνανε φωνή
απ’ τα απαλά τους στόματα και γύρω τους η ηχώ σκορπούσε.
Και οι γυναίκες κάτω απ’ της φόρμιγγας τον ήχο εράσμιο έσερναν χορό.» ( Ησίοδος, “Η ασπίδα του Ηρακλή”, στ. 270-280 )
Αν, όμως, ο γαμπρός έκανε δεύτερο γάμο, δεν επιτρεπόταν να παραλάβει ο ίδιος τη νύφη, αλλά την οδηγούσε σ’ αυτόν κάποιος από τους φίλους του, που λεγόταν “νυμφαγωγός”.
Όταν η πομπή έφτανε στο σπίτι του γαμπρού- που ήταν κι αυτό στολισμένο με κλαδιά ελιάς και δάφνης- εμφανιζόταν ένα παιδάκι και πρόσφερε φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»). Τη νεόφερτη νύφη υποδέχονταν ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λαμπάδα, οι οποίοι τη έραιναν με “καταχύσματα” και της προσφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρεμης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμαζόταν να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποιούνταν ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος όφειλε να την αρπάξει και να την περάσει από το κατώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Και οι συγγενείς του γαμπρού έριχναν στους νεόνυμφους σύκα κι άλλα καλούδια, τα καταχύσματα (*7) που αναφέραμε, για να έχει το ζευγάρι ευπορία και εύθυμο βίο. Η νύφη πρόσφερε σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας.
Σε ορισμένα μέρη της Βοιωτίας υπήρχε η συνήθεια να καίνε μπροστά στη κεντρική πύλη ή την πόρτα τον άξονα της άμαξας, με την οποία έφεραν τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Αυτό δήλωνε την υποχρέωση της νύφης να είναι προσηλωμένη στον άντρα της και στο σπιτικό της. Η νύφη δεν θα είχε πια τη δυνατότητα να εγκαταλείψει τη νέα της οικία, δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε δήθεν μεταφορικό μέσο, για να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι. Επρόκειτο πια ―και όλοι το εύχονταν― να παραμείνει ως τον θάνατό της στο πλευρό του άντρα της. Στη Βοιωτία, αναφέρεται επίσης, ότι τα στέφανα ήσαν από σπαράγγια, λόγω της συμβολικής τους σημασίας, ότι δηλαδή, όπως στα σπαράγγια από τραχύτατα αγκάθια αναδύονται γλυκύτατοι καρποί, έτσι και ο καθένας από τους δύο θα παρείχε ήμερη και γλυκιά συμβίωση στον άλλον.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Γνωρίζουμε ότι αυτή την περίοδο υπάρχουν τέτοιες μέρες, οι λεγόμενες “αλκυονίδες μέρες”.

(*2). Eγγύη: εγγύηση σε μνηστεία, που έδινε ο πατέρας στον γαμπρό ενώπιον μαρτύρων (« εγγύην δε είναι κυρίαν πατρός μεν πρώτον»)
Φερνή: καθετί που φέρνει η γυναίκα στο σπίτι του άντρα όταν παντρεύονται.
Έδνον: το υπό του μνηστήρος καταβαλλόμενο τίμημα προς τον πατέρα της μνηστής, αλλά και τα προσφερόμενα δώρα στη νύφη από τους συγγενείς του πατέρα και της μητέρας.

(*3). Προγάμεια: θρησκευτική τελετή με θυσίες που τελούσαν πριν το γάμο, αφιερωμένη στους προστάτες θεούς του γάμου, όπως το Δία, την Ήρα, την Άρτεμη, κατά την οποία η νύφη έκοβε και πρόσφερε ως απαρχή μπούκλες από τα μαλλιά της.
Στο λεξικό Σουΐδα διαβάζουμε: « προτέλεια, ημέραν ούτως ονομάζουσιν, εν ή εις την ακρόπολιν την γαμουμένην παρθένον άγουσιν οι γονείς εις τον θεόν και θυσίαν επιτελούσι ».

(*4). Απήνη: τετράτροχη άμαξα που την έσερναν ημίονοι ή βόδια. Γενικότερα κάθε είδους άμαξα ή άρμα. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα μας λέει: « ημίονοι έλκον τετράκυκλον απήνη ».

(*5). Πάροχος: αυτός που κάθεται κοντά σε κάποιον πάνω σ’ ένα όχημα, ο παροχούμενος, ο συνέποχος, ο παράνυμφος.
Κατά το λεξικό του Φωτίου « πάροχος, ο παροχούμενος εκ τρίτων τω νυμφίω και τη νύμφη επί της αμάξης » ενώ κατά το Σουϊδα « πάροχοι λέγονται και οι παράνυμφοι, παρά το παροχείσθαι τοις νυμφίοις. επ’ οχήματος γαρ τας νύμφας ήγον ».

(*6) Η χρήση των στεφανιών σε επίσημες εκδηλώσεις, θρησκευτικές, κοινωνικές κι αθλητικές, ήταν μια συνήθεια πολύ διαδεδομένη στην αρχαιότητα, που συνεχίζεται μέχρι την εποχή μας. Τα χρησιμοποιούσαν στις θυσίες, στα μυστήρια, στους γάμους και στην επιβράβευση σε κάθε είδους αγώνων, ακόμη και στον στολισμό των νεκρών.
Με στεφάνια κοσμούσαν τα αγάλματα και τα ειδώλια των θεών, τους βωμούς, τα ιερά δέντρα, ακόμα και τα ζώα, που προόριζαν για θυσία. Χαρακτηριστικό είναι πως δεν χρησιμοποιούσαν τα ίδια φυτά για όλους τους θεούς. Έτσι τα στεφάνια του Δία ήσαν από βελανιδιά, του Διόνυσου από κλήμα αμπελιού, της Ήρας από ροδιά και δίκταμο, του Απόλλωνα από δάφνη, της Αφροδίτης από μυρτιά, της Αθηνάς από ελιά, της Περσεφόνης από νάρκισσο κ.λ.π.
Όταν γεννιόταν αγόρι σε μια οικογένεια, το σπίτι στολιζόταν με στεφάνι ελιάς, που έβαζαν πάνω από την είσοδο της οικίας.
Το πρώτο στεφάνι ήταν δώρο του Δία στον Προμηθέα, με το οποίο έπρεπε να εξισορροπήσει την τιμωρία, που του είχε επιβάλει δένοντάς τον με αλυσίδες στον Καύκασο. O Αισχύλος μας λέει πως ήταν η ανταμοιβή του Προμηθέα γιατί φανέρωσε στον Δία πως αν γεννιόταν γιος από τη Θέτιδα, θα τον υποσκέλιζε, κι έτσι θα έχανε το θρόνο του, όπως ο πατέρας του Κρόνος απ΄ αυτόν. Έτσι μετά από τη φωτιά ο ευεργέτης της ανθρωπότητας Προμηθέας, έφερε στην ανθρωπότητα και τα στεφάνια. Από την αλυσίδα, λοιπόν, φτάνουμε στο στεφάνι, που πάντα είναι ένας δεσμός. Δεσμεύει τον άντρα με τη γυναίκα στο γάμο και τους καθιστά « έν σώμα, μία ψυχή», δεσμεύει ιερά τον μυούμενο στην αδελφότητα και τον κάνει “αδελφό”, δεσμεύει τον νικητή στους αγώνες και τον καθιστά πρότυπο μίμησης από τους άλλους. Μόνο που το στεφάνι δεν είναι βαρύ σαν την αλυσίδα, που σε καθηλώνει, είναι ελαφρύτερο, πιο απαλό, που σου σφίγγει απαλά το κεφάλι, όπου βρίσκεται το πολυτιμότερο όργανο, το μυαλό, και τα αισθητήρια όργανα, με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή με τον αισθητό κόσμο, τον υλικό κόσμο. Τι ήταν το τόσο πολύτιμο, που κρυβόταν σ’ αυτό το φυτικό πλέγμα; Ήταν η τελειότητα, ήταν το κατ’ εξοχήν ελληνικό δώρο! Η Σαπφώ απευθύνεται στη Δίκα και της λέει:
« Φτιάξε στεφάνια, Δίκα εσύ, τα τρυφερά βλαστάρια
και κρέμασέ τα στα μαλλιά με τ’ απαλά σου χέρια
στις Χάριτες τις αθάνατες αρέσουν τα λουλούδια
κι όσους στεφάνι δε φορούν διόλου δεν αγαπάνε».
Στον Αθήναιο διαβάζουμε : «…αυτό που είναι πλήρες και τέλειο και το στεφάνωμα σημαίνει τελειότητα.
Το στεφάνι αποτελεί και το σύμβολο της θυσίας. Όλα όσα ανήκαν στη λατρεία, πρόσωπα, αγάλματα, σύμβολα, ζώα, έφεραν σαν σημάδι καθαγιασμού στεφάνια ή κορδέλες, ή συχνά μαζί στεφάνια και κορδέλες. Έτσι το στεφάνι είναι ο “κήρυκας της ιερής σιωπής”, προανάκρουσμα του θυσιαστικού φονικού. Το ιερό διαποτίζει , κατακλύζει μια νέα, ένα ζώο, ένα είδωλο και τα γεμίζει. Οπότε το ιερό διαπερνά την πληρότητα, και η πληρότητα την τελειότητα, γιατί όπως λέγει και ο Αριστοτέλης : « εμείς προσφέρουμε στους θεούς μόνον πράγματα τέλεια και ακέραια». Με ακάνθινο στεφάνι οι Ρωμαίοι στρατιώτες στεφάνωσαν την κεφαλή του Χριστού στην μεγάλη θυσία Του. Ο ιερέας, στην ακολουθία των Αγίων Παθών της Μ. Πέμπτης, βγάζοντας τον Εσταυρωμένο, αναφωνεί: « Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο των αγγέλων βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις…». Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη διαβάζουμε : « Εξήλθεν ο Ιησούς έξω φορών τον ακάνθινον στέφανον και το πορφυρούν ιμάτιον…».
Ο R. Calasso στο βιβλίο του “Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας” γράφει :
« Η ιερογαμία και η θυσία, κάποτε, ταυτίζονταν. Στην ιστορία διαχωρίζεται προοδευτικά αυτό το ακατονόμαστο. Ο αρχέγονος θεός σκοτωνόταν και συνουσιαζόταν την ίδια στιγμή. Οι άνθρωποι που θα τον θυμούνται δεν μπορούν να επαναλάβουν το ίδιο επιχείρημα, εάν θέλουν να επιζήσουν, και είναι αναγκασμένοι να το χωρίσουν σε δύο στάδια : δολοφονία και συνουσία, θυσία και γάμος. Αλλά στη θυσία παραμένει η γεύση των γάμων, όπως στους γάμους η γεύση της θυσίας. Κάτι το χειροπιαστό εξισώνει αυτές τις δύο πράξεις: το στεφάνι. Στεφανώνονται για να πάνε στους γάμους, αλλά και στη θυσία. Και το διφορούμενο του στεφανιού είναι η σταθερή και αποσιωπημένη αναφορά της τραγικής σκηνής…».

(*7). Καταχύσματα: μίγμα από ξηρούς καρπούς, όπως σύκα, φοίνικες, αμύγδαλα, καρύδια, φουντούκια, στραγάλια, σταφύδες, κάστανα κ.α. με τα οποία έραιναν τους νεονύμφους και όλους τους παρευρισκόμενους, για να προοιωνίσουν την ευπραγία.

( Συνεχίζεται…)

Δεν υπάρχουν σχόλια: