Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Η απόδοση τιμών στους νεκρούς από τους αρχαίους Έλληνες

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ταφικές τελετές, κι απέδιδαν τιμές στους νεκρούς τους. Στα Πρωτοκυκλαδικά- Μινωϊκά χρόνια ( 4000-2000 π.Χ. ) έχουμε επικήδειες ή επιτάφιες τελετές, στις οποίες τα χρησιμοποιούμενα τελετουργικά σκεύη τα άφηναν στους τάφους σαν κτερίσματα. Απ’ αυτά μπορούμε να πάρουμε πολλές πληροφορίες. Έτσι γνωρίζουμε ότι μετείχαν αρπιστές ή κιθαριστές και αυλητές στις τελετές. Οι λιθόστρωτοι χώροι κοντά στα νεκροταφεία πρέπει να προορίζονταν για τις σχετικές με τους νεκρούς τελετές, οι οποίες κατά τον Χ. Ντούμα ήσαν μεγαλοπρεπείς ιεροτελεστίες. Η φροντίδα για τους νεκρούς κατά τον Ν. Παπαχατζή εκφραζόταν στα πρώιμα κυκλαδικά χρόνια με τους τάφους, που ήταν κατασκευές μικρές, αλλά επιμελημένες και διαρκέστερες από τα σπίτια των ζωντανών. Διαρκέστερα και πιο εμφανίσιμα ήσαν και τα αγγεία, που έμπαιναν ως κτερίσματα στους τάφους, γιατί ήταν από μάρμαρο της Πάρου, ενώ των ζωντανών ήταν πήλινα. Ο τάφος αν και είχε μικρές διαστάσεις, που επέβαλλε τη συστολή του νεκρού, είχε την όψη σπιτιού, με όρθιες πλάκες ως τοίχους ή με χτιστά τοιχώματα, αλλά και με υποτυπώδη πόρτα με κατώφλι και παραστάδες, όπως τα σπίτια των ζωντανών. Η μικρή αυτή κατασκευή αποτελούσε τον “αιώνιο οίκο”, όπως οι πυραμίδες στην Αίγυπτο ήταν η παντοτινή κατοικία των βασιλιάδων. Στον τάφο ο νεκρός συνέχιζε μια υποτυπώδη ζωή σαν σκιά για απροσδιόριστο ή απεριόριστο χρόνο. Υπήρχε, επομένως, μια αρχαιότατη αντίληψη για την μετά θάνατο επιβίωση.
Στη Μινωική εποχή η πίστη στη μετά θάνατο ζωή εκδηλώνεται πιο έντονα με την προσφορά μέσα στον τάφο διαφόρων κτερισμάτων και τροφών, ενώ το σώμα αρχίζει να προστατεύεται από τη φθορά με την τοποθέτηση πιο ασφαλών θαλαμοειδών περιφραγμάτων γύρω από τον τάφο. Την περίοδο του Χαλκού (2500- 1100 π.Χ.) δημιουργούνται νεκροταφεία σε συγκεκριμένο χώρο και με αρχιτεκτονική δομή. Η τοποθέτηση κτερισμάτων ( πήλινα αγγεία, όπλα, κοσμήματα, εργαλεία και σκεύη καθημερινής χρήσης ) είναι δηλωτικό της πίστης σε μεταθανάτια ζωή.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Διακρίνονται τάφοι με ενταφιασμούς και τάφοι με καύσεις, όπου σε τεφροδόχους, συνήθως αμφορείς, τοποθετούσαν τα αποτεφρωμένα λείψανα, που συγκέντρωναν από τα υπολείμματα της φωτιάς. Προς το τέλος της εποχής του Χαλκού επικράτησε η καύση, δηλ. οι καύσεις ήσαν περισσότερες από τους ενταφιασμούς.
Ο M. Nilsson θεωρεί πως οι νεκρικές τελετουργίες από τη μυκηναϊκή μέχρι την κλασική εποχή τελούνταν πανομοιότυπα. Οι εικονογραφήσεις των μεγάλων αμφορέων, οι επιτύμβιες επιγραφές και τα κείμενα που έχουν διασωθεί μα τεκμηριώνουν την μεγαλοπρέπεια και τη σκοπιμότητα των τελετουργικών εθίμων στο χρονικό διάστημα που αναφέραμε. Να τονίσουμε ότι το να παραμείνει άταφο το σώμα ενός νεκρού ήταν η χειρότερη ατίμωσή του. Η ψυχή του άταφου νεκρού δεν μπορούσε να βρει ανάπαυση στον Κάτω Κόσμο και των ηρώων να μπει στα Ηλύσια Πεδία. Επικρατούσε η αντίληψη πως αν δεν ταφεί το σώμα του νεκρού σύμφωνα με τις “νενομισμένες” τιμές, η ψυχή του δεν γινόταν δεκτή στον Άδη και υπέφερε, μιας και οι άλλες ψυχές την απωθούσαν από τη “συναναστροφή” τους. Ο Όμηρος μας παρουσιάζει το φάσμα του Πάτροκλου να ζητάει από τον Αχιλλέα να θάψει το σώμα του: « θάπτε με ό,τι τάχιστα· πύλας Αϊδαω περήσω ». Μετά ο νεκρός ήρωας προλέγει το θάνατο του αγαπημένου του φίλου και ζητάει σαν χάρη να βάλουν μαζί τα κόκαλά τους. Είναι συγκλονιστική αυτή η σκηνή, όπως την μεταφέρει ο επικός ποιητής:
« Του φαγητού και του ποτού σαν χόρτασαν τον πόθο,
καθένας πήγε στη σκηνή, να στρώσει, να πλαγιάσει.
Στου πολυτάραχου πόντου την άκρη ο Πηλείδης
μες σε Μυρμιδόνες πολλούς στενάζοντας κειτόταν
σ’ ανοιχτό μέρος της ακτής, όπου το κύμα σπάζει·
κι ο ύπνος ήρθε λύνοντας τις έγνοιες της ψυχής του,
γλυκός χύθηκε γύρω του· γιατί ήταν κουρασμένος
κυνηγώντας τον Έκτορα γύρω από την Τροία.
Κι ήρθε κοντά του η ψυχή του Πάτροκλου του δόλιου
όμοια μ’ αυτόν στο μέγεθος, στα λόγια και στα μάτια·
κι ήταν ντυμένη πάνω της με τα δικά του ρούχα·
στάθηκε στο κεφάλι του κι αυτά τα λόγια είπε:
« Κοιμάσαι, Αχιλλέα μου, και μ’ έχεις λησμονήσει!
Συ ζωντανό με φρόντιζες, τώρα νεκρό μ’ αφήνεις.
Μην αργείς, θάψε με γοργά, να μπω στον Άδη μέσα.
Μακριά με διώχνουν οι ψυχές, ίσκιοι των πεθαμένων,
μ’ αυτές να σμίξω δεν μπορώ περνώντας το ποτάμι,
μα έξω απ’ τον πλατύπορτο τον Άδη τριγυρίζω.
Δώσ’ μου το χέρι σου, θρηνώ· γιατί δε θα γυρίσω,
αν σε πυρά με κάψετε, ξανά από τον Άδη.
Πια ζωντανοί και μακριά απ’ τους καλούς μας φίλους
δε θα τα πούμε καθιστοί· εμένα με κατάπιε
η μαύρη μοίρα που ‘λαχε τη μέρα που γεννιόμουν.
Όμως είναι και μοίρα σου, θεόμορφε Αχιλλέα,
στων Τρώων των αρχοντικών το τείχος μπρος να πέσεις.
Και κάτι άλλο θα σου πω, το θέλω, αν μ’ ακούσεις:
Αχιλλέα, τα κόκαλα μη μας τα βάλουν χώρια·
ας μπουν μαζί, καθώς μαζί ζήσαμε στο παλάτι,
σαν μ’ έφερε ο Μενοίτιος μικρόν απ’ την Οπούντα
στ’ αρχοντικό σας έπειτα από τον άγριο φόνο,
όταν του Αμφιδάμαντα γιο σκότωσα, ο δόλιος,
άθελά μου θυμώνοντας, σαν παίζαμε αστραγάλους.
Με δέχτηκε στ’ ανάκτορο ο ιππότης Πηλέας,
με έγνοια του μ’ ανάθρεψε, μ’ έκανε σύντροφό σου.
Έτσι ο ίδιος τα κόκαλά μας τάφος ας τα σκεπάσει,
το χρυσό σταμνί, που ‘δωσε η σεβαστή σου μάνα. »
Γύρισε και απάντησε ο γρήγορος Πηλείδης:
« Καλέ μου φίλε, πώς εδώ ήρθες σ’ εμένα τώρα
και παραγγέλνεις όλα αυτά; Εγώ όλα θα τα κάνω,
θ’ ακούσω όλα όσα λες, όπως τα παραγγέλνεις.
Μα έλα λίγο πιο κοντά· ας σφιχταγκαλιαστούμε
και τον πικρό το θρήνο μας μαζί ας τον χαρούμε. »
Έτσι μιλώντας άπλωσε σ’ αυτόν τα δυο του χέρια,
μα δεν τον έπιασε· στη γη βαθιά η ψυχή του πήγε
σαν καπνός θρηνώντας· ορθός στάθηκε ο Πηλείδης
έκπληκτος· κι έκανε θρήνο τα χέρια του χτυπώντας:
« Ποπό, στ’ αλήθεια βρίσκονται και μες στον Άδη ακόμη
ψυχή του ανθρώπου η σκιά, κι όμως ζωή καθόλου!
Ολονυχτίς του Πάτροκλου του δόλιου εδώ στεκόταν
η ψυχή, έκλαιγε πικρά και μου θρηνολογούσε,
το καθετί παράγγελνε κι ήταν παρόμοιά του. »
Έτσι είπε και ξεσήκωσε σ’ όλους λαχτάρα θρήνου. » ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ψ΄, 57-108 )
Ο ίδιος ποιητής στην “Οδύσσεια” παρουσιάζει τη σκιά του συντρόφου του Οδυσσέα, του Ελπίνορα, να ζητάει από τον βασιλιά του, που είχε κατέβει στον Άδη, για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία, μα μην τον αφήσει άκλαυτο κι άθαφτο σαν θα γύριζε και πάλι στον Απάνω κόσμο:
« Του Ελπήνορα η ψυχή πρώτη, του σύντροφού μας,
ήρθε· στην πλατύδρομη γη δεν είχε θαφτεί κάτω·
το σώμα του τ’ αφήσαμε στης Κίρκης το παλάτι
και άκλαφτο και άθαφτο· είχαμε άλλες έγνοιες!
Τον είδα, τον συμπόνεσα, τα κλάματα με πήραν
Και λόγια ανεμάρπαστα γύρισα και του είπα:
« Ελπήνορα, πώς έφτασες στ’ ανήλιαγο σκοτάδι
πεζός εσύ και πιο μπροστά απ’ το δικό μου πλοίο; »
Έτσι είπα· κι αναστέναξε και μου μιλούσε έτσι:
« Αρχοντικέ, Λαέρτη γιε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μ’ αφάνισε βουλή θεού και του κρασιού το πλήθος·
όταν στης Κίρκης πλάγιαζα, δεν πέρασε απ’ το νου μου
πίσω να ξανακατεβώ την αψηλή τη σκάλα,
αλλ’ απ’ τη στέγη έπεσα· μου έσπασαν του σβέρκου
τα σφοντύλια και τράβηξε στον Άδη η ψυχή μου.
Σε όσους πίσω άφησες και δεν είναι μαζί σου
σε ξορκίζω, στη γυναίκα σου, στον πατέρα που σ’ έχει
νταντέψει, στον Τηλέμαχο, το μόνο γιο στο σπίτι.
Από τον Άδη φεύγοντας το ξέρω πως θα φτάσεις
με το γερό καράβι σου στο νησί της Αιαίας.
Σαν φτάσεις κει, αφέντη μου, να θυμηθείς κι εμένα·
ούτ’ άκλαφτο ούτ’ άθαφτο πίσω σου μη μ’ αφήσεις
φεύγοντας, οι αθάνατοι μην οργιστούν μαζί σου,
μα κάψε με με τ’ άρματα, όσα δικά μου ήταν,
και ένα τάφο κάνε μου στης θάλασσας την άκρη,
το δύστυχο οι άνθρωποι που θα ‘ρθουν να θυμούνται·
κάνε αυτό και κάρφωσε κι ένα κουπί στο μνήμα,
αυτό που είχα ζωντανός μαζί με τους συντρόφους. »
Έτσι είπε· κι εγώ γύρισα κι αυτά τα λόγια είπα:
« Βαριόμοιρε, όσα ζητάς θα σου τα κάνω όλα. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. λ΄, 51- 80 )
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν σέβονταν μόνο τους δικούς τους νεκρούς, αλλά και τους ξένους. Ας θυμηθούμε ότι ο Θησέας ανέλαβε να συλλέξει τα πτώματα των πεσόντων Πελοποννησίων από την “εκστρατεία των επτά” κατά της Θήβας και να τα παραδώσει στους οικείους τους, όταν οι Θηβαίοι δεν επέτρεπαν την ταφή τους. Κατά την παράδοση ήρθε σε πόλεμο για να εκτελέσει αυτή την ηθική πράξη, αν και οι Αργείοι του ήσαν ξένοι, δεν ήσαν καν σύμμαχοί του. Η ίδια η μάνα του η Αίθρα τον παρακίνησε να συντρέξει τις δόλιες ικέτισσες μανάδες, που τον παρακαλούσαν να μεσολαβήσει για να πάρουν τους νεκρούς. Ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα της Αίθρας τα ακόλουθα λόγια προς το γιο της:
« ……………..Γιε μου, άνομους άντρες
που την ταφή νεκρών απαγορεύουν
και τα εντάφια δώρα, ανάγκασέ τους
να τα δεχτούν αυτά, σταμάτα εκείνους
που τους θεσμούς μολύνουν της Ελλάδας·
όταν κανείς στους νόμους δείχνει σέβας,
τότες απ’ το χαμό σώζει τις πόλεις. » ( Ευριπίδης, “Ικέτιδες”, 308-313 )
Ο Αθηναίος ήρωας προτρέπει αρχικά τους Καδμείους να δώσουν τους νεκρούς προβάλλοντας το επιχείρημα:
« Αν κάτι πάθατε απ’ τους Αργείους, σκοτωθήκαν·
τους έχετε νικήσει, έχετε δόξα,
ντροπιάστηκαν αυτοί κι η τιμωρία
πέρασε πια. Τώρα τους σκοτωμένους
αφήστε να τους θάψουν, για να φύγει
στο φως κάθε στοιχείο τους, απ’ όπου
έχει έρθει· το κορμί μέσα στο χώμα,
το πνεύμα στον αιθέρα· δεν ανήκει
σ’ εμάς το σώμα, παρά τόσο
όσο σ’ αυτό η ζωή να κατοικήσει
κι ύστερα πρέπει η γης που το ‘χει θρέψει
να το πάρει ξανά. Θαρρείς το Άργος
πως τιμωρείς, μη αφήνοντας να θάψουν
τους νεκρούς; Όχι· αν κάποιος τους στερήσει
αυτό που πρέπει να ‘χουν, δίχως τάφο
αφήνοντάς τους, όλη την Ελλάδα
προσβάλλει· αν γίνει ετούτο νόμος,
δειλούς θα κάνει τους αντρειωμένους. » ( Ευριπίδης, “Ικέτιδες”, 528- 541 )
Στο τέλος αναγκάστηκε να κάνει χρήση των όπλων για εκτελέσει αυτό που ο θείος νόμος επέβαλε.
Οι Έλληνες ήσαν υποχρεωμένοι να φροντίζουν ακόμη και για την ταφή των εχθρών.
Η Αντιγόνη προτίμησε να θανατωθεί παρά να αφήσει άταφο τον αδερφό της, αψηφώντας τη διαταγή του Κρέοντα. Λέει στην αδερφή της την Ισμήνη:
« …………………….εγώ θα τόνε θάψω.
Μ’ αρέσει να το πράξω, κι ας πεθάνω·
σ’ αγαπημένο πλάι αγαπημένο θα κείτομαι,
άγια κριματισμένη· περίσσιο χρόνο
απ’ τους εδώ οι κάτω θα με χαίρονται·
εκεί αιώνια θα ‘μαι· αν θες εσύ, μαγάρισε
εκείνα που οι θεοί τα μακαρίζουν. » ( Σοφοκλής, “Αντιγόνη”, 71- 77 )
Κι αν δεν ήταν μπορετό να γίνει ταφή σύμφωνα με όσα επέβαλαν οι γραφτοί και οι άγραφοι νόμοι, αρκούσε λίγο χώμα πάνω από το σκήνωμα, για να μη το μαγαρίσουν τα ζώα. Αυτό έκανε και η Αντιγόνη, που της ήταν αδύνατο να σκάψει λάκκο και να κάμει την ταφή όπως έπρεπε. Γι’ αυτό ο φρουρός περιγράφει στον ρήγα Κρέοντα την περίεργη ταφή:
« Δεν ξέρω. Δεν είχε ο τόπος λάκκο από τσαπί
ουδέ σωρό σαν πέτρα και πουθενά ροδιές
από αμάξι· ο δράστης άφαντος.
Μόλις μα το ‘δειξε της μέρας ο σκοπός
ο πρώτος, μας φάνηκε παράξενο μυστήριο.
Ο πεθαμένος άφαντος, όχι θαμμένος,
σκόνη τον σκέπαζε λεπτή, για να ξορκίσει το κακό » ( Σοφοκλής, “Αντιγόνη”, 250- 257 )
Η ένδοξη Μυκηναϊκή εποχή ανακλάται στα ομηρικά έπη, στα οποία περιγράφονται οι κηδείες των τριών ενδόξων ηρώων, του Πάτροκλου, του Έκτορα και του Αχιλλέα. Εκεί διακρίνουμε την έντονη συναισθηματική φόρτιση αυτών που παρευρίσκονται στις κηδείες. Στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν ντροπή να κλαίνε και οι άντρες. Ο πιο αντρειωμένος ήρωας στην Ιλιάδα, ο Αχιλλέας για το χαμό του φίλου του Πάτροκλου έχυσε μαύρα δάκρυα. Ο επικός μας ποιητής Όμηρος γράφει:
« Και μόλις τον θυμήθηκε, βαθιά στέναξε κι είπε:
« Κάποτε, δύστυχε εσύ, πολυαγαπημένε,
νόστιμο δείπνο μου ’στρωνες ο ίδιος στη σκηνή μας
και πρόθυμα και βιαστικά, όταν στους Τρώες μάχη
να φέρουν πολυδάκρυτη βιάζονταν οι Αργείοι.
Τώρα μπροστά μου κείτεσαι νεκρός• και η ψυχή μου
φαγί, πιοτό δε γεύεται, κι ας έχω μέσα απ’ όλα,
απ’ τον πόνο σου• πιο κακό δε γίνεται να πάθω,
ακόμη κι αν μου έλεγαν πως πέθανε ο γονιός μου,
που δάκρυα τώρα τρυφερά μέσα στη Φθία χύνει,
γιατί του λείπει γιος τρανός• κι εγώ σε ξένους τόπους
τους Τρώες τώρα πολεμώ για τη φριχτή Ελένη•
και για το γιο μου αν μάθαινα, που αντρώνεται στη Σκύρο,
αν ζει ο Νεοπτόλεμος, ίδιος θεός στην όψη.
Πρωτύτερα λογάριαζα βαθιά μες στη ψυχή μου
πως μόνο εγώ θα σκοτωθώ μακριά από το Άργος
στην Τροία εδώ και πως συ στη Φθία θα γυρίσεις,
πως το παιδί μου με γοργό μαύρο πλοίο θα φέρεις
από τη Σκύρο και σ’ αυτό το καθετί θα δείξεις,
τα κτήματα, τους δούλους μου και το ψηλό παλάτι.
Γιατί ήδη φαντάζομαι πως πέθανε ο Πηλέας
ή, κι αν του μένει από ζωή ακόμη κάτι λίγο,
τον τρων τα έρμα γερατειά και όλο περιμένει
το θλιβερό το μήνυμα, να μάθει το χαμό μου.»
Έτσι μιλούσε κλαίγοντας και έκλαιγαν οι γέροι•
θυμήθηκαν καθένας τους τι άφησαν στο σπίτι.
Βλέποντάς τους που έκλαιγαν τους πόνεσε ο Δίας
Και λόγια ανεμάρπαστα έλεγε στην Παλλάδα:
« Παιδί μου, απαρνήθηκες τελείως τέτοιον άντρα.
Καθόλου δε σε νοιάζει πια στη σκέψη ο Αχιλλέας;
Μπροστά στα ορθοκέρατα πλοία κάθεται εκείνος
θρηνολογεί το φίλο του• οι άλλοι έχουν πάει
για φαγί• αυτός νηστικός, χωρίς φαγί απομένει.
Πάνε, αθάνατο κρασί στα στήθη εκείνου στάξε
και δώστ’ του θεϊκή τροφή, να μην τον κόψει η πείνα.» » ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Τ΄, 314- 348 )
Στους επικήδειους θρήνους τον πρώτο λόγο είχαν κι έχουν οι γυναίκες. Έτσι αφού σώπασε ο Αχιλλέας πήρε σειρά η Βρισηίδα. Συνεχίζει ο Όμηρος:
« Η Βρισηίδα έπειτα, της Αφροδίτης όμοια,
σπαραγμένο τον Πάτροκλο απ’ το χαλκό σαν είδε,
πάνω σ’ εκείνον έπεσε, ξεφώνιζε, τα στήθη,
το πρόσωπο, το λαιμό της ξέσχιζε μα τα χέρια.
Η θεόμορφη γυναίκα έλεγε αυτά θρηνώντας:
« Πάτροκλε, αγαπητέ της δύστυχης ζωής μου,
απ’ τη σκηνή σας φεύγοντας γερό σε είχα αφήσει,
τώρα γυρνώντας, ρήγα μου, σε βρίσκω σκοτωμένο!
Κι έτσι με βρίσκει ένα κακό πάνω σε κάποιο άλλο!
Τον άντρα που μου έδωσαν πατέρας και μητέρα
μπροστά στην πόλη με χαλκό τον είδα σπαραγμένο•
τα τρία τα αδέρφια μου, όλα μιας μάνας γέννα,
τ’ αγαπημένα, τράβηξαν κι αυτά μαζί στον Άδη.
Να κλαίω συ δε μ’ άφηνες, που ο γοργός Πηλείδης
μου σκότωσε τον άντρα μου και κούρσεψε την πόλη
μου Μύνη, αλλά μου ’λεγες γυναίκα να με κάνεις
του Αχιλλέα, να με πας στη Φθία με τα πλοία
και γάμο να γιορτάσουμε μέσα στους Μυρμιδόνες.
Γι’ αυτό σε κλαίω άπαυτα• πάντα γλυκός μου ήσουν!»
Αυτά θρηνώντας έλεγε• κι έκλαιγαν οι γυναίκες…» ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Τ΄, 282- 301)
Όπως προκύπτει από τα κείμενα που έφτασαν σ’ εμάς και την πλούσια εικονογραφία, στη νεκρική τελετουργία διακρίνονταν τέσσερα βασικά στάδια, κάτι που εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας: α) ο καλλωπισμός του νεκρού, β) η πρόθεση, γ) η εκφορά, και δ) η ταφή.

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: