Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Ωραία Ελένη

[[ δαμ- ων ]]

Μέρος Δ΄
Μετά απ’ αυτά, εξανεμίστηκε και η παραμικρή αμφιβολία, κι ο Σπαρτιάτης ρήγας άνοιξε την αγκαλιά του, ευτυχισμένος και που βρήκε την καλή του και που δεν τον ατίμασε. Μεμιάς έφυγε όλο το βάρος της καταφρόνιας που του έγερνε τους ώμους για της γυναίκας του την ατιμία. Πέταξε σαν νιοφτέρουγο πετούμενο η καρδιά του. Στα φρένα του ήρθε όλος ο έρωτας κι ο πόθος που ‘νιωσε σαν πήγε στο πατρικό της παλάτι να τη ζητήσει για να τη κάμει ταίρι.
Είναι συγκινητική η σκηνή, που ο ποιητής παρουσιάζει να ξανασμίγει το βασιλικό ζευγάρι:
«ΜΕ.: Αυτά με κείνα σμίγουν• συμφωνούνε
τα λόγια• μου είπε αλήθεια. Ω! λαμπρή μέρα,
που μες στην αγκαλιά μου σ’ έχει φέρει!
ΕΛ.: Τόσος πολύς καιρός, αγαπημένε,
και τώρα μόλις η χαρά για μένα.
Φίλες μου, να, πασίχαρη αγκαλιάζω
τον άντρα μου, αφού πλήθος κύκλους
έκανε ο φωτοδότης ήλιος.
ΜΕ.: Κι εσένα εγώ• με πλημμυρούν τα λόγια
κι όμως δεν ξέρω πώς να πρωταρχίσω.
ΕΛ.: Αναγαλλιάζω, πέτομαι κι αφήνω
λεύτερα τα μαλλιά, σταλάζουν
τα δάκρυα ποτάμι απ’ τη χαρά,
καθώς σφιχτά σε σφίγγω, λατρευτέ μου.

Η συνέχεια >>> εδώ …

ΜΕ.: Δε θα παραπονιέμαι άλλο, καλή μου•
την κόρη έχω του Δία και της Λήδας,
που κάποτε οι Διόσκουροι, τ’ αδέρφια της,
καβάλα στ’ άσπρα αλόγατα, βαστώντας
του γάμου τους πυρσούς, τη μακαρίσαν
κι ένας θεός από το σπιτικό μου
την άρπαξε για να την οδηγήσει
σε τύχες πιο χαρούμενες. Για μας
έγινε τώρα το κακό ευτυχία
κι ύστερα από καιρούς σε ξαναφέρνει
στον άντρα σου κοντά. Μακάρι
να χαίρομαι την τύχη την καλή.
ΧΟ.: Την ίδια ευχή κάνω• πάντα χαρούμενος•
όταν σμίγουν δυο, διπλή η χαρά τους.
ΜΕ.: Πάλι μαζί• περάσαν τόσα του καιρού
γυρίσματα και τώρα πια μαθαίνω
τις δολοπλόκες τέχνες της θεάς.
Τα δάκρυα είναι της χαράς μου•
στέρεψε η θλίψη, μόνο αναγαλλιάζω.
ΕΛ.: Και τι να πω; Ποιος το ‘βαζε στο νου του,
να σ’ έχω απρόσμενα στην αγκαλιά μου;
ΜΕ.: Κι εγώ που σε θαρρούσα εκεί στην Τροία
στους κακορίζικους τους πύργους….» ( Ευριπίδης, “Ελένη” 622-659 )
Η Ελένη εξηγεί ότι: « ουκ επί βαρβάρου λέκτρα νεανία πετομένας κώπας, πετομένου δ’ έρωτος αδίκων γάμων », ενώ διαβεβαιώνει πως όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα: « άθικτον ευνήν ίσθι σοι σεσωσμένην ». Η διογέννητη γυναίκα δεν μαγάρισε το συζυγικό κρεβάτι. Κανείς άντρας όλα αυτά τα χρόνια δεν άγγιξε το κορμί της. Κλαίνε για της μοίρας το αντιγύρισμα. Μετά υπόσχονται ο ένας στον άλλον ή να σωθούν κι οι δυο ή να πεθάνουν μαζί. Η Θεόνη, η μάντισσα αδελφή του Θεοκλύμενου, υπόσχεται να μην φανερώσει την παρουσία του Μενέλαου, και του αποκαλύπτει πως υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των θεών για την τύχη του:
« Ξέφυγες συμφορές, δυστυχισμένε,
κι ήρθες χωρίς να ξέρεις αν θα μείνεις
ή θα γυρίσεις πίσω στην πατρίδα•
υπάρχει αμάχη στους θεούς για σένα,
θα συναχτούν τη μέρα αυτή κι ο Δίας
θα λάβει την απόφασή του. Η Ήρα,
που πρώτα σε κατέτρεχε, σε στέργει
τώρα και θέλει να γυρίσεις πάλι
στον τόπο σου μ’ αυτήν κι όλη η Ελλάδα
να μάθει πως του Πάρη ο γάμος, δώρο
της Αφροδίτης, ήταν ψέμα•
η Κύπριδα γυρεύει να εμποδίσει
το γυρισμό σου, για να μη φανεί έτσι
πως με το μάταιο γάμο της Ελένης
της ομορφιάς επήρε το βραβείο. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 874-890 )
Πριν τη μεγάλη δοκιμασία, όπου το βασιλικό ζευγάρι θα τα παίξει όλα γι’ όλα, εμπλέκοντας τον Θεοκλύμενο στο δολερό του παιγνίδι, για να μπορέσει να ξεφύγει από την Αίγυπτο, η Ελένη προσεύχεται στους θεούς και παρακαλεί να της συμπαρασταθούν, ώστε να έρθει ένα τέλος, και μάλιστα ευτυχισμένο, στην πολύκαιρη ταλαιπωρία της:
« Σεβάσμια ήρα, ταίρι εσύ του Δία,
απ’ τα δεινά, τους δόλιους, λύτρωσέ μας.
Στων αστεριών το φέγγος και στα ουράνια
που κατοικείς, υψώνουμε τα χέρια
και σε παρακαλούμε. Κι εσύ κόρη
της Διώνης, Αφροδίτη, που έχεις πάρει
με το δικό μου γάμο το βραβείο
της ομορφιάς, μη μ’ αφανίσεις. Φτάνουν
τα βάσανα που τράβηξα, όταν τότε
πρόσφερες τ’ όνομά μου, όχι το σώμα,
στους βάρβαρους. Αν θες να με σκοτώσεις,
άσε με στην πατρίδα να πεθάνω… » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1093-1102 )
O ποιητής κλείνει τη σκηνή με στάσιμα κι αντιστάσιμα, που ψάλλει ο χορός, ο οποίος ανακεφαλαιώνει τα δεινά της πανώριας γυναίκας:
«Εσύ που μέσα στα πυκνά
σύδεντρα ζεις και πέτεσαι, αηδόνα,
εσένα κράζω γλυκοκέλαδο πουλί
με τη λυπητερή λαλιά•
τον κόκκινο φουσκώνοντας λαιμό σου
βοήθα να μοιρολογήσω
τα πάθη της Ελένης• κλάψε
τον πόνο και τα δάκρυα
των γυναικών της Τροίας
γι’ αυτούς που θέρισε κοντάρι ελληνικό,
όταν το πέλαο αρμενίζοντας
με το βαρβαρικό σκαρί του
ο Πάρης, του χαμού ο γαμπρός,
ήρθε με συνοδεία την Κύπριδα
στους Πριαμίδες φέρνοντας
γάμο συφοριασμένο από τη Σπάρτη,
εσένα, Ελένη, εσένα.

Με πετροβόλημα και με κοντάρι
πλήθος χαθήκαν οι Αχαιοί
και κατοικούν στον άραχλο Άδη τώρα•
οι δύστυχες γυναίκες τους πενθώντας
έκοψαν τα μαλλιά• απομείναν
έρμα τα σπίτια, δίχως άντρες•
κι αυτός που πάτησε μονάχος
τη θαλασσόζωστη Εύβοια, λαμπρές
φωτιές ανάβοντας στου Καφηρέα τα βράχια,
ναύτες πολλούς ξολόθρεψε, καθώς
τις δολερές ζυγώναν λάμψεις του γιαλού.
Άνεμοι θυμωμένοι το Μενέλαο διώξαν
αλάργα από τον κάβο του Μαλέα,
όταν γυρνούσε στην πατρίδα φέρνοντας
τ’ ομοίωμα της Ήρας, του πολέμου
βραβείο ή κάλλιο την αιτία
να σφάζονται για χρόνια οι Δαναοί.
Τι ‘ναι θεός, τι μη θεός,
και τι ‘ναι ανάμεσά τους;
Ποιος θα το πει θνητός πως το ‘βρε,
καιρό πολύ εξετάζοντας τα πάντα,
μια και το βλέπει, εδώ κι εκεί
των θεών οι γνώμες να πηδούν
και πάλι στο ενάντιο να γυρνάνε
ανέλπιστα κι αλόγιαστα;
Ελένη, είσαι του Δία θυγατέρα•
σαν άσπρος κύκνος ο γονιός σου
στον κόρφο σ’ έσπειρε της Λήδας.
Ύστερα σ’ όλη την Ελλάδα σε είπαν
άδικη, άπιστη, άθεη, προδότρα•
μες στους ανθρώπους δεν υπάρχει
τίποτα σίγουρο• στων θεών μόνο
τα λόγια βρήκα την αλήθεια.

Ανέμυαλοι όσοι αποζητούν τη δόξα
με λόγχες και με δυνατά
στον πόλεμο κοντάρια,
λογιάζοντας αστόχαστα πως έτσι
θα πάψουν των θνητών τις συμφορές•
γιατί αν το δίκιο σου ζητάς με το αίμα,
η αμάχη δε θα λείψει από τον κόσμο•
γι’ αυτήν οι Πριαμίδες πήγαν
κάτω στη γης, ενώ μπορούσαν
μονάχα με τα λόγια, Ελένη,
τέλος να δώσουν στην έχθρα.
Τώρα στον Άδη ‘ναι βαθιά χωμένοι,
τα κάστρα τους φωτιά τα ‘χει σαρώσει
σαν κεραυνός του Δία κι εσύ
πέρασες βάσανα και βάσανα
που αβάσταχτους σηκώσαν θρήνους. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1107-11664 )
Μετά έρχεται ο Θεοκλύμενος με τη συνοδεία του, έχοντας πληροφορηθεί τον ερχομό ενός Έλληνα, αλλά αγνοεί πως είναι ο Μενέλαος. Βρίσκει την πανέμορφη κυρά με κομμένα τα ξανθά της μαλλιά και πένθιμα ντυμένη. Η Ελένη του λέει, τάχα, πως ο ξένος της έφερε το μαντάτο ότι ο άντρας της πνίγηκε. Έτσι τώρα ήταν ελεύθερη να τον παντρευτεί. Πρώτα όμως έπρεπε να κάνει το καθήκον της προς το νεκρό. Ας παρακολουθήσουμε αυτό τον διάλογο, στον οποίο μετά θα πάρει μέρος κι ο Μενέλαος:
«ΘΕ.: Γιατί φόρεσες μαύρα, τα μαλλιά σου
γιατί έκοψες, Ελένη, γιατί τρέχουν
τα δάκρυα στην όψη σου απ’ το κλάμα;
Όνειρα μη σε τρόμαξαν το βράδυ,
χρησμούς κακούς σου δώσανε στο σπίτι
κι έχεις παραλοΐσει από τη θλίψη;
ΕΛ.: Αφέντη, - τώρα πια έτσι θα σε λέω-
Πέθανα, δεν υπάρχω κι όλα πάνε.
ΘΕ.: Τι τρέχει; Ποια σε βρήκε δυστυχία;
ΕΛ.: Πώς να το πω; Ο Μενέλαός μου πάει.
ΘΕ.: Δε χαίρομαι γι’ αυτά κι ας με συμφέρουν.
Πώς το ‘μαθες; Σου το ‘πε η Θεόνη;
ΕΛ.: Κι αυτή και τούτος που είδε το χαμό του.
ΘΕ.: Ήρθε κανείς με ξάστερες ειδήσεις;
ΕΛ.: Ναι• κι όπου λογιάζω αυτός ας φτάσει
ΘΕ.: Που είναι; Ποιος; Καθάρια πες να μάθω.
ΕΛ.: Αυτός που ‘χει ζαρώσει εκεί στον τάφο.
ΘΕ.: Ω! Απόλλωνα, κουρέλια η φορεσιά του.
ΕΛ.: Κι ο άντρας μου τα ίδια θα φορούσε.
ΘΕ.: Ο τόπος του ποιος είναι; Πού έχει αράξει;
ΕΛ.: Έλληνας, Αχαιός, του αντρός μου ναύτης.
ΘΕ.: Για του Μενέλαου το χαμό τι λέει;
ΕΛ.: Τέλος φριχτό, τα κύματα τον πήραν.
ΘΕ.: Ταξίδευε σε θάλασσες βαρβάρων;
ΕΛ.: Τσακίστηκε στα βράχια της Λιβύης.
ΘΕ.: Και πώς αυτός δε χάθηκε μαζί του;
ΕΛ.: Οι ταπεινοί παρά οι τρανοί γλιτώνουν.
ΘΕ.: Του καραβιού πού είναι τα συντρίμια;
ΕΛ.: Εκεί που αυτός κι όχι ο Μενέλαος να πνιγόταν.
ΘΕ.: Κείνος εχάθη. Με ποιο ήρθε αυτός καράβι;
ΕΛ.: Τον πήραν κάποιοι ναύτες, όπως λέει.
ΘΕ.: Κι αυτή που αντί για σένα ήταν στην Τροία;
ΕΛ.: Τον ίσκιο λές; Ψηλά στα ουράνια πήγε.
ΘΕ.: Πρίαμε, Τροία, του κάκου σας χαλάσαν.
ΕΛ.: Υπόφερα πολλά κι εγώ μαζί τους.
ΘΕ.: Τον άντρα σου τον έθαψαν ή όχι;
ΕΛ.: Άταφος μένει• αχ! μαύρες συμφορές μου.
ΘΕ.: Γι’ αυτό και τα ξανθά μαλλιά έχεις κόψει;
ΕΛ.: Όπου κι αν είναι τώρα, τον πονάω.
ΘΕ.: Σωστά θρηνείς γι’ αυτή τη δυστυχία…
ΕΛ.: Εύκολα ξεγελιέται η αδερφή σου;
ΘΕ.: Όχι• κι εδώ στον τάφο ακόμη θα ‘σαι;
ΕΛ.: Τώρα που πέθανε, γιατί με περιπαίζεις;
ΘΕ.: Πιστή μένεις σ’ αυτόν και μ’ αποφεύγεις.
ΕΛ.: Τώρα όχι πια• το γάμο να ετοιμάσεις.
ΘΕ.: Άργησες να με στέρξεις, χαίρομαι όμως.
ΕΛ.: Ας ξεχαστούνε τα παλιά. Θα κάνεις…
ΘΕ.: Η χάρη θέλει αντίχαρη• τι πράγμα;
ΕΛ.: μαζί μου τώρα ομόνοια και φιλία.
ΘΕ.: Πάει ο θυμός που σου είχα, είναι φευγάτος.
ΕΛ.: Πέφτω στα γόνατά σου, αφού ‘σαι φίλος.
ΘΕ.: Τι μου ζητάς, παρακαλώντας έτσι;
ΕΛ.: Τον πεθαμένο άντρα μου να θάψω.
ΘΕ.: Τάφος χωρίς νεκρό• σκιά θα θάψεις;
ΕΛ.: Συνήθεια των Ελλήνων, τον πνιγμένο…
ΘΕ.: Είναι πολύ σοφοί σ’ αυτά• τι κάνουν;
ΕΛ.: σ’ αδειανά πέπλα εντάφια τον κηδεύουν.
ΘΕ.: Στη χώρα μου όπου θες χτίσ’ του έναν τάφο.
ΕΛ.: Όσοι πνιγήκαν, δεν τους θάβουμε έτσι.
ΘΕ.: Μα τότε πώς; Δεν ξέρω τα έθιμά σας.
ΕΛ.: Γι’ αυτούς σκορπάμε δώρα μες στο κύμα.
ΘΕ.: Για το νεκρό τι θέλεις να σου δώσω;
ΕΛ.: Τίποτα δε γνωρίζω, ετούτος ξέρει.
ΘΕ.: Μας έφερες καλό μαντάτο, ξένε.
ΜΕ.: Μήτε για το νεκρό μήτε για μένα.
ΘΕ.: Πώς θάβετε τους θαλασσοπνιγμένους;
ΜΕ.: Σύμφωνα με το βιός που ΄χε καθένας.
ΘΕ.: Για χάρη της, ό,τι κι αν πεις, στο δίνω.
ΜΕ.: Πρώτα για τους νεκρούς ένα σφαχτάρι.
ΘΕ.: Όποιο διαλέξεις ζώο, θα σου δώσω.
ΜΕ.: Εσύ να ορίσεις• δώσε μου ό,τι θέλεις.
ΘΕ.: Εδώ σφάζουμε εμείς άλογο ή ταύρο.
ΜΕ.: Από καλή μονάχα να ‘ναι ράτσα.
ΘΕ.: Πολλά μες στα κοπάδια μας υπάρχουν.
ΜΕ.: Κι ένα αδειανό κρεβάτι με στρωσίδια.
ΘΕ.: Κι αυτό θα γίνει. Τι άλλο του προσφέρουν;
ΜΕ.: Τον πόλεμο αγαπούσε, χάλκινα όπλα.
ΘΕ.: Αντάξια για του Πέλοπα το γένος.
ΜΕ.: Κι όσους καλούς καρπούς η γη δωρίζει.
ΘΕ.: Λοιπόν; Πώς τα σκορπάτε μες στο κύμα;
ΜΕ.: Καράβι θα χρειαστεί με λαμνοκόπους.
ΘΕ.: Και πόσο αλάργα απ’ τη στεριά θα πάει;
ΜΕ.: Όσο που τ’ αφρονέρια του να βλέπεις.
ΘΕ.: Γιατί; Έτσι συνηθίζουν στην Ελλάδα;
ΜΕ.: Για να μη βγει το μίασμα στ’ ακρογιάλι.
ΘΕ.: Γρήγορο πλοίο φοινικικό θα δώσω.
ΜΕ.: Σωστά θα τιμηθεί ο Μενέλαος έτσι.
ΘΕ.: Δίχως αυτήν εσύ δε φτάνεις τάχα;
ΜΕ.: Μάνας το έργο αυτό, γυναίκας, τέκνου.
ΘΕ.: Πρέπει, όπως λες, αυτή να τόνε θάψει.
ΜΕ.: Ασέβεια το νεκρό να μην τιμήσει.
ΘΕ.: Λοιπόν ας γίνει έτσι• θέλω να ‘χω
γυναίκα ευλαβική. Μες στο παλάτι
πήγαινε εσύ και διάλεξε όσα πρέπει
δώρα για το νεκρό…… » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1186-1281 )
O Αιγύπτιος ρήγας έδωσε τις αναγκαίες εντολές για να ικανοποιήσει της μέλλουσας γυναίκας του την πεθυμιά, χωρίς να βάζει ο νους του πως εκείνη με δολερά τεχνάσματα τον είχε πλανέψει και το πλοίο, που τάχα θα χρησιμοποιούσε για τα ταφικά έθιμα, θα ήταν αυτό, με το οποίο θα γινόταν η πραγματική απαγωγή της, αφού εκείνη του Πάρη ήταν άσκοπη, μετά από την Ήρας την πλεκτάνη. Ακόμη και την τελευταία στιγμή θέλησε ν’ αποτρέψει την πανέμορφη κυρά από του να λάβει μέρος στις εντάφιες τελετές. Εξάλλου γάμο είχαν μπροστά τους και χαρές, γιατί να σκιάσει τη χαρά θανάτου έθιμο;
« ΘΕ.: Δούλοι, με τη σειρά να προχωράτε,
καθώς ο ξένος όρισε, κρατώντας
τις προσφορές που θα ριχτούν στο κύμα.
Ελένη, αν δε νομίζεις πως μιλάω
ανόητα, άκουσέ με κι εδώ μείνε•
στον άντρα σου τα ίδια θα προσφέρεις,
είσαι δεν είσαι μέσα στο καράβι.
Φοβάμαι μήπως σου ‘ρθει επιθυμία,
στο πέλαο να ριχτείς από τη θλίψη
για τις χάρες του Μενέλαου, μια κι έτσι
πολύ πικρά γι’ αυτόν αναστενάζεις.
ΕΛ.: Καινούργιε μου άντρα, πρέπει να τιμήσω
και τον πρώτο μου γάμο• θα μπορούσα
να σκοτωθώ για το νεκρό μου ταίρι•
Άσε να πάω και στον πεθαμένο
τα εντάφια να προσφέρω δώρα. Εκείνα
που θα ‘θελα, οι θεοί να σου χαρίσουν
μα και στον ξένο, που έτσι με βοηθάει.
Γυναίκα σου σωστή καθώς ταιριάζει,
θα μ’ έχεις στο παλάτι, αφού κι εμένα
και το Μενέλαο ωφελείς. Η μοίρα
καλά τα φέρνει ως τώρα. Και για να ‘ναι
η χάρη που μου κάνεις τελειωμένη,
πρόσταξε να μας δώσουν το καράβι.
ΘΕ.: Εσύ ένα σκάφος της Σιδώνας δώσ’ τους
Με λαμνοκόπους και κουπιά πενήντα…» ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1390-1413 )
Πραγματικά, η τύχη καλά τα ‘φερνε μέχρι εκεί για της Σπάρτης το βασιλικό ζευγάρι. Ο Θεοκλύμενος απονήρευτος τίποτα δεν είχε καταλάβει. Σαν του έδωσε υπόσχεση η Ελένη, με το σκέρτσο της και της θεϊκής ομορφιάς τη χάρη, ένιωσε όλο τον κόσμο δικό του. Σιμά, όμως, ήταν η ώρα που όλα του τα όνειρά θα τα ‘βλεπε σμπαράλια. Ο ναυαγός της Σπάρτης ρήγας, πριν να λύσουν τα σχοινιά και τ’ αφρόνερα ζώσουν το σκαρί, έκανε δέηση, να τελειώσουν επιτέλους τα βάσανά τους:
«Ω! Δία, πατέρα και σοφό σε λέω
θεό, πονετικό βλέμμα να ρίξεις
σ’ εμάς, απ’ τα δεινά λευτέρωσέ μας.
Πάμε για το γκρεμό, γοργά βοήθα•
με τ’ ακροδάχτυλό σου αν μας αγγίξεις,
θα ‘χουμε φτάσει εκεί που λαχταρούμε.
Πλήθος οι περασμένες συμφορές μας.
Θεοί, πολλές φορές χαρές και λύπες
εγεύτηκα από σας• μα τώρα πρέπει
κι εγώ να ορθοποδήσω κι όχι πάντα
να με κυκλώνει το κακό• τη χάρη
κάντε μου αυτή και θα ‘μαι ευτυχισμένος. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1441-1450 )


Δεν υπάρχουν σχόλια: