Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Με την είσοδο της νύφης στο σπίτι του γαμπρού, παραθέτανε γαμήλιο τραπέζι, την γαμική θοίνη, στο οποίο καλούσαν άντρες και γυναίκες, για να υπάρχουν πολλοί μάρτυρες σχετικά με τη νομιμότητα του γάμου. Έτρωγαν, όμως, ξεχωριστά, σε άλλο δωμάτιο οι άντρες και σ’ άλλο οι γυναίκες και ανάμεσα σ’ αυτούς στεκόταν η νύφη, φορώντας πάντα το πέπλο. Στα εδέσματα συμπεριλαμβανόταν ο φτιαγμένος από σουσάμι μεγάλος πλακούντας (*8), σύμβολο πολυτεκνίας. Ο Αριστοφάνης μας λέει:
« εδόκουν γαρ εν τοις γάμοις σήσαμον διδόναι,
ός έστι πλακούς γαμικός από σησάμου,πεποιημένος
δια το πολύγονον, ως φησί Μένανδρος.» ( Αριστοφάνους “Ειρήνη”, στ. 869-871)
Τα φαγητά ήσαν πλούσια με πολλά σφάγια. Ας αφήσουμε τον Όμηρο να κάνει την περιγραφή:
«Στην πολυφάραγγη Σπάρτη , στη βαθουλή, σαν πήγαν,
προς το παλάτι τράβηξαν του ένδοξου Ατρείδη.
Τον βρήκαν να γιορτάζει εκεί μ’ ένα σωρό δικούς του
γιου γάμο, κόρης άψογης στο σπιτικό του μέσα.
Την κόρη του έστελνε στο γιο του αντρείου Αχιλλέα.
την είχε τάξει απαρχής στην Τροία, για γυναίκα
να του τη δώσει. Κι οι θεοί ξετέλειωναν το γάμο.
μ’ αμάξια και με άλογα την έστελνε να πάει
στων Μυρμιδόνων τη λαμπρή πόλη που κυβερνούσε…

Η συνέχεια >>> εδώ …

Έτσι μες στο ψηλόροφο ξεφάντωναν παλάτι
γείτονες και συμπέθεροι του ένδοξου Ατρείδη
και χαίρονταν. και δίπλα τους κρατώντας την κιθάρα
ο έξοχος τραγουδιστής τραγουδούσε. στη μέση
δύο ακροβάτες χόρευαν στριφογυρνώντας όλο….
Τότε ο ξανθός Μενέλαος τους είπε χαιρετώντας:
«-Τρώτε, λοιπόν, κι έχετε γειά! Κι όταν αποφάτε,
Ώρα να σας ρωτήσουμε ποιοι άνθρωποι να είστε…»
Έτσι είπε και τους έδωσε παχιά βοδίσια πλάτη
Ψητή, στα χέρια πιάνοντας, σ’ αυτού που είχαν δώσει.
Σ’ έτοιμα φαγητά αυτοί τα χέρια τους κινούσαν… (Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. δ΄, αποσπάσματα στ. από 1 έως 67 ).
Αφού φρόντιζαν για τους καλεσμένους οι νεόνυμφοι, μετά αποσύρονταν σ’ ένα θάλαμο για να φάνε μαζί το πρώτο τους δείπνο. Στην αρχή τους έδιναν να φάνε γλυκό κυδώνι για να έχουν γλυκιά και τερπνή ομιλία. Για όσο χρόνο έτρωγαν, νέοι και νέες τους τραγουδούσαν τον υμέναιο και τον επιθαλάμιο ύμνο. Ταυτόχρονα λαμπροντυμένες παρθένες στεφανωμένες με υακίνθους έψαλλαν και χόρευαν. Μετά τα μεσάνυχτα έληγε η γαμήλια τελετή κι ακολουθούσε η λεγόμενη “μυστική νύχτα”. Η νύφη έμπαινε στον νυφικό θάλαμο, που ονομαζόταν παστάδα, καλυμμένη πάντα με το πέπλο της. Μόλις εισέρχονταν οι νεόνυμφοι στο δωμάτιό τους, οι φίλοι τους έκλειναν την πόρτα και έκαναν διάφορα αστεία, πειράζοντάς τους με διάφορα επινοήματα ή θορύβους ή χτυπήματα της πόρτας, ενώ έξω από την πόρτα της παστάδας νεαρές κοπέλες τραγουδούσαν διάφορα άσματα, τα επιθαλάμια. Κατά την πρώτη νύχτα γάμου, την “μυστική νύχτα”, έσμιγαν ερωτικά οι νεόνυμφοι.
Ο Αριστοφάνης στις “Όρνιθες” μας δίνει μια μορφή υμέναιου:
«Ήρα ποτ’ Ολυμπία
τον ηλιβάτων θρόνων
άρχοντα θεαί μέγαν
Μοίραι ξυνεκοίμισαν
εν τοιωδ’ υμεναίω.
Υμήν ω, Υμέναι’ ω,
Υμήν ω, Υμέναι’ ω.
Ο δ’ αμφιθαλής Έρως
χρυσόπτερος ηνίας
ηύθυνε παλιντόνους,
Ζηνός πάροχος γάμων
της τ’ ευδαίμονος Ήρας.
Υμήν ω, Υμέναι’ ω
Υμήν ώ, Υμέναι’ ω»
[Μετ.: «Με την Ήρα κάποτε στην Ολυμπία
των υψηλών θρόνων
τον άρχοντα μεγάλο θεό
οι Μοίρες έβαλαν να πλαγιάσει
με τέτοιο υμέναιο.
Υμένα, ω, υμέναιε, ω,
Υμένα, ω, Υμέναιε, ω!
Ο ανθοφόρος Έρωτας
ο χρυσόφτερος τα χαλινάρια
τεντωμένα προς τα πίσω κρατούσε,
ο παράνυμφος του γάμου του Δία
και της ευτυχισμένης Ήρας.
Υμένα, ω, Υμέναιε, ω,
Υμένα, Υμέναιε, ω!» (Αριστοφάνης, “Όρνιθες”, 1731- 1743)
Παραθέτουμε επίσης αποσπάσματα του επιθαλάμιου ύμνου της Ελένης, όπως μας έχει διασωθεί:
«Εν ποκ’ άρα Σπάρτα ξανθότριχι παρ Μενελάω παρθενικαί θάλλοντα
κόμαις υάκινθον έχοισι πρόσθεν νεογράπτω θαλάμω χορόν εστάσαντο,…»
[Μετάφρ.: «Με τα ζουμπούλια στα μαλλιά οι δώδεκα παρθένες, που ήταν οι καλύτερες από τη Λακωνία,
στην Σπάρτη όταν ήρθανε, στου Μενέλαου το σπίτι, του ξανθομάλλη γιου του Ατρέα,
εστάθηκαν έξω από την κάμαρα την καινουργιοβαμμένη, που είχαν κλείσει μέσα κει
τη νιόπαντρη γυναίκα, την κόρη του Τυνδάρεω, την όμορφη Ελένη,
και στήσανε εκεί χορό και όλες τραγουδούσαν, πλέκοντας τα ποδάρια τους
που ρυθμικά κροτούσαν, κι αντιλαλούσε η κάμαρα του γάμου το τραγούδι…
Σαν την αυγή το χάραμα την όψη της που δείχνει, σαν άνοιξη κατάλευκη
σαν φεύγει ο χειμώνας, τέτοια η Ελένη η χρυσή λάμπει ανάμεσά μας.
Στολίδι μέσ’ τον εύφορο αγρό είναι το κυπαρίσσι, όταν ψηλό ορθώνεται
μα και στο περιβόλι, ή άλογο θεσσαλικό στο άρμα είν’ στολίδι,
στην Λακωνία στόλισμα η ροδαλή Ελένη…
Είθε να δώσει η Λητώ, Λητώ η παιδομάνα, πολλά παιδιά
κι η Κύπριδα να σας μοιράσει αγάπη. Του Κρόνου ο γιος
ο Ζευς άφθονα να δώσει από φαμίλια αρχοντικιά σε αρχοντικιά να πάνε.
Κοιμάστε αναπνέοντας αγάπη ο ένας του άλλου και σηκωθείτε
την αυγή για να μην ξεχαστείτε. Εμείς θα ‘ρθούμε την αυγή
όταν γλυκολαλήσει απ’ τη φωλιά του ο πετεινός τραγουδιστής
ο πρώτος, με ψηλωμένο το λαιμό, φτερά που έχει ωραία.
Νιώσε χαρά, Υμέναιε, για τούτονε το γάμο.»
Μετά την πρώτη νύχτα γάμου ήταν έθιμο να αποχωρίζεται ο γαμπρός για μία ημέρα τη νύφη. Πήγαινε στο σπίτι του πεθερού, στον οποίο η νύφη έστελνε δώρο ένα πανωφόρι πολυτελείας, σαν να ήθελε να εξαγοράσει έτσι την επιστροφή του γαμπρού κοντά της. Η ημέρα μετά τη μυστική νύχτα ονομαζόταν “απαύλια”, γιατί ο νυμφίος «απηυλίζετο», δηλαδή έφευγε από το σπίτι του. Το δώρο που έστελνε η νύφη στον πατέρα της, λεγόταν “απαυλιστηρία χλανίς”. Την επομένη ημέρα επέστρεφε ο γαμπρός στο σπίτι του. Τότε δεχόντουσαν δώρα οι συζευγμένοι νέοι, τα λεγόμενα “επαύλια”, ενώ τα δώρα που έπαιρναν τη δεύτερη μετά το γάμο μέρα λεγόντουσαν “απαύλια” (*9). Την τρίτη μέρα ήταν η σειρά του γαμπρού και των συγγενών του να αποδώσουν στη νύφη τα “ανακαλυπτήρια” ή “οπτήρια” δώρα και η νύφη έβγαζε το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη») κι έβλεπαν το πρόσωπό της. Στη συνέχεια παρέθεταν τη “γαμηλία”, που ήταν γεύμα στα μέλη του σογιού τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στο σόι.
Ο Αριστοφάνης αναφέρεται στα γαμήλια δώρα:
«.. γιατί απ’ όσα πουλήσαμε και έχουμε κάνει τα κέρδη μας
σου τα φέρνουμε αυτά εδώ για δώρα μας στο γάμο σου.» (Αριστοφάνης, Ειρήνη, 1205-1206)
ενώ μέσα από την τραγωδία “Ιφιγένεια εν Αυλίδι” πληροφορούμαστε για την ημέρα του γάμου, που πρέπει να είναι σε πανσέληνο, και το κράτημα λαμπάδων από τη μητέρα:
« ΚΛ.: Ευτυχισμένοι να ‘ναι∙ ποια μέρα ο γάμος;
ΑΓ.: Στη γέμιση του φεγγαριού, με το καλό.
ΚΛ.: Έκανες στη θεά θυσία πριν το γάμο;
ΑΓ.: Κοντά στο νου∙ την ετοιμάζουν τώρα.
ΚΛ.: Αργότερα θα στρώσεις του γάμου το τραπέζι;
ΑΓ.: Σα θυσιάσω το σφαχτό που πρέπει στους θεούς.
ΚΛ.: Και πού θα στήσουμε των γυναικών το φαγοπότι;
ΑΓ.: Εδώ σιμά∙ στων Αργείων τα καλόπρωρα πλοία.
ΚΛ.: Πρώτα ο θεός, καλά θα βολευτούμε.
ΑΓ.: Ξέρεις τι λέω να κάνω; και να μ’ ακούσεις, γυναίκα.
ΚΛ.: Τι πράγμα, παντού και πάντα σ’ ακούω πρόθυμα.
ΑΓ.: Μια κι ο γαμπρός είναι κοντά, εγώ…
ΚΛ.: Ποιο χρέος μάνας θα κάνεις, δίχως μάνα;
ΑΓ.: Την κόρη θα παντρέψω με τους Αργείους μαζί.
ΚΛ.: Κι εγώ πού πρέπει να ‘μια την ώρα της χαράς;
ΑΓ.: Να πας να φροντίσεις τ’ άλλα κορίτσια στο Άργος.
ΚΛ.: Ν’ αφήσω το παιδί; Ποιος θα κρατήσει τη λαμπάδα;
ΑΓ.: Εγώ θα βαστήξω το φως στο ζευγάρι.
ΚΛ.: αλλιώς ζητάει το έθιμο∙ μην το πατάμε.
ΑΓ.: Ωραίο δεν είναι να σεργιανάς μες στο στρατό.
ΚΛ.: Ωραίο είναι να παντρεύει τα παιδιά της η μάνα.» (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, 716- 736)
Ο τραγικός μας ποιητής με τα λόγια του χορού δίνει αργότερα το γλεντοκόπι στο γάμο του Πηλέα με τη Θέτιδα, όπου πήραν μέρος και οι Θεοί:
«Ποιο τάχα να’ στησε ξεφάντωμα
ο Υμέναιος, με το ζουρνά της Αραπιάς,
με τη χορευταρού κιθάρα
και φλογέρες καλαμένιες,
όταν οι ομορφομαλλούσες Πιερίδες
στο γλεντοκόπι των θεών, στο Πήλιο,
τραντάζανε τη γη με τα χρυσά τους πέδιλα
στο γάμο του Πηλέα καλεσμένες
και λέγαν με τραγούδια τα παινέματα
της Θέτης και του Αιακίδη
στα βουνά των Κενταύρων
και στα ρουμάνια τα πηλιορείτικα.
Κι ο Φρύγας Γανυμήδης,
ο γιος του Δάρδανου,
που συντροφεύει τρυφερά το δία στο κρεβάτι,
από βαθιά πιθάρια
έπιανε το κρασί και το κερνούσε.
Και παρακεί στην άμμο την ξανθή
πενήντα κόρες του νηρέα
του γάμου σύραν το χορό
πιασμένες ένα γύρο.
Με κλάρες ελάτια και χλόης στεφάνι
ήρθε στο γλέντι των θεών
και στο κρασί του Βάκχου
η παρέα των Κένταυρων με τ’ αλογίσια πόδια
κι έσυρε φωνή μεγάλη: Ω νεράιδα,
το ‘πε καθαρά ο μαντευτής ο Χείρωνας
που διαβάζει τις κρυφές προφητείες,
πως θα γεννήσεις γιο, το μέγα φως
της Θεσσαλίας,
που θα φτάσει στη χώρα του Πρίαμου
με τους αρματωμένους Μυρμιδόνες
και θα κάψει συνθέμελα την ένδοξη γη.
Όπλα θα ντύσουν χρυσά
το κορμί κι άρματα δουλεμένα
από τον Ήφαιστο, χαρίσματα
της μάνας του της Θέτης
της θεάς που τον γέννησε.
Τότες οι θεοί
ευλόγησαν το γάμο του Πηλέα
με την αρχοντοπούλα,
του Νηρέα την πρώτη θυγατέρα.» (Ευριπίδης, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 1036- 1079)
Οι φίλοι εύχονταν και τότε στους νεόνυμφους «βίον ανθόσπαρτον», όπως και σήμερα. Τους εύχονταν, δηλαδή, να απολαύσουν εκείνη την ευδαιμονία που υμνεί ο Ευριπίδης, με τα λόγια του χορού, στους στίχους της τραγωδίας “Ιππόλυτος”:
«… κι από του Δία τα παλάτια
στα ερωτικά του ανάκλιντρα σιμά
βρύσες ξεχύνουν αμβροσία,
την αγιασμένη γη πλουτίζοντας,
γεννήτρα της ζωής, αυξαίνοντας
την ευτυχία των θεών.» (Ευριπίδης, “Ιππόλυτος”, 747- 751)
Απ’ όσα αναφέραμε, φαίνεται πως ο γάμος διαρκούσε σε άλλες πόλεις τρεις και σε άλλες τέσσερις μέρες, όπως διαρκούσε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και μέχρι πριν από χρόνια, περί τα μέσα του 20ου αιώνα.
Ο Πλάτωνας τονίζει πως ο άνθρωπος με το γάμο πρέπει να αποβλέπει στη διαιώνιση του είδους, αφήνοντας πίσω του απογόνους, που θα υπηρετούν τον θεό. Την πρώτη μέρα του γάμου έπρεπε να είναι προσεχτικοί να μη μεθύσουν. Στο βιβλίο του “Νόμοι” διαβάζουμε: « Ιδιαίτερα την ημέρα του γάμου, του πιο σημαντικού γεγονότος της ζωής τους, τόσο ο γαμπρός όσο και η νύφη πρέπει να δείξουν αυτοσυγκράτηση, αφού δεν ξέρουν πότε με τη βοήθεια του θεού θα συλληφθεί το παιδί τους, ώστε να είναι βέβαιοι ότι δεν ήσαν μεθυσμένοι όταν τεκνοποίησαν. Είναι γνωστό ότι η σύλληψη δεν πρέπει να γίνεται από μεθυσμένους γονείς αλλά χωρίς κανέναν εξωτερικό επηρεασμό, ώστε το έμβρυο να αναπτυχθεί κανονικά και αδιατάραχτα. Όταν ο άνθρωπος είναι μεθυσμένος πηγαινοέρχεται σαν τρελός κάτω από την επίδραση του ποτού. Έτσι το σπέρμα του είναι ανεπαρκές και σε κακή κατάσταση, με αποτέλεσμα να φέρει στον κόσμο παιδιά με κακό χαρακτήρα και, πολύ πιθανό, με ανάπηρο σώμα και ψυχή. Για το λόγο αυτό, κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου αλλά και της ζωής του, και προπάντων στο διάστημα της τεκνοποιίας, πρέπει κανείς να προσέχει πολύ να μην κάνει τίποτα που να βλάψει την υγεία του ή θα προκαλέσει βιαιότητες και αδικίες, αφού όλα αυτά αποτυπώνονται στα σώματα και τις ψυχές των παιδιών του, που μοιάζουν με τον πατέρα τους και γίνονται δυστυχισμένα πλάσματα. Ιδιαίτερα πρέπει να προσέχει την πρώτη μέρα και την πρώτη νύχτα του γάμου του, γιατί, αν η αρχή γίνει σωστά και προσεχτικά, υπάρχει η εγγύηση των θεών ότι όλα θα πάνε καλά. Αν τηρήσει τα παραπάνω απολαμβάνει και τις ανάλογες τιμές. » ( Πλάτωνος “Νόμοι”, βιβλίο ΣΤ, 775c-e )
Τέλος, μια εβδομάδα αργότερα γιορταζόταν ο “αντίγαμος”, όπου οι νιόπαντροι επισκέπτονταν το σπίτι της οικογένειας της νύφης παίρνοντας μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούσαν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

(*8). Πλακούς: είδος γλυκίσματος από ζύμη με ζάχαρη, αρώματα κ.α., που είχε πεπλατυσμένο σχήμα, σαν πίττα.

(*9). Αυτό το έθιμο πραγματεύεται ο Ευστάθιος λέγοντας ότι κατά τον Παυσανία: « εκάλουν επαυλίαν ημέραν, καθ’ ήν εν τη του νυμφίου οικία η νύμφη πρώτον επηύλισται, και απαύλια τα μετά την εχομένην ημέραν του γάμου δώρα παρά της νύμφης πατρός φερόμενα τοις νυμφίοις εν σχήματι πομπής. Παις γάρ, φησίν, ηγείτο χλανίδα (*10) λευκήν έχων και λαμπάδα καιομένην. Έπειτα παίς ετέρα κανηφόρος, είτα λοιπαί φέρουσαι λεκανίδας, σμήγματα, φορεία, κτένας…»

(*10) Χλανίς: είδος λεπτού και ελαφριού επενδύτη, που φορούσαν άνδρες και γυναίκες περισσότερο διακοσμητικά και λιγότερο για να προφυλαχθούν από το κρύο « γαμικήν χλανίδα δότω τις δεύρό μοι…»



Δεν υπάρχουν σχόλια: