Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Μαρία η Μαγδαληνή, η αγαπημένη μαθήτρια του Χριστού

[[ δαμ- ων ]]

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, μας συγκινεί ιδιαίτερα το τροπάριο της Κασσιανής :
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει...». Στο τροπάριο αυτό έχουμε μία ποιητική απόδοση του περιστατικού που περιγράφεται στα ευαγγέλια και έχει να κάνει με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία έδειξε τη μετάνοιά της πλένοντας τα πόδια του Χριστού με πολύτιμο μύρο και σκουπίζοντάς τα με τα μαλλιά της ή περιέλουσε τα μαλλιά του με το μύρο. Ο ευαγγελιστής Λουκάς παρουσιάζει την αμαρτωλή γυναίκα να μυρώνει τα πόδια του Ιησού: «Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω.» (Λουκάς, ζ΄, 37-38) Οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος δεν γράφουν για αμαρτωλή γυναίκα, αλλά αναφέρουν πως μια γυναίκα έβρεξε με μύρο τα μαλλιά του Ιησού: «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου» (Ματθαίος, κστ΄, 6-7) και «Και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς και συντρίψασα το αλάβαστρον κατέχεεν αυτού κατά της κεφαλής». (Μάρκος, ιδ΄, 3). Όπως βλέπουμε οι τρεις αυτοί ευαγγελιστές δεν κατονομάζουν την γυναίκα, ενώ αμαρτωλή την χαρακτηρίζει μόνο ο ευαγ. Λουκάς. Αντίθετα, ο τέταρτος ευαγγελιστής, ο Ιωάννης, την κατονομάζει. Είναι η Μαρία, η αδελφή του Λάζαρου:

Η συνέχεια >>> εδώ …

« Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;
Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.» (Ιωάννης, ιβ΄, 1-8)
Η ενέργεια της αμαρτωλής γυναίκας κατά τον Λουκά εκφράζει μετάνοια, ενώ της Μαρίας κατά τον Ιωάννη ευγνωμοσύνη που ο Ιησούς ανέστησε τον Λάζαρο. Όποια εκδοχή κι αν πάρουμε, η πράξη έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί προδιαθέτει τους πιστούς για τα πάθη του Κυρίου, επειδή παραπέμπει σε προετοιμασία του Ιησού για την ταφή, καθώς οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να αλείφουν τα σώματα των νεκρών τους με ένα μείγμα ρητίνης και αρωμάτων. Επιπλέον η όλη σκηνή έχει μεγάλη ένταση, που είναι έκφραση είτε της μεγάλης μετάνοιας, είτε της μεγάλης ευγνωμοσύνης.
Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης στο μυθιστόρημά του “Ο Τελευταίος Πειρασμός” παρουσιάζει την εκδοχή του Ιωάννη, μόνο που αντί για την Μαρία, την αδελφή του Λάζαρου, αναφέρει την Μαρία τη Μαγδαληνή, που έχει πρωταγωνιστική παρουσία στο μυθιστόρημά του. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
[[ Τους κοίταζε ο Ιησούς κι έλιωνε∙ μακρύς ο δρόμος από τη γης στον ουρανό, και τούτοι ακίνητοι.
- Ως πότε θα μ’ έχετε μαζί σας; φώναξε∙ όσοι κρατάτε μέσα σας ένα βαρύ ρώτημα, βιαστείτε, ρωτήχτε με∙ όσοι έχετε ένα λόγο τρυφερό να μου πείτε, πέστε τον γρήγορα, θα μου κάμει καλό. Να μη σας πάρει, όταν φύγω, το παράπονο και να λέτε: «Αχ! Δεν προστάσαμε να του πούμε ένα καλό λόγο, δεν του δώσαμε ποτέ να καταλάβει πόσο τον αγαπούσαμε!» Μα θα ‘ναι, τότε πια, πολύ αργά.
Οι γυναίκες, σωριασμένες στη γωνιά, με το πηγούνι σφηνωμένο στα γόνατα, άκουγαν∙ κάπου κάπου αναστέναζαν, τα καταλάβαιναν όλα αυτές, μα δεν μπορούσαν τίποτα να πουν∙ κι άξαφνα έσυρε φωνή η Μαγδαληνή, ψυχανεμίστηκε πρώτη αυτή, ξέσπασε μέσα της επιτάφιος θρήνος. Πετάχτηκε απάνω, μπήκε στο μέσα σπίτι, έψαξε κάτω από το μαξιλάρι της, βρήκε το κρουστάλλινο γυαλί που ‘χε φέρει μαζί της, γεμάτο ακριβή αραβίτικη μυρωδιά. Της το ‘χε δώσει ένας παλιός εραστής, πλερωμή για μια νύχτα. Το κουβαλούσε πάντα μαζί της, ακολουθώντας τον Ιησού, κι έλεγε η άμοιρη, ποιος ξέρει, μεγάλος ο Θεός, μπορεί να ‘ρθει μέρα να περιλούσει, με τούτην την ακριβή μυρωδιά, τα μαλλιά του αγαπημένου∙ μπορεί να ‘ρθει μέρα να σταθεί πλάι της γαμπρός. Τέτοιες κρυφές λαχτάρες στο σπλάχνο της, και τώρα είδε πίσω από το κορμί του αγαπημένου το θάνατο, όχι τον έρωτα, το θάνατο, θέλει κι αυτός, όπως κι ο γάμος, αρώματα, πήρε το κρουστάλλινο γυαλί κάτω από το μαξιλάρι της, το ακούμπησε στο στήθος της κι άρχισε το κλάμα. Έκλαιε αγαλινά, να μην την ακούσουν, το κρατούσε και το κουνούσε στον κόρφο της σα να ‘ταν μωρό, κι ύστερα σφούγγιξε τα μάτια της και βγήκε κι έπεσε στα πόδια του Ιησού. Και πριν αυτός σκύψει να την ανασηκώσει, είχε αυτή συντρίψει το κρούσταλλο κι έχυνε στ’ άγια ποδάρια το μύρο∙ έλυσε τα μαλλιά της και του σφύγγιξε, κλαίγοντας, τα μυρωμένα ποδάρια∙ και με την περισσευούμενη μυρωδιά περίλουσε το αγαπημένο κεφάλι∙ κι ευτύς σωριάστηκε πάλι στα πόδια του ραβή και τα φιλούσε.
Οι Μαθητές αναστατώθηκαν.
- Κρίμα να πάει χαμένο τόσο ακριβό μυρωδικό, έκαμε ο Θωμάς ο πραματευτής∙ αν το πουλούσαμε, θα μπορούσαμε να θρέψουμε πολλούς φτωχούς.
- Να προικίσουμε ορφανές, έκαμε ο Ναθαναήλ.
- Ν’ αγοράσουμε πρόβατα, είπε ο Φίλιππος.
- Κακό σημάδι, μουρμούρισε ο Ιωάννης στενάζοντας∙ με τέτοια αρώματα αλείφουν τους πλούσιους νεκρούς∙ δεν έπρεπε να το κάμεις, Μαρία∙ αν οσμιστεί την αγαπημένη του μυρωδιά ο Χάρος κι έρθει;
Ο Ιησούς χαμογέλασε:
- Τους φτωχούς πάντα θα τους έχετε μαζί σας, είπε∙ εμένα όχι∙ δεν πειράζει το λοιπόν να σπαταληθεί για χάρη μου ένα γυαλί μυρωδιά. Είναι ώρες που η Σπατάλη ανεβαίνει κι αυτή στον ουρανό και κάθεται πλάι στην τρισεύγενη αδερφή της, την Αρχοντιά∙ κι εσύ, Ιωάννη αγαπημένε, μη θλίβεσαι∙ ο Χάρος πάντα έρχεται∙ καλύτερα να ‘ρθει με τα μαλλιά μυρωμένα.
Μοσκομύρισε το σπίτι σαν πλούσιος τάφος∙ πρόβαλε ο Ιούδας, έριξε γρήγορη ματιά στο ραβή- μπας και ξεφανέρωσε το μυστικό στους μαθητές κι αλείφουν το μελλοθάνατο με νεκρίκια μύρα; Μα ο Ιησούς χαμογέλασε:
- Ιούδα αδερφέ μου, είπε, πιο γρήγορα από αλάφι στη γης, πετάει το χελιδόνι στον αγέρα∙ πιο γρήγορα από το χελιδόνι, ο νους του αντρός∙ πιο γρήγορα κι από το νου του αντρός, η καρδιά της γυναίκας.
Είπε κι έδειξε με τη ματιά του τη Μαγδαληνή. ]]
Όποιαν από τις γυναίκες, που αναφέραμε, κι αν είχε στο νου της η Κασσιανή στο τροπάριό της, δεν έχει σημασία. Εμείς μένουμε στη συγκίνηση που μας προκαλεί η μετανοημένη γυναίκα. Στη συνέχεια θα δώσουμε την απόδοση του τροπάριου στην νεοελληνική από τον Φώτη Κόντογλου:
« Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτίας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων μου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.»
Οι θεολόγοι και οι ιστορικοί των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού προσπάθησαν να συνδέσουν την αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού με τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Αυτή την εσφαλμένη άποψη καλλιέργησαν ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Τερτυλλιανός και ο Ωρυγένης. Όμως τη σφραγίδα έβαλε ο Πάπας Γρηγόριος ο Α΄, που στα χρόνια της μιας κι αδιαίρετης εκκλησίας έκανε την εξής δήλωση στους κληρικούς του:
«Εκείνη την οποία ο Λουκάς αποκαλεί αμαρτωλή γυναίκα και ο Ιωάννης ονομάζει Μαρία πιστεύουμε πως είναι η Μαρία που από μέσα της διώχθηκαν επτά δαιμόνια σύμφωνα με τον Μάρκο. Και τι άλλο μπορούν να σημαίνουν αυτά τα επτά δαιμόνια αν όχι τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Είναι ολοφάνερο αδελφοί μου πως αυτή η γυναίκα προηγουμένως χρησιμοποίησε τα μύρα για να αρωματίσει τη σάρκα της και να την προετοιμάσει για ακόλαστες πράξεις. Ο,τι λοιπόν προηγουμένως το επεδείκνυε με τόσο σκανδαλώδη τρόπο, τώρα τη βλέπουμε να το προσφέρει στον Θεό με αρετή. Τα γήινα μάτια της που ορέγονταν την αμαρτία τώρα εξαγνίζονται μέσα από τα δάκρυα της αμαρτίας».
Να διευκρινίσουμε εδώ πως ο ευαγ. Λουκάς όταν παρουσιάζει την ακολουθία του Ιησού, γράφει: « Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευε κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ, καὶ γυναῖκές τινες αἳ ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνή, ἀφ᾿ ἧς δαιμόνια ἑπτὰ ἐξεληλύθει, καὶ Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου, καὶ Σουσάννα καὶ ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς.» (Λουκάς, η΄, 1-3)
Η Δυτική εκκλησία ερμήνευσε τα επτά δαιμόνια και τα ταύτισε με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Για τους καθολικούς αυτά είναι: οκνηρία- αλαζονεία- λαιμαργία- λαγνεία- απληστία- οργή- ζηλοφθονία. Έτσι θεώρησαν πως η Μαγδαληνή ήταν η πόρνη, που μετάνιωσε! Με αυτό τον τρόπο λέει ο καθηγητής Π. Βασιλειάδης «παγιώθηκε ο μύθος της Μαρίας της Μαγδαληνής ως της πόρνης με τη χρυσή καρδιά». Και παρ’ ότι στον ανατολικό χριστιανισμό αυτές οι ερμηνείες απορρίφθηκαν νωρίς, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συνέχισε να τις καλλιεργεί επί αιώνες για να τις αποσύρει αθόρυβα μόλις το 1969.
Η πανέμορφη Μαρία καταγόταν από τα Μάγδαλα, μια μικρή πόλη στη δυτική όχθη της Τιβεριάδας. Γεννήθηκε από γονείς εύπορους, τον Σύρο και την Ευχαριστία. Μεγαλώνοντας, δεν θέλησε ν’ ασχοληθεί με τα συνηθισμένα έργα των γυναικών της εποχής, προτίμησε να επιδοθεί στις σπουδές. Όπως γράφει ο βυζαντινός αγιολόγος Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (13ος – 14ος αι.), αφού έμαθε γράμματα, μαθητεύοντας σε ένα καλό δάσκαλο, μελέτησε όλη την Παλαιά Διαθήκη. Ιδιαίτερα αγάπησε το Ψαλτήρι και τις Προφητείες, όπου διάβασε τις προρρήσεις των θεόπνευστων προφητών για την έλευση του Μεσσία. Μετά το θάνατο των γονιών της, που της κληροδότησαν σημαντική περιουσία, δεν σαγηνεύτηκε από τη ζωή των ανέσεων, της πολυτέλειας και της απόλαυσης. Έζησε σεμνά και λιτά, ελεώντας τους φτωχούς. Από την ημέρα της κατά τον ευαγ. Λουκά θεραπείας της η Μαρία, πιστεύοντας πια ακράδαντα πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας των προφητειών, Τον ακολουθούσε παντού, στις πόλεις και στα χωριά, που περιόδευε, φέρνοντας το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού, και πρόσφερε από τα υπάρχοντά της για τη συντήρηση τόσο Εκείνου όσο και των μαθητών Του: «Ήσαν δε εκεί και γυναίκες πολλαί από μακρόθεν θεωρούσαι, αίτινες ηκολούθησαν τω Ιησού από Γαλιλαίας διακονούσαι αυτώ∙ εν αις ην Μαρία η Μαγδαληνή, και Μαρία η του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, και η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου» (Ματθαίος, κζ΄, 55-56)
Ο Ν. Καζαντζάκης μας δίνει την αφοσίωσης της Μαγδαληνής στο έργο του “Ο Τελευταίος Πειρασμός”:
[[ Άξαφνα στεναγμός ακούστηκε πίσω από τα μάρμαρα κι απόσιγο κλάμα∙ άνοιξε τα μάτια∙ μια γυναίκα ξεχώρισε να σούρνεται μπρούμυτα στο σκοτάδι και να ζυγώνει∙ ξέμπλεξε τα μαλλιά κι άρχισε να του σφουγγίζει τα καταπληγωμένα από τις πέτρες ποδάρια∙ τη γνώρισε από τη μυρωδιά της.
- Μαγδαληνή αδερφή μου, είπε κι απίθωσε το χέρι του στο ζεστό μυρωδάτο κεφάλι, Μαγδαληνή αδερφή μου, γύρνα σπίτι σου, και πια μην αμαρτάνεις.
- Ιησού αδερφέ μου, έκαμε εκείνη και του φιλούσε τα πόδια, άσε ν’ ακολουθώ τον ίσκιο σου, ως να πεθάνω∙ ξέρω τώρα παιδί μου, τι είναι η αγάπη.
- Γύρνα σπίτι σου, ξανάπε ο Ιησούς, όταν θα ‘ρθει η ώρα θα σε φωνάξω.
- Θέλω να πεθάνω για σένα, παιδί μου, ξανάπε η γυναίκα.
- Θα ‘ρθει η ώρα, Μαγδαληνή, μη βιάζεσαι, δεν ήρθε ακόμα∙ θα σε φωνάξω τότε∙ τώρα, πήγαινε…
Έκαμε αυτή ν’ αντισταθεί, μα η φωνή ακούστηκε τώρα αυστηρή πολύ:
- Πήγαινε.
Πήρε η Μαγδαληνή το κατηφόρι, ακούστηκε λίγη ώρα το ανάλαφρο περπάτημά της, κι ύστερα, αγάλια αγάλια, έσβησε∙ απόμεινε μονάχα στον αγέρα η μυρωδιά από το κορμί της∙ μα φύσηξε το νυχτερινό αγεράκι, τη συνεπήρε κι αυτή. ]]
Ο Κρητικός συγγραφέας παρουσιάζει στη συνέχεια τη Μαρία να προστίθεται στην παρέα του Ιησού και να γίνεται αχώριστη συντρόφισσα. Είναι αυτή που πρώτη νιώθει ένα μεγάλο μυστικό να ενώνει τον Χριστό με τον Ιούδα. Εδώ είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι όλα τα μυστικιστικά κείμενα αναφέρουν πως ο Ιούδας δεν πρόδωσε τον Ιησού. Ήταν ο πιστότερος συνεργάτης Tου. Σε αυτόν έλαχε το δυσκολότερο έργο! Να παραδώσει τον Ιησού στο ιερατείο κι έτσι να σφραγιστεί το έργο Του με την σταύρωση. Ο Καζαντζάκης μας δίνει το διάλογο της Μαγδαληνής με τον Ιούδα στο ίδιο μυθιστόρημα:
[[ Η Μαγδαληνή, ανήσυχη, πήγε και στάθηκε πλάι στον Ιούδα∙ αυτός έκαμε να φύγει, μα η Μαγδαληνή τον άδραξε από την άκρα του ρούχου του.
- Ιούδα, είπε, σε μένα μπορείς να μολοήσεις το μυστικό σου άφοβα∙ με ξέρεις.
- Ποιο μυστικό; Ο Πιλάτος τον ήθελε να του πει να ‘χει το νου του∙ ο Καϊάφας…
- Όχι αυτό, το άλλο.
- Ποιο άλλο; Πήρα φωτιά πάλι, Μαγδαληνή, κάρβουνα τα μάτια σου.
Γέλασε ανόρεξα:
- Κλάψε, της είπε, κλάψε, να σβήσουν.
Μα η Μαγδαληνή δάγκασε την μπολίδα της, την ξέσκισε με τα δόντια της.
- Γιατί να διαλέξει εσένα, μουρμούρισε, εσένα, Ιούδα Ισκαριώτη;
Μα ο κοκκινογένης τώρα θύμωσε∙ χούφτωσε τη Μαγδαληνή από το μπράτσο.
- Ποιον ήθελες να διαλέξει, Μαρία από τα Μάγδαλα; τον ανεμόμυλο τον Πέτρο; Για τον αγαθούλιακα τον Ιωάννη; Για μπας κι ήθελες να διαλέξει του λόγου σου, μια γυναίκα; Εγώ ‘μια μια στουρναρόπετρα από την έρημο, κι αντέχω∙ εμένα διάλεξε το λοιπόν!
Της Μαγδαληνής τα μάτια βούρκωσαν:
- Έχεις δίκιο, είναι γυναίκα, πλάσμα μισερό και λαβωμένο… μουρμούρισε, μπήκε και μέσα, πλάι στο τζάκι, ένα κουβάρι. ]]
Ακολουθώντας, λοιπόν, τo Χριστό, η Μαρία η Μαγδαληνή αναδείχθηκε σε μια αφοσιωμένη μαθήτριά Του, σε μια ακούραστη διακόνισσα του Ίδιου και των αποστόλων Του, σε μια φιλόστοργη συντρόφισσα της Παναγίας Μητέρας Του, σε μια ταπεινή συνεργάτρια Του στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Ξεχώριζε απ’ όλες τις σεμνές γυναίκες, που βρίσκονταν κοντά Του. Όπως ο Πέτρος ήταν ο κορυφαίος των μαθητών Του, έτσι και η Μαγδαληνή Μαρία ήταν η κορυφαία των μαθητριών Του. Εκείνη, μάλιστα, έμεινε πιστή στο θειο Διδάσκαλο της ως το τέλος, ενώ ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές λίγο πριν παραδοθεί στο Πόντιο Πιλάτο. Ενώ οι μαθητές Του τον εγκατέλειψαν από φόβο, οι Mαρία και άλλες γυναίκες έζησαν από κοντά το μαρτύριο του Ιησού: « Ἦσαν δὲ καὶ γυναῖκες ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, ἐν αἷς ἦν καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ Σαλώμη, αἳ καὶ ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ καὶ διηκόνουν αὐτῷ, καὶ ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.» (Μάρκος, ιε΄, 40-41). Τη σύλληψη, την ανάκριση, τη μαστίγωση, τους εμπαιγμούς, τα φτυσίματα, τα ραπίσματα, και όλα τα παθήματα του Κυρίου τα παρακολούθησε με αγωνία και πόνο από μακριά, μαζί με την Ύπεραγία Θεοτόκο και άλλες γυναίκες. Και όταν Εκείνος σταυρώθηκε στο Γολγοθά, πήγε και στάθηκε, καταλυπημένη μα άφοβη, κάτω απ’ το Σταυρό, δίπλα στη Μητέρα Του, τη θεία Του Μαρία του Κλωπά και το μαθητή Του Ιωάννη: «Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.» (Ιωάννης, ιθ΄, 25-26)
Έμεινε εκεί, ώσπου ο Λόγος του Θεού παρέδωσε το πνεύμα στον ουράνιο Πατέρα Του. Πνίγοντας την απερίγραπτη οδύνη και τα δάκρυα της, παρηγόρησε και στήριξε τη συντριμμένη θεομήτορα, που άρχισε να σπαράζει και να οδύρεται, όταν άκουσε τον αγαπημένο της Υιό να ψελλίζει το «Τετέλεσται». Παραβρέθηκε η Μαρία και στην αποκαθήλωση του πάνσεπτου σώματος από το Σταυρό. Είδε τον Ιωσήφ και το Νικόδημο να Το αλείφουν με σμύρνα και αλόη, να Το τυλίγουν ευλαβικά σε λευκό σεντόνι και να Το ενταφιάζουν σ’ ένα κήπο δίπλα στο Γολγοθά: «και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν των καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν απήλθεν. Ήν δε εκί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, καθήμεναι απέναντι του τάφου.» (Ματθαίος, κζ΄, 59-61)
Και όταν οι δύο κρυφοί μαθητές αναχώρησαν, εκείνη και η Μαρία του Ιωσή κάθισαν απέναντι από τον Τάφο. Έκλαψαν εκεί ως το σούρουπο. Ύστερα έφυγαν κι αυτές, όχι για να κρυφτούν, όπως oι απόστολοι, που είχαν κλειδαμπαρωθεί σ’ ένα σπίτι «διά τον φόβον των Ιουδαίων». Έφυγαν για ν’ αγοράσουν από τα Ιεροσόλυμα μύρα πολύτιμα και αρώματα ακριβά. Μ’ αυτά θα ξανάρχονταν στον Τάφο, για ν’ αλείψουν τιμητικά το θείο σώμα.
Ήταν βράδυ Παρασκευής. Την άλλη μέρα, λόγω της αργίας του Σαββάτου, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Έτσι, την ημέρα μετά το Σάββατο, οι μαθήτριες του Κυρίου, με επικεφαλής τη Μαγδαληνή Μαρία, ήρθαν από τα βαθιά χαράματα στο Τάφο, έχοντας μαζί τους τα αρώματα: « Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.» (Μάρκος, ιστ΄, 1-8)
Έτσι οι γυναίκες αυτές είχαν την τύχη να δουν την ανάσταση του Κυρίου: « Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθεν μαρία ἡ μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας• ἄγγελος γὰρ κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ καὶ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν λίθον καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ἦν δὲ ἡ εἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡς χιών. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγενήθησαν ὡς νεκροί. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπεν ταῖς γυναιξίν, μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε• οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπεν• δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο. καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι Ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε• ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. καὶ ἀπελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ὑπήντησεν αὐταῖς λέγων, Χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς, μὴ φοβεῖσθε• ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται.» (Ματθαίος, κη΄, 1-10)
Πρώτη η Μαρία η Μαγδαληνή, κατά τη μαρτυρία των ευαγγελιστών, αναγγέλλει την έγερση του αναστάντος Χριστού: «Ἀναστὰς δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς, ἠπίστησαν.» (Μάρκος, ιστ΄, 9-11)
« καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου καὶ οἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.» (Λουκάς, κδ΄, 9-10)
«Τὴ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.» (Ιωάννης, κ΄, 1-2)
Η Μαγδαληνή, λοιπόν, αξιώθηκε να δει πρώτη τον αναστημένο Χριστό. Αυτή προστάχθηκε ν’ αναγγείλει στους αποστόλους την Ανάσταση. Αυτή έγινε ο πρώτος κήρυκας του Ευαγγελίου, που συνέχισε να το κηρύττει ως ισαπόστολος: « Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω. Ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις; Λέγει αὐτοῖς· ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητεῖς; Ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία. στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· ραββουνί, ὃ λέγεται, διδάσκαλε. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. Ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.» (Ιωάννης, κ΄, 11-18)
Κυρίαρχο γυναικείο πρόσωπο, επομένως η Μαρία από τα Μάγδαλα, είναι η μετά την Μαρία την μητέρα του Χριστού, πιο κοντινή γυναίκα στη ζωή Του στη γη. «Η Μαγδαληνή έχει την προσωπικότητα ενός φυσικού ηγέτη που υποτάσσεται μόνο στην αυθεντία του Ιησού» λέει η ερευνήτρια της ιστορίας Κατερίνα Δροσιά.
Αν θέλουμε να συνοψίσουμε, η Μαρία είναι ξεκάθαρα ένας από τους πιο πιστούς συνοδοιπόρους του Ιησού Χριστού. Το όνομά της αναφέρθηκε δώδεκα φορές στην Καινή Διαθήκη. Είναι από τους λίγους ακόλουθους του Ιησού, που βρίσκεται παρούσα στην Σταύρωσή Του και συνεχίζει να Τον περιποιείται ακόμη και μετά τον θάνατό Του. Είναι το πρόσωπο που επιστρέφει στον τάφο του Ιησού τρεις μέρες αργότερα και είναι και το πρόσωπο που αντικρίζει πρώτη από όλους τον αναστημένο Ιησού. Όταν κάνει την εμφάνισή Του ο Ιησούς της δίνει οδηγίες να ανακοινώσει το νέο της ανάστασής Του.
Μετά την ανάληψη του Κυρίου, η Μαρία η Μαγδαληνή υπηρέτησε την πρώτη χριστιανική εκκλησία, που ιδρύθηκε στα Ιεροσόλυμα και μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου, ακολούθησε τον ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσσο. Εκεί εκοιμήθη και ενταφιάστηκε.
Στη Μαγδαληνή αποδίδεται ένα από τα απόκρυφα ευαγγέλια. Το γνωστικό ευαγγέλιο της Μαρίας της Μαγδαληνής, είναι ένα από τα κείμενα του πρώιμου Χριστιανισμού, που βρέθηκε το 1945 μαζί με άλλα γνωστικά κείμενα στην περιοχή του Νάγκ Χαμαντί της Άνω Αιγύπτου και μας επιτρέπει να γνωρίσουμε μια άλλη πλευρά του χριστιανισμού και μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων (πιο πνευματική κατά τους γνωστικούς). Ανήκει στα λεγόμενα "Απόκρυφα" ή δευτεροκανονικά Ευαγγέλια, όπως ονομάστηκαν στα κατοπινά χρόνια από την επικρατούσα εκκλησία και δεν συμπεριλαμβάνονται στα "κανονικά" Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Το "Κατά Μαριάμ Ευαγγέλιον" αναφέρεται στην περίοδο μετά την Ανάσταση του Κυρίου και την εμφάνιση του Ιησού στην Μαρία την Μαγδαληνή, όπου υποτίθεται και έγινε η αποκάλυψη, η βαθιά γνώση που μετέδωσε ο Ιησούς στην Μαρία.. Η Μαρία εδώ παρουσιάζεται ως η διορατική, η ενορατική, ως εκείνη που έχει ενωθεί πνευματικά με τον Διδάσκαλο. Ένα στοιχείο του Ευαγγελίου, είναι ότι οι μαθητές αναγνωρίζουν αρχικά την ιδιαίτερη σχέση που είχε ο Ιησούς με την Μαρία την Μαγδαληνή. Οι μαθητές, αναγνωρίζουν ότι ο Κύριος την αγαπούσε διαφορετικά από τις άλλες γυναίκες και σαν τέτοια ζητούν την συνδρομή της, όταν τους καταλαμβάνει ο φόβος για την σωματική απώλεια του Διδασκάλου και διστάζουν να πάνε να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στους Εθνικούς. Ζητούν να μάθουν αυτά που εκείνοι δεν γνωρίζουν. Εδώ η Μαγδαληνή γίνεται η εμψυχώτρια, το στήριγμα και η αγάπη που όλους μπορεί και τους αγκαλιάσει και τους παρηγορεί. Τους εξομολογείται την αποκάλυψη του Ιησού σχετικά με τον δύσκολο δρόμο της ψυχής προς την απελευθέρωση και τους πειρασμούς. Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα:
[[ Ο Πέτρος είπε στον Ιησού, «Μια που μας έχεις εξηγήσει τα πάντα, πες μας κι αυτό: Ποια είναι η αμαρτία του κόσμου;» Ο Σωτήρας απάντησε, «Δεν υπάρχει αμαρτία, εσείς είστε που τη δημιουργείτε όταν κάνετε πράξεις που μοιάζουν στην φύση τους με μοιχεία, πράγμα που ονομάζεται «αμαρτία». Γι’ αυτό το λόγο ήρθε το Καλό ανάμεσά σας, στην πεμπτουσία της κάθε φύσης, ώστε να την αποκαταστήσει ριζικά». Ύστερα είπε ακόμη, «Αυτή είναι η αιτία που αρρωσταίνετε και πεθαίνετε… Εκείνος που μπορεί ας κατανοήσει. Η ύλη γέννησε ένα πάθος που δεν είχε όμοιό του και το οποίο εξελίχτηκε σε αντίθεση με τη φύση. Ύστερα δημιουργείται μια διαταραχή μέσα σ’ ολόκληρο το σώμα. Γι’ αυτό σας είπα, «Να έχετε σθένος». Αν χάνετε το θάρρος σας να το ξαναβρίσκετε μπροστά σε όλες αυτές τις διαφορετικές μορφές της φύσης. Εκείνος που έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.»
Αφού ο Ευλογημένος είπε αυτά τα λόγια, τους αποχαιρέτησε λέγοντας, «Η ειρήνη να είναι μαζί σας. Δεχτείτε την ειρήνη μου. Να προσέχετε μην τυχόν και σας ξεστρατίσει κανείς λέγοντας, «Να εδώ είναι!» ή «Να εκεί είναι!». Γιατί ο Υιός του Ανθρώπου βρίσκεται μέσα σας. Ακολουθείστε τον! Όσοι τον αναζητούν, θα τον βρουν. Πηγαίνετε λοιπόν και κηρύξτε το Ευαγγέλιο της Βασιλείας. Μη θέσετε άλλους κανόνες από κείνους που σας όρισα και μη θεσπίσετε νόμους σαν τους νομοθέτες, γιατί ίσως οι νόμοι αυτοί να σας περιορίσουν». Όταν είπε αυτά έφυγε.
Εκείνοι λυπήθηκαν και έκλαιγαν λέγοντας, «Πως θα πάμε στους εθνικούς να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Υιού του Ανθρώπου; Αφού δεν λυπήθηκαν εκείνον πως θα λυπηθούν εμάς;»
Τότε σηκώθηκε η Μαρία, τους χαιρέτησε όλους και είπε στους αδελφούς της, «Μην κλαίτε και μη θλίβεστε, ούτε να είστε διστακτικοί γιατί η Χάρη του θα είναι μαζί σας και θα σας προστατεύει. Ας υμνούμε καλύτερα το μεγαλείο του, γιατί μας έχει προετοιμάσει και μας έκανε πραγματικούς ανθρώπους». Μ’ αυτά τα λόγια η Μαρία, έστρεψε τις καρδιές τους στο Καλό και άρχισαν να συζητούν τα λόγια του Σωτήρα.
Ο Πέτρος είπε στη Μαρία, «Αδελφή, ξέρουμε ότι ο Σωτήρας σ’ αγαπούσε περισσότερο από τις άλλες τις γυναίκες. Πες μας τα λόγια του Σωτήρα που θυμάσαι, τα λόγια εκείνα που εσύ γνωρίζεις αλλά όχι εμείς».
Η Μαρία, απάντησε και είπε, «Θα σας πω όσα είναι κρυμμένα από σας. Είδα τον Κύριο σ’ ένα όραμα και του είπα. «Κύριε σε είδα σήμερα σε όραμα». Εκείνος μου είπε, «Είσαι ευλογημένη που δεν αμφέβαλες για μένα, γιατί εκεί όπου βρίσκεται ο νους εκεί βρίσκεται και ο θησαυρός». Εγώ του είπα, «Κύριε, εκείνος που βλέπει το όραμα, το βλέπει μέσω της ψυχής του ή μέσω του πνεύματος»; Ο Σωτήρας απάντησε, «Δεν βλέπει μέσω της ψυχής, ούτε μέσω του πνεύματος, αλλά ο νους, που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, αυτός είναι που βλέπει το όραμα και …»
«Και η επιθυμία είπε. Δεν σε είδα να κατέρχεσαι, τώρα όμως σε βλέπω να ανέρχεσαι. Γιατί ψεύδεσαι, αφού ανήκεις σε μένα; Η ψυχή αποκρίθηκε και είπε: Εγώ σε είδα. Εσύ δεν με είδες ούτε με αναγνωρίζεις. Σε υπηρέτησα σαν ένα ένδυμα και δεν με ήξερες. Αφού είπε αυτά έφυγε νοιώθοντας μεγάλη ευχαρίστηση.
Ύστερα ήρθε στην τρίτη δύναμη, που ονομάζεται άγνοια. Αυτή ρώτησε την ψυχή : Που πηγαίνεις; Είσαι αιχμάλωτη στην κακία. Είσαι δέσμια, μην κρίνεις!
Η ψυχή είπε: Γιατί με κρίνεις χωρίς εγώ να έχω κρίνει; Ήμουν δέσμια παρά το ότι δεν είχα δεσμά. Δεν αναγνωριζόμουν. Εγώ όμως αναγνώριζα ότι το Όλον διαλύεται, τόσο ως προς τα γήινα όσο κι ως προς τα ουράνια στοιχεία του….
Αφού είπε αυτά η Μαρία, έμεινε σιωπηλή γιατί αυτά ήταν που της είχε πει ο Σωτήρας. Ο Ανδρέας όμως είπε στους αδελφούς, « Πείτε ό, τι θέλετε να πείτε για όσα μας είπε. Εγώ τουλάχιστον δεν πιστεύω ότι ο Σωτήρας είπε αυτά τα πράγματα. Γιατί οι διδασκαλίες αυτές είναι παράξενες ιδέες». Ο Πέτρος πήρε το λόγο και ρώτησε, « Μα, μίλησε πράγματι ιδιαίτερα με μια γυναίκα και όχι ανοιχτά σε μας; Πρέπει δηλαδή να την πιστέψουμε και να την ακούσουμε όλοι μας; Προτίμησε άραγε ο Σωτήρας εκείνη από εμάς;»
Η Μαρία, τότε έκλαψε και είπε στον Πέτρο, «Πέτρο, αδελφέ μου, τι νομίζεις; Πιστεύεις ότι τα κατασκεύασα όλα αυτά μέσα στην καρδιά μου ή ότι ψεύδομαι για τον Σωτήρα;»
Ο Λεβί είπε στον Πέτρο, «Πέτρο, πάντα ήσουν ευέξαπτος. Τώρα βλέπω ότι συμπεριφέρεσαι σ’ αυτή τη γυναίκα λες και είναι εχθρός. Αν όμως την αξίωσε ο Σωτήρας, ποιος είσαι εσύ που θα την απορρίψεις; Σίγουρα ο Σωτήρας τη γνωρίζει πολύ καλά. Γι’ αυτό την αγαπούσε περισσότερο από μας. Καλύτερα να νοιώσουμε ντροπή, να ενδυθούμε τον τέλειο άνθρωπο, να χωριστούμε όπως μας πρόσταξε και να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο, χωρίς να θέσουμε άλλους κανόνες ή νόμους πέρα από όσα είπε ο Σωτήρας».
…Και άρχισαν να πορεύονται κηρύττοντας. ]]
Σε ένα άλλο από απόκρυφο ευαγγέλιο, που αποδίδεται στον Φίλιππο, η Μαρία η Μαγδαληνή αποκαλείται σύντροφος του Ιησού. Το απόσπασμα λέει:
[[Ήταν τρεις που πάντα βρίσκονταν στο πλάι του Κυρίου: Η Μαρία η μητέρα του και η αδελφή της, και η Μαρία η Μαγδαληνή, που αποκαλείται η σύντροφός του. Και η τρεις λέγονταν «Μαρία».]]
Σε ένα άλλο χωρίο αναφέρει πως ο Κύριος την αγαπούσε ξεχωριστά:
[[ Ο Κύριος πήγε στους βαφείς του Λευί. Πήρε 72 διαφορετικά χρώματα και τα πέταξε στην τονελάδα . Τα τράβηξε έξω όλα άσπρα. Και είπε «ο Υιός του Ανθρώπου έγινε βαφέας». Όσο για την Σοφία που καλείται «στείρα», είναι η μητέρα των αγγέλων. Και η σύντροφος του [...] Μαρία Μαγδαληνή [...] την αγαπούσε περισσότερο από όλους τους μαθητές, και συνήθιζε να την φιλά συχνά στο στόμα. Οι άλλοι μαθητές [...]. του είπαν «γιατί αγαπάς αυτήν περισσότερο από εμάς;». Και ο Σωτήρας τους απάντησε «γιατί δεν αγαπώ εσάς όπως αυτήν; Όταν ένας τυφλός κι ένας που βλέπει είναι μαζί στο σκοτάδι, δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Μα όταν το φως έρθει, τότε αυτός που βλέπει θα δει το φως, κι αυτός που είναι τυφλός θα παραμείνει στο σκοτάδι»]]
Δεν ανήκουμε στους υποστηρικτές του “Κώδικα Ντα Βίτσι”, ούτε μας εξάπτει την φαντασία το ιερό Γκράαλ. Έτσι δεν συνδέουμε με σαρκική συντροφικότητα την Μαγδαληνή με τον Ιησού. Η Μαγδαληνή ήταν πνευματική σύντροφος του Χριστού, μια συντροφικότητα που είναι αιώνια! Η Μαρία δεν έχει σχέση με την «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» του τροπάριου της Κασσιανής. Ακόμη κι αν ήταν η αμαρτωλή, αυτό που πρέπει να αποκομίσουμε είναι ότι ο Ιησούς την αξίωσε να είναι συνοδοιπόρος Του στην τρίχρονη περιήγησή Του για να διδάξει πως ο Θεός δεν είναι ο φοβερός Γιαχβέ των Εβραίων, αλλά ο Πατέρας μας που περιμένει την επιστροφή μας, την επιστροφή των ασώτων. Που ψάχνει τα απολωλότα πρόβατα. Και δεν θα ησυχάσει μέχρι να βρει και το τελευταίο!
Κι ακόμη τούτο: η άδολη συντροφικότητα δεν είναι αμαρτία. Ο έρωτας, όταν δεν είναι λαγνεία, είναι θείος! Όλη η φύση, όλο το σύμπαν, είναι ένας ατέλειωτος έρωτας. Ακόμη και η αναζήτηση του θείου είναι έρωτας. Για να φτάσουμε όμως στο θείο έρωτα, πρέπει να γνωρίσουμε τον συντροφικό έρωτα… Χωρίς ενοχές!
Θα κλείσουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στη Μαρία τη Μαγδαληνή με ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Ιησούς, ο Γιος του Ανθρώπου” του Λιβανέζου συγγραφέα του Χαλίλ Γκιμπράν, με τίτλο “Μαρία Μαγδαληνή, τριάντα χρόνια αργότερα”:
[[ Για μια ακόμα φορά το λέω, ότι με το θάνατο ο Ιησούς νίκησε το θάνατο κι ανέβηκε πάνω απ' τον τάφο, σαν πνεύμα και σαν δύναμη. Περπάτησε στη μοναξιά μας κι επισκέφτηκε τους κήπους του πάθους μας.
Δε βρίσκεται εκεί, σε κείνο το λαξευμένο βράχο, πίσω από την πέτρα.
Εμείς που Τον αγαπούμε, Τον είδαμε μ’ αυτά τα μάτια μας, που Εκείνος τα έκανε να βλέπουν. Και Τον αγγίξαμε μ’ αυτά τα χέρια μας, που Εκείνος τα έμαθε ν’ αγγίζουν.
Σε ξέρω εσένα, που δεν Τον πιστεύεις. ΄Ημουνα κι εγώ μια από σας και σεις είσαστε οι πολλοί. Μα ο αριθμός σας θα σβηστεί.
Πρέπει να σπάσεις την άρπα σου και τη λύρα σου για να ‘βρεις τη μουσική εκεί μέσα;
Πρέπει να ρίξεις ένα δέντρο για να μπορέσεις να πιστέψεις ότι έχει απάνω φρούτα;
Μισείς τον Ιησού, γιατί κάποιος απ' τη Βόρεια Χώρα είπε ότι ήταν ο Γιος του Θεού. Κι όμως, εσύ δε χωνεύεις έναν άλλο, επειδή ο καθένας σας θεωρεί τον εαυτό του πολύ σπουδαίο για να ‘ναι ο αδελφός του διπλανού του.
Τον μισείς, γιατί κάποιος είπε ότι γεννήθηκε από μια παρθένα κι όχι από σπόρο άντρα.
Κι όμως, δεν ξέρεις τις μητέρες που φτάνουν αγνές ως το μνήμα ούτε τους άντρες που κατεβαίνουν στον τάφο πνιγμένοι από τη δικιά τους δίψα.
Δεν ξέρεις ότι η γη σμίγει με τον ήλιο και ότι η γη είναι που μας στέλνει στο βουνό και στην έρημο.
Υπάρχει ένα χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα σε κείνους που πιστεύουνε και σε κείνους που δεν πιστεύουν.
Μα, όταν τα χρόνια θα έχουν γεφυρώσει αυτό το χάσμα, θα ξέρεις ότι Αυτός που έζησε μέσα μας είναι αθάνατος, ότι Αυτός ήταν Γιος Θεού όπως κι εμείς είμαστε παιδιά Θεού. ΄Οτι γεννήθηκε από παρθένα όπως κι εμείς γεννηθήκαμε απ' την ανύπαντρη γη.
Φαίνεται παράξενο που η γη δε χαρίζει στους άπιστους ρίζες για να βυζάξουνε το στήθος της ούτε φτερά για να βρεθούν ψηλά, να μεθύσουν και να γεμίσουν με τις δροσιές του κόσμου της.
Μα εγώ ξέρω ό,τι ξέρω κι αυτό ‘ναι αρκετό. ]]
Ευτυχισμένοι αυτοί που ξέρουν ό,τι ξέρουν κι αυτό είναι αρκετό γι’ αυτή τη ζωή…



Δεν υπάρχουν σχόλια: