Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Η Ιώ διαδίδει τον ελληνικό πολιτισμό


[[ δαμ- ων ]]

Στη μυθολογία μας συναντάμε την ιστορία της Ιώς, της όμορφης Αργείτισσας βασιλοπούλας, που ήταν ευσεβέστατη, ιέρεια αφιερωμένη στη λατρεία της Ήρας, της βασίλισσας του Όλυμπου κι όλου του κόσμου. Την κόρη αυτή ερωτεύτηκε ο βροντορίχτης Δίας, ποθώντας να φέρει τη γνώση των Ελλήνων στην Αίγυπτο και να γίνουν οι βασιλιάδες με ελληνικές ρίζες θεμελιωτές του Αιγυπτιακού πολιτισμού. Έτσι ξεκινάει ένας ευρύς αποικισμός της εύφορης χώρας, όπου οι Έλληνες χτίζουν πόλεις και ιερά. Η ερωτική παραφορά του Δία δεν είναι ζωώδης, αλλά έχει σαν κίνητρο να μπολιάσει την ανθρωπότητα με Διογενείς ήρωες και βασιλιάδες που θα οδηγήσουν την ανθρωπότητα γρηγορότερα στην πνευματική της εξέλιξη με τελικό προορισμό την κατάκτηση της θέωσης.
Ας γνωρίσουμε τον σχετικό μύθο της όμορφης ιέρειας:
Η Ιώ ήταν κόρη του Ίναχου, ρήγα του αλογότροφου Άργους, και της νύμφης Μελίας ή της Αργείας (*1). Από πολύ μικρή οι βασιλογονιοί της τη γαλούχησαν με των θεών το σέβας και τη λατρεία. Τα παιδικά της χρόνια δεν τα πέρασε με τα παιγνίδια, αλλά τριγύριζε στους ναούς και τα ιερά. Παιγνίδια της ήσαν της λατρείας τα σύνεργα. Από παιδούλα είχε αφιερωθεί στην υπηρεσία της θεάς, η οποία μοιραζόταν τη συζυγική κλίνη στα ουράνια δώματα των παλατιών του Όλυμπου με τον βασιλιά του κόσμου, της πανσεβάσμιας Ήρας. Έτσι η Ιώ υπηρετούσε, ως ευσεβέστατη ιέρεια, στο ναό της Ήρας, που τόσο πολύ τιμούσαν στο πλατύκαμπο Άργος.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Εκεί τη συνάντησε ο Δίας και η πανέμορφη ιέρεια έκανε την μεγάλη καρδιά του, που μπορούσε να χωρέσει τον έρωτα όλων των γυναικών είτε ήσαν θεές είτε θνητές, να σκιρτήσει από πόθο. Αδάμαστος έρωτας τον συνεπήρε και βάλθηκε να γευτεί τα ανέγγιχτα κάλλη της παρθένας. Μαζί της ήθελε να κάνει γιο, που θα έκανε αποικία στην εύφορη από τα νερά του Νείλου Αίγυπτο. Μα και η Ιναχιάδα Ιώ γοητεύτηκε από το μεγαλείο του παντοδύναμου εραστή. Τα όνειρα της ομορφοθυγατέρας έγιναν παράξενα, ήταν όλο αγκαλιά και πόθο και το πρωί ξύπναγε ιδρωμένη, σαν να είχε ώρες παλέψει στου έρωτα το όμορφο αλώνι. Μια φωνή της έλεγε να βγει στο ανθοστολισμένο λιβάδι και σαν δαμάλα να νιώσει το άγριο πάθος ενός ουράνιου ταύρου. Σαν υπνωτισμένη κάποια μέρα βγήκε από το παλάτι και πήγε στην ηλιόλουστη εξοχή, όπου άκουγες το ερωτικό τιττύβισμα των πουλιών κι έβλεπες παιγνιδιάρικα να πετούν οι πεταλούδες, όπου ενέδωσε στον έρωτα του θείου εραστή. Την τύλιξε με ομίχλη ο νεφεληγερέτης Δίας κι έσμιξε μαζί της ζώντας έναν παράφορο έρωτα.
Μα η ουράνια σύζυγός του κατάλαβε την απιστία και έδωσε τη θεϊκή εντολή να εξανεμιστεί η νεφέλη. Έτσι τους έπιασε πάνω στου έρωτα το ξέφρενο μεθύσι. Τότε ο Δίας για να προφυλάξει της ερωμένη του, λίγο πριν διαλυθεί για τα καλά η ομίχλη, την μεταμόρφωσε σε μια κάτασπρη, σαν το χιόνι του Όλυμπου, αγελάδα.
Όταν τον ρώτησε η ρήγισσα των θεών αν ήξερε σε ποιον ανήκε η όμορφη δαμάλα, αυτός καμώθηκε πως δεν ήξερε. Μα η θεά ήξερε τα χουνέρια του άστατου άντρα της και ζήτησε να της δωρίσει τη χιονάτη δαμάλα. Αυτός, ήθελε δεν ήθελε, της την παρέδωσε. Η Ήρα ανέθεσε τη φύλαξη στον “πανόπτη” Άργο, που’ χε τα εκατό μάτια σ’ όλο το σώμα και δε του ξέφευγε τίποτα. Ο γιος της Γης Άργος την έδεσε σε μια ελιά, σ’ ένα ιερό άλσος, και καθώς δεν ήξερε τι θα πει ύπνος, στιγμή δεν την άφηνε από τα μάτια του. Η άτυχη Ιώ ήθελε ν’ απλώσει ικευτικά τα χέρια της, μα χέρια δεν είχε, να φωνάξει τον πόνο της, μα ανθρώπινη φωνή δεν έβγαινε από τα χείλη της. Παραπονιάρικο μόνο μουκάνισμα ξεστόμιζε και γι αυτό ο τόπος ονομάστηκε Μυκήνες ( από τον μυκηθμό) και μεγάλη θλίψη την κατείχε.
Ο πατέρας της Ίναχος σαν είδε πως του έλειπε η θυγατέρα, βγήκε να ψάξει σ’ όλο το Άργος και τη γύρω περιοχή. Κάποτε τα βήματά του τον έφεραν στο μέρος που ήταν δεμένη η μεταμορφωμένη σε δαμάλα κόρη του. Κάθισε για λίγο να θαυμάσει το όμορφο ζώο. Η Ιώ, σαν είδε τον πατέρα της, δάκρυσε που δεν μπορούσε να του μιλήσει και βάλθηκε με το ποδάρι της να κάνει σχήματα και γράμματα και να εξιστορεί τα βάσανά της στον έρμο το βασιλογονιό. Μα τι μπορούσε να κάνει κι αυτός; Τιμούσε πολύ την Ήρα, και δεν ήθελε να της εναντιωθεί. Έτσι δέχτηκε το μοιρόγραφο να χάσει τη θυγατέρα, δίνοντάς την δώρο στη θεά.
Ο αίτιος της συμφοράς της, ο ερωτιάρης Δίας, τη λυπήθηκε και ζήτησε από το γιό του Ερμή να την κλέψει. Ο γοργοπόδαρος θεός, ντυμένος βοσκός, στη στιγμή έφτασε στο τόπο, που η θλιμμένη δαμάλα ανόρεχτη αναστέναζε ξαπλωμένη πάνω στο τρυφερό χορτάρι. Με το σουραύλι του βάλθηκε να παίζει ποιμενικούς σκοπούς, κι έτσι αποκοίμισε τον εκατόφθαλμο φύλακα. Μετά με το κυρτό σπαθί του έκοψε σύρριζα το κεφάλι του Άργου και τον γκρέμισε από το βράχο, απ’ όπου επόπτευε την Ιώ. Από τότε ο φτεροπόδαρος θεός πήρε το όνομα Αργεϊφόντης, δηλ. ο φονιάς του Άργου. Η Κρόνια Ήρα πήρε, αργότερα, τα μάτια του νεκρού φύλακα και στόλισε μ’ αυτά την πανέμορφη ουρά του ιερού της πτηνού, του παγωνιού.
Η μάνητα όμως για την Ιώ δεν έλεγε να σταματήσει και τότε έστειλε οίστρο κατά της κόρης, δηλ. μια αλογόμυγα, που με το φοβερό της τσίμπημα δεν άφηνε σε ησυχία την καημένη Ιώ-αγελάδα. Μανιασμένη η “οιστρηλατηθείσα” Ιώ έτρεχε από τόπο σε τόπο κι αναπαμό δεν είχε γιατί το ενοχλητικό έντομο την ακολουθούσε παντού. Το φοβερό τσίμπημα της έκαιγε βασανιστικά το κορμί κι έτρεχε όλο και πιο αλάργα ξετρελαμένη να ξεφύγει από την αλογόμυγα. Έτσι πέρασε το πέλαγο που ήταν δυτικά από τον τόπο, όπου κατοικούσε στην Πελοπόννησο. Από τότε ονόμασαν Ιόνιο το πέλαγος, από το πέρασμα της αγαπημένης του τρανότερου θεού. Μετά πορεύτηκε στην Ιλλυρία, όπου η αλογόμυγα την αγκύλωνε συνέχεια προκαλώντας ανυπόφορο πόνο στο τρυφερό κορμί, και στη συνέχεια ανέβηκε στον Αίμο. Τα τσιμπήματα την πόναγαν, σαν να την έκαψαν με πυρωμένο σίδερο, και γι’ αυτό κατέβηκε στη Θράκη. Μετά πέρασε τη θάλασσα ανατολικά της Θράκης κι έφτασε στην Κριμαία. Από τότε τη θάλασσα αυτή την είπαν Βόσπορο, από το πέρασμα της βοϊδόμορφης Ιώς.
Η περιπλάνηση συνεχίστηκε στη Σκυθία, έφτασε ως τους Χάλυβες, που δούλευαν το σίδερο και αργότερα έφτασε στον Καύκασο, όπου σ’ ένα βράχο ήταν αλυσοδεμένος ο Προμηθέας, τιμωρημένος από το Δία, γιατί έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και τη χάρισε στους ανθρώπους. Ο Τιτάνας της προμάντεψε πως μονάχα στην Αίγυπτο θα ‘βρισκε την ησυχία της. Πριν φτάσει στη χώρα του Νείλου πέρασε από τη χώρα όπου ζούσαν οι Αμαζόνες, αντάμωσε τις Γοργόνες, είδε ακόμα και τους μονόφθαλμους Αριμασπούς. Κατεβαίνοντας για την Αίγυπτο πέρασε από τη Δωδώνη, όπου οι ιερές βελανιδιές με το θρόϊσμά τους της είπαν πως είναι η τιμημένη γυναίκα του Δία. Μετά από πολλά βάσανα και κακουχίες έφτασε επιτέλους στην Αίγυπτο, όπου στις όχθες του Νείλου ο Δίας έδωσε στην αγαπημένη του την πρότερη πανωραία ανθρώπινη μορφή της. Τότε την άγγισε τρυφερά κι απ’ αυτό το άγγιγμα έμεινε έγκυος κι έφερε στον κόσμο το γιο της Έπαφο.
Ακόμα όμως δεν είχε εξατμιστεί η μάνητα της απατημένης Ήρας. Γι’ αυτό έβαλε τους Κουρήτες να κλέψουν το βρέφος της Ιώς, που ‘λεγε πως βρήκε τη γαλήνη της, και την έβαλε σε νέα βάσανα. Η δύστυχη μάνα άρχισε πάλι την περιπλάνησή της από τόπο σε τόπο αναζητώντας το σπλάχνο της. Ο βασιλιάς των θεών, ο βροντορίχτης Δίας, σαν έμαθε τη νέα συμφορά της αγαπημένης του, θύμωσε και ρίχνοντας με οργή τους κεραυνούς του σκότωσε τους Κουρήτες. Τέλος, μετά από πολύ αγωνιώδες ψάξιμο, βρήκε η βασανισμένη μάνα το μοναχοπαίδι της στη Συρία, στη πόλη Βύβλο, όπου το ανέτρεφε η βασίλισσα.
Ευτυχισμένη γύρισε και πάλι στην Αίγυπτο, όπου παντρεύτηκε το βασιλιά της χώρας Τηλέγονο. Εκεί τη λάτρεψαν σαν θεά και την είπαν Ίσιδα. Ο γιος της, από τον Δία, Έπαφος διαδέχτηκε τον Τηλέγονο στο θρόνο, και πήρε για γυναίκα του την θυγατέρα του Νείλου, τη Μέμφιδα, που για να την τιμήσει έκτισε μια ονομαστή πόλη με το όνομά της. Αυτό το ζευγάρι απόκτησε κόρη τη Λιβύη, που την ερωτεύτηκε ο θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, κι από το ζευγάρωμά τους γεννήθηκαν οι δίδυμοι Αγήνορας, ο πατέρας του Κάδμου και της Ευρώπης, και ο Βήλος. Τα δύο παιδιά πήραν διαφορετικούς δρόμους, μα οι γιοι τους έμελλε να σφραγίσουν την εξέλιξη στον Ελλαδικό χώρο. Ο Αγήνορας ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Ασίας, στα παράλια της Μεσογείου, απέναντι από την Κύπρο. Γιος του Βήλου ήταν ο Δαναός, που αφού βασίλεψε πρώτα στη Λιβύη, μετά με τις κόρες του ήρθε στο Άργος και συνέχισε τη δυναστεία που κρατούσε από τον πατέρα της Ιώς, τον Ίναχο. Έτσι έχουμε μια μεγάλη κι ένδοξη ανακύκλωση ηρώων και γεγονότων. ]]
O Αισχύλος αναφέρει την περιπλάνηση της Ιώς σε δύο τραγωδίες του. Στη μια, με τίτλο “Ικέτιδες” παρουσιάζει τις κόρες του Δαναού, οι οποίες μαζί με τον πατέρα τους κατέφυγαν στο Άργος φεύγοντας από την Αίγυπτο, για ν’ αποφύγουν το γάμο τους με τα ξαδέλφια τους, τους γιους του Αίγυπτου. Εκεί παρουσιάζονται στον βασιλιά του Άργους Πελασγό, για να του ζητήσουν φιλοξενία, θυμίζοντάς του την κοινή τους καταγωγή. Ο τραγωδός παρουσιάζει τον ακόλουθο διάλογο ανάμεσα στις Δαναΐδες, που αποτελούν το χορό, και τον βασιλιά:
« ΧΟ.: Δε λεν πως ήταν στο ναό της Ήρας
ιέρεια κάποτε η Ιώ στη χώρα τούτη;
BA.: Ήτανε και μεγάλη φήμη υπάρχει.
ΧΟ.: Κι έσμιξε λεν με τη θνητή αυτήν ο Δίας;
ΒΑ.: Μα έμαθε για τον έρωτά τους η Ήρα.
ΧΟ.: και των θεών πώς τέλειωσε η μάχη;
ΒΑ.: Η θεά έκανε δαμάλα τη γυναίκα.
ΧΟ.: Ζύγωσε ο Δίας την καλοκέρατη γελάδα;
ΒΑ.: Ναι, παίρνοντας θωριά βαρβάτου ταύρου.
ΧΟ.: Και τι έκανε η ομόκλινη του Δία;
ΒΑ.: Της έβαλε φρουρό που τα ’βλεπε όλα.
ΧΟ.: Για ποιον ανύπνωτο μιλάς βουκόλο;
ΒΑ.: Το γιο της Γης π’ αφάνισ’ ο Ερμής, τον Άργο.
ΧO.: Και τι άλλο έστειλε στη δύσμοιρη δαμάλα;
ΒΑ.: Τη μύγα που τα βόδια αφηνιάζει.
ΧΟ.: Οίστρο τη λεν εκεί κάτω στο Νείλο.
ΒΑ.: Κι έτσι σ’ ατέλειωτους τη διώχνει δρόμους.
ΧΟ.: Τα πάντα που είπες όμοια μ’ όσα ξέρω.
ΒΑ.: Τέλος στον Κάνωβο έφτασε, στη Μέμφη.
ΧΟ.: Κι αγγίζοντάς τηνε γενιά της δίνει ο Δίας.
ΒΑ.: Ποιο Διογέννητο μοσχάρι έκανε κείνη;
ΧΟ.: Τον Έπαφο που ορθά ονομάστηκε έτσι. » ( Αισχύλος, “Ικέτιδες” 281-302 )
Στην άλλη του τραγωδία, με τίτλο “Προμηθεύς Δεσμώτης” εμφανίζει την Ιώ, που καταδιώκεται από τον οίστρο, να φτάνει στον Καύκασο, όπου είναι αλυσοδεμένος ο Προμηθέας, τιμωρημένος γιατί έκλεψε από τους θεούς τη φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους. Η Ιώ λέει τα εξής, μόλις φτάνει στον Προμηθέα:
« Άα, άα, έε, έε.
Τη δόλια ο οίστρος πάλι με κεντά;
O γιος της Γης, το φάντασμα του Άργου•
φύγε μακριά μου, φύγε• ο τρόμος
σύγκορμη με τυλίγει καθώς βλέπω
τον πολυόμματο βοσκό. Νάτος, ζυγώνει
με το βαρύ κι επίβουλό του μάτι,
και μήτε η γη τον κρύβει πεθαμένο.
Μα τη δυστυχισμένη εμένα, απ’ το σκοτάδι
βγαίνοντας των νεκρών, με κυνηγάει
και με γυρνάει εδώθε κείθε νηστικιά
στο αμμουδερό ακρογιάλι.
Αχνολαλεί η κερόδετη φλογέρα
σιγαλινό αχό υπνοδότη•
α,α, πού να με σέρνουν, αχ
οι αλαργινοί παραδαρμοί μου;
Σε τι με βρήκες, γιε του Κρόνου,
σε τι να φταίω και με τέτοια
με τύλιξες μαρτύρια; Άααχ, άαχ,
που έτσι μ’ αφανίζεις τη βαριόμοιρη,
ξέφρενη, τρελαμένη απ’ την τρομάρα;
Ρίξε το κεραυνό σου να με κάψεις,
ή χώσε με στη γης ή στου πελάγου
δώσε με τα θεριά να με σπαράξουν,
μη μου αρνηθείς, μα στέρξε, βασιλιά,
στις προσευχές μου. Οι πολυπλάνητοι
δρόμοι με βάσανα περίσσια
μ’ έχουν συντρίψει κι ούτε ξέρω
τον τρόπο να ξεφύγω τα δεινά μου.
Ακούς την βοϊδοκέρατη παρθένα; » ( Αισχύλος, “Προμηθεύς Δεσμώτης” 574- 598 )
Δεν αμφισβητεί την απόφαση του Δία, μόνο παραπονιέται, γιατί θαρρεί πως δεν έκανε κάποιο ατόπημα, ώστε να βασανίζεται πληρώνοντας την αποκοτιά της. Δεν τα βάζει με το θεό, αλλά προσεύχεται να την απαλλάξει από τα βάσανα. Η Ιώ δέχεται με καρτερία τη δοκιμασία της. Στη συνέχεια ο ποιητής, χρησιμοποιεί το λόγο της ντροπαλής παρθένας να εξιστορεί την αιτία από την οποία ξεκίνησαν τα βάσανά της:
« Δεν ξέρω, αν πρέπει ν’ αρνηθώ σ’ εσάς τη χάρη•
ό,τι ζητάτε καθαρά θ’ ανιστορήσω•
ντροπή μεγάλη όμως με πιάνει, μόνο
και που μιλάω για τη θεοσταλμένη
μπόρα της συμφοράς μου και της όψης
τον άγριο χαλασμό, και πώς τη δόλια
με χτύπησε. Πολλές φορές τις νύχτες
ζυγώναν την παρθενική μου κλίνη
ονειροφαντασίες και με λόγια
ψιθυριστά μαυλίζανε το νου μου.
Ω κόρη τρισευτυχισμένη, τόσο
πολύν καιρό γιατί να ’σαι παρθένα,
όταν τον πιο τρανό μπορείς να κάμεις
γάμο; Τι με του πόθου τις σαΐτες
ο Δίας έχει λαβωθεί και θέλει
μαζί σου τις χαρές της Αφροδίτης
μα μοιραστεί• όμως πρόσεχε, παιδί μου,
μην αρνηθείς τον έρωτα του Δία,
μα έβγα στης Λέρνας το βαθύ λιβάδι,
στα πλούσια βοσκοτόπια του γονιού σου,
για ν’ αλαφρώσει του Διός ο πόθος.
Τέτοια την πάσα νύχτα με ταράζαν
ονείρατα την άμοιρη, ώσπου τέλος
τόλμησα στον πατέρα να ιστορήσω
τις απονύχτερες μορφές που με πλανεύαν.
Κι αυτός αμέσως στους Δελφούς και στη Δωδώνη
συχνούς θεοπρόπους στέλνει για να μάθει,
τι θα ’πρεπε να κάμει ή τι να λέει,
για να ’χει φίλους τους θεούς. Κι εκείνοι
γύριζαν πίσω φέρνοντας μαντείες
δίγνωμες, σκοτεινές, δυσκοδιάλυτες.
Τέλος στον Ίναχο χρησμός καθάριος ήρθε
λέγοντας και ρητά προστάζοντάς τον,
αλάργα απ’ τα παλάτια και τη χώρα
να μ’ αποδιώξει κι έτσι να πλανιέμαι
απολυτή στα πέρατα του κόσμου•
αλλιώς ο φλογοφόρος κεραυνός του Δία
θα ’ρχόταν ν’ αφανίσει όλο το γένος.
Σε τέτοιες υπακούγοντας εκείνος
μαντείες του Λοξία, απ’ τους θαλάμους
μ’ έβγαλεν έξω και με διώχνει, δίχως
να θέλω κι άθελά του• όμως σε τούτα
το χαλινάρι τον ανάγκαζε του Δία.
Κι ευθύς μορφή και νους μου παραλλάξαν,
κι έτσι με κέρατα στο μέτωπο, ως θωρείτε,
κι από το σουβλερό κεντρί της μύγας
αλλοπαρμένη, ξέφρενη πηδώντας,
χίμηξα στις γλυκόπιοτες της Κέρχνης
νεροσυρμές και την πηγή της Λέρνας•
και πίσωθέ μου ο βοϊδολάτης Άργος,
ο γιος της Γης, ανήμερος ερχόταν,
στα βήματά μου τις πυκνές ματιές του
στυλώνοντας. Μ’ απάντεχος του πήρε
ο θάνατος τη ζωή. Κι εγώ από τότε
με θεϊκό μαστίγιο από τόπο
σε τόπο οιστρόπληχτη πλανιέμαι…» ( Αισχύλος, “Προμηθεύς Δεσμώτης” 651-693 )
Δεν ήρθαν στο Άργος θείοι αγγελιοφόροι, όπως στον Αβραάμ, στον οποίο ήρθαν για ν’ αναγγείλουν τη γέννηση του Ισαάκ. Κι αυτούς η πιστή (;) Σάρρα τους αμφισβήτησε, δε τους πίστεψε. Η Ιώ είδε όνειρα, που την προετοίμαζαν για το θείο σμίξιμο. Και η απονήρευτη παρθένα ζήτησε τη συμβουλή του πατέρα της. Αυτός ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου, εκεί τον οδήγησε η θεοσέβειά του. Κι όταν ο χρησμός έγινε σαφής, υπάκουσε στου θεού το θέλημα γιατί είχε εμπιστοσύνη στο θείο.
Να έρθουμε και πάλι στην τραγωδία. O δεμένος στο βράχο Τιτάνας, δέχεται να προφητέψει, μετά από την παράκληση των Ωκεανίδων, που αποτελούν τον χορό της τραγωδίας, όσα θα γίνουν στο μέλλον κι αφορούν την περιπλάνηση της Ιώ. Λέει, λοιπόν στην κόρη:
« …τώρα και τ’ άλλα ακούστε, πόσα πρέπει
μαρτύρια να περάσει η κόρη τούτη
εξαφορμής της Ήρας. Κι εσύ, σπέρμα
του Ίναχου, τα λόγια μου να βάλεις
βαθιά μες στην καρδιά σου, για να μάθεις
καλά τους δρόμους σου ως την άκρη.
Και πρώτα κατά κει που βγαίνει ο ήλιος
στρέφοντας, να διαβείς από τους κάμπους
που αλέτρι δε γνωρίσαν• στους νομάδες
θα φτάσεις Σκύθες ύστερα, που απάνω
σ’ αμάξια ζουν καλότροχα με στέγες
πλεχτές και μακροτίναχτα στους ώμους
έχουν τόξα• αυτούς να μη ζυγώσεις,
αλλά τα θαλασσόβρεχτα πατώντας
του γιαλού βράχια, πέρασε τη χώρα.
Τότες αριστερά σου θ’ αντικρίσεις
να κατοικούν του σίδερου οι τεχνίτες,
οι Χάλυβες• φυλάξου κι από τούτους,
τι ανήμεροι κι εχθρεύονται τους ξένους.
Μετά στον ποταμό Υβριστή θα φτάσεις,
που ψεύτικα έτσι δεν τον ονομάζουν•
μην τον διαβείς, τραχύ το πέρασμά του,
προτού στο πιο ψηλό βουνό ν’ ανέβεις,
τον Καύκασο, που εκείθε το ποτάμι
απ’ τους κροτάφους του ξεχύνεται αφρισμένο.
Κι αφού τις αστρογείτονες περάσεις
κορφές του, πάρε του νοτιά το δρόμο•
θα βρεις τις αντρομάχες Αμαζόνες
που θα ’ρθουν στο Θερμώδοντα, όπου
το κοφτερό στη θάλασσα προβάλλει
σαγόνι του Σαλμυδησσού, στους ναύτες
εχθρόξενο, μητριά για τα καράβια•
περίσσια πρόθυμες αυτές θα σ’ οδηγήσουν.
Κατόπι απ’ τις στενές πύλες της λίμνης
περνώντας, στον Κιμμέριο θα φτάσεις
πορθμό, που θαρραλέα διαβαίνοντάς τον,
πρέπει ν’ αντιπεράσεις το κανάλι
της Μαιώτιδας• κι αυτής σου της πορείας
αιώνιος θ’ απομείνει στους ανθρώπους
ο θρύλος, κι από σένα θα ονομάσουν
Βόσπορο το στενό. Και της Ευρώπης
αφήνοντας τις χώρες, θα πατήσεις
το χώμα της Ασίας. Λοιπόν στα πάντα
όμοια σκληρός δε φαίνεται πως είναι
ο αφέντης των θεών; Γιατί ποθώντας,
θεός αυτός, με μια θνητή να σμίξει,
σε βάσανα την έχει ρίξει τέτοια.
Πικρός, παιδί μου, σου ΄λαχε μνηστήρας
των γάμων σου. Τι όσα ως τώρα λόγια
έχεις ακούσει, σκέψου πως δεν είναι
παρά η αρχή μονάχα των δεινών σου. » ( Αισχύλος, “Προμηθεύς Δεσμώτης” 713-751 )
Μαζί με τη μαντεία για τα μελλούμενα, ο καλοκάγαθος Τιτανίδης Προμηθέας δίνει και συμβουλές, για όσα πρέπει να προσέξει κι όσα ν’ αποφύγει η κόρη μέχρι να φτάσει στον μοιρόγραφο προορισμό της:
« Δε θ’ αρνηθώ στην τόση σας λαχτάρα
για να μην πω τα πάντα που ζητάτε.
Πρώτα σε σένα, Ιώ, θ’ ανιστορήσω
την πολυπλάνητη πορεία, και γράφτ’ την
βαθιά στης μνήμης σου τις πλάκες. Όταν
το ρέμα θα διαβείς που διαχωρίζει
τη μια απ’ την άλλη ήπειρο, περνώντας
το σάλαγο του πέλαγου, να στρέψεις
προς της Ανατολής τους ηλιοπάτητους
φωτολουσμένους τόπους και θα φτάσεις
στους κάμπους τους Γοργόνειους της Κισθήνης,
που κατοικούν οι τριες Φορκίδες,
κυκνόμορφες, πανάρχαιες κόρες, μ’ ένα
μονάχα μάτι οι τρεις των, μονόδοντες,
που δεν τις αντικρίζει μήτε ο ήλιος,
μηδέ το βραδινό φεγγάρι. Εκεί κοντά τους
είναι οι φτερωτές τρεις αδερφές τους,
οι ανθρωπομίσητες Γοργόνες με τα φίδια
στην κεφαλή, που όποιος τις κοιτάξει
θνητός, ευθύς θα χάσει την πνοή του.
Κι αυτό στο λέω για να προσέξεις. Άκου
άλλο ένα θέαμα φοβερόν ακόμη•
πρέπει να φυλαχτείς από τους Γρύπες,
τα σουβλερόδοντα μουγγά σκυλιά του Δία,
κι απ’ τους Αριμασπούς, τον αλογάρη
μονόφθαλμο στρατό, που κατοικούνε
γύρω στο χρυσορέματο ποτάμι
του Πλούτωνα• σ’ αυτούς να μη ζυγώσεις.
Εκείθε σ’ έναν τόπο μακρυσμένο
θα ’ρθεις, σε μελαψές φυλές ανθρώπων,
που ζούνε στις πηγές σιμά του Ήλιου,
όπου κι ο ποταμός Αιθίοπας κυλάει.
Ακλούθησε τις όχθες του, ως να φτάσεις
στον καταρράχτη που απ’ τα Βύβλινα όρη
τ’ αγνά, καλόπιοτα νερά του ο Νείλος
ξεχύνει. Αυτός στην τρίγωνη τη χώρα
θα σ’ οδηγήσει της Αιγύπτου, που είναι
γραφτό για σένα, Ιώ, και τα παιδιά σου
τη μακρινή να χτίσετε αποικία….» ( Αισχύλος, “Προμηθεύς Δεσμώτης” 796-826 )
Η μαντεία είναι θείο δώρημα. Έτσι, μέσα από τον Τιτάνα Προμηθέα, το θείο καθοδηγεί την Ιώ στη νέα πατρίδα, όπου θα χτιστούν οι νέες πόλεις. Ήταν γραφτό από τη μοίρα οι Έλληνες να κάνουν αποικίες στην Αφρική και να δώσουν τα φώτα του πολιτισμού σ’ αυτή την ήπειρο. Οι Σιωνιστές και οι καλοπληρωμένοι απ’ αυτούς γραφιάδες, που μας παρουσιάζονται σαν έγκριτοι επιστήμονες, όσο μελάνι κι αν χύσουν, δεν μπορούν να παραχαράξουν την ιστορία του κόσμου. Κι αν έχουν κατορθώσει να θολώσουν την ιστορία, η αλήθεια είναι πιο ισχυρή από το ψέμα. Στο τέλος η αληθινή ιστορία θα διαλύσει το σκοτάδι που έχει επιβάλει η παραχάραξη της ιστορίας και τη στρεβλή εικόνα που έχουμε σήμερα, προϊόν των κατευθυνόμενων ψευτιών τους.
Ο Προμηθέας συνεχίζει τις προφητείες του, παρέχοντας κι αποδείξεις πως δεν λέει ψέματα:
« ……………………. Όμως για να ξέρεις
πως ψέματα δεν είπα, θα ιστορήσω
τα όσα υπόφερε ώσπου εδώ να φτάσει,
κι αυτό γι’ απόδειξη πως λέω αλήθεια.
Αφήνω τα περσότερα, και θα ’ρθω
στερνά στο τέρματου παραδαρμού σου.
Στων Μολοσσών τη χώρα όταν πήγες
στην αψηλόραχη Δωδώνη, όπου
του Θεσπρωτού Διός μαντεία και θρόνος,
απίστευτο ένα θάμα, σε χαιρέτησαν
οι ανθρωπολάλητες βαλανιδιές,
ξάστερα δίχως αίνιγμα κανένα,
πως κοσμοξάκουστη του Δία θα γίνεις
γυναίκα• στην καρδιά γλυκά δε νιώθεις
κάτι από τούτα; Εκείθε από τον οίστρο
ξέφρενη πήρες του γιαλού το δρόμο,
φτάνοντας στον πλατύ κόρφο της Ρέας,
οπούθε ανεμοδάρθηκες γυρνώντας
εδώ κι εκεί στις ίδιες πάλι στράτες•
και σε μελλούμενους καιρούς, να ξέρεις,
θα ονομαστεί του πόντου ο κόλπος τούτος
Ιόνιος, σ’ όλους τους ανθρώπους έτσι
θυμίζοντας το διάβα σου. Σημάδια
τρανά για σένα τούτα πως ο νους μου
πιο πέρα κι από τ’ άφαντα ξεκρίνει.
Τώρα για σας κι αυτήν ό,τι απομένει
θ’ ανιστορήσω, στα παλιά του λόγου
στρέφοντας πάλι αχνάρια. Είναι στους άκρους
τόπους της γης ο Κάνωβος, μια πόλη
στις εκβολές και στο παράχωμα του Νείλου
απάνω• ο Δίας εδώ στα λογικά σου
με χέρι πραϋντικό σε ξαναφέρνει,
μονάχα αγγίζοντάς σε. Κι από τούτη
την επαφή θα πάρει τ’ όνομά του
ο μελαψός που θα γεννήσεις Έπαφος,
κι άρχοντας θα γενεί σ’ όλη τη χώρα,
όσην ο πλατυρέματος Νείλος ποτίζει…» (Αισχύλος, “Προμηθεύς Δεσμώτης” 835-863 )
Στην άλλη τραγωδία του ο Αισχύλος, τις “Ικέτιδες”, βάζει τις Δαναΐδες να εξιστορήσουν την περιπλάνηση της Ιώς:
« Και τώρα στης μητέρας μου τα χνάρια
βρέθηκε τα παλιά, στις πολυφρούρητες
ανθόσπαρτες βοσκές και τα λιβάδια
τα πλούσια, οπούθε κάποτες η Ιώ
φεύγει απ’ τον οίστρο κεντημένη
μ’ αλλοπαρμένο νου, αντιπερνώντας
πλήθος φυλές ανθρώπων, κι όταν,
όπως η μοίρα το ’χε ορίσει,
το πολυκύματο έκισε στενό,
το σύνορον εδιάβηκε όπου αντίκρυ,
μια με την άλλη, στέκουν οι στεριές.

Ορμά στις χώρες της Ασίας,
απ’ άκρη σ’ άκρη την προβατομάνα
Φρυγία γοργοδιαβαίνει,
περιπλανιέται στη Μυσία,
στου Τεύθραντα την πόλη,
κατηφορίζει στις κοιλάδες των Λυδών,
και τα βουνά Κιλίκων και Παμφύλων
περνώντας και τ’ αστέρευτα
ποτάμια και της Αφροδίτης
τον πλουτοφόρο τόπο και τη χώρα
με τα πολλά σιτάρια,

φτάνει, ξετρελαμένη απ’ το κεντρί
του φτερωμένου βοϊδολάτη,
στην ιερή του Δία κοιλάδα,
τροφό των πάντων, στο λιβάδι
που χιόνια το ποτίζουν κι η ανάσα
το καίει πυρωμένη του Τυφώνα,
και στις νεροσυρμές του Νείλου
που αρρώστιες δεν τις πιάνουν,
ξέφρενη σα μαινάδα απ’ τα βαριά
πάθη και τις φριχτές σουβλιές της Ήρας.

Κι αυτούς που κατοικούσανε τη χώρα
ο φόβος τους χλώμιασε, η καρδιά τους
σπάραξε, καθώς έβλεπαν μιαν όψη
πρωτόφαντη, ένα απαίσιο πλάσμα,
κτήνος μ’ ανθρώπινη θωριά
γυναίκα μα μαζί δαμάλι•
και θαμπωμένοι στέκαν μπρος στο τέρας.
Ποιος ήταν τότε που τη δύστυχη,
την οιστρομανιασμένη γιάτρεψε
και πολυπλάνητην Ιώ;

Αυτός που μέσα στους ατέλειωτους
αιώνεςβασιλεύει, ο Δίας.
Με του χεριού του την ευλογημένη
δύναμη και τη θεία πνοή του
στα βάσανά της δίνει τέλος,
ενώ απ’ τα μάτια της κυλούσαν
τα πικρά δάκρυα της ντροπής.
Κι αφού το σπέρμα κράτησε του Δία,
γέννησε, καθώς λεν στ’ αλήθεια,
λαμπρό παιδί, χωρίς ψεγάδι

κι ευτυχισμένο στης ζωής το μάκρος,
έτσι βούιζε όλη η γης.
« Είναι του Πλάστη Δία ετούτο
βλαστάρι αληθινό•
γιατί ποιος άλλος θα ’παυε
της οργισμένης Ήρας τις επίβουλες
αρρώστιες; » Μόνο ο Δίας.
Κι όποιος παραδεχτεί πως η γενιά μου
βαστάει από τον Έπαφο,
θα ’χει πετύχει το σωστό. » ( Αισχύλος, “Ικέτιδες” 527-578 )
Η Ιώ γνώρισε πολλούς τόπους κι ανθρώπους κατά την περιπλάνησή της κι απόχτησε γνώση, έγινε σοφότερη. Συσσώρευσε βιωματική γνώση, που προστέθηκε σ’ αυτήν που είχε διδαχθεί στο ναό, όπου υπηρετούσε. Χωρίς να γνωρίζει το θείο σχέδιο, το υπούργημα που ο Δίας της είχε αναθέσει, υπομένει τα βάσανά της. Υπακούει στην διαίσθησή της που την οδηγεί από τόπο σε τόπο για να φτάσει στον τελικό της προορισμό. Εκεί όπου οι άνθρωποι θα την τιμήσουν σαν θεά. Έχει εμπιστοσύνη στο Θεό, αλλά κι αυτός όπου χρειάζεται επεμβαίνει και την βοηθάει. Την βοηθάει με τον Ερμή που της ελευθέρωσε, με τη μαντεία του Προμηθέα, τιμωρώντας τους Κουρήτες, να βρει το παιδί της, την αποκαθιστά κάνοντάς την βασίλισσα. Στο τέλος καθοδηγεί τους κατοίκους της χώρας της να την τιμήσουν σαν θεά Ίσιδα.
Επομένως, δίκαια η Ιώ έμεινε στη συνείδησή μας σαν η πιστή ιέρεια που γνώρισε πλήθος ταλαιπωρίες υπακούοντας στο θέλημα των θεών. Η θεοσέβειά της δεν την άφησε να κατηγορήσει το Θεό, γιατί η μύηση της στα μυστήρια της είχε κάνει γνωστό πως πάντα το θείο, χωρίς ν’ αποκαλύψει το σχέδιό του, αν του έχουμε εμπιστοσύνη, μας οδηγεί σ’ ό,τι είναι ευάρεστο στην ψυχή και σ΄αυτό που θα μας ανυψώσει πνευματικά, καθιστώντας μας άξιους να επιστρέψουμε στον “Οίκο”. Μας έδωσε το μεγάλο μάθημα να δεχόμαστε τα βάσανα σαν “μάθημα ζωής”, που ανυψώνουν την ψυχή και την βοηθούν ν’ αποχτήσει βιωματική γνώση. Γι’ αυτό “ενδύθηκε” με σάρκα, ώστε το άϋλο να έρθει σ’ επαφή με τον υλικό κόσμο. Μόνο στο Κοσμικό Σχολείο της Γης θα πάρει τις αναγκαίες γνώσεις

● Δίνοντας μια ερμηνεία του μύθου της Ιώς από εσωτερική πλευρά, μπορούμε να συσχετίσουμε την Ιώ με τη γνώση.
Η γνώση στα Ελληνικά, αποδίδεται με λέξη θηλυκού γένους. Είναι ό,τι ωραιότερο μπορεί ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος στο γήινο ταξίδι του. Τα υλικά αγαθά, τα πλούτη, τα κτήματα και το χρυσάφι, δεν έχουν καμιά αξία μπροστά στην αξία, που έχει για την ψυχή, η γνώση. Τα υλικά αγαθά είναι η ματαιοδοξία για το σώμα, το φθαρτό, που μετά το θάνατο ως « χους » επανέρχεται και πάλι στη γη, όπου με την αποσύνθεση διασκορπίζεται « εις α συνετέθη ». Όμως η γνώση, ανεκτίμητο κεφάλαιο, συνοδεύει την ψυχή, στο μεταθανάτιο ταξίδι της στον υπερβατικό κόσμο.
Πως θα μπορούσαν οι σοφοί μας πρόγονοι να την συμβολίσουν, παρά με μια πανέμορφη βασιλοπούλα; Η Ιώ ήταν η όμορφη ιέρειας της Ήρας. Επομένως η γνώση είναι θείο δώρημα. Την ερωτεύτηκε ο Δίας, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων. Ο ανθρώπινος νους, προβολή στη γη του Νου- Δία, αιώνια, νιώθει έρωτα ( με την Πλατωνική του έννοια ) για τη γνώση, την οποία επιθυμεί διακαώς να κατακτήσει. Ο νους του κάθε ανθρώπου είναι η αντανάκλαση του Παγκόσμιου Νου ( Δία ). Αυτή η Διάνοια ( = Δίας + νους ) γονιμοποιεί την ανθρώπινη διάνοια, για να της δείξει τον δρόμο προς τον Πνευματικό Όλυμπο, τον “Οίκο”. Η γονιμοποίηση του πεπερασμένου νου από τον Άπειρο Νου, εκφράζεται με την ένωση του αθάνατου Δία με τη θνητή Ιώ. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Έπαφος, που μας υποδηλώνει ότι πρώτα η γνώση πετυχαίνεται όταν παρατηρήσουμε-μελετήσουμε τον κόσμο με τις αισθήσεις, όταν έρθουμε σ’ επαφή με τη φύση και την μελετήσουμε. Η γνώση μας πρέπει να είναι βιωματική, να έρθουμε σε επαφή με τον αισθητό κόσμο και να δούμε την εκδήλωση του θείου στην ύλη. Μετά, σε ανώτερο στάδιο θα έρθουμε σ’ επαφή με το νοητό κόσμο, τον κόσμο των Ιδεών
Σύμφωνα με την αργεία παράδοση ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη ήταν ο Φορωνέας, γιος του ποταμού Ίναχου και της νύμφης Μελίας, συνεπώς αδελφός της Ιούς. Για τους Έλληνες ο Φορωνέας και η γυναίκα του Τελεσιδίκη ήσαν το ζευγάρι των πρωτοπλάστων, που απόκτησαν πλήθος απογόνους. Για χάρη τους, ο γενάρχης της ανθρωπότητας Φορωνέας, με τη συγκατάθεση του Δία, κατέβασε τη φωτιά από τον ουρανό, δηλ. τη θεία γνώση, αυτή που κάνει τον άνθρωπο ξεχωριστό όν στη γη, μα και σε ολόκληρο το Σύμπαν.
Αρχικά η ανθρωπότητα είχε βασιλιά τον υπέρτατο των θεών Δία, και ο Φορωνέας ήταν ο δάσκαλος των ανθρώπων και ο διοργανωτής τους σε πόλεις με νόμους και δικαιοσύνη. Ο γενάρχης αυτός, σαν κριτής, κατακύρωσε το Άργος στην Ήρα, όταν αυτή μάλωνε για την κυριότητα της πόλης με τον Ποσειδώνα. Έτσι η πόλη είχε τη θεά σαν προστάτη και η θεά τους δίδαξε τα μυστήριά της. Ιέρεια, άρα γνώστης των μυστηρίων της θεάς, ήταν η Ιώ. Τα μυστικά της φύσης, η παρατήρηση των αλλαγών στη γη και στον ουρανό, οι νόμοι των φαινομένων και της κίνησης των άστρων, οι ιερές τελετές και η θεουργία, οι μαγικές επικλήσεις των θεών για αρωγή στους ανθρώπους, η θεραπεία και η χρήση των βοτάνων αποτελούσαν τη γνώση της παρθένας κόρης, συνάμα η καλλιέργεια της γης, που έδινε χωρίς κόπο τους πλούσιους καρπούς της για τροφή και οι τέχνες, που ομορφαίνουν τη ζωή, η ικανότητα της διοίκησης και της δικαιοσύνης, η γλώσσα και τα πρώτα σημάδια της γραφής, τα πρώτα σύμβολά της. . Αυτή τη γνώση θέλησε να γονιμοποιήσει ο πατέρας των θεών, για να την κάνει θεία, κι έτσι γρηγορότερα οι θνητοί να γίνουν θείοι, ώστε θεοί και άνθρωποι να αποτελέσουν ένα βασίλειο, αγνό και φωτεινό.
H Ιώ είναι η ελληνική κουλτούρα, ο ελληνικός πολιτισμός, η αγάπη για τη γνώση, που ξεκινά από το ιερό, από τα άδυτα της θείας γνώσης, όπου οι μυημένοι μόνον έχουν το προνόμιο να εισέρχονται και να την αποκτούν, και η οποία αφήνει τα σημάδια της απ’ όπου περνάει. Γνωρίζοντας την ουσία των πραγμάτων, επειδή η δονητική έχει ενέργεια, μπορεί να ονοματοδοτεί. Έτσι δίνει το όνομά της στο Ιόνιο πέλαγος αλλά και στο Βόσπορο. Αρχικά το εκπολιτιστικό ταξίδι των προγόνων μας Πελασγών, που εικονίζει η Ιώ, έγινε δυτικά, φτάνοντας μέχρι τα παράλια της Ιταλίας. Μετά βόρεια κι ανατολικά μέχρι τον Καύκασο. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, η Ιώ συνάντησε τον αλυσοδεμένο Τιτάνα, τον Προμηθέα, ο οποίος είχε κλέψει από τους Ολύμπιους θεούς τη φωτιά της γνώσης και την έδωσε στους ανθρώπους. Ο δύστυχος Τιτάνας της διηγήθηκε τα βάσανά του, μα και τον τρόπο, με τον οποίο τόσες ευεργεσίες πρόσφερε στους θνητούς . Ήρθε η κόρη από το Άργος σε επαφή με την πηγή της γνώσης, την υπερκόσμια αρχή, που σε κάθε εποχή, ανάλογα με την ωρίμανση της ανθρωπότητας, της προσφέρει ό,τι μπορεί να αντέξει και να αφομοιώσει. Έτσι η Ιώ απόκτησε καινούργιες γνώσεις από την Τιτάνια πηγή τους, την οποία μετέφερε στην Αίγυπτο, όπου ήταν, προσωρινά, το τέλος του ταξιδιού της.
Σ΄ αυτό το ταξίδι έχουμε τον υπαινιγμό της αποίκησης της Αιγύπτου από τους Αργείους και τη μεταφορά της Πελασγικής γνώσης στη νέα χώρα. Αυτά τα γεγονότα διαδραματίστηκαν πριν τον μεγάλο κατακλυσμό, τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα ( που ταυτίζεται μ’ αυτόν του Νώε ). Ο εσωτερισμός μας λέει πως επικρατούσε το μητριαρχικό σύστημα πριν τον κατακλυσμό. Ενδεικτικό αυτού έχουμε στη “Θεογονία”, όπου κατά τον Ησίοδο η διαμόρφωση του κόσμου άρχισε ουσιαστικά από τη Γη. Από τον μεγάλο αυτό ποιητή προβάλλει το μεγάλο μητριαρχικό πρότυπο, όπου η Γη είναι πρωτογέννητη και αυτογέννητη, αναδυόμενη από το Χάος. Είναι η θεά που δημιουργεί το Σύμπαν, με το ανέραστο ακόμα σώμα της, γεννώντας τα μέλη του.
Μετά η Γη, αφού εμφανίστηκε ο Έρωτας, έσμιξε ερωτικά με τον Ουρανό. Έχουμε, λοιπόν, το πρωταρχικό αθάνατο ζευγάρι, από την ένωση των οποίων γεννιούνται σπουδαία όντα.
Η Πότνια Μητέρα Θεά, που λάτρευαν στο πρώιμο λατρευτικό τους στάδιο οι πρόγονοί μας, εξέφραζε την ουσία της μητριαρχίας, που αναφέραμε παραπάνω. Η γυναίκα επικυριαρχεί στα ιερά, στα μυστήρια, στην οργάνωση της πόλης και στην καθημερινή ζωή.
Έτσι, με βάση το πρότερο μητριαρχικό σύστημα, μπορούμε να δικαιολογήσουμε το γεγονός πως τη γνώση κατείχε γυναίκα, η Ιώ, κι αυτή την μετέφερε στην Αίγυπτο. Σαν ιέρεια κατείχε και τα μυστικά των ιερών, ήταν μύστης της θείας γνώσης και των μυστηρίων, που κι αυτά δίδαξε στη χώρα, που την φιλοξένησε. Η περιπλάνησή της συμβολίζει την περιπλάνηση- εξάπλωση ομάδων των αρχέγονων Ελλήνων, των Πελασγών, οι οποίοι είχαν αποκτήσει υψηλές γνώσεις και αξιόλογη τεχνολογία, η οποία μεταφέρθηκε στις νέες χώρες, και γι’ αυτό τόσο πυκνά η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει στο φως ευρήματα όμοια μ’ αυτά του ελλαδικού χώρου. Η “οιστρηλατηθείσα Ιώ” είναι η ανήσυχη φυλή, γιατί είχαν αρχίσει τα γεωλογικά φαινόμενα στην περιοχή της Αιγηïδας με τελικό αποτέλεσμα τον καταποντισμό της, που έψαχνε να βρει καταφυγή.

● Ο μύθος τις Ιώς έχει έναν έντονο λατρευτικό χαρακτήρα. Σε κάποια δωρική διάλεκτο της Αργολίδας το όνομα “Ιώ” σημαίνει τη Σελήνη. Έτσι με την ιδιότητα της Σελήνης έχει φύλακά της τον Άργο, του οποίου το σώμα ήταν γεμάτο μάτια, που υποδηλώνει τον έναστρο ουρανό, που παρακολουθεί τις κινήσεις του φεγγαριού στον ουράνιο θόλο. Αν θεωρήσουμε την παραλλαγή του μύθου όπου ο κλέφτης Ερμής κλέβει από τον Άργο την Ιώ χωρίς να τον σκοτώσει, τότε υπονοείται από τις φάσεις της σελήνης η χάση του φεγγαριού και η εξαφάνισή του. Μπορεί επίσης να υπονοείται και η έκλειψη σελήνης. Θεωρώντας την επικρατέστερη εκδοχή όπου ο Ερμής σκοτώνει τον Άργο, υποδηλώνεται η εξαφάνιση των άστρων μπροστά στο έντονο φως του φεγγαριού κατά την πανσέληνο.
Σε κάποια παραλλαγή του μύθου η Ιώ μεταμορφώνεται σε αγελάδα όχι από τον Δία, αλλά από την Ήρα. Σ’ αυτή την εκδοχή το σώμα της Ιώς πήρε τρία χρώματα, λευκό, του ρόδου ή βιολετί και μαύρο ή άλλαζε το χρώμα του δέρματός της που γινόταν μια λευκό, μια ρόδινο και μια μαύρο. Αυτά τα χρώματα αντιστοιχούν στην όψη του φεγγαριού στα διάφορα στάδια στις φάσεις του. Ρόδινο όταν γεμίζει και στη χάση, λευκό στην πανσέληνο και μαύρο στη νέα σελήνη. Τα τρία χρώματα μπορούν να συσχετιστούν και με τις υποστάσεις της φεγγαροθεάς: κόρη, νύμφη, γριά.
Η Ιώ προτού τιμηθεί σαν ιέρεια της Ήρας, όταν καθιερώθηκε το δωδεκάθεο, σε προγενέστερη περίοδο λατρείας, λατρευόταν η ίδια ως θεά, παριστάνοντάς την ως αγελάδα. Οι ιέρειές της φορούσαν προσωπεία αγελάδας, όπως φορούσαν οι ιέρειες της Άρτεμης στην Αρκαδία προσωπεία αρκούδας. Στην εποχή της ηλιακής και σεληνιακής λατρείας παρίσταναν τον Δία με ταύρο και την Ήρα με αγελάδα. Ας μη ξεχνάμε πως ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων μεταμορφώθηκε σε πανώριο λευκό ταύρο για να κλέψει την Ευρώπη από το λιβάδι της Φοινίκης και να την μεταφέρει στην Κρήτη. Η Ευρώπη είχε προγιαγιά την Ιώ (*2).
Κάθε μεγάλη εποχή, διάρκειας περίπου 2300 χρόνων, παίρνει το όνομά της από τη θέση του ήλιου στον μεγάλο Ζωδιακό Κύκλο. Τώρα βρισκόμαστε στη μεταβατική περίοδο της αρχής της “εποχής του Υδροχόου” και της “εποχής των Ιχθύων”, με σύμβολο τον “Ιχθύ” που για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού του πλανήτη μας υπήρξε και θρησκευτικό σύμβολο ( ΙΧΘΥΣ = Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ ). Πριν απ’ αυτήν ήταν η “εποχή του Κριού” και η προηγούμενη η “εποχή του Ταύρου” (*3). H χρήση των συμβόλων του ταύρου, του μόσχου και της αγελάδας έχει σχέση με αυτήν την εποχή. Στην Βοιωτία υπήρχε γιορτή για την ένωση του ταύρου με την αγελάδα. Εξ άλλου η με υπόδειξη του μαντείου των Δελφών ίδρυση της Καδμείας, πρότερο όνομα της Θήβας, συνδέεται με μια ιερή δαμάλα, που στα πλευρά της είχε σχηματισμένο με το χρώμα στο τρίχωμα το σχέδιο του φεγγαριού.
Η αγελαδόμορφη θεά-Ιώ κατέληξε στην Αίγυπτο όπου ταυτίστηκε με την επίσης αγελαδόμορφη Ίσιδα. Μια ζωδιακή εποχή αργότερα στην ίδια χώρα κυριάρχησε ο κριόμορφος Άμμωνας- Δίας. Τότε ήταν η “εποχή του κριού”.

● Σε προηγούμενο σχόλιο αναφέραμε πως η Ιώ συμβολίζει την εξάπλωση του Πελασγικού πολιτισμού σε όλο τον Κόσμο. Ας δούμε τις μαρτυρίες που έχουμε γι’ αυτό τον ισχυρισμό.
Σύμφωνα με την Παράδοση στον χώρο της ελληνικής χερσονήσου και της Αιγηίδας, πριν αυτή καταβυθιστεί, ζούσαν οι Πελασγοί, που είχαν γενάρχη τους τον Πελασγό. Η αρκαδική παράδοση αναφέρει πως ήταν γιος του Δία και της Νιόβης κι αδελφός του Άργου. Πήρε για γυναίκα του την Ωκεανίδα Μελίβοια ή τη Νύμφη Κυλλήνη, και γιος του ήταν ο Λυκάονας. Πολλοί συγγραφείς, όπως οι Ησίοδος, Απολλόδωρος, Πίνδαρος και Παυσανίας μας λένε πως ο Πελασγός ήταν αυτόχθων και ο πρώτος βασιλιάς της Αρκαδίας. Δίδαξε στους Αρκάδες πώς να φτιάχνουν καλύβια για στέγη και ρούχα για να προφυλάσσονται από το κρύο. Να διακρίνουν τους ωφέλιμους καρπούς από τους επικίνδυνους και τα χρήσιμα φυτά. Προς τιμή του η χώρα ονομάστηκε Πελασγία.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Ελλάδα πρώτα λεγόταν Πελασγία: « της νυν Ελλάδος πρότερον Πελασγίης καλευμένης » ( Ηροδότου “Ιστοριών” Β, 56 ). Ο Στράβων στο βιβλίο του “Γεωγραφικά” γράφει: « Τους δε Πελασγούς, ότι μεν αρχαίον φύλον κατά την Ελλάδα πάσα επιπολάσαν ». Σχετικά με την καταγωγή του Πελασγού παραθέτουμε το απόσπασμα: « Πελασγόν αυτόχθονα λέγων » ( Διονύσιος ο Αλλικαρνασσέας, “Ρωμαϊκή Αρχαιολογία”, Ι 17 )
Από την Αρκαδία μετά οι Πελασγοί ξαπλώθηκαν σε όλη την γνωστή μας Ελλάδα και στη συνέχεια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα στον τότε γνωστό κόσμο. Ο Όμηρος τους παρουσιάζει έποικους στην Κρήτη. Στην Οδύσσεια παρουσιάζει τον Οδυσσέα να λέει στην Πηνελόπη:
« Μια χώρα Κρήτη βρίσκεται στη μέση του πελάγου
εύφορη, θαλασσόζωστη κι όμορφη∙ πολλοί, μύριοι
σ’ αυτή τη χώρα κατοικούν κι έχει ενενήντα πόλεις∙
γλώσσες μιλούν ανάκατες. Έχει Αχαιούς η Κρήτη,
αντρείους βέρους Κρητικούς, σε τρία μοιρασμένους
Δωριείς, άξιους Πελασγούς και Κύδωνες ακόμη. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. τ΄ 172-177 )
Έφτασαν μέχρι τη Λήμνο και την Ίμβρο, όπως μας λέει ο Αντικλείδης καθώς και τη Λέσβο. Ο ποιητής των επών μας αναφέρει πως στον Τρωικό πόλεμο ως σύμμαχοι των Τρώων ήρθαν πολεμιστές από τη Λέσβο, που ήσαν Πελασγοί:
« Των Πελασγών πολεμιστών τα γένη που εζούσαν
στην εύφορη τη Λάρισα είχαν για αρχηγούς τοτς
Ιππόθοο και Πύλαιο, πολεμιστή αντρείο,
Τέκνα τα δυο του Πελασγού Λήθου του Τευταμίδη. » ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, Ραψ. Β΄ 840- 843 )
Λόγω των πολλών μετακινήσεων των Πελασγών , τους ονόμαζαν και Πελαργούς. Η λέξη Πελεργοί έχει ως συνθετικά την ρίζα πελο- που σημαίνει τον παλαιό και την λέξη άργος, που σημαίνει την γη, τον αγρό ή την χώρα. Επίσης τα ρήματα πέλω και πέλομαι σημαίνουν είμαι κάτοικος της γης.

---------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Για άλλους, η Ιώ ήταν κόρη του Πείρασου ή του Πείρανθου, ενώ για άλλους του Ίασου, που ήταν γιος του Άργου, και της Ισμήνης, της θυγατέρας του Ασωπού. Ο Απολλόδωρος γράφει: « Άργου δε και Ισμήνης της Ασωπού παις Ίασος, ου φασιν Ιώ γενέσθαι. Κάστωρ δε ο συγγράψας τα χρονικά και πολλοί των τραγικών Ινάχου την Ιώ λέγουσιν• Ησίοδος δε και Ακουσίλαος Πειρήνος αυτήν φασιν είναι• ταύτην ιερωσύνην της Ήρας έχουσαν Ζευς έφθειρε. » ( Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” Β’, 3 )

(*2). Αναφέραμε ότι η Ιώ εκφράζει τη μεταφορά της γνώσης κατά την εποχή των έντονων γεολογικών διαταραχών στην Αίγυπτο και την ίδρυση αποικιών από τους Έλληνες σ’ αυτή την γεωλογικά ήσυχη περιοχή, όπου ιδρύθηκαν πόλεις, ιερά και καλλιεργήθηκαν οι μυστηριακές λατρείες. Ο πατέρας της Ευρώπης Αγήνορας έφυγε από την Αίγυπτο κι εγκαταστάθηκε στην περιοχή όπου σήμερα είναι ο Λίβανος και μέρος της Συρίας κι αργότερα ονόμασαν Φοινίκη, από τον γιο του Αγήνορα κι αδελφό του Κάδμου τον Φοίνικα. Η Ευρώπη εκφράζει τη γνώση, που μετά τη θεία γονιμοποίησή της, επέτρεψε στην Ελλάδα αναδεικνύοντας τον θαύμάσιο πολιτισμό των Ελλήνων στους ιστορικούς χρόνους. Ο Δίας εγκατέστησε την Ευρώπη στην Κρήτη και ο γιος τους Μίνωας, ο ξακουστός θαλασσοκράτορας, άβαλε τα θεμέλια του Κρητομινωικού πολιτισμού.

(*3). Αν θέλουμε να αναχθούμε χρονολογικά στο μέσο αυτής της εποχής έχουμε 2x2300+2300/2=4600+1150=5750 χρόνια πριν, δηλ. μεταξύ 3500 και 3800π.χ., όπου στον χώρο μας κατοικούσαν οι πρωτοέλληνες Πελασγοί. Οι Πελασγοί αποίκησαν, κι αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται σε γραπτές αποδείξεις, όλο τον γνωστό αρχαίο κόσμο, από την Κασπία θάλασσα μέχρι την Ιβηρική χερσόνησο, κι από την Σκανδιναβία μέχρι τα παράλια της Αφρικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: