Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ερωτήματα ζωής… στα οποία απάντηση δίνει η ίδια η ζωή….

[[ δαμ- ων ]]

Υπάρχουν φάσεις της ζωής μας που κατακλυζόμαστε από βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα: Γιατί υπάρχουμε; Ποιο είναι το νόημα της ζωής μας; Ποια σπουδαία πράγματα μπορούμε ή πρέπει να κάνουμε για να γίνουμε ολοκληρωμένοι άνθρωποι; Και άλλα πολλά…
Πολλές φορές η απάντηση είναι απλή. Βρίσκεται μπροστά μας. Αλλά η κατεστημένη σκέψη μας έχει συνηθίσει να επιζητούμε περίπλοκες απαντήσεις. Να πιστεύουμε ότι τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι δαιδαλώδη. Και χανόμαστε στο λαβύρινθο των σκέψεών μας.
Δεν μας έμαθαν ότι οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας. Αρκεί να ακούσουμε τη φωνή του ανώτερου εαυτού μας! Να αποκοπούμε για λίγο από τον κατώτερο εαυτό- την προσωπικότητα- και να ζητήσουμε τη συνδρομή του ανώτερου εαυτού μας- της ατομικότητας. «Αιτείτε και δοθήσετε υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσετε υμίν. Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται.» (Ματθαίος, ζ΄, 7- 8) μας έχει διαβεβαιώσει ο Ιησούς. Έχει πολλή μεγάλη σημασία η υπόσχεση «πας ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει»! Το θλιβερό είναι ότι ψάχνουμε τις απαντήσεις οπουδήποτε αλλού, εκτός απ’ αυτό το «κάτι ξεχωριστό» και συνάμα «θείο» που βρίσκεται μέσα μας. Εκείνο που απομένει είναι να βουλώσουμε τα αυτιά μας- όπως έκαναν οι σύντροφοι του Οδυσσέα στο μαυλιστικό τραγούδι των Σειρήνων- ώστε οι θόρυβοι από τα «παράσιτα» να μη σκεπάσουν την απάντηση που μπορεί να αναδυθεί από μέσα μας. Και η απάντηση που θ’ ακούσουμε, σε όσα ερωτήματα θέσαμε παραπάνω, θα είναι παρόμοιας φύσης με την απάντηση της Αντιγόνης στον Κρέοντα: «Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν» (Μετ.: «ζω για ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι κι όχι για να μισώ» (Σοφοκλής, “Αντιγόνη”, 521). Αυτή η αγάπη μπορεί να είναι τραχιά και να μας πληγώσει, αλλά είναι το μέσο που θα μας βγάλει από τη λάσπη του υλικού κόσμου. Ο Χαλίλ Γκιμπράν γράφει στο βιβλίο του “Ο προφήτης”: «Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μ’ όλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σ’ αγκαλιάσουν, παραδώσου, μ’ όλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.» Αν παραδοθούμε στην αγάπη, να μη μας φοβίζουν οι πληγές, γιατί το βάλσαμο της αγάπης όχι μόνο θα τις επουλώσει, αλλά σαν τον καλύτερο πλαστικό χειρούργο θα σβήσει όλες τις ουλές.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Δεκάδες ερωτήματα μας ταλανίζουν, όπως τον βασιλιά του παραμυθιού που μας αφηγείται ο Λέων Τολστόι, με τίτλο “τα τρία ερωτήματα”:
[[ Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή για ν’ αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θα πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σηµαντικότερο πράγµα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’ εκείνον που θα του µάθαινε ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πως θα µπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήµατα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήµατος, µερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο ν’ αποφασίσει κανείς εκ των προτέρων την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συµβαίνε, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι’ αυτό θα ‘πρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν ορισµένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως αν θα τα επιχειρίσει ή όχι. Για να µπορεί όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει να εκ των προτέρων τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα, και άλλοι πάλι ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµιά απ’ αυτές και σε καµιά δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. Όταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
«Είσαι κουρασµένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».
«Ευχαριστώ», είπε ο ερηµίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθισε κάτω στο χώµα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω λιγάκι».
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµιά, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου».
«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερηµίτης. «Ας δούµε ποιος είναι».
Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα που τού ‘δωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από το καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’ το περπάτηµα και τη δουλεία που είχε κάνε, που κάθισε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
«Συγχώρεσέ µε», είπε ο γενειαφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε. «Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’ την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε».
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του. Αφού έφυγε απ’ τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά να απαντήσει στα ερωτήµατα που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
«Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε».
«Μα έχουν ήδη απαντηθεί», είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.
«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερηµίτης. «Αν δεν είχες λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες µετανοιώσει που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν έσκαβες τ’ αυλάκια, κι εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να µου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτός ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’ αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσµο!» ]]
Ο Ρώσος συγγραφέας μας περνάει το μεγάλο μήνυμα: «Κάνε το καλό, γιατί μόνο γι’ αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσμο»! Μα για να κάνουμε το καλό πρέπει να πλημμυρίσουμε από αγάπη. Αγάπη όχι επιλεκτική- όπως συνήθως κάνουμε. Αγάπη προς κάθε τι που υπάρχει στο σύμπαν. Αγάπη από το ρυάκι της γειτονιάς μας, μέχρι τον μεγαλειώδη ωκεανό, κι από το λοφάκι του χωριού μας μέχρι το επιβλητικότερο βουνό. Αγάπη από την ταπεινή χλόη μέχρι το υψηλότερο και μεγαλύτερης ηλικίας δέντρο, κι από το σκουλήκι που σέρνεται στη λάσπη μέχρι τον βασιλιά των ζώων, το λιοντάρι. Αγάπη προς τον καθένα συνάνθρωπό μας. Αγάπη προς τον “πλησίον” μας! Και εδώ να είμαστε προσεχτικοί. Να μην κάνουμε προς τον εαυτό μας- κοροϊδεύοντάς τον- το ερώτημα: «και τις εστί μου πλησίον;», όπως έκανε ο νομικός πειράζοντας τον Χριστό. Αυτό το ερώτημα ήταν η αφορμή να πει ο Χριστός την περίφημη παραβολή του καλού Σαμαρείτη (Λουκάς, ι΄, 25- 37)! Γιατί “πλησίον” δεν είναι ο συγγενής μας, ο γείτονάς μας. Είναι ο καθένας συνάνθρωπός μας. Και το σπουδαιότερο είναι τούτο: “Πλησίον” πρέπει να γίνουμε εμείς στον κάθε άνθρωπο! Αυτό, όμως απαιτεί μια δυναμική, μια κίνηση, μια πορεία που συνοδεύεται με την αγαπητική έξοδο από τον εαυτό μας προς τους άλλους. Να σπάσουμε το κουκούλι μας, όπως ο μεταξοσκώληκας, και να γίνουμε πεταλούδα. Να ξεφύγουμε από το υλικό, το γήινο, και να γίνουμε “ψυχή”, να πετάξουμε πάνω από τα γήινα, να πνευματοποιηθούμε. Τότε “πλησίον” δεν θα είναι ο άλλος για εμάς, αλλά θα γίνουμε εμείς για τους άλλους. Τότε το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» μας οδηγεί να μην περιμένουμε να έρθει πρώτος ο “πλησίον” κοντά μας, αλλά εμείς πρώτοι να πάμε προς αυτόν. Εμείς πρώτοι να κάνουμε το πρώτο βήμα και να τον περιβάλουμε με την αγάπη μας. Κι αγάπη σημαίνει έξοδο από τον εαυτό μας και πορεία προς τον συνάνθρωπό μας. Λέγοντας έξοδο εννοούμε θυσία! Τότε παίρνει σάρκα και οστά η φράση του Ιησού: «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει , ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάννης, ιε΄, 13)
Η λαϊκή παροιμία μας προτρέπει: «Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό». Το καλό θα κάνει τον κύκλο του και θα γυρίσει πάλι σε εμάς. Κι αν η επιστροφή δεν γίνεται φανερή στα θνητά μας μάτια, η ψυχή θα την αντιληφθεί και θα εισπράξει το ανάλογο τίμημα! Γιατί ξέρει τις καρμικές της οφειλές! Έτσι αν η ανταπόδοση του καλού δεν είναι άμεση, όπως στην αληθινή ιστορία που παραθέτουμε, είναι έμμεση επειδή σβήνουν καρμικά χρέη κι ελαφρώνεται…
Ας δούμε τώρα την άμεση ανταπόδοση του καλού:
[[ Κάποτε ένας φτωχός Σκωτσέζος αγρότης, ενώ καλλιεργούσε το χωράφι του, άκουσε τη φωνή ενός παιδιού που κλαίγοντας ζητούσε βοήθεια... Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του κι έτρεξε προς το μέρος ενός βούρκου, απ’ όπου προέρχονταν οι φωνές. Τι να δεί; Ένα τρομοκρατημένο αγόρι, βυθισμένο κιόλας μέχρι τη μέση στη λάσπη, πάλευε μάταια να ελευθερωθεί ουρλιάζοντας. Χωρίς αργοπορία ο αγρότης έσωσε το αγόρι, που σίγουρα θα πέθαινε αργά και βασανιστικά.
Την επομένη, μια φανταχτερή άμαξα με δύο άλογα σταμάτησε μπροστά από την αγροικία του. Κατέβηκε ένας καλοντυμένος ευγενής κύριος, που του συστήθηκε ως ο πατέρας του αγοριού που είχε σώσει ο αγρότης.
- Θα ήθελα να σας ανταμείψω για την πράξη σας, είπε ο κύριος. Σώσατε τη ζωή του γιου μου.
- Όχι, δεν είναι δυνατόν να πληρωθώ για ότι έκανα, απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης, απορρίπτοντας την προσφορά.
Την ίδια στιγμή, στην πόρτα του χαμόσπιτου εμφανίστηκε ο γιός του αγρότη.
- Αυτός είναι ο γιός σας; Ρώτησε ο καλοντυμένος κύριος.
- Μάλιστα, απάντησε με υπερηφάνεια ο αγρότης.
- Θα κάνουμε μια συμφωνία. Αφήστε με να προσφέρω στο γιο σας το ίδιο επίπεδο μόρφωσης που απολαμβάνει ο δικός μου. Αν ο μικρός μοιάζει στον πατέρα του τότε, χωρίς αμφιβολία, μεγαλώνοντας θα γίνει κάτι για το οποίο και οι δυο μας θα υπερηφανευόμαστε.
Έτσι κι έγινε ...
Ο γιος του αγρότη παρακολούθησε τα καλύτερα σχολεία και αποφοίτησε από τη φημισμένη ιατρική σχολή του νοσοκομείου της Αγίας Μαρίας στο Λονδίνο. Είναι αυτός που κάποια στιγμή θα γίνει γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο ως σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ, ο πατέρας της πενικιλίνης!
Έπειτα από χρόνια, ο γιος του ευγενούς κυρίου, που σώθηκε από το βούρκο, χτυπήθηκε από βαριά πνευμονία.
Ποιός του έσωσε αυτή τη φορά τη ζωή; Η πενικιλίνη!
Ποιό ήταν το όνομα εκείνου του ευγενούς κυρίου; Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ.
Το όνομα του γιού του; Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ!
Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή...
Ο αμόρφωτος αγρότης, πατέρας του πατέρα της πενικιλίνης, έσωσε τη ζωή ενός παιδιού, που, μεγαλώνοντας, θα κυβερνούσε τη Μεγάλη Βρετανία και θα ονομαζόταν, διεθνώς, «Πατέρας της Νίκης» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έμπρακτη ευγνωμοσύνη του Λόρδου Ράντολφ Τσώρτσιλ άνοιξε το δρόμο στη δημιουργία του Φλέμινγκ, που ανακάλυψε την πενικιλίνη, που θα έσωζε - για δεύτερη φορά - τη ζωή του γιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ... ]]
Στην παραπάνω ιστορία είναι ολοφάνερος ο κύκλος της ανταπόδοσης του καλού! Μα κι αν – στη περίπτωσή μας- στα μάτια μας δε φανεί αυτός ο κύκλος, σίγουρα έχει γίνει η καταγραφή του καλού που κάναμε. Και η ψυχή μας θα γευτεί- όταν έρθει η κατάλληλη εποχή που ο ίδιος ο ανώτερος εαυτός μας θα καθορίσει- τους γλυκούς καρπούς της καλοσύνης μας. Η προτροπή του Χριστού είναι: : «αγαπάτε τους εχθρούς υμών , ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς , καλώς ποιείται τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς … έσεσθαι ουν υμείς τέλειοι , ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν .» (Ματθαίος, ε΄, 44 και 48). Μόνο η χωρίς στεγανά κι όρια αγάπη μπορεί να μας σμιλέψει για να μας κάνει τέλειους! Δίκαια τότε ο Χριστός θα μας κάνει φίλους Του, εφόσον έχουμε τηρήσει την εντολή «αγαπάτε αλλήλους», καθόσον μας έχει πει: «υμείς φίλοι μου εστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν, ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο κύριος• υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν». (Ιωάννης, ιε΄, 14-15)
Στη ζωή δεν ήρθαμε για να αποκτήσουμε πλούτη, φήμη ή δόξα. Ήρθαμε για να κάνουμε το καλό, όπως είπε ο ερημίτης στο βασιλιά. Για να δείξουμε έμπρακτα την αγάπη μας. Και τότε η αγάπη θα κατευθύνει τα βήματά μας. Ο Χαλίλ Γκιμπράν έγραψε στον Προφήτη: [[Όταν αγαπάς, δε θα πρέπει να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού.» Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.]]

Δεν υπάρχουν σχόλια: