Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Οι Μαθητές που από φόβο κρύφτηκαν και οι διακόνισσες που με θάρρος Του παραστάθηκαν…

[[ δάμ- ων ]]

Αυτό που περιμέναμε, ήταν οι Μαθητές, που ο Ίδιος είχε επιλέξει, να Του συμπαρασταθούν στο Θείο Πάθος μέχρι τέλους με αυταπάρνηση. Να μη δειλιάσουν και να προτάξουν τα στήθη τους για να υπερασπίσουν το Δάσκαλό τους. Τρία χρόνια ήσαν κοντά Του. Είχαν ακούσει τη διδασκαλία Του, είχαν δει τα θαύματά Του, είχαν νιώσει την ανάσα Του, βρίσκονταν κάτω από την αύρα Του. Είχαν οδοιπορήσει μαζί Του και είχαν φάει από το ίδιο ψωμί. Είχαν μοιραστεί τα ίδια σκεπάσματα και τις παγωμένες μέρες είχαν σμίξει τα κορμιά τους για να ζεσταθούν. Κι όμως τον απαρνήθηκαν. Ο καθένας με τον τρόπο του. Ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του πάει λίγο να σώσει την κατάσταση, γράφοντας πως ό ίδιος ήταν κοντά Του κάτω από τον σταυρό. Οι άλλοι τρεις ευαγγελιστές, όμως, δεν το αναφέρουν. Τυχαίο; Ή μήπως, πράγματι, δεν ήταν; Γιατί στην περιγραφή της σταύρωσης υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ευαγγελίων των δύο Μαθητών, δηλαδή του Ματθαίου και του Ιωάννη, που έζησαν από κοντά το Θείο Πάθος κι όσα δεν είδαν τα άκουσαν από τα ίδια πρόσωπα.
Κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου ο Ιησούς τους αναγγέλλει πως κάποιος από τους δώδεκα θα τον παραδώσει για να θανατωθεί. Μπροστά στη συγκλονιστική αυτή αναγγελία κανείς από τους υπόλοιπους έντεκα δεν δείχνει την απαιτούμενη ωριμότητα, αλλά αντίθετα- αφού ο Διδάσκαλος θα έφευγε από κοντά τους εφόσον θα θανατωνόταν- άρχισαν να μαλώνουν για την πρωτοκαθεδρία! Μας το διηγείται ο ίδιος ο ευαγ. Λουκάς:
«Και αυτοί άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, ποιος τάχα από αυτούς θα ήταν εκείνος, που έμελλε να διαπράξει αυτό το έγκλημα. Έγινε όμως και φιλονικία μεταξύ τους περί του ποιος από αυτούς θεωρούνταν πρώτος.» (Λουκάς, κβ΄, 22-23) Ο Διδάσκαλός τους, τους προετοιμάζει για τα πάθη Του και αυτοί ονειρεύονται πρωτοκαθρεδίες! Μπροστά στην αγωνία Του δείχνουν σκληρότητα κι αναλγησία.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ο Ιωάννης επιπλέον μας παρουσιάζει τους Μαθητές- που αν και ήσαν μαζί με τον Ιησού τρία χρόνια και το βράδυ καθόταν υπομονετικά και τους ανέλυε όσα στους άλλους έλεγε με παραβολές- να μην έχουν ακόμη πάρει χαμπάρι από τις διδασκαλίες Του:
«… “Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί χώροι διαμονής, διαφορετικά θα σας το έλεγα. Πηγαίνω, λοιπόν, να σας ετοιμάσω τόπο. Kι αφού πάω και σας ετοιμάσω τόπο, θα έρθω πάλι και θα σας πάρω κοντά μου για να είστε κι εσείς όπου είμαι εγώ. Και όπου εγώ πηγαίνω ξέρετε την οδό”.
Του λέει ο Θωμάς: “Κύριε, δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις. Πώς μπορούμε να ξέρουμε την οδό;»”
Του απαντά ο Ιησούς: “Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά μόνο διαμέσου εμένα. Αν με έχετε γνωρίσει, θα γνωρίσετε και τον Πατέρα μου. Αλλά από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε δει”.
Του λέει ο Φίλιππος: “Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα και μας αρκεί”.
Του απαντά ο Ιησούς: “Τόσο χρόνο είμαι μαζί σας και δε με έχεις γνωρίσει, Φίλιππε; Όποιος έχει δει εμένα έχει δει τον Πατέρα. Πώς εσύ λες: “Δείξε μας τον Πατέρα;”
Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας είναι μέσα σ’ εμένα; Τα λόγια που εγώ σας λέω δε τα μιλώ από τον εαυτό μου, μάλιστα ο Πατέρας που μένει μέσα μου κάνει τα έργα του.
Πιστεύετέ με ότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας είναι μέσα σ’ εμένα. Ειδεμή, εξαιτίας αυτών των έργων ας πιστεύετε.”» (Ιωάννης, ιδ΄, 4-11)
Κι ενώ πριν τα Πάθη του Χριστού όλοι οι Μαθητές έκαναν τον παλικαρά, μόλις άρχισαν οι δοκιμασίες τους έκοψε κρύος ιδρώτας και άλλοι κρύφτηκαν, ενώ ο λίθος πάνω στον οποίο χτίστηκε η χριστιανική εκκλησία με όρκους και κατάρες έλεγε πως δεν Tον ήξερε!
Θα πάρουμε τα γεγονότα από τον μυστικό δείπνο και μετά. Θα βασιστούμε στη διήγηση του ευαγ. Ματθαίου:
« Και αφού έψαλαν ύμνους, εξήλθαν στο όρος των Ελαιών. Τότε λέει προς αυτούς ο Ιησούς• “όλοι σεις κατά την νύκτα αυτήν θα σκανδαλισθείτε και θα κλονιστεί η πίστη σας προς εμέ. Διότι έτσι έχει γραφτεί στην Παλαιά Διαθήκη• Με την ιδικήν μου συγκατάθεση θα κτυπηθεί ο ποιμένας, (δηλαδή εγώ), και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του ποιμνίου, (δηλαδή εσείς).
Όταν όμως αναστηθώ, θα σας προϋπαντήσω στη Γαλιλαία, όπου και θα συναντηθούμε”.
Ο Πέτρος όμως αποκρίθηκε και του είπε• “εάν όλοι θα σκανδαλιστούν γι' όσα θα συμβούν σε εσένα, εγώ όμως ποτέ δεν θα σκανδαλιστώ”.
Είπε σε αυτόν ο Ιησούς• “σε διαβεβαιώνω, ότι αυτήν την νύκτα, πριν ο πετεινός λαλήσει, συ θα έχεις κλονιστεί τόσο πολύ, ώστε τρεις φορές θα με έχεις αρνηθεί”.
Λέει σε αυτόν ο Πέτρος• “και αν ακόμη χρειαστεί να αποθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ”. Και όλοι οι μαθητές τα ίδια και παρόμοια έλεγαν. » (Ματθαίος, κστ΄, 30-35)
Ο Πέτρος που ήταν έτοιμος να πεθάνει μαζί με τον Χριστό, δεν μπόρεσε να τιθασεύσει ούτε τον ύπνο, όταν στον κήπο της Γεθσημανή ζήτησε συμπαράσταση στη δοκιμασία του ο Ιησούς και να προσευχηθούν γι’ Αυτόν. Όπως ο Ματθαίος συνεχίζει, ο Πέτρος και οι άλλοι δυο εκλεκτοί του Ιησού- ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος- κοιμόντουσαν του καλού καιρού:
«Τότε έρχεται μαζί με αυτούς ο Ιησούς σε μία περιοχή, που λεγόταν Γεθσημανή, και λέγει στους μαθητές• “καθίστε εδώ και περιμένετε, έως ότου πάω και προσευχηθώ εκεί”.
Και αφού πήρε μαζί του τον Πέτρο και τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να καταλαμβάνεται από μεγάλη στενοχώρια. Τότε λέει σε αυτούς ο Ιησούς• “πλημμυρισμένη από βαθύτατη λύπη είναι η ψυχή μου, ώστε κινδυνεύω να πεθάνω από αυτήν. Μείνετε εδώ και αγρυπνήστε μαζί μου”.
Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπον του καταγής προσευχόμενος και λέγοντας• “Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας περάσει από εμένα το ποτήριο τούτο. Πλην όμως ας μη γίνει όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ”.
Και έρχεται στους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται και λέγει στον Πέτρο• “έτσι λοιπόν σεις που προ ολίγου είπατε ότι και την ζωή σας θα θυσιάζατε για εμένα, δεν μπορέσατε ούτε μίαν ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου! Αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, δια να μη περιπέσετε σε πειρασμό, που θα σας βυθίσει στην άρνηση• το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο και έχει αγαθή διάθεση, αλλά η ανθρώπινη σάρκα είναι ασθενής”.
Και πάλιν δεύτερη φορά απήλθε και προσευχήθηκε λέγοντας• “πατέρα μου, εάν δεν είναι δυνατόν να παρέλθει από εμένα αυτό το ποτήριο και οπωσδήποτε πρέπει να το πιώ, για τη σωτηρία των ανθρώπων, ας γίνει το θέλημά σου”.
Και ήλθε πάλι προς τους μαθητές του και τους βρήκε να κοιμούνται, διότι τα μάτια τους ήσαν βαριά από την νύστα.
Και αφού άφησε αυτούς πήγε πάλι και προσευχήθηκε για τρίτη φοράν και είπε τα ίδια λόγια προς τον Πατέρα.
Τότε έρχεται προς τους μαθητές του και τους λέει• “κοιμάστε, λοιπόν, και αναπαύεσθε! Ιδού έφθασε η ώρα και ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται στα χέρια αμαρτωλών.
Σηκωθείτε, πηγαίνουμε• ιδού πλησίασε αυτός, που πρόκειται να με παραδώσει”.» (Ματθαίος, κστ΄, 36-46)
Για την τιμή των όπλων, κάποιος από τη συνοδεία του Ιησού έβγαλε το μαχαίρι, αλλά την πλήρωσε κάποιος αθώος. Το θύμα ήταν ένας υπηρέτης:
«Και ιδού ένας από εκείνους που ήταν μαζί με τον Ιησού, άπλωσε το χέρι, τράβηξε το μαχαίρι του, κτύπησε τον δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το αυτί.
Τότε λέγει σε αυτόν ο Ιησούς• “βάλε το μαχαίρι σου πίσω στη θέση του• γιατό όσοι πήραν μαχαίρι εναντίον του πλησίον τους, θα πεθάνουν με μαχαίρι.”» (Ματθαίος, κστ΄, 51-52)
Ο Ιωάννης κατονομάζει αυτόν που έσυρε το μαχαίρι. Ήταν ο Πέτρος: «Ο Σίμωνας Πέτρος τότε, που είχε μάχαιρα, την τράβηξε και χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του απέκοψε το αυτί το δεξιό. Και το όνομα του δούλου ήταν Μάλχος.
Είπε λοιπόν ο Ιησούς στον Πέτρο: “Βάλε τη μάχαιρα στη θήκη. Tο ποτήρι που μου έχει δώσει ο Πατέρας δε θα το πιω;”» (Ιωάννης, ιη΄, 10-11)
Ναι, ακόμα και ο αρχιπαλικαράς και μαχαιροβγάλτης ο Πέτρος, που ορκιζόταν πως θα πέθαινε μαζί με τον Ιησού, δεν άντεξε τον ύπνο. Αντί να παραμείνει άγρυπνος φρουρός, προτίμησε να κοιμηθεί παρά να συμπαρασταθεί, έστω και νοερά στο Διδάσκαλό του, την ώρα που ακόμη και ο άγγελος κατέβηκε για να του συμπαρασταθεί και αίμα έτρεχε από το μέτωπό του αντί για ιδρώτα:
«Παρουσιάσθηκε δε σε αυτόν την ώρα κείνη άγγελος από τον ουρανό, ο οποίος του ενίσχυε τας σωματικές του δυνάμεις που είχαν πλέον εξαντληθεί. Και περιέπεσε σε αγωνία και προσευχόταν τώρα θερμότερα και εκτενέστερα, και ο άφθονος ιδρώτας, που έτρεχε από το πρόσωπον και το σώμα του, έγινε πηκτός σαν θρόμβοι αίματος, που πέφτουν στη γη.» (Λουκάς, κβ΄, 43-44)
Κι αφού συνέλαβαν τον Ιησού και τον οδήγησαν στους ιερείς των Ιουδαίων για να τον δικάσουν, οι Μαθητές Του δεν πήγαν μαζί του για να τον υπερασπιστούν, έστω να του συμπαρασταθούν, αλλά: «Τότε οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον»!!! (Ματθαίος, κστ΄, 56). Με λίγα λόγια το ‘βαλαν στα πόδια!
Ας δούμε τώρα τη δειλία του Πέτρου. Ήταν ο μόνος που από μακριά παρακολούθησε τον Χριστό να οδηγείται στον αρχιερέα. Ενώ ο Χριστός τον είχε τιμήσει λέγοντάς του: «καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσοουσιν αυτής» (Ματθαίος, ιστ΄, 18), ο Πέτρος τρεις φορές την ίδια νύχτα Τον απαρνήθηκε.:
« Kι εκείνοι που συνέλαβαν τον Iησού, τον έφεραν στον Kαϊάφα τον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι. Στο μεταξύ, ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα, όπου και μπήκε μέσα και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει την κατάληξη…
Στο μεταξύ, ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή, όπου τον πλησίασε μια νεαρή δούλη και είπε: “Kι εσύ ήσουν με τον Iησού τον Γαλιλαίο”. Aλλ’ εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους λέγοντας: “Δεν καταλαβαίνω τι λες”. Kατόπιν, καθώς βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε μια άλλη και λέει σ’ εκείνους που ήταν εκεί: “Kι αυτός ήταν με τον Iησού το Nαζωραίο”! Mα και πάλι αρνήθηκε με όρκο λέγοντας: “Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο”. Kι ύστερα από λίγο πλησίασαν εκείνοι που στέκονταν εκεί και είπαν στον Πέτρο: “Πραγματικά είσαι ένας απ’ αυτούς, αφού και η προφορά σου ακόμα σε φανερώνει”. Άρχισε τότε να καταριέται και να ορκίζεται λέγοντας: “Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο”. Kι αμέσως κατόπιν λάλησε ο πετεινός. Tότε θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Xριστού, που είχε πει: “Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές”. Bγήκε τότε έξω κι έκλαψε πικρά.» (Ματθαίος, κστ΄, 57-58, 69-75)
Η πέτρα πάνω στην οποία ο Ιησούς θέλησε να χτίσει την εκκλησία Του- ο Σίμωνας Πέτρος- έφτασε στο έσχατο σημείο ευτέλειας και ξεπεσμού: να ψευδορκήσει πως δεν Τον γνωρίζει και μάλιστα να ξεστομίσει ακόμη και κατάρες εναντίον εκείνων που τον κατηγορούσαν πως είναι μαθητής Του. Απέρριψε τον τίτλο τιμής- πως ανήκε στους εκλεκτούς ανθρώπους που είχε επιλέξει ο Υιός του Θεού ως μαθητές Του- για να σώσει το ευτελές σαρκίο του! Η απεμπόληση της πνευματικής ιδιότητας και η πόλωση στη γήινη σαρκική ιδιότητα καταδεικνύουν την ψυχική υστέρηση του Πέτρου!
Θα αναφέρουμε κι ένα άλλο γεγονός, που συνέβη μετά την Πεντηκοστή. Οι Μαθητές έβαλαν κλήρο για να δουν σε ποια μέρη θα μεταφέρουν τη διδασκαλία του Χριστού και θα ιδρύσουν τη νέα εκκλησία. Ο Θωμάς κληρώθηκε να πάει στους Πάρθους, Πέρσες, Μήδους και Ινδούς. Οι Ινδοί ήταν οι πιό ωμοί και βάρβαροι τότε άνθρωποι. Φοβούμενος τη βαρβαρότητα αυτών των λαών, ο Θωμάς προφασίστηκε πως το σώμα του ήταν ασθενικό και δεν θα άντεχε. Μάταια οι υπόλοιποι Απόστολοι επιχειρούσαν να τον μεταπείσουν. Χρειάστηκε, κατά την παράδοση, να δει σε όνειρο τον ίδιο τον Κύριο, που του είπε: «Μη φοβάσαι Θωμά, αλλά πήγαινε στις Ινδίες, κήρυξε το Ευαγγέλιο κι η χάρις μου θα είναι μαζί σου», για να αρθούν οι αντιρρήσεις του.
Δεν κάνουμε κακόβουλη κριτική στη στάση των Μαθητών. Εξιστορούμε τα γεγονότα με βάση τα ευαγγέλια. Τώρα θα αντιδιαστείλουμε την στάση των γυναικών, που σαν διάκονοι ακολουθούσαν τον Ιησού. Η ανδροκρατούμενη κοινωνία δεν έβλεπε με καλό μάτι τις γυναίκες αυτή την εποχή. Από τις πρώτες μέρες της χριστιανικής εκκλησίας μέχρι σήμερα το ιερατείο δεν δέχτηκε με θέρμη τις γυναίκες. Το άγαμο- και σεξουαλικά καταπιεσμένο- ιερατείο είδε τις γυναίκες σαν όργανα του πονηρού, σαν αντικείμενα της αμαρτίας. Με κάθε τρόπο θέλησε να τις συκοφαντήσει και να τις υποβαθμίσει. Δεν είναι του παρόντος να δείξουμε με ντοκουμέντα την εχθρική του στάση. Θα καταδειχθεί η καλυμμένη υποβάθμιση του γυναικείου φύλου από τον τρόπο που ο ευαγ. Λουκάς παρουσιάζει τις διακόνησες του Χριστού: « Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευε κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ, καὶ γυναῖκές τινες αἳ ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνή, ἀφ᾿ ἧς δαιμόνια ἑπτὰ ἐξεληλύθει, καὶ Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου, καὶ Σουσάννα καὶ ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς.» (Λουκάς, η΄, 1-3) Ο μαθητής του μισογύνη Απ. Παύλου, ο ευαγ. Λουκάς, δεν παρουσιάζει τις γυναίκες διακόνους κανονικές. Τις θέλει όλες με κουσούρια! Ο χαρακτηρισμός του Απ. Παύλου δεν οφείλεται σε δική μας προκατάληψη… Γιατί ο απόστολος των Εθνών μπορεί να φαίνεται ότι είναι υπέρ του γάμου και των γυναικών, όμως, θεωρεί τον γάμο αναγκαίο κακό! Προτρέπει τους πιστούς να μείνουν άγαμοι, όπως ήταν και ο ίδιος, κι αν δεν αντέχουν, για να αποφύγουν την πορνεία, ε, τότε ας παντρευτούν! : «Καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτεσθαι∙ δια δε της πορνείας την εαυτού γυναίκα εχέτω, και εκάστη τον ίδιον άνδρα εχέτω…θέλω γαρ πάντας ανθρώπους είναι ως και εμαυτόν∙ αλλ’ έκαστος ίδιον χάρισμα έχει εκ Θεού, ος μεν ούτως, ος δε ούτως. Λέγω δε τοις αγάμοις και ταις χήραις, καλόν εστιν εάν μείνωσιν ως καγώ. Ει δε ουκ εγκρατεύονται, γαμησάτωσαν∙ » (Παύλος, Α΄ Επιστολή προς Κορινθίους, ζ΄, 1-2, 7-9) . Έχοντας τέτοιο δάσκαλο ο Λουκάς, τι γνώμη μπορεί να έχει σχηματίσει για τις γυναίκες; Τις παρουσιάζει, λοιπόν, να έχουν θεραπευτεί από νοσήματα και βασανιστικούς πόνους και από δαιμονοκαταληψίες, ώστε να συνοδεύουν τον Χριστό από ευγνωμοσύνη γιατί τις ωφέλησε, κι όχι να τον ακολουθούν αυθόρμητα, γιατί το θέλουν. Όχι γιατί είναι ισότιμες με τους άνδρες! Δεν μπορεί να δεχτεί μαθήτριες ισότιμες με τους Μαθητές. Δεν ξέρουμε, βέβαια, αν έτσι γράφτηκαν, όσα γράφτηκαν, ή αν έβαλαν το χεράκι τους οι αντιγραφείς των ευαγγελίων, ή ο πολύς Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος, όπως παραδέχεται, άλλα εδάφια αφαίρεσε κι άλλα πρόσθεσε από τα ιερά κείμενα για να παρουσιάσει την εκκλησιαστική ιστορία, όπως ήθελε ως εκκλησιαστική αυθεντία. Ας το αντιπαρέλθουμε αυτό. Οι- έστω με κουσούρια- γυναίκες στάθηκαν απέναντι στον πάσχοντα Ιησού καλύτερα από τους- ατόφιους, χωρίς νοσήματα και ενοχλήσεις από πονηρά πνεύματα- άνδρες. Όμως οι χωρίς προβλήματα άνδρες είναι κλειδοαμπαρωμένοι γιατί σκιάζονται για το πολύτιμο σαρκίο τους: «και των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάννης, κ΄, 19). Αντίθετα οι γυναίκες βρίσκονται στο Γολγοθά πλάι στον σταυρωμένο Χριστό: «Eκεί βρίσκονταν επίσης και παρακολουθούσαν από μακριά και πολλές γυναίκες, που ακολουθούσαν τον Iησού από τη Γαλιλαία υπηρετώντας τον. Aνάμεσα σ’ αυτές ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, η Mαρία, η μητέρα του Iάκωβου και του Iωσή και η μητέρα των γιων του Zεβεδαίου.» (Ματθαίος, κζ΄, 55-56) Την ίδια αναφορά κάνει και ο ευγ. Μάρκος: «Yπήρχαν επίσης και γυναίκες που παρακολουθούσαν από μακριά, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η Mαρία η Mαγδαληνή, η Mαρία, η μητέρα του Iάκωβου του νεότερου και του Iωσή, και η Σαλώμη, οι οποίες, και τότε που ο Iησούς ήταν στη Γαλιλαία, τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν. Ήταν και πολλές άλλες που είχαν ανεβεί μαζί του στα Iεροσόλυμα…
Στο μεταξύ, η Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα του Iωσή παρακολουθούσαν σε ποιο μέρος τον τοποθετούσαν.» (Μάρκος, ιε΄, 40-41, 47)
Οι γενναίες γυναίκες παραστέκονται στο μαρτύριο του Ιησού και στον πόνο της Μάνας, που βλέπει τον μονάκριβό Της πάνω στο σταυρό: «ειστήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάννης, ιθ΄, 25). Δεν τις σκιάζει ούτε το σκοτάδι, ούτε η νεκρική σιγή του μνήματος: «τη δε μια των σαββάτων Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται πρωΐ σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείον» (Ιωάννης, κ΄, 1)
Ο Ιωάννης αναφέρει στο ευαγγέλιό του πως ήταν κι αυτός παρών στον Γολγοθά και ο Ιησούς του αναθέτει την επιμέλεια της μητέρας Του: «Eνώ, λοιπόν, οι στρατιώτες τα έκαναν αυτά, εκεί κοντά στο σταυρό του Iησού στέκονταν η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του, η Mαρία η γυναίκα του Kλωπά, και η Mαρία η Mαγδαληνή. O Iησούς, λοιπόν, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή, που ιδιαίτερα αγαπούσε, να της συμπαραστέκεται, λέει στη μητέρα του: “Γυναίκα, να ο γιος σου”. Έπειτα λέει στο μαθητή: “Nα η μητέρα σου”. Kαι από εκείνη την ώρα, την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του.» (Ιωάννης, ιθ΄, 25-27) Οι άλλοι τρεις ευαγγελιστές το γεγονός αυτό το αγνοούν. Αλλά, αφού κατά την εκκλησία το ευαγγέλιο του Ιωάννη συμπληρώνει τα άλλα τρία, το δεχόμαστε.
Οι γυναίκες, αφού γνώριζαν το μέρος της ταφής, το επόμενο πρωί πήγαν με αρώματα να αλείψουν το σώμα του νεκρού. Όμως ήδη είχε αναστηθεί. Κι όταν οι άγγελοι τους είπαν να αναγγείλουν το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης, οι μαθητές τις αμφισβήτησαν και θεώρησαν πως λένε ανοησίες. Ο Πέτρος αν και είδε το άδειο μνήμα γέμισε με απορίες. Δεν πίστεψε στην Ανάσταση! Ας δούμε τη διήγηση του ευαγ. Λουκά:
« Tην Kυριακή όμως, από τα βαθιά κιόλας χαράματα, ήρθαν στο μνήμα μαζί και με μερικές άλλες, έχοντας μαζί τους τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. Eκεί βρήκαν την πέτρα μετατοπισμένη από το μνήμα, κι όταν μπήκαν μέσα, δε βρήκαν το σώμα του Kυρίου! Kι ενώ έμεναν εκεί απορώντας γι’ αυτό, παρουσιάστηκαν ξαφνικά μπροστά τους δύο άντρες με ρούχα που λαμποκοπούσαν! Tότε, καθώς αυτές κατατρομοκρατημένες από το θέαμα στέκονταν με τα πρόσωπά τους σκυμμένα στη γη, είπαν σ’ αυτές οι δύο άντρες: “Tι αναζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ. Aναστήθηκε! Θυμηθείτε πώς σας μίλησε γι’ αυτό, όταν ακόμα ήταν στη Γαλιλαία, λέγοντάς σας ότι πρέπει ο Γιος του Aνθρώπου να παραδοθεί στα χέρια αμαρτωλών ανθρώπων και να σταυρωθεί, και την τρίτη μέρα ν’ αναστηθεί!” Tότε θυμήθηκαν τα λόγια του. Έτσι, επέστρεψαν από το μνήμα και τα διηγήθηκαν όλα αυτά στους ένδεκα μαθητές και σε όλους τους υπόλοιπους. Kι αυτές που τα έλεγαν αυτά στους αποστόλους ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, η Iωάννα, η Mαρία η μητέρα του Iακώβου και οι άλλες που ήταν μαζί τους. Σ’ εκείνους όμως τα λόγια αυτά φάνηκαν σαν ανοησίες και δυσπιστούσαν σ’ αυτές. O Πέτρος μάλιστα σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στο μνήμα, κι αφού έσκυψε, βλέπει να είναι εκεί μόνο τα σάβανα. Γύρισε τότε πίσω γεμάτος απορία για το γεγονός.» (Λουκάς, κδ΄, 1-12)
Ο ευαγ. Μάρκος αναφέρει έναν μόνον άγγελο κι επιπλέον την εμφάνιση του αναστάντος Χριστού στη Μαρία τη Μαγδαληνή. Κι όταν αυτή ανακοίνωσε στους μαθητές την εμφάνιση του Χριστού, δεν την πίστεψαν! Τα λόγια του Κυρίου, που τους είχε προετοιμάσει για την έγερσή Του εκ νεκρών, είχαν πάει στα χαμένα. Γι’ αυτό και τους κατέκρινε για την απιστία τους στην πρώτη Του εμφάνιση:
« Kι αφού είχε περάσει πια το Σάββατο, η Mαρία η Mαγδαληνή, η Mαρία η μητέρα του Iάκωβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να πάνε και να τον αλείψουν. Έτσι, πολύ νωρίς το πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, την ώρα που είχε ανατείλει ο ήλιος, κι έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος θα κυλίσει για μας την πέτρα από το στόμιο του μνήματος;” Mα όταν κοίταξαν, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί μακριά από τη θέση της! Kαι ήταν η πέτρα αυτή πάρα πολύ μεγάλη. Kι όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν έναν νέο που καθόταν στα δεξιά, ντυμένο με λευκή στολή? και καταλήφθηκαν από ένα ανάμεικτο αίσθημα έκπληξης και φόβου. Aλλ’ εκείνος είπε σ’ αυτές: “Mη φοβάστε. Tον Iησού ζητάτε, τον Nαζωραίο, που έχει σταυρωθεί. Aναστήθηκε! Δεν είναι εδώ! Nα, κοιτάξτε τον τόπο που τον είχαν βάλει! Πηγαίνετε, λοιπόν, να πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι ο Iησούς πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία. Eκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε”. Bγήκαν τότε από το μνήμα κι έφυγαν γρήγορα, ενώ τις είχε κυριεύσει τρόμος και κατάπληξη. Kαι σε κανέναν δεν είπαν τίποτε, γιατί φοβόνταν.
Έτσι, λοιπόν, μετά που αναστήθηκε το πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, εμφανίστηκε πρώτα στη Mαρία τη Mαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια. Πήγε τότε εκείνη και το ανάγγειλε σ’ εκείνους που είχαν συναναστραφεί μαζί του και που πενθούσαν κι έκλαιγαν. Eκείνοι όμως, όταν άκουσαν ότι ζει και ότι τον είδε η ίδια, δεν την πίστεψαν…
Ύστερα εμφανίστηκε στους ένδεκα, την ώρα που κάθονταν κι έτρωγαν, και κατέκρινε την απιστία τους και τη σκληροκαρδία τους, γιατί δεν πίστεψαν εκείνους που τον είδαν αναστημένο.» (Μάρκος, ιστ΄, 1-11, 14)
Ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του βάζει και τον εαυτό του να πηγαίνει στον ανοιχτό τάφο, μετά την αναγγελία πως ο τάφος είναι άδειος. Όμως τόσο ο Πέτρος, όσο και ο Ιωάννης, δεν είχαν την τύχη να δουν τον αναστημένο Ιησού. Ο Κύριος εμφανίζεται πρώτα στη Μαρία τη Μαγδαληνή, η οποία θα διηγηθεί τη συνάντησή της με τον Χριστό, που εμφανίζεται προς το σούρουπο στους μαθητές:
« Tο πρωί, λοιπόν, της πρώτης μέρας της εβδομάδας κι ενώ ακόμα ήταν σκοτεινιά, πάει η Mαρία η Mαγδαληνή στο μνήμα και βλέπει την πέτρα μετατοπισμένη από το μνήμα. Έρχεται τότε τρέχοντας στο Σίμωνα Πέτρο και στον άλλο μαθητή, που ο Iησούς αγαπούσε ιδιαίτερα, και τους λέει: “Πήραν τον Kύριο από το μνήμα και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν”. Bγήκαν τότε ο Πέτρος κι ο άλλος μαθητής έξω και ξεκίνησαν για το μνήμα. Έτρεχαν, λοιπόν, και οι δύο τους, αλλά ο άλλος μαθητής έτρεξε γρηγορότερα από τον Πέτρο κι έφτασε πρώτος στο μνήμα. Σκύβει αμέσως μέσα και βλέπει να βρίσκονται εκεί τα σάβανα, αλλά δεν μπήκε μέσα. Έρχεται κατόπιν ο Σίμων Πέτρος, που τον ακολουθούσε, και μπήκε μέσα στο μνήμα και βλέπει τα σάβανα κάτω, και το σουδάριο που ήταν στο κεφάλι του, να βρίσκεται όχι μαζί με τα σάβανα, αλλά τυλιγμένο και τοποθετημένο χωριστά σε μια άκρη. Tότε πια μπήκε μέσα κι ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, και είδε και πίστεψε ότι είχαν πάρει το σώμα. Γιατί μέχρι τότε δεν είχαν καταλάβει ακόμα τη Γραφή ότι ήταν προκαθορισμένο ν’ αναστηθεί ο Xριστός από τους νεκρούς. Έτσι, γύρισαν οι δύο μαθητές ξανά στα σπίτια τους.
H Mαρία, λοιπόν, στεκόταν έξω, κοντά στο μνήμα κι έκλαιγε. Kαι καθώς έκλαιγε, έσκυψε να δει μέσα στο μνήμα και βλέπει δύο αγγέλους, με λευκές στολές, να κάθονται εκεί που ήταν τοποθετημένο το σώμα του Iησού, ο ένας προς το σημείο που βρισκόταν το κεφάλι του κι ο άλλος προς το σημείο που βρίσκονταν τα πόδια του. Tης λένε τότε εκείνοι: “Γυναίκα, γιατί κλαις;” Tους απαντάει: “Σήκωσαν τον Kύριό μου και δεν ξέρω πού τον έβαλαν” Kαι καθώς τα είπε αυτά, γύρισε προς τα πίσω και βλέπει να στέκεται ο Iησούς, αλλά δεν τον αναγνώρισε πως ήταν ο Iησούς. Tης λέει τότε ο Iησούς: “Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον γυρεύεις;” Eκείνη, νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός, του λέει: “Kύριε, αν τον σήκωσες εσύ, πες μου πού τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω. Tης λέει ο Iησούς: “Mαρία!” Γυρίζει εκείνη και του λέει: “Pαββουνί!” που σημαίνει: “Δάσκαλε!”. Tης λέει ο Iησούς: “Mη με κρατάς. Άλλωστε δεν έχω ανέβει ακόμα κοντά στον Πατέρα μου. Πήγαινε, λοιπόν, και πες στους αδελφούς μου ότι ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας”. Έρχεται η Mαρία η Mαγδαληνή στους μαθητές και τους διηγείται πως είδε τον Kύριο και τι της είπε.
Kι ενώ το σούρουπο είχε φτάσει πια την ημέρα εκείνη, δηλαδή την Kυριακή, κι ήταν κλειδωμένες οι πόρτες του χώρου που ήταν συγκεντρωμένοι οι μαθητές, γιατί φοβόνταν τους Iουδαίους, ήρθε ο Iησούς και στάθηκε στη μέση, και τους λέει: “Eιρήνη σε σας”! Kι αφού το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και το πλευρό του. Xάρηκαν τότε οι μαθητές, που είδαν τον Kύριο.» (Ιωάννης, κ΄, 1- 20)
Ο Χριστός πολλές φορές είχε μιλήσει στους μαθητές Του για την Ανάστασή Του. Γνώρισαν πως καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο. Από φόβο κρύφτηκαν και όχι μόνο δεν του συμπαραστάθηκαν στο μαρτύριο, αλλά ούτε φρόντισαν για την ταφή Του. Κι αναρωτιόμαστε: αν δεν αναλάμβαναν την ταφή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, θα άφηναν το σώμα του Διδάσκαλού Τους να το φάνε τα όρνια και τα τσακάλια; Κι άθελα έρχεται στο νου μας η ηρωική μορφή της Αντιγόνης! Οι Μαθητές- αν και ο Χριστός τους έκανε την ύψιστη τιμή να τους εκλέξει συντρόφους και συνοδοιπόρους Του- φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων σε σχέση με τις διακόνισσες, που αυθόρμητα Τον ακολουθούσαν. Και το σοβαρότερο: αμφισβήτησαν την Ανάστασή Του, δηλαδή τη θεότητά Του!
Παραπάνω αναφέραμε πως στην τότε ανδροκρατούμενη κοινωνία η θέση των γυναικών ήταν χαμηλά. Οι άντρες δεν είχαν σε εκτίμηση τις γυναίκες. Πίστευαν πως είναι κατώτερα πλάσματα. Σε επιβεβαίωση έρχεται η ακόλουθη ρήση- είναι η υπ’ αριθμόν 114 ρήση- από το απόκρυφο ευαγγέλιο του Θωμά: «Ο Σίμων Πέτρος τους είπε: “Ας φύγει από μας η Μαρία, γιατί οι γυναίκες δεν είναι άξιες της Ζωής”. Ο Ιησούς αποκρίθηκε, “Εγώ ο ίδιος θα την καθοδηγήσω για να την κάνω σαν άντρα, ώστε κι αυτή να γίνει πνεύμα ζωντανό και να μοιάζει μ’ εσάς τους άντρες. Γιατί κάθε γυναίκα που θα κάνει τον εαυτό της άντρα θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών”.» Ο παλικαράς ο Πέτρος ζήτησε να φύγει η Μαρία. Σίγουρα δεν ήταν η μητέρα του Χριστού, γιατί δεν θα τολμούσε κάτι τέτοιο. Λέγοντας ότι οι γυναίκες δεν είναι άξιες της Ζωής, έκφρασε την επικρατούσα γνώμη των ανδρών για την χαμηλή θέση των γυναικών. Από τα λεγόμενα του Ιησού, ίσως να θεωρούσαν οι άνδρες της εποχής αυτής ότι οι γυναίκες ήσαν σε παρόμοια κατάσταση με τα υποζύγια, που χρησιμοποιούσαν στις εργασίες τους. Ο Ιησούς με την καθοδήγησή Του έκανε τις μαθήτριές Του άντρες- ή έστω να μοιάζουν μ’ άντρες. Και στις δύσκολες περιστάσεις με τη σύλληψη και τη σταύρωση του Χριστού έδρασαν σαν άντρες! Αντίθετα οι άντρες Μαθητές ενήργησαν σαν γυναικούλες…
Γι’ αυτό οι διακόνισσες αξιώθηκαν να Τον δουν Αναστημένο πρώτες και σίγουρα να εισέλθουν πρώτες στη Βασιλεία των Ουρανών…

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: