Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Ο μύθος του Ακταίωνα

[[ δαμ- ων ]]

Ένας μύθος του Θηβαϊκού κύκλου αναφέρεται στον Ακταίωνα, τον εγγονό του Κάδμου. Τόσο ο Ακταίονας, όσο και ο ξάδερφός του Πενθέας βρήκαν τραγικό θάνατο, γιατί κατακρεουργήθηκαν, ο πρώτος από τους σκύλους του, κι ο δεύτερος από τις Μαινάδες της Θήβας, με προεξάρχουσα τη μητέρα του Αγαύη.
Ο Ακταίωνας ήταν γιος της τέταρτης κόρης του Κάδμου, της Αυτονόης, και του Αρισταίου (*1). Ο εγγονός του Κάδμου έγινε ονομαστός κυνηγός, αλλά χάθηκε άδικα, τιμωρημένος από την Άρτεμη.
Ο Ακταίωνας ανατράφηκε στο Πήλιο από τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα (*2), έχοντας εγκατασταθεί στη σπηλιά του. Ο Κένταυρος του έμαθε πολλά, αλλά κυρίως του έμαθε την τέχνη του δοξαριού κι έγινε εξαίρετος κυνηγός. Κανένα βράδυ δε γύρισε στο σπίτι με άδειο τον κυνηγητικό του σάκο. Αργότερα και μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ. στον Κιθαιρώνα έδειχναν την ‘‘κοίτη του Ακταίωνα’’, δηλαδή το βράχο, όπου κατά την παράδοση, έγερνε και κοιμόταν ο ξακουστός κυνηγός για να ξεκουραστεί.
Ο Ακταίωνας είχε πενήντα λαγωνικά, για το οποία ήταν περήφανος. Το καθένα είχε το όνομά του, όπως Χάροντας, Άρπυια, Παμφάγος, Τίγρης, Νεβροφόνος, Κόρακας, Λυκόττας, Λυγκεύς, Βαλίος, Σπαρτός, Ώμαγρος, Βορής κ.λ.π. Η φήμη του διαδόθηκε τόσο, που δεν άργησε να γίνει σύντροφος της ίδιας της θεάς του κυνηγιού, στα κυνήγια της.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ένα καλοκαιριάτικο σούρουπο η θεά Άρτεμη, κουρασμένη από το ολοήμερο περπάτημα, έτυχε να αποτραβηχτεί σε μια ρεματιά του Κιθαιρώνα, με πεντακάθαρα νερά, για να δροσιστεί στα νερά της Παρθένιας πηγής της. Τα κρυσταλλένια της νερά αυλάκωναν μια ολάνθηστη κοιλάδα, με μύρια τόσα πετούμενα να τιτιβίζουν, πολύχρωμες πεταλούδες να προσθέτουν το χρώμα τους στο χρώμα των λουλουδιών και μέλισσες να βουίζουν πετώντας από λούλουδο σε λούλουδο αναζητώντας της φύσης το νέκταρ, όπου πλατάνια και μυρσίνες φύτρωναν τριγύρω από το ρέμα που το γάργαρο νερό πότιζε τη γη. Ορθόστηθα ξεπετιούνταν τα κυπαρίσσια, σαν πελώριες μαύρες σαΐτες και πιο πάνω άρχιζαν τα ελάτια να σκορπούν το άρωμά τους.
Κάπου έκαναν της πηγής τα νερά μια λιμνούλα, στολισμένη με ροδόλευκα νούφαρα. Εκεί σ’ ένα σκιερό πλάτανο, που τον κορμό του ζώναν δέκα λεβεντονιοί, κρέμασε η περθενοταγμένη κόρη της Λητώς το τόξο με τη σκληρή χορδή και τις σαΐτες, που ήσαν με τάξη βαλμένες σε φαρέτρα καμωμένη από ελαφοτόμαρο, ζωγραφισμένη με σκηνές του κυνηγιού. Οι συντρόφισσες Νύμφες (*3) τη βοήθησαν να βγάλει τα σαντάλια, της ‘δεσαν τα μαλλιά κι άρχισαν με τα κρινοδάχτυλά τους να ρίχνουν νερό στης θεάς την κεφαλή.
Όμως για κακή του τύχη πήγε και ο Ακταίωνας να ποτίσει τα σκυλιά του κι έτσι, χωρίς να το θέλει, αντίκρισε για μια στιγμή τη θεά να λούζεται.
Υπάρχει θνητός άντρας, που είδε ποτέ θεά γυμνή και δεν το πλήρωσε, έστω κι αν δεν έφταιγε;
Τσιρίσματα από τις Νύμφες αντήχησαν στη ρεματιά, κάνοντας τα γλυκόλαλα αηδόνια να πάψουν το τραγούδι τους με το οποίο υμνούσαν τα κάλλη της θεάς, κι ευθύς κύκλο έκαμαν για να κρύψουν τη γύμνια της σαϊτορίχτρας παρθενοκόρης.
Το ακούσιο αμάρτημά του ο Ακταίωνας το πληρώνει πολύ βαριά. Όπως ο ήλιος βάφει πορφυρά τα νέφη, σαν αρχίζει τον ανηφορικό του δρόμο στην ανατολή ή σαν γέρνει αποσταμένος προς τη μεριά της δύσης, έτσι κοκκίνισε μανιασμένη η Άρτεμη και τα μάτια της άστραψαν από θυμό και φάνταζε, έτσι, ακόμα πιο ωραία. Έφερε το ένα χέρι να σκεπάσει τα τορνευτά της ροδόστηθα και σκύβοντας με το άλλο πήρε νερό, που το ‘ριξε στο πρόσωπό του νέου, λέγοντάς του: «Τώρα είσαι ελεύθερος να πεις ότι με είδες γυμνή…, εφόσον βέβαια είσαι σε θέση να μιλήσεις» Με το που έπεσε το νερό στο παλικάρι, αυτό μεταμορφώθηκε σε γοργοπόδαρο ξανθό ελάφι. Έτσι λέπτυναν τα πόδια του, μάκρυνε ο λαιμός του, μεγάλωσαν τ’ αυτιά του κι έγιναν μυτερά, το κορμί του γέμισε τρίχες και στο κεφάλι του φύτρωσαν κέρατα κλαδωτά. Ταυτόχρονα η θεά ενέβαλε λύσσα στους σκύλους, που χωρίς να ξέρουν τι κάνουν, πήραν στο κυνήγι τον κύριό τους, που τρομαγμένος το ‘βαλε στα πόδια. Αλυχτώντας τα μανιασμένα σκυλιά κυνήγησαν πολλή ώρα τον μεταμορφωμένο σε ελάφι εγγονό του Κάδμου. Σιγά- σιγά οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν κι ένιωσε την πρώτη σουβλερή δαγκωματιά στα ιδρωμένα του καπούλια. Φώναξε ικετευτικά στους αγριεμένους σκύλους :
«- Λυπηθείτε με! Εγώ είμαι ο Ακταίωνας, τ’ αφεντικό σας ». Μα του κάκου, τα κυνηγόσκυλα δεν καταλάβαιναν πως κομμάτιαζαν τον αφέντη τους.
Κι όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος : “ πρώτοι γαρ μέλαν αίμα πίον σφετέροιο άνακτος ”. Μετά, αφού πέρασε το κακό, τα σκυλιά γύριζαν, αλυχτώντας θλιμμένα, σε όλη τη χώρα και γύρευαν τον κύριό τους, ώσπου έφτασαν στη σπηλιά του Χείρωνα. Αυτός τα λυπήθηκε, βλέποντας τον καημό τους, και έφτιαξε ένα ομοίωμα ( είδωλον κατεσκεύασεν Ακταίωνος ) του Ακταίονα για να το βλέπουν και να ξεγελιούνται.
Μετά από τον αποτρόπαιο θάνατό του ο Ακταίονας στοίχειωσε και σαν φάντασμα τριγύριζε στη χώρα των Ορχομενίων, προκαλώντας ζημιές αλλά και τον τρόμο στους κατοίκους. Στην απόγνωσή τους οι Ορχομένιοι (*4) ζήτησαν τη συμβουλή από το μαντείο των Δελφών, τι πρέπει να κάνουν για να γλιτώσουν από το κακό, που τους είχε βρει. Πήραν την εντολή να ψάξουν και να βρουν τα κόκαλα από το σώμα του Ακταίονα, που είχαν απομείνει και να τα θάψουν. Μετά να φτιάξουν μια χάλκινη εικόνα, όμοια με το φάντασμα που έβλεπαν, και να την καρφώσουν πάνω σ’ ένα βράχο με σιδερένιο καρφί.(*5)
Υπάρχει παραλλαγή του μύθου, στην οποία ο Ακταίονας υπερηφανεύθηκε πως είναι καλύτερος και πιο επιδέξιος κυνηγός από την Άρτεμη. Η θεά τον τιμώρησε γι’ αυτή την αλαζονεία. Αυτή την εκδοχή παρουσιάζει ο τραγικός ποιητής μας Ευριπίδης στην τραγωδία του “Βάκχαι”, όπου ο Κάδμος συμβουλεύει τον άλλο εγγονό του Πενθέα να είναι λογικός και να μην τα βάζει με τον Διόνυσο:
«ὁρᾷς τὸν Ἀκτέωνος ἄθλιον μόρον,
ὃν ὠμόσιτοι σκύλακες ἃς ἐθρέψατο
διεσπάσαντο, κρείσσον' ἐν κυναγίαις
Ἀρτέμιδος εἶναι κομπάσαντ', ἐν ὀργάσιν.»
[ Μετ.: «Θυμήσου τον Ακταίωνα
τι θάνατο που είχε∙
οι σκύλες του που τάιζε
ζωντανό τον εφάγαν
μέσα στα βουνοτόπια,
γιατί περηφανεύτηκε
πως στο κυνήγι πιο καλός
από την Άρτεμη είναι. ] (Ευριπίδης, “Βάκχαι”, 337- 340)
Σε μια άλλη παραλλαγή, που παρουσιάζουν ο Διόδωρος και ο Υγίνος, ο Ακταίονας ήρθε στην πηγή, όπου λουζόταν η θεά με σκοπό να την αποπλανήσει. Αυτή πάνω στο θυμό της για την ανόσια πράξη του τον μεταμόρφωσε σε ελάφι. Σε κάποια άλλη παραλλαγή ο εγγονός του Κάδμου σκότωσε πολλά θηράματα και με τη συνοδεία του τα μετέφερε στην πηγή, όπου η θεά έπαιρνε το λουτρό της για να της αφιερώσει τα θηράματα και να την δελεάσει με σκοπό να της κάνει πρόταση γάμου. Υπάρχει και η παραλλαγή , την οποία μας μεταφέρουν οι Στησίχορος και Ακουσίλαος, όπου η τιμωρία του Ακταίονα ήταν προσχεδιασμένη από τον Δία, γιατί νέος τόλμησε να ερωτευθεί τη θεία του Σεμέλη, αγαπημένη του Δία και μητέρα του Διόνυσου.
Ο Παυσανίας στα Βοιωτικά (IX.2.3) γράφει: «Aὕτη μὲν ἀπ' Ἐλευθερῶν ἐς Πλάταιαν ἄγει,.Tοῖς δὲ ἐκ Μεγάρων ἰοῦσι πηγή τέ ἐστιν ἐν δεξιᾷ καὶ προελθοῦσιν ὀλίγον πέτρα: καλοῦσι δὲ τὴν μὲν Ἀκταίωνος κοίτην, ἐπὶ ταύτῃ καθεύδειν φάμενοι τῇ πέτρᾳ τὸν Ἀκταίωνα ὁπότε κάμοι θηρεύων, ἐς δὲ τὴν πηγὴν ἐνιδεῖν λέγουσιν αὐτὸν λουμένης Ἀρτέμιδος ἐν τῇ πηγῇ. Στησίχορος δὲ ὁ Ἱμεραῖος ἔγραψεν ἐλάφου περιβαλεῖν δέρμα Ἀκταίωνι τὴν θεόν, παρασκευάζουσάν οἱ τὸν ἐκ τῶν κυνῶν θάνατον, ἵνα δὴ μὴ γυναῖκα Σεμέλην λάβοι.» [ Μετάφρ.: Ο δρόμος αυτός οδηγεί από τις Ελευθερές στην Πλάταια. Οι ερχόμενοι από τα Μέγαρα έχουν στα δεξιά μια πηγή, και λίγο πιο πέρα ένα βράχο, που ονομάζεται κρεββάτι του Ακταίωνα. Λένε πως πάνω στο βράχο αυτό κοιμόταν ο Ακταίωνας, όποτε κουραζόταν κυνηγώντας και στην πηγή είχε κοιτάξει ο Ακταίωνας την ώρα που η Άρτεμη έκανε το λουτρό της σ’ αυτή. Ο Ιμεραίος Στησίχορος έγραψε πως η θεά είχε περιβάλει τον Ακταίωνα με δορά ελαφιού προετοιμάζοντας τη θανάτωσή του από τα σκυλιά για να μη νυμφευθεί τη Σεμέλη.»
Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει: «Τα ονόματα των σκυλιών του Ακταίωνα από τα … έτσι στάθηκαν λοιπόν γύρω από τ' όμορφο κορμί του, σαν να 'ταν αγρίμι, το κατασπάραξαν οι σκύλοι οι ρωμαλέοι. Πρώτη πρώτη εκεί κοντά η Άρκενα… ύστερα απ' αυτήν τα θεριωμένα της παιδιά ο Λυκγέας και ο Βαλίος, ξακουστός στα πόδια, και ο [η] Αμάρυνθος. Αυτοί που έναν έναν με το όνομά τους όλο τους εφώναζε• και πέθανε ο Ακταίωνας, γιατί το θέλησε ο Δίας. Πρώτοι ήπιαν το μαύρο αίμα του αφέντη τους ο Σπαρτός και ο Ώμαγρος και ο γοργοπόδαρος Βορής. Και πρώτοι έφαγαν κομμάτια από τη σάρκα του Ακταίωνα και έγλειψαν το αίμα του. Αχόρταγοι κατόπιν χύμηξαν οι άλλοι πίσω τους. (Απολλόδωρος 3.30-32)
O Giordano Bruno, στον ψευδοπλατωνικό διάλογο “Περί ηρωικού ενθουσιασμού” (1585) ερμήνευσε τον μύθο της Άρτεμης και του Ακταίωνα αλληγορικά, αποδίδοντας μεγαλύτερη αξιοπρέπεια στην ύλη και υποστηρίζοντας ότι ο ηρωικός εραστής θα πρέπει πρόθυμα να δέχεται τη μοίρα του Ακταίωνα, να υφίσταται δηλαδή τον θάνατο, που στην ουσία είναι αρχή ζωής, αφού αποτελεί την προϋπόθεση για την ταύτισή του με την Άρτεμη. Ο Bruno αντιδιαστέλλει τον κιρκικό, και επικρατούντα, τύπο γυναίκας προς τη γυναίκα τύπου Άρτεμης, που συσχετίζεται με την ανώτερη πλευρά της κοσμικής ψυχής.
«Ακταίων – λέγει ο Bruno – σημαίνει σκέψη προσηλωμένη στο κυνήγι της θείας σοφίας, στη γνώση του θείου κάλλους.» «Λέγω ότι υπάρχουν πολύ λίγοι Ακταίονες που τους επιτρέπεται από το πεπρωμένο να αντικρίσουν τη γυμνή Αρτέμιδα.» Έτσι, ο Ακταίων αντιπροσωπεύει τον φιλόσοφο που ψάχνει για τη «γυμνή Αρτέμιδα», δηλ. τη φύση αποκαλυπτόμενη στην αληθινή ουσία της. Κατά τον Bruno, ο μύθος της Αρτέμιδας και του Ακταίωνα αντιπροσωπεύει την τέλεια σύνθεση της γνωσιολογίας του. Στο απόγειο της έρευνάς του, στο έργο του «Οι ηρωικές μανίες», δηλώνει τα ακόλουθα: «Αυτή είναι η δική μου Αρτέμιδα, αυτή που είναι το ίδιο πράγμα, το πράγμα εκείνο που είναι η ίδια αλήθεια, η αλήθεια εκείνη που είναι η κατανοήσιμη φύση, την οποία επηρεάζουν ο ήλιος και η λαμπρότητα ανώτερης φύσης, καθώς η ενότητα διαιρείται σε δημιουργημένο και δημιουργό ή παράγον και παραγόμενο.» Ιδού πώς περιγράφει τη διπλή παρουσία μιας απροσπέλαστης και άφατης θεότητας, μιας θεότητας που εκδηλώνεται στη φύση σαν σκιά. Η τελευταία είναι η μόνη για την οποία ένας άνθρωπος μπορεί να διαλογισθεί με σκληρή εργασία και επιμέλεια. Κατά την εννοιολογική άποψη, η πίστη, ιδωμένη απ’ αυτή τη διπλή άποψη της ενύπαρξης και της υπέρβασης της θείας αρχής, έρχεται κοντά στον Βράχμαν-Άτμαν της ινδικής παράδοσης.
Ο Ιωάννης Θεοδόσης δίνει την ακόλουθη ερμηνεία για τον μύθο:
«Η Ελληνική Μυθολογία σήμερα, διαβάζεται, στην καλύτερη περίπτωση, ως ευχάριστα παραμυθάκια, στη χειρότερη γίνεται αφορμή να κατηγορηθούν οι αρχαίοι Έλληνες για ένα σωρό ανομίες κι ανηθικότητες. Η συμβολική ανάγνωση της μυθολογίας, τις περισσότερες φορές παραμελείται, παρ' όλο που αυτός είναι ο πιο συναρπαστικός τρόπος ανάγνωσης. Σε αυτό το άρθρο, θα αναλύσουμε έναν μύθο για να ρίξουμε φως σ' αυτή την παραμελημένη οπτική.
Ο μύθος με τον οποίον θα ασχοληθούμε, είναι αυτός του Ακταίωνα. Λέει λοιπόν αυτός ο μύθος, πως όταν ο Ακταίων είχε πάει για κυνήγι, είδε την Αρτέμιδα γυμνή να λούζεται κάπου στον Κιθαιρώνα. Τότε η θεά τον μεταμόρφωσε σε ελάφι κι έστειλε μανία στα σκυλιά του τα οποία τον κατασπάραξαν.
Σε μια ανέμελη ανάγνωση, αυτό που σκέφτεται ένας σύγχρονος αναγνώστης είναι πως η Άρτεμις είναι μια θεά σκληρή και αδυσώπητη. Το κλειδί ωστόσο του μύθου, είναι απλούστατο: η Άρτεμις, όπως όλοι οι θεοί, δεν είναι πρόσωπο. Άρα, δεν έχει πάθη. Θα πρέπει να αναζητήσουμε κάπου αλλού το μήνυμα του μύθου.
Ας κοιτάξουμε λοιπόν τη φύση της θεάς. Η Άρτεμις, αντιπροσωπεύει τη Φύση (που ξέρουμε πόσο σκληρή και αδυσώπητη μπορεί να γίνει). Τι μπορεί να σημαίνει το ότι Ακταίωνας τη βλέπει γυμνή; Τα ρούχα, είναι μια εφεύρεση του πολιτισμού. Ο Άνθρωπος αρχίζει να τα χρησιμοποιεί την ίδια στιγμή που αρχίζει να απομακρύνεται από την Φύση. Από τότε, έχει απωλέσει την ικανότητα να μπορεί να τη δει ολόκληρη. Ο Ακταίωνας όμως παραβιάζει αυτόν τον κανόνα: τη βλέπει ολόκληρη, άρα πηγαίνει πίσω στο στάδιο πριν τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε και αλλιώς. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αναπτύσσει την ευφυΐα του, το μυαλό του χωρίζεται στα δύο: το συνειδητό και το ασυνείδητο κομμάτι. Αυτός είναι κάτι που μας συνέβη κατ' ανάγκην: ο εγκέφαλος αποκτά μια τεράστια ικανότητα επεξεργασίας των ερεθισμάτων που δέχεται. Κάποια ερεθίσματα, πρέπει να φιλτράρονται, αλλιώς ο εγκέφαλος θα κινδύνευε από υπερφόρτωση. Όταν ο Ακταίωνας βλέπει γυμνή την Αρτέμιδα, σπάει το όριο μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου, άρα και πάλι καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως επιστρέφει σε μια πιο άγρια κατάσταση.
Στο ίδιο συνηγορεί κι αυτό που του συμβαίνει: μεταμορφώνεται σε ελάφι. Ο Ακταίωνας είναι ένας δυνατός και όμορφος νέος. Όταν του αποκαλύπτεται η Άρτεμις, χάνει το λογικό του, την ιδιότητα δηλαδή που τον κάνει άνθρωπο. Αλλά δε χάνει την ομορφιά του και τη δύναμή του. Γι' αυτό, "μεταμορφώνεται" σε κάτι δυνατό και ωραίο, το οποίο είναι το ελάφι.
Τα σκυλιά τώρα, τα οποία είναι κι αυτά παρόντα όταν η Άρτεμις είναι γυμνή, παθαίνουν μανία. Δεν αναγνωρίζουν το αφεντικό τους και το κατασπαράζουν, υπακούοντας στα αρχέγονα ένστικτά τους: αυτή είναι και η φράση κλειδί. Στα σκυλιά έχει συμβεί το αντίστοιχο με τον Ακταίωνα: γίνονται έρμαιο των ενστίκτων τους κι επιστρέφουν κι αυτά στην παλιά, άγρια κατάσταση, πριν εξημερωθούν από τον άνθρωπο. Το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό.
Συμπερασματικά λοιπόν, ο μύθος διδάσκει για το πέρασμα από την άγρια κατάσταση στον πολιτισμό, τι χάθηκε, και για ποιο λόγο δεν μπορεί να ξαναβρεθεί. Προειδοποιεί επίσης για την αγριότητα των ενστίκτων, όχι μόνο των σκύλων, αλλά και των ανθρώπων.
Αυτή είναι μία ερμηνεία του μύθου. Αλλά δεν είναι η μόνη. Δε λέω πως αυτή είναι η σωστή ερμηνεία κι οι άλλες λάθος. Οι μύθοι δεν έχουν σωστές και λάθος ερμηνείες. Οι μύθοι μιλάνε μέσα από αρχέτυπα. Απευθύνονται στο υποσυνείδητο. Στην παγκόσμια αυτή γλώσσα, η οποία όμως γίνεται αλλιώς αντιληπτή από τον καθένα. Όπως συμβαίνει και με τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα: καθένας που τα διαβάζει, εισπράττει διαφορετικά πράγματα. Έτσι λοιπόν μοιράζομαι μαζί σας πως αντιλαμβάνομαι το μύθο, κι έχω μεγάλο ενδιαφέρον να μάθω πώς τον αντιλαμβάνονται οι γύρω μου. Δεν πρόκειται για σωστές και λάθος απόψεις, αλλά για πνευματικό πλούτο.»
Όπως έχουμε ξαναγράψει, ένας μύθος έχει επτά κλείδες ερμηνείας. Θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τον μύθο με την κλείδα της φύσης.
Όλα στη φύση αποτελούν μια ενότητα. «Εν το παν» έλεγαν οι πρόγονοί μας. Η θεά Άρτεμη αντιπροσωπεύει την αγνότητα της φύσης. Ελέγχει την ισορροπία σ’ αυτήν. Ο Ορφικός ύμνος, που παραθέτουμε, δίνει τις ιδιότητες της θεάς: « Εισάκουσέ με, βασίλισσα, του Δία πολυώνυμη κόρη,
Τιτανίδα, βροντερή, μεγαλώνυμη, τοξεύτρια, σεπτή,
ολόφωτη, δαδούχε θεά, Δίκτυννα, προστάτιδα
του τοκετού, της γέννας βοηθέ και από γέννα άπειρη,
ξενολύτρια, εκστασιακή, κυνηγέτιδα,
λυτρώτρια των μεριμνών, γοργόδρομη, τοξόχαρη,
κυνηγόφιλη, νυχτοδρομούσας, ένδοξη, καταδεκτική,
λυτρώτρια, αντρόμορφη, Ορθία, ξεγεννήτρα,
ανδροθρέφτα θεά των θνητών, αγροτέρα, κυνηγέτρια,
χθόνια, θηριοφόνισσα, καλόμοιρη,
που κατέχεις
τα δάση των βουνών, ελαφοκυνηγέτρια, σεπτή, σεβάσμια,
παμβασίλισσα, όμορφο βλαστάρι, που πάντοτε υπάρχεις,
δασική, προστάτιδα των σκύλων, Κυδωνιάδα,
ποικιλόμορφη• έλα, θεά σώτειρα, αγαπητή,
καταδεκτική προς όλους τους μύστες, φέρνοντας
καλούς καρπούς από τη γη, ειρήνη λατρευτή
κι ομορφοπλέξουδη υγεία• κι ας στέλνεις
στων βουνών τις κορφές τις αρρώστιες και τους πόνους. » (Ορφικός Ύμνος 36, “Στην Άρτεμη”)
Η σύνδεσή της με τη φύση εκφράζεται και με τον Ομηρικό ύμνο:
« Ψάλε, Μούσα, την Άρτεμη, την αδερφή του Εκάτου,
την παρθένα τοξεύτρα, την ομότροφη του Απόλλωνα,
εκείνη που ποτίζει τα πουλάρια του Μέλητα με τα πυκνά τα σκίνα
κι ευθύς τ’ ολόχρυσο το άρμα οδηγεί από τη Σμήρνη
στην κατάφυτη μ’ αμπέλια Κλάρο, όπου ο αργυρότοξος Απόλλων
κάθεται και την καρτερεί τη μακροβόλα την τοξεύτρα.
Χαίρε, λοιπόν, με το τραγούδι μου- μαζί σου κι όλες οι θεές,
αλλά εγώ εσένα υμνώ και με αρχή εσένα ψέλνω,
κι αρχίζω πάλι από σένα να πάω σ’ άλλο μου τραγούδι. » ( Ομηρικός Ύμνος 5)
Ο Σωκράτης για την ερμηνεία του ονόματός της λέει: «Η Άρτεμις φαίνεται ότι πήρε το όνομά της από το “αρτεμές” (ακεραιότητα) και την κοσμιότητα του χαρακτήρα της, επειδή επιθυμούσε την παρθενία. Ίσως πάλι εκείνος που έδωσε την ονομασία ν’ αποκάλεσε τη θεά “αρετής ίστορα” (γνώστη της αρετής) ή ίσως ως τον “άροτον μισησάσης” (επειδή εναντιώθηκε στη γονιμότητα) του άνδρα προς τη γυναίκα. Για κάτι από αυτά, ή και για όλα, έδωσε στη θεά το όνομα τούτο ο ονοματοδότης.» (Πλάτωνας, “Κρατύλος”, 406b).
Αρτεμής (ους) είναι ο ακέραιος, ο σώος και αβλαβής και αρτεμία η ακεραιότητα, αλλά και η υγεία.
Ο πατέρας της, ο Δίας, τη θαύμαζε για την επιμονή της και, λόγω της ευστροφίας της, της έτρεφε πολύ μεγάλη αγάπη και ικανοποιούσε όλες της τις επιθυμίες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που ζήτησε η Άρτεμη σαν δώρο από τον πατέρα της ήταν η αιώνια αγνότητα και παρθενία. Ο Καλλίμαχος στον ύμνο του αναφέρει:
« παίς έτι κουρίζουσα τάδε προσέειπε γονήα:
‘δός μοι παρθενίην αιώνιον, άππα, φυλάσσειν,
καί πολυωνυμίην, ίνα μή μοι Φοίβος ερίζη,
δός δ' ιούς καί τόξα -- έα πάτερ, ού σε φαρέτρην
ουδ' αιτέω μέγα τόξον: εμοί Κύκλωπες οϊστούς
αυτίκα τεχνήσονται, εμοί δ' ευκαμπές άεμμα:»
[ « Αρχίζουμε από τότε που καθισμένη στου πατέρα της τα γόνατα
ενώ ήταν ακόμη κοριτσάκι, αυτά τα λόγια είπε στον πατέρα:
δώσε μου τη δύναμη αιώνια να φυλάω την παρθενιά μου, πατερούλη,
και τα πολλά μου ονόματα• για να μη φιλονικεί μαζί μου ο Φοίβος.
Δώσε μου βέλη και τόξα• δε τα θέλω σε φαρέτρα, πατερούλη,
ούτε και τόξο μεγάλο σου ζητάω• γιατί σε μένα οι Κύκλωπες
αμέσως θα φτιάξουν βέλη και τόξο εύκαμπτο•
μα εσύ δώσ’ μου φωτισμό και χιτώνα μέχρι το γόνατο να έχω επίτρεψέ μου
να ζώνομαι με χρώματα στα άκρα του, για να μπορώ να κυνηγώ ζώα άγρια.
Δώσ’ μου και εξήντα ικανές χορεύτριες, κόρες του Ωκεανού,
όλες εννιά χρονών, όλες ακόμα μικρά κορίτσια… » ] (Καλλίμαχος, “Ύμνος στην Άρτεμη”, 4- 14)
Η Άρτεμη, λοιπόν, διακρίνεται για την ακεραιότητα και την κοσμιότητα καθώς και την αγνότητα. Αυτά ακριβώς είναι και τα χαρακτηριστικά της φύσης. Μέσα στην ηρεμία της φύσης η θεά θέλησε να πάρει το λουτρό της. Όλα έγιναν με ηρεμία και με τάξη, όπως μας περιγράφει ο Οβίδιος:
« Από δεξιά μια γάργαρη πηγή ανάβλυζε νεράκι που η συρμή του
κελάρυζε σε λάκκωμα πλατύ ζωσμένο ένα γύρο από γρασίδι.
Εδώ το ‘χε συνήθειο η θεά των ρουμανιών, κατάκοπη απ’ τη θήρα,
το άχραντο παρθενικό κορμί να λούζει στο κρυστάλλινο το νάμα.
Έφτασε, όπως πάντα, στην πηγή. Έδωσε ευθύς σε μιαν από τις νύμφες,
υπεύθυνη για την αραματωσιά, το δόρυ, τη φαρέτρα και το τόξο.
Απόθεσε το πέπλο της μετά στο απλωμένο μπράτσο κάποιας άλλης,
της λύσαν τα σαντάλια άλλες δυο, και η Κροκάλη, απ’όλες τους πιο άξια,
της Άρτεμης την κόμη που λυτή σκορπίζονταν στους ώμους και την πλάτη
τη μάζεψε σε κότσο - τα μαλλιά, της ίδιας της Κροκάλης ήταν σκόρπια.» (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 3. 161-170)
Αυτή την τάξη ήρθε να διαταράξει η αλαζονεία του Ακταίωνα. Ο θηρευτής δεν κυνήγησε όσα χρειαζόταν για τις ανάγκες του και τις ανάγκες των συντρόφων του. Δεν φρόντισε να γεμίσει μόνο τον κυνηγετικό του σάκο. Σκότωσε πολύ περισσότερα θηράματα. Το αίμα κύλισε ποτάμι. Ο Οβίδιος στο ποίημά του “Ακταίων” από τις “Μεταμορφώσεις” του, παρουσιάζει τον νεαρό να λέει στους συντρόφους του κυνηγιού του:
«Όλα μας πήγαν σήμερα καλά, συντρόφοι μου, σαΐτες και κοντάρια,
τα δίχτυα, τα δοκάνια, οι παγανιές μουσκέψανε στων αγριμιών το αίμα.
Πρωί-πρωί, χαράματα γλυκά, με τις δροσιές της ρόδινης Αυγούλας
πιάνουμε το μεράκι μας ξανά. Τώρα μεσουρανεί ο Φοίβος ήλιος,
το μεσημέρι λαύρα και φωτιά, πυρώνει και αχνίζει γύρω ο τόπος.
Τέρμα προσώρας τούτη η δουλειά, μαζέψτε τα σφιχτόπλεχτά μας δίχτυα». (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, 3. 148-153)
Ο Ακταίωνας δεν σεβάστηκε τη ζωή. Σκότωσε για να ικανοποιήσει τα αιμοδιψή του ένστικτα. Παραβίασε το νόμο της αρμονικής συνύπαρξης όλων των ειδών της φύσης, όπου το ανώτερο είδος θα τραφεί από το κατώτερο για να μπορέσει να διατηρηθεί στη ζωή. Δεν είναι επιτρεπτό να πάρει παραπάνω από αυτό που του είναι αναγκαίο! Κι όλα τα θηράματα ο παραβάτης των νόμων της ζωής τα συσσώρευσε στη σπηλιά, που συνήθως ξεκουραζόταν η θεά. Μα πάνω απ’ όλα θέλησε να τη βιάσει. Παράβλεψε την επιθυμία της θεάς να παραμείνει αγνή. Παραμόνεψε, κι όταν η Άρτεμη είχε αποθέσει τα όπλα της και ήταν άοπλη και γυμνή όρμησε να την κάνει δική του. Τα σφάλματα του, οι παραβάσεις του είναι κατά συρροή. Και η θεά, μετά την πρώτη σαστιμάρα, τον μεταμόρφωσε σε ελάφι, ενώ ενέβαλε μανία στα σκυλιά του, τα οποία τον κατασπάραξαν. Ο Ακταίονας από θηρευτής έγινε θήραμα. Πήρε ό,τι έδωσε. Έλαβε τον θάνατο, αφού σκόρπισε τον θάνατο. Ο κοσμικός νόμος του Κάρμα ενήργησε αστραπιαία. «Ο γαρ εαν σπείρει άνθρωπος, τούτο και θερίσει» Σε όλες τις εποχές ισχύει ο νόμος του αντιπεπονθότος, τον οποίο ο Απ. Παύλος μας μεταφέρει με τα ακόλουθα λόγια: «Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει· ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον. (Παύλος, επιστ. προς Γαλάτας, στ΄, 7-8) Το αρχοντόπουλο της Θήβας έσπειρε φθορά και θάνατο και θέρισε την φθορά του. Δεν τήρησε το διαχρονικό: « τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ ἐκκακῶμεν· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ θερίσομεν μὴ ἐκλυόμενοι. ῎Αρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας».
Για τη μεταμόρφωση του Ακταίωνα από θηρευτή σε θήραμα ο Οβίδιος έγραψε:
«Εκείνος [ο Ακταίων] τρέχει - θήραμα εκεί που κάποτε ο ίδιος κυνηγούσε,
πασχίζει να γλυτώσει απ' τα σκυλιά που κάποτε τον ήξεραν αφέντη.
Θέλει να τους φωνάξει «είμαι εγώ! γνωρίστε τον αφέντη σας! ο Ακταίων!»·
μα του λείπει η μιλιά, κι εκείνα ν’ αλυχτάνε μες στ’ αφτιά του.
Ο Μαυρομάλλης πήρε την πρωτιά και έμπηξε τα δόντια του στη ράχη,
του χύμηξε κατόπιν ο Φονιάς, στον ώμο του καρφώθηκε ο Βουνίτης.
[…]
όλα μαζί δαγκώνουν το κορμί του -
αδάγκωτη δεν έμεινε μεριά. Βογγάει αυτός· δεν έλεγες πως είναι
ανθρώπινο αυτό το βογγητό, κι ωστόσο δε βογγούσε σαν ελάφι·
στις ράχες που τις γνώριζε καλά αντιλαλούσε το παράπονό του,
πεσμένος με τα γόνατα στη γης, σαν κάποιος που προσεύχονταν, ικέτης,
γυρόφερνε το βλέμμα σιωπηλά λες κι άπλωνε τα χέρια στον εχθρό του.» (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, 3. 228-241)
Για το βιασμό της θεάς ο Ακταίωνας θα χρησιμοποιούσε βία. Άλλος νόμος στη φύση είναι ο νόμος δράσης- αντίδρασης. Στη βία αντιτάσσεται βία. Γι’ αυτό ο Ιησούς συμβούλεψε στον κήπο της Γεθσημανή: «απόστρεψόν σου την μάχαιραν εις τον τόπον αυτής∙ πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα αποθανούνται.» (Ματθαίος, κστ΄, 52) Έτσι ο Ακταίωνας, που ήταν έτοιμος να βιάσει, να σκοτώσει δηλαδή την επιθυμία της θεάς για την αγνότητα, γνώρισε τον βίαιο θάνατο.
Κι εμείς καθημερινά συμπεριφερόμαστε σαν τον Ακταίωνα. Η θεά καθημερινά βιάζεται από την παρέμβασή μας στη φύση και την επίδειξη αλαζονείας. Ξεχάσαμε πως η αγαπημένη αδελφή του Φοίβου δίνει ζωή σ’ όλα τα πλάσματα της φύσης. Φροντίζει για το καθετί που ζει πάνω στη γη, για καθετί που φυτρώνει στα δάση και στους κάμπους. Νοιάζεται τ’ αγρίμια αλλά και τα κοπάδια των ανθρώπων. Αναζωογονεί το χορτάρι, τα λουλούδια και τα δέντρα, ευλογεί τη γέννηση και το γάμο.
Την αγνή θεά, με ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει, βιάσαμε “κατ’ εξακολούθηση” από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης μέχρι τις μέρες μας. Κι ενώ η φύση μας δείχνει σημάδια πόνου κι αγανάκτησης, εμείς ακόμη δεν έχουμε καταλάβει τίποτα, σφυρίζουμε αδιάφορα, αποχαυνωμένοι από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία των κινητών τηλεφώνων και την καθηλωτική – υπνωτική δράση του internet. Καθόμαστε στον αναπαυτικό μας καναπέ, απολαμβάνοντας τη δροσιά από το κλιματιστικό μηχάνημα κι ένα φραπέ με μπόλικα παγάκια ή την κρύα μας μπίρα, σε μεταλλικό κουτάκι παρακαλώ, και χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα για την καταστροφή των δασών από τους εμπρηστές, ενώ το προηγούμενο σαββατοκύριακο αφήσαμε τις πλαστικές σακούλες με τα σκουπίδια μας όπου μας διευκόλυνε, ή μπορεί πίσω από κάτι θάμνους, αν είχαμε στοιχειώδη αισθητική. Κλείσαμε το διπλανό ρέμα για ν’ αυγατίσουμε λίγα τετραγωνικά μέτρα το κτήμα μας. Δώσαμε χρήματα για να στρώσαμε με άσφαλτο και τσιμέντο τεράστιες περιοχές για να μην χαλάσει το αυτοκίνητό μας ή να μην έχουμε χώματα και λάσπες στους τόπους της δραστηριότητάς μας, όμως τσιγκουνευτήκαμε να δώσουμε λίγα χρήματα να καθαρίσουμε από τα ξερόχορτα και τα ξερόκλαδα τα δάση. Και εφησυχάζουμε προτάσσοντας το άλλοθι του κράτους που δεν μεριμνά, που είναι αδιάφορο κι αναποτελεσματικό. Και τα βάζουμε, πολλές φορές βρίζουμε, τους άρχοντες που εμείς με την ψήφο μας στείλαμε στην βουλή και στην κυβέρνηση. Με την ελπίδα ότι θα βολευτούμε ή θα βολέψουμε κάποιον δικό μας εξαγοράστηκε η συνείδησή μας και δεν στείλαμε τον άριστο κι αδιάφθορο στο μέγαρο της πλατείας Συντάγματος, αλλά τους εκμαυλιστές των ηθών και της ζωής του τόπου μας.
Μπήκαμε στον κόπο να σκεφτούμε, αφού κάψαμε τον Ταΰγετο, που θα βρει καταφυγή η θεά Άρτεμη; Αφού κάναμε αποκαΐδια την Αρκαδία, που της έστελνε συντρόφισσες παρθένες, αφού κάναμε “κρανίου τόπο” την Ολυμπία όπου αγωνίζονταν οι νέοι για το κλωνάρι ελιάς κι όχι για τα παχηλά συμβόλαια των εταιριών- χορηγών, αφού καταστρέψαμε της Πάρνηθας την καταφυγή των ελαφιών, που θα μπορέσει να ζήσει η θεά; Σε ποιες πηγές και σε ποια ποτάμια θα λουστεί με τη συνοδεία της; Τα ποτάμια, οι πηγές μας, οι λίμνες, οι θάλασσες φαρμακώθηκαν από τα δηλητήρια των εργοστασίων. Σε ποιους ηλιόλουστους κι ανθοστόλιστους κάμπους θα χορέψει με τις Νύμφες της, όταν τα ζιζανιοκτόνα σε λίγα χρόνια αφαίρεσαν φυτά και βότανα που ζούσαν χιλιάδες χρόνια στον τόπο μας. Με ποια θεραπευτικά βοτάνια θα θεραπεύει τις αρρώστιες μας, όταν τα κάψαμε για να κάνουμε οικόπεδα; Πώς θα προστρέξει στα γεννητούρια όταν μας μαστίζει υπογεννητικότητα, μιας και τα παιδιά αποτελούν τροχοπέδη στην επαγγελματική μας εξέλιξη και την κοινωνική μας ανέλιξη; Μήπως, και δικαιολογημένα, θα μας εγκαταλείψει για να μετακομίσει από τον τόπο που γεννήθηκε σε άλλους τόπους, όπου σέβονται πιότερο την φύση και την ποιότητα ζωής; Έχει άδικο όταν από τη φαρέτρα της έβγαλε και μας τοξεύει με τις φαρμακερές σαΐτες της, που τώρα λέγονται τρύπα όζοντος, αλλαγή κλιματολογικών συνθηκών, φαινόμενο θερμοκηπίου, τήξη πολικών πάγων, μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα, έλλειψη πόσιμου νερού αλλά και νερού για καλλιέργειες, ερημοποίηση των πεδιάδων από την υπερκαλλιέργεια, ανατροπή του οικοσυστήματος από τα φυτοφάρμακα και τους μεταλλαγμένους σπόρους;
Η θεά ποτέ αναίτια δεν τιμώρησε! Τόξευσε τις κόρες της Νιόβης (*6), γιατί η μητέρα τους παινεύτηκε πως ήταν ανώτερη από τη Λητώ αφού είχε περισσότερα παιδιά. Σκότωσε τον Τιτυό (*7) γιατί θέλησε να βιάσει την μητέρα της Λητώ. Έριξε νεκρή στο χώμα την Καλλιστώ (*8) γιατί αν κι είχε ορκιστεί αγνότητα, δόθηκε στον Δία. Τιμώρησε τον Οινέα (*9), στέλνοντας τον άγριο κάπρο, γιατί παραμέλησε τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις. Αυτές οι προειδοποιητικές σαϊτιές είναι να τιναχτούμε από τον ύπνο, και να διορθώσουμε, όσο γρηγορότερα μπορούμε, τα λάθη μας. Γιατί τα αφύσικα μετεωρολογικά φαινόμενα είναι η τιμωρία της Άρτεμης σ’ εμάς, τους σύγχρονους Ακταίωνες, τους βιαστές της φύσης.
Πέρα από την αγνότητα της φύσης, την οποία έχουμε βιάσει στην εποχή μας από την απληστία και τον εγωισμό μας, η Άρτεμη συμβολίζει και την αγνότητα του βίου. Είναι αναγκαίο και πρέπον να έχουμε αγνές προθέσεις, να μας αρέσει το κάλλος και η αρμονία τόσο στη φύση, όσο και στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας, αλλά και με τον ή την σύντροφό μας. Αγνότητα ζωής δεν σημαίνει πως πρέπει να μην έχουμε ερωτικές σχέσεις. Σημαίνει η σχέση μας να μην είναι κτητική και ζωώδης. Να νιώθουμε τον έρωτα σαν την επαφή δύο ψυχών, με σεβασμό και αγάπη, βλέποντας στον άλλο το συμπλήρωμά μας. Όπως Άρτεμη και Απόλλωνας ήσαν τα δίδυμα παιδιά του Δία, έτσι και οι ερωτευμένοι σύντροφοι να είναι οι δίδυμες ψυχές- παιδιά του επουράνιου Πατέρα- που μέσα από τον έρωτα μπορούν να οδηγηθούν στον θείο Έρωτα.
Στην επόμενη προσπάθεια της ερμηνείας του μύθου θα χρησιμοποιήσουμε την κλείδα της μεταφυσικής.
Όλα στη φύση εμψυχώνονται. Τίποτα δεν υπάρχει χωρίς ψυχή. Η ψυχή προχωρεί από το ορυκτό βασίλειο και αφού εξελιχθεί μεταπηδάει στο φυτικό. Από εκεί στο ζωικό. Αφού σταδιακά εξελιχθεί και σ’ αυτό μεταπηδάει στο ανθρώπινο. Εκεί κάνει έναν μεγάλο αγώνα για να αποβάλλει τις γήινες προσκολλήσεις και να αναδείξει τον θείο χαρακτήρα της. Ο Πλωτίνος, μυημένος στην πυθαγόρεια και την πλατωνική διδασκαλία, μας λέει: «Προχωρά, λοιπόν, από την αρχή μέχρι την έσχατη βαθμίδα, ενώ κάθε πρότερος γεννήτορας αφήνεται πίσω στην οικεία του περιοχή, ενώ αυτό που γεννιέται λαμβάνει άλλη σειρά, την κατώτερη• ωστόσο καθετί γίνεται το ίδιο με αυτό το οποίο ακολουθεί, ενόσω συνεχίζει να το ακολουθεί. Όταν, λοιπόν, η ψυχή έρχεται στο φυτό, αυτό που βρίσκεται μέσα στο φυτό είναι κάτι σαν διαφορετικό μέρος του: το τολμηρότερο, το πιο άφρον και αυτό που προχώρησε μέχρι τέτοιο σημείο• όταν, πάλι, έρχεται να εγκατασταθεί σε άλογο πλάσμα, σημαίνει ότι επικράτησε η αισθητηριακή δύναμη και την οδηγεί εκεί• όταν, τέλος, έρχεται στον άνθρωπο, η κίνηση είτε βρίσκεται ολόκληρη στο λογικό μέρος της ψυχής είτε προέρχεται από τον νου- καθώς η ψυχή έχει τον δικό της νου και μια νοητική βούληση που της ανήκει- είτε κινείται συνολικά.» (Πλωτίνος, “Εννεάδες”, εννεάς πέμπτη, 2, γένεση και τάξη των όντων που έπονται του πρώτου, 1 και 2)
Με βάση το θείο σχέδιο του δημιουργού, όλα εξελίσσονται στην φύση: «Στη φύση, λοιπόν, υπάρχει μια λογική αρχή, αρχέτυπο της ωραιότητας του σώματος, αλλά η λογική αρχή της ψυχής είναι ωραιότερη από αυτή της φύσης- πηγή, επί πλέον της λογικής αρχής της φύσης. Αυτή που βρίσκεται σε μια σπουδαία ψυχή είναι ολοφάνερη και ήδη προχωρημένη σε ωραιότητα• διότι, στολίζοντας την ψυχή και δίνοντάς της φως από ένα μεγαλύτερο φως, που είναι πρωταρχικώς ωραιότητα, μας κάνει, όντας μέσα στην ψυχή, να συλλογιζόμαστε με τι μοιάζει η πρότερή της, που δεν υπάρχει πια σε τίποτε άλλο παρά μόνο στον εαυτό της.» (Πλωτίνος, “Εννεάδες”, εννεάς πέμπτη, 8, περί νοητού κάλλους, 3).
Το κάλλος, λοιπόν, ενυπάρχει παντού, είτε ορατό, είτε αόρατο. Στην εκδήλωση του κάλλους βοηθάει η Άρτεμη, η οποία παίζει πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη των ψυχών.
Η θεά αποκαλείται από τους θεολόγους και Κόρη, καταλαμβάνοντας τη μία θέση σε μία τριάδα κατά τον Πλάτωνα. Ο ερμηνευτής του έργου του, ο Πρόκλος, γράφει γι’ αυτή την τριάδα: «Τρεις μονάδες, λοιπόν, υπάρχουν σε αυτήν: η πρώτη έχει τοποθετηθεί στην κορυφή και στον χώρο της ύπαρξης, η δεύτερη στην περιοχή της δύναμης που παράγει τη ζωή, και η τρίτη βρίσκεται στη θέση του νου που ζωογονεί· οι θεολόγοι , μάλιστα, συνηθίζουν την πρώτη να την ονομάζουν Άρτεμη Κορική, τη δεύτερη Περσεφόνη και την Τρίτη Αθηνά Κορική… Τη βαθμίδα της Άρτεμης την παρουσιάζει (ο Πλάτωνας) όταν στον ίδιο διάλογο (Κρατύλος) αποκαλεί την Άρτεμη “ίστορα (γνώστρια) της αρετής”. Είναι φανερό, λοιπόν, πως, καθώς ολόκληρη η τριάδα είναι ενωμένη μεταξύ της, η πρώτη μονάδα περιέχει κατά τρόπο ενιαίο την Τρίτη, ενώ η τρίτη έχει επιστρέψει στην πρώτη και η ενδιάμεση απλώνει τη δύναμή της και προς τις δύο. Αυτές οι τρεις, λοιπόν, ζωογονικές μονάδες υπάρχουν, η Άρτεμη, η Περσεφόνη και η δέσποινά μας η Αθηνά· και η πρώτη είναι η κορυφή ολόκληρης της τριάδας, η οποία επιστρέφει στον εαυτό της την Τρίτη, η δεύτερη είναι δύναμη ζωοποιός των πάντων, ενώ η Τρίτη είναι νους θεϊκός και άχραντος, ο οποίος περιλαμβάνει μέσα σε ένα το σύνολο των αρετών κατά τρόπο ηγεμονικό.» (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 52)
Επομένως η Άρτεμη είναι η κορυφή σε ένα τρίγωνο θεαινών που έχουν σχέση με τη ζωή και βρίσκεται σε μια αμφίδρομη σχέση με την Αθηνά. Να υπενθυμίσουμε ότι και οι δύο θεές είναι ορκισμένες να παραμείνουν αγνές, συμβολίζοντας την αγνότητα της ζωής και της σοφίας. Η Άρτεμη κατά την ερμηνεία του Πρόκλου είναι υπεύθυνη για την γέννηση στη φύση, την εξέλιξη και την πνευματοποίηση της ύλης. Την παρουσιάζει σε μια άλλη τριάδα τώρα, ζωοποιό τριάδα, όπως την αποκαλεί, που αποτελείται από την ίδια, τη Δήμητρα και την Ήρα: «Της ζωοποιού τριάδας είναι αρχηγός η Δήμητρα, η οποία γεννά ολόκληρη την εγκόσμια ζωή, και τη νοητική και την ψυχική και αυτή που είναι αχώριστη από τα σώματα. Η Ήρα συγκρατεί τη μέση, προκαλώντας τη γέννηση της ψυχής· γιατί και η νοητική θεότητα από τον εαυτό της προκαλούσε όλες τις προόδους των ψυχικών γενών. Η Άρτεμις συμπλήρωσε το τέλος, παρακινώντας τους φυσικούς όρους σε ενέργεια και τελειοποιώντας την ατέλεια της ύλης· γι’ αυτό και οι θεολόγοι και ο Σωκράτης στον “Θεαίτητο” την αποκαλούν Λοχία, καθώς επιβλέπει τη φυσική πρόοδο και γέννηση. (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 98)
Η Άρτεμη, ως θεά της αγνότητας και της παρθενίας, αντιπροσωπεύει τη δύναμη εκείνη με την οποία συντελείται η κάθαρση του ανθρώπου από τα πάθη κι επομένως η κάθαρση της ψυχής . Σαν θεά του κυνηγιού, η οποία κυνηγώντας στα δάση, στο εσωτερικό δηλαδή του ανθρώπινου ψυχισμού, με το ολόχρυσο τόξο της έριχνε τα βέλη και εξολόθρευε το γένος των αγρίων ζώων, τη ζωώδη δηλαδή φύση του ανθρώπου με τα πάθη και τις επιθυμίες της. Φόνευε με άλλα λόγια, το μέρος εκείνο της ψυχής το οποίο ο Πλάτων ονομάζει επιθυμητικόν, και το παρομοιάζει με ποικίλο και πολυκέφαλο τέρας που έχει γύρω του άλλες μεν κεφαλές ήμερων ζώων και άλλες αγρίων. Έτσι η θήρα ψυχών ήταν το κυριότερο χαρακτηριστικό, από εσωτερική άποψη, της ελληνικής κόρης της Λητώς. Ο δε Φοίβος Απόλλωνας, θεός του φωτός, συνδεόταν με το πνεύμα και αντιπροσώπευε την αναγεννητική και ανανεωτική δύναμη με την οποία φωτιζόταν και αναγεννιόταν η ανθρώπινη διάνοια. Η εξαγνισμένη ψυχή γινόταν αγνό πνεύμα έτοιμο να επιστρέψει στον Οίκο του Πατρός. Ως τέκνα λοιπόν του Δία, οι δύο αυτοί θεοί αποτελούν τα δύο μέρη της μιας υπερφυσικής δύναμης η οποία ενεργεί ως εξαγνιστική και φωτιστική. Αποσπώντας την ανθρώπινη ψυχή από τα γήινα και στρέφοντάς την προς τα επουράνια μπορούν να την οδηγήσουν στον Όλυμπο.
Όπως αναφέρει ο Σωκράτης στην ονοματοδοσία της θεάς, ίσως εκείνος που έδωσε την ονομασία ν’ αποκάλεσε τη θεά “αρετής ίστορα” (γνώστη της αρετής). Η Άρτεμη λοιπόν συνδέεται με την αρετή. Επιθυμία της είναι οι νέοι να είναι αγνοί στην ψυχή και να επιδιώκουν την αρετή στη ζωή τους.
Θα τολμούσαμε να συνδέσουμε το όνομα του Ακταίωνα με το ρήμα ακταινόω= ακταίνω: επεκτατικός τύπος του άγω: θέτω σε κίνηση, κινούμαι ταχέως. Ο Ακταίωνας κινούνταν γρήγορα, επομένως χωρίς περίσκεψη. Ήταν πολύ παρορμητικός. Ίσως αυτό εξηγεί τον έρωτά του προς τη θεία του Σεμέλη- αγαπημένη του Δία- ή τον έρωτά του προς την Άρτεμη. Γιατί ήταν μεγάλη αποκοτιά να επιθυμεί να κάνει δική του μια θεά- συγκεκριμένα την κόρη του Δία- που ήταν ορκισμένη να παραμείνει αγνή, με ό,τι αυτό εκφράζει. Ασχολούμενος με το κυνήγι, αν και είχε την τύχη να είναι δάσκαλός του ο Κένταυρος Χείρωνας, δεν καλλιέργησε αρκετά την ψυχή του. Τα ένστικτά του ήσαν ζωώδη, δημιουργώντας την προσωπικότητα ενός κατώτερου ανθρώπου ως προς την εξέλιξη.
Ο Ακταίωνας αντιπροσωπεύει τον θηρευτή της φιλοσοφίας που κυνηγά τη σοφία. Πλην όμως δεν ήταν έτοιμος να τη δεχτεί. Άλλο να την επιθυμείς, κι άλλο να μπορείς να την αποκτήσεις. Γιατί η γνώση είναι δύναμη. Η σοφία ανοίγει πύλες. Χρειάζεται ψυχική ωριμότητα. Ο ανώριμος μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γνώση για να προξενήσει κακό. Η γνώση είναι σαν το μαχαίρι ή σαν τη φωτιά. Με το μαχαίρι μπορείς να κόψεις φέτες ψωμιού από ένα καρβέλι και να δώσεις ζωή στους πεινασμένους, μπορείς όμως και να σφάξεις αν είσαι φανατικός τζιχαντιστής. Με τη φωτιά μπορείς να ψήσεις το ψωμί ή να ζεστάνεις τον ξεπαγιασμένο, μπορείς όμως και να καταστρέψεις. Η πυρηνική ενέργεια στα χέρια των σωστών θα λύσει το ενεργειακό πρόβλημα, στα χέρια όμως των αφρόνων θα σπείρει τον όλεθρο. Έτσι και η γνώση των μυστικών της φύσης. Στα χέρια των ενάρετων θα γίνει θεραπευτική δύναμη, ενώ στα χέρια των αφρόνων δύναμη δυναστικής εξουσίας.
Ο Ακταίωνας- ο ανώριμος άνθρωπος- θέλησε να βιάσει την Άρτεμη- τη γνώση των μυστικών της φύσης. Πήγε στην πηγή, όπου η Άρτεμη γυμνή έπαιρνε το λουτρό της, μαζί με τα σκυλιά του. Τα σκυλιά αντιπροσωπεύουν τα κατώτερα ένστικτα. Ο Ακταίωνας, επομένως, ακολουθούνταν από τα κατώτερα ένστικτά του. Το αποτέλεσμα ήταν να θανατωθεί από τα ίδια τα ένστικτά του. Αυτά προκάλεσαν τον αφανισμό του. Δεν άντεξε μπροστά στη γυμνή σοφία. Παραφρόνησε και εκδηλώθηκε ό,τι κατώτερο έτρεφε για πολλά χρόνια. Έγινε θύμα όσων με φροντίδα έτρεφε. Όπως ο τυφλός δεν θα μπορούσε να αντέξει το φως του ήλιου, αν ξαφνικά μπορούσε να δει, έτσι αυτός που καθοδηγείται από τον κατώτερο εαυτό του, δεν αντέχει να δει γυμνή την αλήθεια, την φύση να του αποκαλύπτεται σε όλο το μεγαλείο της. Πολύ περισσότερο δεν του επιτρέπεται από τους νόμους, που ο μεγάλος Νομοθέτης έχει θεσπίσει, να την βιάσει. Η μη εξελιγμένη ψυχή, δεν μπορεί να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών. Είναι καθορισμένο να εισέρχονται οι εξελιγμένες ψυχές, αυτές που ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους στο κοσμικό σχολείο της Γης αφομοιώνοντας όλα όσα μπόρεσαν να αντιληφθούν διαμέσου των αισθήσεων και των μυήσεων στα μυστήρια. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται να εισέρχονται και βιαστές! Λέγοντας βιαστές εννοούμε εκείνους που άφησαν την πεπατημένη οδό των πολλών και «έκοψαν δρόμο» ακολουθώντας την μυστικιστική ατραπό. Ο ίδιος ο Ιησούς έχει πει: «Από δε των ημερών Ιωάννου του βαπτιστού έως άρτι η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν.» (Ματθαίος, ια΄, 12) Όμως, ο Ακταίωνας δεν ήταν μυημένος στα μυστήρια, όπως ο παππούς του Κάδμος, που είχε μυηθεί στα Καβείρια, αλλά ένας απαιτητικός και κακομαθημένος νέος, ο οποίος επιζητούσε να βρει τον κορεσμό στις ανάγκες του με αίμα δολοφονημένων ζώων. Έτσι δεν του έμεινε καιρός να καλλιεργήσει την ψυχή του, να ανακαλύψει το ενοικούν μέσα του πνεύμα, ώστε να είναι άξιος να πλησιάσει τη θεά και με την πνευματική του αξία να ζητήσει ταπεινά να γίνει νυμφίος της. Με έπαρση, και προσφορά προς τη θεία νύμφη τα κατώτερα ένστικτά του, θέλησε να κάνει δική του την Ψυχή. Όμως η κατώτερη ψυχή για να γίνει Ψυχή αντάξια ενός θείου γάμου, θέλει μεγάλο και σταδιακά αυξανόμενο αγώνα. Ο γόνος της Θηβαϊκής βασιλικής οικογένειας ζήτησε αυτό που δεν άξιζε. Και έπρεπε να πάρει το μάθημά του. Να πεθάνει σαρκικά. Με αυτό το πάθημα θα έπαιρνε η ψυχή το μεγάλο μάθημα: Πως κερδίζουμε πάντοτε αυτό που αξίζουμε. Αυτό για το οποίο αγωνιστήκαμε. Γιατί το θείον «οὐ μυκτηρίζεται»! Όπως Αυτό έχει την υπομονή να μας περιμένει μέσα στην αιωνιότητα, έτσι κι εμείς πρέπει με υπομονή να ανεβαίνουμε την σκάλα της εξέλιξής μας, ώστε από υιοί να γίνουμε Υιοί. Από εικόνα να γίνουμε ομοίωση. Επειδή η Βασιλεία του Ουρανού κερδίζεται…!
Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι η ύβρις(*10) επέφερε τη Νέμεση (*11). Η ύβρις του Ακταίωνα ενεργοποίησε τη Νέμεση. Η Άρτεμη συμβολίζει τη πνευματοποίηση της ύλης. Ο Ακταίωνας την αποπνευματοποίηση. Η ανθρωπότητα έχει περάσει από το κατιόν τόξο της αποπνευματοποίησης, στο ανιόν της πνευματοποίησης. Βρίσκεται στο δρόμο της επιστροφής στον Οίκο! Τα κατώτερα βασίλεια στηρίζουν την εξέλιξή τους στην προσπάθεια της ανθρωπότητας. Κι επειδή όλα είναι μια αλυσίδα, δεν επιτρέπεται οπισθοδρόμηση. Ο Ακταίωνας, όμως, οπισθοδρόμησε. Κάθε οπισθοδρόμηση είναι ένα εμπόδιο στο Σύμπαν. Αυτή ήταν η ύβρις του Ακταίωνα! Η ύβρις που σαν αντίδραση ενεργοποίησε τη Νέμεση. Μακροπρόθεσμα όχι σαν τιμωρία, αλλά σαν μάθημα ψυχής, που θα επιτάχυνε της εξέλιξή της. Η Άρτεμη σαν κορυφή της Κορικής τριάδας, κατά τον Πρόκλο, σε συνεργασία με την, από τον ίδιο πατέρα, αδελφή της Αθηνά θα έφερνε πιο κοντά τον Ακταίωνα προς τη σοφία. Γιατί ο θάνατος δεν είναι απώλεια, αλλά νέα γέννηση. Φορώντας νέο σαρκικό ένδυμα η ψυχή, που ενοικούσε στον Ακταίωνα, θα ήταν σοφότερη στην επόμενη ενσάρκωσή της, επειδή θα μετέφερε στον σάκο της την προηγούμενη φοβερή εμπειρία, και θα είχε την ευκαιρία να πλησιάσει την Άρτεμη, όχι πλέον σαν επίδοξος βιαστής, αλλά σαν Νύμφη συνοδός της θεάς!
Κι αυτό είναι το ζητούμενο: να γίνουμε μέτοχοι του θείου και συνοδοιπόροι Του. Να ενεργοποιηθεί και να δράσει το βρισκόμενο σε ληθαργική κατάσταση χριστικό στοιχείο, ώστε να γίνουμε ομοίωση Θεού…

-----------------------------------------------------------------------------------
(*1). Αρισταίος: Γιός του Απόλλωνα και της Νύμφης Κυρήνης. Παντρεύτηκε την Αυτονόη από την οποία απόχτησε εκτός από τον Ακταίονα και μια κόρη την Μάκριδα, που πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στον Διόνυσο. Ο Αρισταίος δίδαξε στους ανθρώπους την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία, και γι’ αυτό θεωρείται ευεργέτης της ανθρωπότητας.

(*2). Κένταυρος Χείρωνας: γιος του Κρόνου, που είχε μεταμορφωθεί σε ίππο, και της Ωκεανίδας Φιλύρας και ήταν αθάνατος Ζούσε σε μια σπηλιά στο Πήλιο, το “χειρώνιον άντρον”, και είχε γυναίκα την Χαρικλώ, από την οποία απόκτησε 4 παιδιά. Διέφερα από του άλλους Κενταύρους τόσο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, γιατί τα πόδια του ήσαν ανθρώπινα κι όχι αλογίσια, όσο και στον χαρακτήρα. Οι άλλοι Κένταυροι ήσαν πρωτόγονοι, ορμητικοί και βίαιοι, ενώ αυτός ήταν ευσεβέστατος, σώφρονας και καλλιεργημένος, πασίγνωστος για τη σοφία και τις μαντικές του ικανότητες. Δεν υπήρχε τέχνη που να μην τη γνώριζε, ενώ ήταν άριστος γνώστης της ιατρικής. Σπουδαίος κυνηγός, επιδέξιος στη χρήση των όπλων κι έμπειρος στην τέχνη του πολέμου. Θεωρείται ο εφευρέτης της λύρας κι ήταν εξαίρετος μουσικός. Ξακουστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες, για τις οποίες η παράδοση του αποδίδει σαν μαθητές πολλούς ήρωες αλλά και θεούς. Ο Απόλλωνας του ζήτησε να του μάθει μουσική και το παίξιμο της λύρας, ενώ του εμπιστεύτηκε την ανατροφή του Ασκληπιού, που του δίδαξε την ιατρική μαθαίνοντάς του ακόμη πώς να επιβραδύνει το θάνατο των ανθρώπων ή και πώς να τους ανασταίνει. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι ήρωες μαθήτευσαν κοντά του. Ο Θησέας, ο Πηλέας και ο Ιάσονας, ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, ο Οδυσσέας καθώς και άλλοι ήρωες του Τρωικού πολέμου, ο Αμφιάραος, ο Κάστορας, ο Πολυδεύκης, ο Μελέαγρος κι άλλοι ήρωες που έλαβαν μέρος στο κυνήγι του Καλυδωνίου κάπρου. Ο μάντης Τειρεσίας στον Χείρωνα οφείλει την μαντική του τέχνη.
Ο Χείρωνας βρήκε το θάνατο, αν και αθάνατος στον Μαλέα, όπου είχε καταφύγει μαζί με τους άλλους Κενταύρους, διωγμένος από το Πήλιο από τους Λαπίθες. Πως όμως πέθανε; Ένα από τα βέλη του Ηρακλή τον πλήγωσε στο πόδι ( « εμπήγνυται τω γόνατι του Χείρωνος » μας αναφέρει ο Απολλόδωρος ) και υπέφερε από αφόρητους πόνους. Ο θάνατος δε μπορούσε να τον ανακουφίσει, γιατί ήταν αθάνατος. Μπροστά σ’ αυτή την αφόρητη κατάσταση δέχτηκε να ανταλλάξει την αθάνατη φύση του με τη θνητή του Προμηθέα κι έτσι με το θάνατό του έγινε συγκάτοικος των θεών.
Μια μεταγενέστερη παράδοση μας λέει ότι δεν κατέβηκε στον Άδη, αλλά καταστερίστηκε ανεβαίνοντας στον ουρανό σαν αστερισμός ( Τοξότης ή Κένταυρος ).

(*3) Νύμφες: κατώτερες γυναικείες θεότητες, που προσωποποιούσαν τις θεϊκές δυνάμεις της φύσης. Θεωρούνταν κόρες του Δία, αλλά δεν ήσαν αθάνατες. Τις θεωρούσαν ημίθεες και πως ζούσαν όμως πάρα πολλά χρόνια. Ήσαν νέες και ωραίες γυναίκες, που κατοικούσαν στα βουνά, στα δάση, σε νησιά, σε δέντρα και κυρίως σε πηγές, γι’ αυτό ανάλογα με τον τόπο κατοικίας έπαιρναν και τα ονόματά τους. Αναφέρονται Νύμφες των πηγών, των ποταμών και του νερού στο οποίο προδίδουν ιαματικές ιδιότητες ( Ναϊάδες, Ποταμηίδες, Κρηνίδες, Υδριάδες, Κασταλίδες, Αχελωίδες κ.α. ), Νύμφες των βουνών ( Παρνασσίδες, Νυσιάδες, Ορεστιάδες κ.α. ), Νύμφες των αγρών και των λειμώνων ( Λειμωνιάδες ), Νύμφες των δασών, των άλσεων και των δέντρων ( Αλσηίδες, Δρυάδες, Αμαδρυάδες, Ναπαίες κ.α. ). Αγαπούσαν το τραγούδι, την μουσική και το χορό. Τις θεωρούσαν αγαθοποιά και καλοπροαίρετα πνεύματα με ευεργετική επίδραση στους ανθρώπους. Είχαν καλή επίδραση στη βλάστηση κι επομένως ήσαν γονιμικές θεότητες. Βοηθούσαν του κυνηγούς στο κυνήγι τους και συμπαραστέκονταν στους αρρώστους. Εμφυσούσαν την ποιητική ή ακόμη και την προφητική δύναμη στους ανθρώπους ( όσοι είχαν μαντικές ιδιότητες, που οφείλονταν στις Νύμφες ονομάζονταν “νυμφόληπτοι” ).
Συχνά ερωτεύονταν θνητούς και μαζί τους αποκτούσαν απογόνους. Μερικές φορές φερόντουσαν σκληρά στις σχέσεις τους. Οι νέες τις θεωρούσαν προστάτριές τους, ιδίως αυτές που θα παντρευόντουσαν, ενώ συχνά οι μελλόνυμφες βυθίζονταν στα νερά κάποιας ιερής πηγής. Για τις Νύμφες δεν είχαν ιερά, αλλά απλούς βωμούς μέσα σα βράχους ή σπηλιές, τα γνωστά ως “νυμφαία”, όπου θυσίαζαν ή άφηναν τις προσφορές τους. Η μυθολογία μας αναφέρει τις Νύμφες σαν τροφούς θεών, όπως του Ερμή και του Διόνυσου κι αποτελούσαν μέλη της ακολουθίας θεών, όπως του Απόλλωνα, της Άρτεμης, του Διόνυσου, του Πάνα, των Σειληνών και των Σατύρων.

(*4). Οι κάτοικοι του Ορχομενού πρόσφεραν ηρωικές τιμές στον Ακταίονα ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία, τον 2ο αιώνα μ.Χ. Η λατρεία του ήρωα επεκτάθηκε. Στα 479 π.χ. ο Αθηναίος στρατηγός Αριστείδης, πριν τη μάχη των Πλαταιών, σε ερώτησή του για την έκβαση της μάχης στο μαντείο των Δελφών, παίρνει τη διαβεβαίωση πως θα νικήσει το Μαρδόνιο, όμως έπρεπε να θυσιάσει σε ορισμένες θεότητες και τοπικούς ήρωες, ανάμεσα στους οποίους και στον Ακταίονα.
Αυτή η εντολή ασφαλώς προϋποθέτει τη λατρεία του Ακταίονα στις Πλαταιές.

(*5). Στις εντολές του μαντείου των Δελφών προς τους Ορχομένιους να βρουν τα απομεινάρια του σώματος του Ακταίονα και να τα θάψουν, διαπιστώνουμε την πίστη πως ο νεκρός βρικολακιάζει και τριγυρίζει στον Απάνω Κόσμο, χωρίς να μπορεί να ησυχάσει, όσο το σώμα του, ή ό,τι απόμεινε απ’ αυτό, δεν έχει ταφεί. Εξάλλου στο κάρφωμα της εικόνας του έχουμε ένα είδος ομοιοπαθητικής μαγείας, τους λεγόμενους κατάδεσμους, όπου δένοντας το ομοίωμα, ταυτόχρονα δένεις και το αντίστοιχο πρόσωπο.

(*6). Νιόβη: θυγατέρα του Τάνταλου και της Διώνης, αδελφή του Πέλοπα. Παντρεύτηκε τον Αμφίονα, δίδυμο αδελφό του Δία, που είχαν πατέρα τον Δία και μητέρα την Αντιόπη. Ο Αμφίονας ήταν βασιλιάς της Θήβας την οποία τείχισε μαζί με τον αδελφό του. Το βασιλικό ζευγάρι απόχτησε επτά γιους κι επτά κόρες και το γεγονός αυτό γέμισε έπαρση την Νιόβη, που διατυμπάνιζε πως ήταν ανώτερη από τη Λητώ, η οποία είχε γεννήσει μόνο δύο παιδιά. Αυτό εξόργισε τη θεά, που ζήτησε από τα παιδιά της να τιμωρήσουν τη θνητή εγωίστρια γυναίκα. Ο Απόλλωνας τόξευσε τα αγόρια και η Άρτεμη τα κορίτσια. Απ’ όλα τα παιδιά σώθηκε ένα αγόρι και μια κόρη. Αφού έκλαψε τα παιδιά της η πονεμένη μάνα κατέφυγε στην πατρίδα της τη Σίπυλο της Λυδίας, όπου στιγμή δεν σταμάτησε να θρηνεί. Ο Δίας τη λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε βράχο, που με τη μορφή πηγήσιου νερού έβγαζε τα δάκρυα της Νιόβης.

(*7). Τιτυός: γίγαντας, γιος του Δία και της Ελάρας, που ήταν κόρη του Μινύα ή του Ορχομενού. Για να γλυτώσει την ερωμένη του ο πατέρας των θεών από την οργή της ζηλότυπης Ήρας την έκρυψε στα έγκατα της γης, όπου και γεννήθηκε ο Τιτυός. Γι’ αυτό κάποιοι θεωρούσαν τη Γη μητέρα του γίγαντα. Κάποτε πήγαινε στους Δελφούς και στο δρόμο συνάντησε τη Λητώ στην οποία επιτέθηκε με άγριες ερωτικές διαθέσεις. Στις φωνές της έτρεξαν τα παιδιά της, ο Απόλλωνας και η Άρτεμη, τα οποία σκότωσαν τον Τιτυό.
Υπάρχει και η παράδοση ότι τον κατακεραύνωσε ο Δίας και τον έριξε στον Τάρταρο, όπου δύο γύπες συνέχεια του κατέτρωγαν το συκώτι, που διαρκώς αναγεννιόταν.

(*8). Καλλιστώ: κόρη του Λυκάονα, που ήταν ηγεμόνας της Αρκαδίας, ή του Νυκτέα. Η Καλλιστώ ήταν νύμφη των δασών και ζούσε ως παρθένα ακόλουθος της Άρτεμης. Γιατί της άρεσε πολύ το κυνήγι. Ο Δίας την ερωτεύθηκε κι ενώθηκε μαζί της παίρνοντας τη μορφή της Άρτεμης ή του Απόλλωνα. Απ’ αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Αρκάς, ο γενάρχης των Αρκάδων. Αποκαλύφτηκε πως η ακόλουθος είχε χάσει την παρθενία, καταπατώντας τον όρκο που έδιναν όσες αποτελούσαν τον θίασο της θεάς, όταν μετά από ένα κυνήγι γυμνώθηκαν για να λουστούν στα νερά μιας πηγής και φανερώθηκε η εγκυμοσύνη της. Η θεά θύμωσε για την προδοσία της παρθενίας και την μεταμόρφωσε σε αρκούδα. Κάποιοι ισχυρίζονται πως την μεταμόρφωση την έκανε η Ήρα από ζήλεια. Αργότερα ο Δίας την καταστέρισε και την τοποθέτησε στον ουρανό, αποτελώντας την Μεγάλη Άρκτο.
Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι η Άρτεμη θυμωμένη που δεν τήρησε την παρθενία της, τη σκότωσε.
Το επίθετο καλλίστη ( υποκοριστικό καλλιστώ, δηλ. η πανωραία ) δείχνει πως η ηρωίδα προέκυψε από τις ιδιότητες της Άρτεμης ως προστάτιδας της μητρότητας. Η Καλλιστώ αποτελούσε μια αειπάρθενη μητέρα και ο μύθος τεκμηριώνει έναν ιερό γάμο.

(*9). Οινέας: βασιλιάς της Καλυδώνας στην Αιτωλοακαρνανία, γιος του Πορθέα και της Ευρύτης. Πήρε ως γυναίκα του την Αλθαία από την οποία απόκτησε αρκετά παιδιά, μεταξύ των οπίων τον Μελέαγρο και Δηιάνειρα. Μετά τον θάνατο της Αλθαίας παντρεύτηκε την Περίβοια, από την οποία απόχτησε τον Τυδέα, έναν από τους επτά στρατηγούς της Αργείας εκστρατείας κατά της Θήβας και πατέρα του Διομήδη. Κάποτε ο βασιλιάς Οινέας ξέχασε να προσφέρει θυσία στην θεά Άρτεμη και γι’ αυτή την ασέβεια η θεά έστειλε τον καταστροφικό Καλυδώνιο κάπρο να ρημάξει τη χώρα της Αιτωλίας.
Αυτός πρώτος πήρε σαν δώρο από τον Διόνυσο το αμπέλι κι έτσι το όνομά του σχετίστηκε με το κρασί.

(*10). Ύβρις: αλαζονική, αυθάδης συμπεριφορά, που πηγάζει από συναίσθηση υπερβολικής δύναμης. Καταπάτηση της τάξης στην φύση και της θείας νομοτέλειας.

(*11). Νέμεση: Για τους προγόνους μας ήταν η προσωποποίηση του ηθικού συναισθήματος, η δύναμη που τιμωρεί την υπερβολή και την αλαζονεία των ανθρώπων, εκείνων που ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια. Αργότερα λατρεύτηκε σαν θεά. Μαζί με την Τύχη, την Άτη, την Θέμιδα, την Ειμαρμένη και τις Μοίρες εκφράζει την δικαιοσύνη, την αποκατάσταση της τάξης όπου κι όταν διαταράσσεται, και την ανθρώπινη μοίρα. Στην ομηρική ποίηση η Νέμεση δεν αναφέρεται σαν θεά, αλλά σαν εθιμική ανάγκη τιμωρίας των ασεβών. Ο Ησίοδος την αναφέρει σαν κόρη του Ωκεανού και της Νυκτός.
Η Νέμεση σημαίνει την δίκαιη θεϊκή οργή που στρέφεται σε όποιο θνητό διέπραξε ύβρη. Όταν η Θέμις, δηλ. η κοσμική τάξη περιφρονείται, τότε επέρχεται η Νέμεση. Έτσι η Νέμεση εκφράζει μια αντίληψη γνήσια Ελληνική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: