Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Το κουτί της Πανδώρας


[[ δαμ- ων ]]

Αυτές τις μέρες, με τις δολοφονίες και την όλη αναταραχή που επικρατεί στην χώρα μας, από πολλούς χρησιμοποιήθηκε η φράση: «άνοιξε το κουτί της Πανδώρας», με την έννοια ότι συμβαίνουν πολλά κακά γεγονότα. Από τα παλιά τα χρόνια προσάπτουν στην Πανδώρα την κατηγόρια πως σ’ αυτήν οφείλονται όλα τα κακά του κόσμου. Αγνοούν, όμως, πως η ωραιότατη αυτή γυναίκα, άθελά της, υπήρξε κατά την ελληνική μυθολογία η μεσάζουσα για να στείλουν οι ίδιοι οι θεοί το κακό στη Γη. Όσοι την κατηγορούν, ίσως και να παρασύρθηκαν από τον Ησίοδο, που παρουσιάζει τη γυναίκα με λόγια καθόλου κολακευτικά, όπως προκύπτει από τους ακόλουθους στίχους:
«Γιατί απ’ αυτήν κατάγεται των τρυφερών των γυναικών το γένος,
[ αυτής είναι το ολέθριο γένος και η φυλή των γυναικών,]
μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, των ανδρών συγκάτοικοι,
συντρόφισσες όχι της καταραμένης φτώχειας, αλλά της αφθονίας.
Όμοια όπως οι μέλισσες στις σκεπαστές κυψέλες
τους κηφήνες τρέφουνε, που είναι συνεργάτες στα έργα τα κακά.
Γιατί αυτές όλη τη μέρα μέχρι να δύσει ο ήλιος
τρέχουν καθημερινά και φτιάχνουνε λευκές κερήθρες,
ενώ εκείνοι μέσα μένουνε στις σκεπαστές κυψέλες
και τον ξένο κάματο στη δική τους κοιλιά μαζεύουν.
Έτσι ακριβώς κι ο Δίας, που από ψηλά βροντά, για τους
θνητούς τους άντρες συμφορά όρισε τις γυναίκες, που
είναι συνεργάτιδες στα έργα τα πικρά.
Κι ακόμη ένα κακό τους έδωσε στη θέση του αγαθού:

Η συνέχεια >>> εδώ …

όποιος το γάμο και των γυναικών τα φθαρτικά τα έργα
προσπαθώντας ν’ αποφύγει
να παντρευτεί τυχόν δε θέλει, αυτός να φτάνει στα ολέθρια γηρατειά
δίχως κανέναν να τον γηροκομήσει. Αυτός ζει δίχως να έχει έλλειψη από βιος,
μα σαν πεθάνει μοιράζονται τα υπάρχοντά του
οι συγγενείς οι μακρινοί. Σε όποιον λάχει μοίρα παντρειάς
κι έχει γυναίκα φρόνιμη και σταθερή στο νου της,
σ’ όλη του τη ζωή το κακό επίμονα στο νου της,
σ’ όλη του τη ζωή το κακό επίμονα με το καλό θ’ αναμετριέται.
Μα όποιος λάχει γένος γυναίκας βλαβερό
ζει στα στήθη μέσα έχοντας άπαυτη θλίψη
στην ψυχή και την καρδιά. Και είναι τούτο το κακό αγιάτρευτο. » ( Ησίοδος, “Θεογονία”, 590- 612 )
Τα παραπάνω, που έγραψε ο Ησίοδος, δεν απέτρεψαν τους προγόνους μας να τιμήσουν τις γυναίκες, να τις ερωτευθούν, και να λατρέψουν την γυναικεία ωραιότητα.
Καιρός είναι να γνωρίσουμε τον μύθο της Πανδώρας:
Σαν έκλεψε ο Προμηθέας τη φωτιά από τους αθάνατους και την έδωσε στους θνητούς, μάνιασε ο βροντορίχτης Δίας. Δεν μπορούσε να δεχτεί που ο Τιτάνας έμαθε στους ανθρώπους τις τέχνες και τα γράμματα, που τους χάρισε τη γνώση, προνόμιο μέχρι τότε μόνο των θεών. Οι θνητοί έφτιαχναν εργαλεία, καλλιεργούσαν τη γη, χτίζανε σπίτια, θεράπευαν τις αρρώστιες, μπορούσαν να γράφουν, να διαβάζουν και να μετρούν. Μ’ όλα αυτά ζούσαν ευτυχισμένοι και δεν είχαν ανάγκη τους θεούς, τους οποίους έπαψαν να τιμούν. Γι’ αυτό πιότερο χόλωσε ο ρήγας του κόσμου. Έτσι διέταξε ν’ αλυσοδέσουν τον Προμηθέα στον Καύκασο και στους θνητούς έστειλε πολλά κακά. Σαν κουβαλητή των δεινών θέλησε να στείλει κάποιο όν που μέχρι τότε δεν υπήρχε στη γη.
Πρόσταξε τον τεχνίτη των θεών, τον χωλό Ήφαιστο, με πηλό και νερό να φτιάξει το σώμα μιας ωραιότατης και γοητευτικής παρθένας, που να ήταν όμοια με θεά. Ζήτησε να έχει τη δύναμη των ανθρώπων, γλυκιά και σαγηνευτική φωνή, και βλέμμα που να σ’ αναρριγεί. Στο άψυχο αυτό σώμα ο βασιλιάς του Όλυμπου φύσηξε ζωή (*1) και μετά ζήτησε απ’ όλους τους θεούς να προικίσουν το ον με δώρα. Πρόθυμοι οι θεοί, στόλισαν με πολλά δώρα τη σύντροφο του άντρα. Η Αθηνά της χάρισε πλούσια και πλουμιστά ρούχα, ενώ οι Χάριτες (*2) τη στόλισαν με χάρη, σκέρτσο και γοητεία. Οι Ώρες (*3) τη γέμισαν στολίδια και γιορντάνια. Η Αφροδίτη τη γέμισε με του έρωτα τη χάρη και τη σαγήνη, η Ήρα την έκανε να λαμποκοπά από θηλυκότητα. Ο Ερμής την προίκισε με τη τέχνη της ψευτιάς, τους γοητευτικούς και δολερούς λόγους, το εύστροφο μυαλό και την πονηριά. Ο Άρης με τον άστατο χαρακτήρα κι ο Απόλλωνας με το φωτεινό χαμόγελο. Απ’ όλους τους θεούς πήρε δώρα και γι’ αυτό ο κεραυνορίχτης Δίας την ονόμασε Πανδώρα.
Ο Ησίοδος στο έργο του “Θεογονία” περιγράφει το πλάσιμο και το στόλισμα της Πανδώρας. Ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή του:
« Ευθύς σαν αντιστάθμισμα για τη φωτιά ετοίμασε συμφορά για τους ανθρώπους.
Γιατί από χώμα έπλασε ο ξακουστός Χωλός,
με εντολή του γιου του Κρόνου, ομοίωμα σεβαστής παρθένας.
Την έζωσε και τη στόλισε η θεά Αθηνά η αστραπομάτα
με φόρεμα που έλαμπε σαν ασήμι. Και στο κεφάλι της επάνω
καλύπτρα πολυποίκιλτη με τα χέρια της έριξε, θαύμα να τη βλέπεις.
Και γύρω στο κεφάλι της στεφάνια νιόβλαστα, άνθη της χλόης,
ποθητά, της έβαλε η Αθηνά Παλλάδα.
Κι γύρω στο κεφάλι της διάδημα χρυσό της έβαλε,
που ο ίδιος το ‘φτιαξε ο ξακουστός Χωλός,
αφού το φιλοτέχνησε με τις παλάμες του, τη χάρη κάνοντας στο Δία, τον πατέρα του.
Πάνω σ’ αυτό, θαύμα να τα βλέπεις, ποικίλματα πολλά ετοίμασε,
όσα θηρία φοβερά η στεριά κι η θάλασσα τα τρέφει.
Κι έβαλε πολλά απ’ αυτά- πάνω σε όλα μια χάρη έπνεε-
στολίδια θαυμαστά που μοιάζανε με ζωντανά που πάνε να μιλήσουν
Κι αφού ο Δίας ετοίμασε τούτο το καλό κακό, του αγαθού αντιστάθμισμα,
έξω την έβγαλε, εκεί που βρίσκονταν οι θεοί οι υπόλοιποι κι οι άνθρωποι,
γεμάτοι από χαρά για τα στολίδια της αστραπόματης θεάς που δυνατό έχει πατέρα.
Και θαυμασμός κυρίευσε τους αθάνατους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους,
σαν είδαν το βαθύ το δόλο, τον αναπότρεπτο για τους ανθρώπους.
Γιατί απ’ αυτήν κατάγεται των τρυφερών των γυναικών το γένος,
μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, των ανδρών συγκάτοικοι,
συντρόφισσες όχι της καταραμένης φτώχειας, αλλά της αφθονίας. » ( Ησίοδος, “Θεογονία” 570- 593 )
Την ωραία αυτή παρθένα ο Δίας προόρισε σαν πρώτη γυναίκα στους άνδρες την πρώτης ανθρωπότητας. Έμελλε να την πάρει ο Επιμηθέας, ο αδερφός του Προμηθέα. Να δούμε, όμως, τη συνέχεια του μύθου:
Πριν τον ερχομό της Πανδώρας στη γη, οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς κόπο. Δε χρειαζόταν να δουλεύουν ποτίζοντας με ιδρώτα τη γη, ούτε οι αρρώστιες τους βασάνιζαν. Τα άχαρα γηρατειά τους ήταν άγνωστα.
Ο ερχομός της πανώριας πηλοπλασμένης παρθένας έφερε τα βάσανα στην ανθρωπότητα. Από τότε γνώρισαν τον πόνο της αρρώστιας και κάθε είδους δεινά έδιωξαν την ανεμελιά τους.
Ο βροντόχαρος ρήγας του Κόσμου έβαλε όλα τα δεινά σ’ ένα κουτί, που το ‘κλεισε καλά, και το έδωσε σαν προίκα στην Πανδώρα να το πάρει μαζί της. Την ορμήνεψε να μην το ανοίξει ποτέ της. Μετά πρόσταξε τον αγγελιοφόρο των θεών, τον Ερμή, να την οδηγήσει στη Γη και να την παραδώσει στον Επιμηθέα.
Ο πανέξυπνος Προμηθέας είχε προειδοποιήσει τον αδερφό του ποτέ του να μη δεχτεί δώρο από τους Ολύμπιους, και κυρίως από τον Κρονίδη Δία. Μα ο Επιμηθέας, σαν είδε μπροστά του την Πανδώρα έχασε τα λογικά του από τη θεσπέσια παρουσία. Μεμιάς πλανεύτηκε από την ομορφιά της και του έρωτα ο σεβντάς γέμισε την καρδιά του. Την πήρε γυναίκα του και γνώρισε μαζί της τις χαρές του έρωτα.
Κι ενώ ζούσαν μέσα στη χαρά, η περιέργεια γαργαλούσε της Πανδώρας το μυαλό για το τι να έχει μέσα το δοχείο. Ξέχασε την ορμήνια του Δία. Κάποια μέρα, που έλειπε ο άντρας της, δεν άντεξε κι άνοιξε το δοχείο. Ευθύς ξεπετάχτηκαν τα δεινά από μέσα. Σάστισε από το ξεπέταγμα η γυναίκα και έκλεισε τρομαγμένη το δοχείο. Μα είχαν προλάβει να ξεφύγουν οι δυστυχίες και τα κακά και σκόρπισαν στη γη. Μονάχα η Ελπίδα απόμεινε στον πάτο του δοχείου, που ήταν η πιο βαριά. Από τότε η ανθρωπότητα γνώρισε τη δυστυχία και υποφέρει.
Η Πανδώρα, λοιπόν, η πρώτη γυναίκα για την ελληνική μυθολογία, έφερε τα δεινά στη γη. Ο Ησίοδος μας παρουσιάζει την Πανδώρα και στο άλλο του μεγάλο έργο, το “Έργα και Ημέρες”. Εκεί γράφει:
« Κι ο Δίας ο συννεφοσυνάχτης οργισμένος του ‘πε:
“Γιε του Ιαπετού, που πιότερο απ’ όλους ξέρεις από πανουργίες,
χαίρεσαι που ΄κλεψες τη φωτιά και το νου μου εξαπάτησες,
μεγάλη συμφορά για σε τον ίδιο και τους μελλοντικούς ανθρώπους.
Αντί φωτιά κακό εγώ σ’ αυτούς θα δώσω: μ’ αυτό θα χαίρονται όλοι τους
μες την καρδιά, καθώς θ’ αγκαλιάζουν με στοργή την ίδια τους τη συμφορά.
Έτσι είπε και γέλασε ηχηρά ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.
Και πρόσταξε τον Ήφαιστο τον ξακουστό όσο πιο γρήγορα
να σμίξει χώμα με νερό, μέσα να βάλει λαλιά κι ανθρώπου δύναμη,
να μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές η κοπελιά
με την ωραία, τη λαχταριστή μορφή. Κι έπειτα έβαλε την Αθηνά
να της διδάξει τέχνες, τον πολυποίκιλο ιστό να υφαίνει.
Την Αφροδίτη τη χρυσή να περιχύσει το κεφάλι της με χάρη,
πόθο σκληρό, φροντίδες που κατατρών τα μέλη.
Και τον Ερμή, τον υπηρέτη των θεών, του Άργου το φονιά,
τον πρόσταξε να βάλει μέσα στο μυαλό αναίσχυντο και δόλιο χαρακτήρα.
Έτσι είπε κι εκείνοι υπάκουσαν στο Δία, τον
άνακτα, το γιο του Κρόνου.
Κι αμέσως έπλασε από χώμα ο ξακουστός Χωλός
με τη βουλή του Δία πλάσμα που ‘μοιαζε παρθένα σεβαστή.
Την έζωσε και τη στόλισε η θεά Αθηνά η αστραπομάτα.
Οι Χάριτες, οι θεές, και η σεβαστή Πειθώ (*4) γύρω στο δέρμα της
της έβαλαν περιδέραια χρυσά. Κι από τριγύρω
οι Ώρες οι καλλίκορμες τη στέφανε με άνθη εαρινά.
Και τα στολίδια όλα της τα ταίριαξε στο κορμί η Αθηνά Παλλάδα.
Μέσα στα στήθη της ο υπηρέτης των θεών, του Άργου ο φονιάς,
ψεύδη, θωπείας λόγια και δόλιο χαρακτήρα
ετοίμασε με τη βουλή του Δία του βαρύβροντου. Και μέσα της
φωνή της έβαλε των θεών ο κήρυκας κι ονόμασε τούτη τη γυναίκα
Πανδώρα, μια κι όλοι οι θεοί που κατοικούν στα Ολύμπια δώματα
δώρο τη δώρισαν, συμφορά για τους σιτοφάγους ανθρώπους.
Κι αφού συμπλήρωσε το φοβερό το δόλο τον ακαταμάχητο,
έστειλε ο Πατέρας στον Επιμηθέα τον ξακουστό φονιά του Άργου (*5)
με το δώρο, τον ταχύ αγγελιοφόρο των θεών. Κι ο Επιμηθέας
δε συλλογίστηκε πως του ‘πε ο Προμηθέας δώρο ποτέ
να μη δεχτεί απ’ τον Ολύμπιο Δία, μα να το αποπέμψει
πίσω, μην τύχει και συμβεί κάποιο κακό για τους θνητούς.
Όμως το δέχτηκε και, όταν πια τον βρήκε η συμφορά, τότε κατάλαβε.
Ζούσαν πριν πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων
δίχως συμφορές, δίχως τους κόπους τους σκληρούς,
και δίχως τις βαριές τις αρρώστιες που ‘δωσαν στους ανθρώπους θάνατο.
[ Γιατί γοργά μέσα στην κακουχία γερνάνε οι θνητοί.]
Μα η γυναίκα με τα χέρια της του πιθαριού το μέγα αφαιρώντας πώμα
τα σκόρπισε όλα και ετοίμασε ολέθριες για τους ανθρώπους έγνοιες.
Και μόνο η Ελπίδα (*6) εκεί στο άθραυστο σπίτι της
έμεινε μέσα, από του πιθαριού τα χείλη κάτω, κι έξω δεν πέταξε
απ’ την πόρτα. Γιατί η Πανδώρα πρόλαβε και ξανάβαλε του πιθαριού το πώμα
με τη βουλή του Δία που της αιγίδα του βαστά, του συννεφοσυνάχτη.
Άλλοι αναρίθμητοι όλεθροι ανάμεσα στους ανθρώπους περιφέρονται.
Γεμάτοι η γη με συμφορές, γεμάτη και η θάλασσα.
Κι αρρώστιες, άλλες τη μέρα άλλες τη νύχτα, στους ανθρώπους
καταφτάνουν από μόνες τους και φέρνουν στους θνητούς κακά
μέσα στη σιωπή, αφού ο Δίας ο συνετός τη φωνή τους πήρε.
Έτσι δεν είναι δυνατό κανείς του Δία το σχέδιο να ξεφύγει. » ( Ησίοδος, “Έργα και Ημέρες” 53- 105)
Ο ίδιος ποιητής στη “Θεογονία” μας δίνει τη γενεαλογία του Επιμηθέα:
« Και ο Ιαπετός την κόρη του Ωκεανού με τους ωραίους αρτραγάλους
πήρε γυναίκα του, την Κλυμένη, κι ανέβηκε μαζί της σε κοινό κρεβάτι.
Εκείνη τον Άτλαντα το γενναιόψυχο του γέννησε παιδί,
γέννησε και το μεγαλοφάνταστο Μενοίκιο και τον Προμηθέα,
τον εύστροφο με τους ποικίλους δόλους, και τον Επιμηθέα τον ασυλλόγιστο,
που έγινε του κακού η αρχή για τους θνητούς τους σιτοφάγους.
Αφού πρώτος αυτός υποδέχτηκε την πλασμένη από το Δία γυναίκα την παρθένα. » (Ησίοδος, “Θεογονία”, 507- 514)
Ο αρχικός μύθος της Πανδώρας είναι διαφορετικός απ’ αυτόν που παρουσιάσαμε. Η Πανδώρα αναπαριστά τη θεά Γη. Σε κάποια αγγεία παριστάνεται σαν μια φιγούρα που αναδύεται από τη γη, έχοντας απλωμένα τα χέρια. Γι’ αυτό ονομάζεται Γη η Ανησιδώρα ( η αναπέμπουσα δώρα ), ή Πανδώρα ( η τα πάντα δωρούμενη, η χορηγούσα ).
Το πήλινο πιθάρι της δεν ήταν φορτωμένο με δεινά, αλλά με αγαθά. Όταν παρουσιάστηκε στους θνητούς είπε: «Είμαι η Πανδώρα, αυτή που φέρνει τα αγαθά ». Μετά σήκωσε το σκέπασμα κι έβγαλε από το πιθάρι ένα ρόδι, που μετά έγινε μήλο, κι αυτό λεμόνι κι αυτό με τη σειρά του αχλάδι. « Σας φέρνω ανθισμένα δέντρα που θα γεμίσουνε με φρούτα, ροζιασμένα δέντρα φορτωμένα μ’ ελιές. Κι εδώ έχω το σταφύλι που θα σας τονώσει ». Έσκυψε κι έβγαλε από το πιθάρι μια χούφτα σπόρους και τους σκόρπισε στο λόφο. « Σας φέρνω φυτά για να κόψετε την πείνα, να θεραπεύετε την αρρώστια, για να πλέκετε και να υφαίνετε ρούχα και κάθε είδους υφάσματα. Για να τα βάφετε και να γίνονται ωραία. Κρυμμένα στα σωθικά μου θα βρείτε ορυκτά και μεταλλεύματα για να φτιάχνετε τα εργαλεία σας, άργιλο για να πλάθετε τα αγγεία σας ». Ύστερα έβγαλε δυο πέτρες. « Κοιτάξτε τώρα το σπουδαιότερο δώρο μου. Σας δίνω τον πυρόλιθο για να ανάβετε την φωτιά ». Μετά έγειρε το πιθάρι και πλημμύρισε η γη από χαρίσματα. « Σας φέρνω τον θαυμασμό, την περιέργεια, τη μνήμη, το κουράγιο, τη δύναμη και την αντοχή. Ακόμα σας φέρνω την ευγενική στοργή για όλα τα πλάσματα. Σας χαρίζω τα σπέρματα της ειρήνης ».
Η καθηγήτρια Jane Ellen Harrison γράφει: « Η Πανδώρα στην τελετουργική και μητριαρχική θεολογία είναι η Γη ως κόρη. Αλλά στην πατριαρχική μυθολογία του Ησιόδου η μεγάλη φιγούρα της εμφανίζεται παράδοξα αλλοιωμένη και υποβιβασμένη. Δεν είναι πλέον γεννημένη από τη Γη, αλλά καρπός και δημιούργημα του Ολύμιου Διός…
Στον Ησίοδο αρέσει η ιστορία της δημιουργίας της Πανδώρας, την έχει προσαρμόσει στους αστικούς, πεσιμιστικούς σκοπούς. Την αφηγείται δύο φορές. Μια φορά στη “Θεογονία”, κι εδώ είναι η νεογέννητη θυγατέρα που δεν έχει όνομα, είναι απλώς ένα “όμορφο κακό”, μία πονηρή παγίδα για τους θνητούς. Στα “Έργα και Ημέρες” όμως το αποτολμά να την ονομάσει, επιδιώκοντας ωστόσο συνεχώς ν’ αμαυρώσει τη δόξα της την οποία μετατρέπει επιδέξια σε ντροπή. Μέσα σ’ όλη την ασύγκριτη μαγεία του ποιητή, που η όψη της ωραίας γυναίκας έχει και τον ίδιο συνεπάρει και καταγοητεύσει, αστράφτει εδώ όλη η μοχθηρία του θεολογικού animus. Ο Ζεύς, ο πατέρας δεν είχε μεγάλη θεά της γης, μητέρα και κόρη ταυτόχρονα. Στον Όλυμπο όμως η μορφή της υπήρχε ανέκαθεν. Έτσι το μόνο που του έμενε ήταν να την αναδημιουργήσει. Η γυναίκα, που ήταν πηγή έμπνευσης, γίνεται τώρα πειρασμός. Εκείνη που δημιούργησε όλα τα πράγματα, θεούς μαζί και θνητούς, γίνεται παίγνιό τους, η σκλάβα τους, προικισμένη μονάχα με φυσική ομορφιά και με όλη την πονηριά και τις κολακείες του σκλάβου. Για τον Δία, τον πρωτοπατριάρχη αστό, η γέννηση της πρώτης γυναίκας δεν είναι παρά ένα χοντροκομμένο ολύμπιο χωρατό. »
Ακόμη και την Ησιόδεια εκδοχή να πάρουμε, στο κουτί της Πανδώρας απόμεινε η ελπίδα. Με αυτή να πορευτούμε γιατί η ίδια η φύση μας έχει διδάξει πως μετά την μπόρα βγαίνει ο ήλιος, ενώ στον ορίζοντα σχηματίζεται του ουράνιο τόξο…

------------------------------------------------------------------------------
(*1). Όλες οι μυθολογίες των λαών έχουν κοινά στοιχεία. Τόσο στην εβραϊκή, όσο και στην ελληνική ο άνθρωπος πλάστηκε από πηλό και νερό και ο Θεός φύσησε ζωή στο πήλινο κατασκεύασμα.

(*2). Χάριτες: Θυγατέρες του Δία και της Ωκεανίδας Ευρυνόμης κατά τον Ησίοδο, θεές της χάρης και την ομορφιάς. Συνήθως αναφέρονται τρεις: η Αγλαΐα, η Ευφροσύνη και η Θάλεια. Τις θεωρούσαν ακολούθους του Δία, της Ήρας, της Αφροδίτης, του Απόλλωνα, του Διόνυσου και των Μουσών. Από αυτές τις θεές προέρχονται όλα τα καλά που συμβαίνουν στους ανθρώπους. Είναι ευγενικές και αξιαγάπητες. Προστατεύουν τις συντροφιές και την ευθυμία και δίνουν θέλγητρα και χάρη στις γυναίκες. Δίνουν αίγλη σε κάθε γιορτή, αγαπούν το τραγούδι, το χορό και κάθε τι ευχάριστο Στα χείλη τους βάζουν οι πρόγονοί μας τη φράση: « ό,τι καλόν, φίλον εστί το δ’ ου καλόν ου φίλον εστί ». Χωρίς αυτές οι θεοί δεν γλεντούν, ούτε χορεύουν.

(*3). Ώρες: Καλοπροαίρετες και ευεργετικές θεότητες που χαρίζουν πολλές χαρές στους ανθρώπους. Κόρες του Δία και της Θέμιδας, τρεις αδελφές: η Δίκη, η Ειρήνη και η Ευνομία. Η πρώτη είναι θεά της δικαιοσύνης, η δεύτερη της ειρήνης και η τρίτη της νομιμότητας. Πέρα απ’ αυτά είναι θεές των εποχών του έτους και της τάξης τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία. Οι Ώρες φυλάνε τις πύλες του ουρανού στον Όλυμπο και τις ανοιγοκλείνουν σηκώνοντας ή κατεβάζοντας εκεί ένα πυκνό σύννεφο. Με την πάροδο του χρόνου στη συνείδηση των Ελλήνων εκπροσωπούν τις εποχές του έτους και τις ώρες την ημέρας.

(*4). Πειθώ: Θυγατέρα του τιτάνα Ωκεανού και της Τηθύος, προσωποποίηση της πειθούς, της ευγλωτίας και του προξενιού. Κατ’ άλλους είναι κόρη του Ερμή και της Αφροδίτης και ανήκει στη μεγάλη συντροφιά της Αφροδίτης πείθοντας τα κορίτσια με τα θελκτικά της λόγια να κατανικήσουν τους δισταγμούς τους και να αφεθούν στην ηδονή του έρωτα. Τα πειστικά λόγια της θεάς δεν έφερναν μόνον αποτελέσματα στον έρωτα αλλά και στον γάμο, στις ιδιωτικές σχέσεις των ανθρώπων και βοηθούσαν να διατηρείται η ηθική τάξη στον κόσμο. Μερικές φορές όμως τα πειστικά της λόγια στο θέμα του έρωτα προξενούσαν συμφορές στους ανθρώπους, όπως στην περίπτωση του Ιάσονα και της Μήδειας ή του Πάρη και της Ελένης, Γι’ αυτό ο Αισχύλος την ονόμαζε κόρη της Άτης, δηλ. της συμφοράς.

(*5). Αργοφονιάς: προσωνυμία του Ερμή, γιατί σκότωσε τον παντεπόπτη Άργο, που είχε 100 μάτια και φύλαγε την Ιώ κατά διαταγή της Ήρας.

(*6). Ελπίδα: Η προσωποποίηση της ελπίδας. Η μόνη θεά που βρίσκεται συνέχεια δίπλα στον άνθρωπο. Γι’ αυτό ο Θέογνις ο Μεγαρεύς είπε: «Η ελπίδα η μόνη ευνοϊκή θεότητα που έμεινε ανάμεσα στους ανθρώπους. Οι άλλες μας έχουν εγκαταλείψει κι ανέβηκαν στον Όλυμπο... Μα ο άνθρωπος, όσο βλέπει το φως του ήλιου, χαίρεται τα αγαθά της ελπίδας.» Μαζί με την Τύχη και την Ειρήνη, με τις οποίες θεωρούνταν αδελφή, είναι κόρες του Δία ή της Πίστης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: