Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πανδώρα μέσα από τη σκέψη του Ν. Καζαντζάκη

[[ δαμ- ων ]]

Ο Κρητικός μεγάλος συγγραφέας μας Ν. Καζαντζάκης, μιμούμενος τον τραγικό ποιητή Αισχύλο, έγραψε τρεις τραγωδίες για τον Τιτάνα Προμηθέα, τις “Προμηθέας Πυρφόρος”, “Προμηθέας Δεσμώτης” και “Προμηθέας Λυόμενος”. Εκεί παρουσιάζει τον ευεργέτη της ανθρωπότητας Προμηθέα με την δική του οπτική πλευρά. Εκτός από τον πρωταγωνιστή Προμηθέα, βασικό ρόλο έχει και η Πανδώρα, που παρουσιάσαμε σε προηγούμενη δημοσίευση. Σε αυτό το άρθρο θα δούμε πώς ο Κρητικός συγγραφέας παρουσιάζει την Πανδώρα.
Ο βαθύνους Ν. Καζαντζάκης στο έμμετρο θεατρικό του έργο “Προμηθέας Πυρφόρος”, δίνει τη διαφορά του τρόπου σκέψης κι ενέργειας των τιτάνων αδελφών Προμηθέα και Επιμηθέα. Ο πρώτος έχει βάλει υψηλούς στόχους, πηγαίνοντας ακόμη κι ενάντια στους θεούς. Είναι ο επαναστάτης, ο αντιρρησίας. Ο δεύτερος είναι ο φιλήσυχος, ο άτολμος, ο συγκαταβατικός, ο έτοιμος να υποταχθεί στο θέλημα των ανωτέρων του. Ο Επιμηθέας δε συμφωνεί με τον αδελφό του, προτρέποντάς τον να συμφιλιωθεί με τους θεούς και να πάψει να είναι αντάρτης. Γίνεται ο διάλογος που παραθέτουμε:
« EΠ.: Γι’ αυτό και πάντα εσύ πονάς κι ουρλιάζεις
μα ήσυχα εγώ, γλυκά σου απηλογιέμαι:
τα σύνορα της δύναμης του ανθρώπου
να σέβεσαι, μην τα πατάς· γενναίος
αν είσαι αλήθεια νους, για να δουλέψεις
και το αλωνάκι αυτό της γης σε φτάνει.
Με τους τρανούς θεούς φιλιώσου, αντάρτη·
χαρά σε αυτόν που του ‘λαχε σε αφέντη
περίσσια ανώτερό του να δουλεύει·
τούτη η σωστή στον κόσμο ελευτερία.
ΠΡ.: Με αυτή τη φρονιμάδα εσύ ποτέ σου
τα σύνορα του νου δε θα πλατύνεις·
σαλεύουν, μάθε το, κι αυτά και τρίζουν
σε κάθε αναπνοή βαθιά του στήθους·
ανάσανε, αδερφέ, βαθιά, να σπάσουν! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Πυρφόρος” )

Η συνέχεια >>> εδώ …

Γνωρίζουμε ότι ο Δίας πρόσταξε τον κουτσοπόδαρο Ήφαιστο να πλάσει την Πανδώρα, που την προίκισαν όλοι οι θεοί με χάρες. Ο ίδιος ο βασιλιάς του κόσμου φύσηξε ζωή στο σώμα της γυναίκας κι έστειλε τον Ερμή να την οδηγήσει στη γη. Μόλις εμφανίστηκε η Πανδώρα, ο Επιμηθέας νιώθει πόθο να του πλημμυρίζει τα σωθικά και λαχταρά ν’ αγκαλιάσει το κορμί που ο χωλός θεός έκαμε με τον πηλό της γης. Εκφράζει τη λαχτάρα του με τα ακόλουθα λόγια:
« Αχ, χρόνια σε περίμενα, γυναίκα:
Όλα, θαρρώ, της γης κρατάς τα δώρα,
θλίψες, χαρές, και γιους και θυγατέρες,
στα στήθια, στο λαιμό και στα λαγόνια!
…………………………………………………………..
Αθάνατοι- φωνάζω- ακούσετέ με·
στην αγκαλιά μου σώστε μου τη νύχτα
το αφράτο αυτό κορμί να το καρπίσω,
κι ορκίζουμαι να βγουν καινούριοι ανθρώποι,
με υποταγή να σκύβουν πα στο χώμα
και να τηρούν τον ουρανό με τρόμο!
Ναι, λευτεριά κι εγώ ζητώ και βρίσκω
δουλεύοντας στον εδικό σας Νόμο!
Και συ, ορθοβύζα κράχτισσα γυναίκα,
που όλα της σάρκας μας κρατάς τα δώρα
κι είναι παιδιά τα στήθια σου γιομάτα…
Έλα, παιδιά να κάμουμεν οι δυο μας
πραγά και καλοπόταγα, κι ο κόσμος
στη φούχτα του Θεού να γαληνέψει! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Πυρφόρος” )
Και η Πανδώρα νιώθει έκπληξη αντικρίζοντας τον άνδρα, που δεν της ήταν γνώριμος. Μα νιώθει πως ήταν γι’ αυτόν πλασμένη. Κι αυτή νιώθει τον πόθο για το δυνατό ανδρικό κορμί. Διαισθάνεται την αποστολή της, να σμίξει με αυτό το σώμα και να γεμίσει η γη ανθρώπους. Λέει, λοιπόν:
« Κουράστηκα· μακρύς περίσσια ο δρόμος,
κινώ με φως και φτάνω με σκοτάδι,
κι ωιμέ! τη μοναξιά πώς τη φοβούμαι!
Ποιος είσαι εσύ; και πούθε τέτοιο θάμα
με δυνατό κορμί, καθώς μου αρέσει,
στην αγκαλιά μου πρόβαλε, ως αρχίνα
καημός της μοναξιάς να με πλακώνει!
Για σένα κίνησα να ‘ρθω, για σένα
γεννήθηκα. Στολίστηκα, κα τώρα
πολλή χαρά απ’ τη γης στα σωθικά μου,
κι από τα σωθικά γοργά ανεβαίνει
στα μάτια μου και στο φλογάτο στόμα·
πρώτη βολά γεννιέται ομπρός μου ο κόσμος! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Πυρφόρος” )
Ο Προμηθέας κατάλαβε τον δόλο του Δία, πως το δώρο του, το πλουμισμένο μ’ ό,τι προκαλεί τον πόθο του άντρα, δεν ήταν για καλό. Γι’ αυτό λέει:
« Ωχού, της Αθηνάς τη γνώση,
τη μαστοριά, τη μαριολιά ξεκρίνω
στα λόγια της τ’ απλά, καλοπλεγμένα·
και τη σγουρή θεά τη χιλιαντρούσα
να κάθεται θωρώ στον ανοιγμένο
σαν τον γκρεμό, λουλουδισμένο κόρφο.
Φοβούμαι, οι Χάρες όλες τη στολίσαν
τον πέρφανο το νου να παραλύσει·
το γέλιο, το χαμόγελο, η ματιά της,
το σείσμα του κορμιού κι ο λάβρος κόρφος,
που στέκει ορθός και πολεμάει τους άντρες…
Ψυχή, κυρά μου, ανθόπλαχτη παγίδα
σου στείνει ο νιος ο δολερός Αφέντης·
καινούριος τούτος κεραυνός, περίσσια
κι από τον άλλο πιο φριχτός, ο νου σου! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Πυρφόρος” )
Κι ενώ ο Προμηθέας αντιστέκεται στον πειρασμό της γυναικείας ομορφιάς, ο Επιμηθέας ερωτεύτηκε την Πανδώρα και είναι έτοιμος μαζί της να πάει ακόμη και στα Τάρταρα! Σε αντίθεση με τον αδελφό του, υποκύπτει στον πειρασμό λέγοντας:
« Γυναίκα, απλώνω σου το χέρι,
χίλια καλώς μας όρισες· μαζί σου
από το δρόμο το γλυκό της σάρκας
με το φιλί θα ξανανιώσει ο κόσμος.
Άσε τον τούτον να μοχτάει καινούριους
ανόσιους δρόμους της ζωής ν’ ανοίξει·
σώμα, ψυχή και λευτεριά κι αγάπη,
όλες τις πεθυμιές μου εσύ χορταίνεις.
…………………………………………………….
Να δώσει η Μοίρα το φιλί μας
γλυκό πολύ να βγάλει ανθρωπολόι! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Πυρφόρος” )
Στο επόμενο έργο της τριλογίας του, το “Προμηθέας Δεσμώτης”, παρουσιάζει την Πανδώρα να έχει δέσει με τη γη, κάνοντας το πνεύμα σάρκα, σε αντίθεση με τον Προμηθέα που πασχίζει να κάνει τη σάρκα πνεύμα. Λέει, λοιπόν, η Πανδώρα:
« Η μοίρα μου είναι αυτή, δεν την αρνιέμαι·
θάρρουν πως ήμουν φάντασμα, θυμάσαι,
για και νεράιδα του νερού, για πνέμα
χαριτωμένο, ανέγγιχτο, δροσάτο,
που δεν το καταδέχεται ν’ αγγίξει
τη γης· κι εγώ ‘μουνα, ω χαρά! γυναίκα.
Κι ως άγγιζαν τα στήθια μου τον άντρα,
όλο το πνέμα μέστωσε, στεριώθη,
χώμα στο χώμα απάνω ριζωμένο·
κι όλη η ψυχή χορτάτη εγίνη σάρκα.
Μα ωστόσο εσύ την άλλη στράτα επήρες,
τη σάρκα τυραννάς να γίνει πνέμα·
τους άθλους όλους πέρασες,αχ! στάσου
κι άραξε πια στης γυναικός τον κόρφο!
Πάρε με πριν τα ξόρκια του να πιάσουν
και σωριαστείς στη στη γης κεραυνωμένος. » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Δεσμώτης” )
Η Πανδώρα δεν θέλει πια τον Επιμηθέα. Ζητάει άνδρα ανώτερό του και στρέφεται στον Προμηθέα. Μα αυτός της απαντάει πως έχει πάρει ήδη γυναίκα. Στο διάλογο που ακολουθεί ο Τιτάνας Προμηθέας μιλάει για το διαφορετικό δρόμο που ακολουθούν όσοι πορεύονται με γνώμονα την ύλη ή το πνεύμα:
« ΠΑΝ.: Πήρες γυναίκα, ποια;
ΠΡΟΜ.: Τη Φλόγα∙ φτάνει
Καθένας και τη στράτα του, γυναίκα,
Χαράζει τη ή τη βρίσκει χαραγμένη∙
η στράτα σου με ολανθισμένα αγκάθια
το σπίτι ολούθε τρογυρνάει και μπαίνει.
Κάμε παιδιά να μη ρημάξει ο κόσμος,
στήσε στο τζάκι το φαΐ, κατέβα
στον αργαλειό και ντύσε μας τη γύμνια∙
τον άντρα, το βαρύ θεριό, με χάδια
στα σκοτεινά σιγά να τον μερώνεις!
Καλές οι χάρες κι οι χαρές του ανθρώπου,
κι άλλο πιο πάνω μη ζητάς∙ σου φτάνει!
Άλλες οι στράτες που ακλουθάει το πνέμα∙
κατέβα, και μη θες το μέγα σπόρο
στη χωματένια αγκάλη σου να πνίξεις! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Δεσμώτης” )
Ο Δίας πήρε την απόφαση να αλυσοδέσει τον αντάρτη Προμηθέα στον Καύκασο και ο καθημερινά ο αητός να του τρώει το συκώτι. Δεν έφταναν τα δεινά του καρφωμένου στον βράχο του Καυκάσου Προμηθέα, είχε και τον αδελφό του τον Επιμηθέα που τον κατέκρινε για την απόφασή του να πάει κόντρα στο Δία. Ο Επιμηθέας χαιρόταν τις μικρές χαρές της ζωής:
« Μικρές ανάσες η ζωή ΄ναι, αντάρτη·
δεν το ‘μαθες, μα τώρα θα το μάθεις,
αιώνια καρφωμένος στον αγέρα.
Μα εγώ στη γης ετούτη ριζωμένος,
με ανθρώπους και θεούς θα δέσω αγάπη
και της Ανάγκης θα τρυγώ το μέλι·
γιατί κι αυτή γλυκιά στον κατεχάρη. » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Δεσμώτης” )
Αντίθετα η Πανδώρα τον σπλαχνίστηκε και τον επισκέφτηκε στον τόπο του πόνου. Όχι μόνο συμπάσχει, αλλά είναι πρόθυμη να μεσιτέψει στο Δία για τη λύτρωση του Προμηθέα. Ακολουθεί ο διάλογος:
« ΠΡΟΜ.: Τι θες στην άγια τούτη ερμιά, γυναίκα;
Δε σου ταιριάζει της κορφής αγέρας!
ΠΑΝ.: Αχ, καίγεται η καρδιά μου να σε βλέπω!
Στα αιματωμένα πόδια σου να μπόρουν,
όσο να ζω, να κάθουμαι να κλαίω∙
μα δεν μπορώ!
ΠΡΟΜ.: Κι ουδέ το θέλω∙
σεβάσου την ερμιά, το στόμα κλείσε∙
πα σε κορφή τα κλάματα δεν πρέπουν.
Όρνια περνούν, θεοί γρικούν, ανέμοι
φυσούν σφοδροί και παίρνουν τον αχό μας∙
δε θέλω κλάψες ν’ ακουστούν κοντά μου!
ΠΑΝ.: Λόγο δεν καταδέχεσαι ούτε τώρα,
αχ! Τρυφερό να πεις, παρηγοριά μου;
Ήρθα να μεσιτέψω στον Αφέντη
της γης και τ’ ουρανού, για σε, καλέ μου! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Δεσμώτης” )
Η Πανδώρα, λοιπόν, είναι η αιώνια γυναίκα, που με τον καιρό θα μπορέσει να γεννήσει του Υιό του Θεού και θα αξιωθεί να γίνει η μεσίτρια των ανθρώπων στον Αιώνιο για να γίνουν κι αυτοί, όπως κι ο Ηρακλής, που λυτρώνει τον Προμηθέα από τα δεινά του Καύκασου- όπως παρουσιάζει ο Καζαντζάκης στο τρίτο θεατρικό έργο “Προμηθέας Λυόμενος”- ημίθεοι και άξιοι να κατακτήσουν τον Όλυμπο. Στο τέλος της τρίτης τραγωδίας του ο Κρητικός συγγραφέας δίνει τον ακόλουθο διάλογο ανάμεσα στην θεά Αθηνά και τον ημίθεο Ηρακλή:
«ΑΘ.: Πάμε μαζί στον ουρανό, καλέ μου!
ΗΡ.: Ποιον ουρανό, Αθηνά μου αγαπημένη;
Γιόμωσε ο μπλάβος ουρανός με χώμα,
το χώμα γίνηκε ουρανός, σκορπίστηκε
η καταχνιά, και βλέπουμε πως είναι
το στήθος μας το μέγα Ολυμποβούνι.
Για το στερνό, αθηνά, κινώ τον άθλο,
που μου μπιστεύτηκε ο πρόγονος αντάρτης:
με το θεό τον άνθρωπο να σμίξω
όχι στον ουρανό, στη γης ετούτη∙
και να κοιτώ κατάματα τη μοίρα
το σκοτεινό γκρεμό, χωρίς να τρέμω∙
να τον κοιτώ, να τον κοιτώ, ν’ αυξαίνει
περήφανη, όλο πείσμα η δύναμή μου!
Τέτοιο, βαρύ το νέο μπροστά μου χρέος.
Συμπάθα με, θεά, το χέρι απλώνω
κι από τον ώμο το δεξό σε αρπάζω∙
εδώ στη γης μαζί πια θα μείνεις,
γυναίκα μου, συντρόφισσα, κυρά μου,
με το κρυφό σου τ’ όνομα Αρμονία! » ( Ν. Καζαντζάκης, “Προμηθέας Λυόμενος” )





Δεν υπάρχουν σχόλια: