Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Ωραία Ελένη


[[ δαμ- ων ]]

Ε΄ Μέρος
Οι θεοί συντρέξανε τους ανθρώπους, που στο σχέδιό τους πιστά βοηθήσαν, ώστε η γη ν’ αλαφρώσει από των θνητών το βάρος, τον ξανθομάλλη βασιλιά Μενέλαο και την πανώρια γυναίκα του Ελένη, τη μονάκριβη θυγατέρα του Δία από θνητή γυναίκα. Όλα πήγαν καθώς τα είχαν σχεδιασμένα, κι έτσι το ζευγάρι, που από των θεών τη βουλή έμεινε για πολλά χρόνια χώρια, σήκωσε πανιά με πρίμο αγέρα για του Ναυπλίου το αφροστεφάνωτο ακρογιάλι. Κάποιος δούλος του ρήγα Θεοκλύμενου, έφερε στο παλάτι, που όλα αυτά τα χρόνια φιλοξένησε την Ελένη, τα θλιβερά μαντάτα πως μάταια γίνονταν του γάμου οι ετοιμασίες. Ο αγγελιοφόρος – δούλος μ’ αυτά τα λόγια περιέγραψε τα τεχνάσματα της όμορφης κυράς:
« Αφήνοντας η Ελένη το παλάτι,
κατέβαινε στη θάλασσα, με βήμα
βαρύ κι αργό τον άντρα της θρηνώντας
που ζωντανός κοντά της ήταν όμως.
Σαν φτάσαμε όλοι στο καραβοστάσι,
τραβήξαμε ένα πλοίο της Σιδώνας
μεγάλο κι αταξίδευτο, πενήντα
κουπιά, πενήντα πάγκους είχε. Τότε
πέσαμε στη δουλειά• κατάρτι ο ένας
στεριώνει, τα κουπιά προσδένουν άλλοι,
σιάζουν τ’ άσπρα πανιά και το τιμόνι
στη θέση του καλά το συναρμόζουν.
Κι ενώ δουλεύαμε έτσι, στ’ ακρογιάλι,
θαρρείς κι αυτό περίμεναν, προβάλλουν
Έλληνες, του Μενέλαου συντρόφοι,
κουρέλια απ’ το ναυάγιο φορώντας,
καλοί στην όψη, αλλά γεμάτοι λέρα.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Αυτός μόλις τους είδε, τους φωνάζει
Με λυπημένη τάχα τη φωνή του:
« Κακόμοιροι, πως φτάσατε εδώ πέρα;
Το ελληνικό σας πλοίο έχει βουλιάξει;
Τον πεθαμένο γιο του Ατρέα μαζί μου
θα θέλατε να θάψετε; Η Ελένη
τάφο αδειανό θα του προσφέρει». Εκείνοι,
κάνοντας πως δακρύζουν, στο καράβι
προχώρησαν, τις προσφορές βαστώντας
που θα ‘ριχναν στη θάλασσα. Υποψίες
μας έζωσαν και μουρμουρίζαμε όλοι
πως ήτανε πολλοί οι καινούριοι ξένοι.
Στα λόγια σου πιστοί σωπαίναμε όμως•
μας είχανε μπερδέψει οι προσταγές σου
που όριζαν αρχηγό στο πλοίο εκείνον.
Εύκολα αυτά τα βάλαμε στο σκάφος•
ωστόσο ο ταύρος στύλωσε τα πόδια•
μούγκριζε κυκλοστρέφοντας τα μάτια,
εκύρτωνε τη ράχη του κοιτώντας
μέσ’ απ’ τα κέρατά του μ’ άγριο βλέμμα,
μη αφήνοντας κανέναν να τον πιάσει.
Τότε ο Μενέλαος φώναξε. « Της Τροίας
οι κουρσευτές εσείς, στους δυνατούς σας
ώμους τον ταύρο αυτόν μα μιας σηκώστε,
καθώς είναι συνήθεια των Ελλήνων,
και φέρτε τον στην πλώρη για σφαχτάρι
του πεθαμένου ». Σύγκαιρα το ξίφος
τράβηξε. Αυτοί γοργά στην προσταγή του
τον ταύρο αρπούν και μες στο πλοίο τον φέρνουν.
Χαϊδεύοντας το κούτελο του αλόγου
και το λαιμό, ο Μενέλαος γαλήνια
το ανέβασε. Όταν φορτωθήκαν όλα,
πατώντας αλαφρά στα σκαλοπάτια,
μπήκε στερνή και κάθισ’ η Ελένη•
δίπλα της ο Μενέλαος που τον λέγαν
νεκρό• δεξιά κι αριστερά του οι άντρες
πλάι- πλάι σταθήκαν ισομοιρασμένοι,
κρύβοντας μες στα ρούχα τα σπαθιά τους•
στου κελευστή το πρόσταγμα, οι φωνές μας
γεμίσαν τ’ ακρογιάλι• ο τιμονιέρης,
σαν ξανοιχτήκαμε, ρωτάει. « Ξένε,
πιο μέσα θ’ αρμενίσουμε ή καλά είναι;
Εσύ ‘σαι στο καράβι ο κυβερνήτης ».
Εκείνος αποκρίθηκε. « Καλά είναι ».
Και παίρνοντας το ξίφος πάει στην πλώρη
για τη θυσία• ως έσφαζε τον ταύρο,
για το νεκρό δε μίλησε καθόλου,
μα προσευχόταν έτσι: « Ω! Ποσειδώνα,
που κατοικείς στο πέλαο το γαλάζιο,
κι εσείς σεβάσμιες κόρες του Νηρέα,
φέρτε μας ζωντανούς στα περιγιάλια
του Ναύπλιου τη γυναίκα μου κι εμένα ».
Κι έπεφτε ορμητικά μέσα στο κύμα,
καλός οιωνός, το αίμα για τον ξένο.
Τότε φώναξε κάποιος. « Προδοσία,
μας έχει ξεγελάσει ο καπετάνιος.
Πρόσταξε, κελευστή, γυρνάτε πίσω,
στρέψε το δοιάκι στη στεριά ». Πατώντας
το σκοτωμένο ταύρο, στους δικούς του
κράζει ο Μενέλαος. « Βλαστάρια της Ελλάδας,
τι αργείτε; Μπρος, σκοτώστε τους βαρβάρους,
πετάχτε τους στη θάλασσα σφαγμένους ».
Μα ο κελευστής στους ναύτες του φωνάζει
τ’ αντίθετα. « Σηκώστε όποιο κοντάρι
βρεθεί μπροστά σας, σπάστε σεις τους πάγκους,
απ’ τους σκαρμούς ξελύστε τα κουπιά σας,
και των εχθρών ματώστε τα κεφάλια ».
‘Ολοι πετάχτηκαν ορθοί, βαστώντας
σπαθιά απ’ τη μια μεριά, ξύλα απ’ την άλλη•
το πλοίο γέμισε αίμα κι η Ελένη
τους κέντριζε απ’ την πρύμνα. « Πού είναι η δόξα
της Τροίας; Ελάτε, δείξτε στους βαρβάρους
τη δύναμή σας ». Στην ορμή του αγώνα
σωριάζονται, ξανά σηκώνονται άλλοι
κι άλλους βλέπεις νεκρούς. Αρματωμένος
εκοίταζε ο Μενέλαος ολούθε
κι όπου έβλεπε να σπάζουν οι δικοί του,
έτρεχε εκεί βαστώντας το σπαθί του
και μας ανάγκαζε έτσι να πηδάμε
στο πέλαγο, ώσπου τέλος το καράβι
άδειασε από τους ναύτες σου. Κατόπι
στον τιμονιέρη πάει και τον προστάζει
να βάλει πλώρη ολόισα στην Ελλάδα.
Σηκώσαν τα πανιά κι αγέρας πρίμος
φύσηξε αμέσως. Φύγαν απ’ τη χ’ωρα…» ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1526-1613 )
Χολώθηκε ο ρήγας σαν άκουσε από του δούλου το στόμα τα μαντάτα. Πίσω από την όμορφη θωριά της γυναίκας, που του είχε συνεπάρει τα μυαλά, έχιδνα κρυβόταν που του φαρμάκωσε την καρδιά. Μα και της αδελφής η προδοσία του έφερε ζαλάδα. Αμέσως θέλησε να πάρει εκδίκηση, του φυγάδες με γοργοτάξιδα σκαριά να κυνηγήσει σπέρνοντας το θάνατο στους λογοπλάνους, και της αδελφή του να σφάξει. Ο τραγικός μας ποιητής μας παρουσιάζει τότε τους αδελφούς της ομορφορήγησσας, τους Διόσκουρους, στο θεολογείο να δίνουν όμορφο τέλος στης Ελένης την περιπέτεια και ν’ αποτρέπουν την τιμωρία της Θεόνης:
« Της χώρας βασιλιά, Θεοκλύμενε, άκου•
συγκράτησε τον άπρεπο θυμό σου•
οι Διόσκουροι μιλούν, οι γιοι της Λήδας,
τ’ αδέρφια της Ελένης που ‘χει φύγει
απ’ το παλάτι σου• γραφτό δεν ήταν
γυναίκα σου να γίνει• μη θυμώνεις.
Η κόρη της Νηρηίδας, η αδερφή σου
Θεόνη δε σ’ αδικεί που δείχνει σέβας
στους νόμους των θεών και στου γονιού σου
τις δίκαιες εντολές. Όριζε η μοίρα
στο σπίτι σου να μείνει ως τώρα μόνο•
όταν συθέμελα την Τροία γκρεμίσαν,
τ’ όνομα της Ελένης δε χρειαζόταν
στους θεούς άλλο• πρέπει αυτή να ζήσει
με τον παλιό της άντρα και μαζί του
στο σπιτικό της να γυρίσει πίσω.
Λοιπόν στην αδερφή σου μην υψώσεις
το μαύρο σου σπαθί και να το ξέρεις
πως φρόνιμα έχει πράξει. Την Ελένη,
αφού θεούς μας έκαμεν ο Δίας,
θα ‘χαμε σώσει από καιρό• όμως στέκουν
άλλοι θεοί κι η Μοίρα πάνωθέ μας
κι έτσι το θέλησαν• αυτά για σένα•
στην αδερφή μας τούτα προφητεύω:
Πήγαινε με τον άντρα σου και πρίμος
αγέρας θα φυσάει• από κοντά σας,
εμείς, τα δυο σου αδέρφια, θα βοηθούμε,
στο κύμα καβαλάρηδες, να φτάσεις
στη Σπάρτη. Κι όταν πια τελειώσουν
οι μέρες της ζωής σου και πεθάνεις,
θεά θα ονομαστείς κι απ’ τους ανθρώπους,
μαζί με μας, θα δέχεσαι θυσίες
και δώρα, όπως έχει ορίσει ο Δίας.
Και το νησί που απλώνεται σε μάκρος
στην Αττική ξαγνάντια σα φρουρός της,
Ελένη θα το λεν, γιατί σ’ εκείνο
σε πρωτοπήγ’ ο Ερμής, όταν σε πήρε
από το σπίτι σου και στον ουράνιο
δρόμο σ’ ανέβασε, για να ξεφύγεις
τον έρωτα του Πάρη. Στων Μακάρων
τα νησιά ο πολυπλάνητος θα πάει
Μενέλαος• οι θεοί τ’ αποφασίσαν•
ποτέ για τους καλούς δε νιώθουν μίσος,
στους ταπεινούς μονάχα στέλνους πόνους. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1642-1679 )
Ο Ισοκράτης, αναφέρεται στη θέωση της Ελένης, όπως προφήτεψαν οι Διόσκουροι, και γράφει:
« Ου γαρ μόνον αθανασίας έτυχεν, αλλά και την δύναμιν ισόθεον λαβούσα…έτι γαρ καιο νυν εν Θεράπναις της Λακωνικής θυσίας αυτοίς αγίας και πατρίας αποτελούσιν ουχ ως ήρωσιν αλλ’ ως θεοίς αμφοτέροις ούσιν.»
[ Μετάφρ.: Όχι μόνο έμεινε αθάνατη , αλλά απέκτησε και δύναμη ίση μ’ εκείνη των θεών… Ακόμη και σήμερα, κάνουν προς τιμή τη; Ελένης και του Μενέλαου ιερές θυσίες στις Θεράπνες της Λακωνίας, ακολουθώντας τις προγονικές παραδόσεις, λατρεύοντάς τους όχι ως ήρωες, αλλά ως θεούς.] ( Ισοκράτης, “Ελένης εγκώμιον”61-62)
Ο προδομένος Θεοκλύμενος συναινεί στα όσα λένε οι Διόσκουροι και στο τέλος της πλέκει το εγκώμιο:
« Να ξέρετε πως είν’ η αδερφή σας
γεμάτη ευγένεια και φρονιμάδα.
Να καμαρώνετε για τους καλούς της
τρόπους, χαρίσματα που λίγες τα ‘χουν. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” 1684-1687 )
Το ίδιο την τιμά και ο Ισοκράτης δίνοντας στο εγκώμιό του κάποια άλλη διάσταση: [ …δίκαια θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την Ελένη ως αιτία του ότι δεν γίναμε δούλοι των βαρβάρων. Χάρη σ’ αυτή βλέπουμε τους Έλληνες ενωμένους να εκστρατεύουν από κοινού εναντίον των βαρβάρων και την Ευρώπη να υψώνει για πρώτη φορά το τρόπαιο της νίκης εναντίον της Ασίας…]





Δεν υπάρχουν σχόλια: