Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Τα σύγχρονα γιορτινά μας έθιμα έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα

[[ δαμ- ων ]]

Αυτές τις μέρες οι νοικοκυρές στόλισαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, έφτιαξαν μελομακάρονα, και ετοιμαζόμαστε να κόψουμε τη βασιλόπιττα. Επειδή οι γιορτές αυτών των ημερών είναι χριστιανικές, πιστεύουμε οι περισσότεροι ότι τα έθιμά μας είναι χριστιανικά επινοήματα και κατά συνέπεια η ιστορία τους θα είναι το πολύ δύο χιλιάδες χρόνια. Κι όμως, κάνουμε λάθος. Πολλά έχουν αρχαιοελληνικές ρίζες, τις οποίες κάποιοι φανατικοί θέλησαν να αποκόψουν στους Βυζαντινούς χρόνους, αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, αυτά έβγαλαν καινούριο φύτρο. Έτσι τα τηρούμε και σήμερα δίνοντάς τους σύγχρονο και χριστιανικό χαρακτήρα.

Ειρεσιώνη: το χριστουγεννιάτικο δέντρο της αρχαιότητας
Η ιδέα για το στολισμό ενός δέντρου κατά τα Χριστούγεννα δεν είναι ξενόφερτη, όπως θεωρούν πολλοί. Στην αρχαία Ελλάδα παρόμοιο έθιμο υπήρχε, μόνο που δεν στόλιζαν έλατο, αλλά την Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (είρος = έριον, μαλλί) ήταν κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένος με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λπ., εκτός του μήλου και του αχλαδιού). Κάποιοι χρησιμοποιούσαν και μικρές σφαίρες από μέταλλο, που παρίσταναν τους πλανήτες, τον ήλιο και τη σελήνη. Ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του έτους που έληγε και παράκληση συνέχισης της γονιμότητας και ευφορίας και κατά το επόμενο έτος. Αφιερωνόταν στην Αθηνά, τον Απόλλωνα, την Άρτεμη και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).
Την έβδομη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), ημέρα κοντινή προς την ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας που συμβαίνει στις 22 Σεπτεμβρίου, παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν (παίδας αμφιθαλείς), περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας τις καλένδες (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι. Έπαιρναν το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ίδια ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ένα απόσπασμα από τα κάλαντα είναι το ακόλουθο :
«Η Ειρεσιώνη φέρνει κάθε τι καλό, σύκα και αφράτα ψωμάκια που μας τρέφουν και μέλι γλυκό και λάδι απαλό και ξέχειλους κύλικες με καλό κρασί για να μεθύσει και να κοιμηθεί.»
Εκτός από τα κλαδιά της ελιάς, περιέφεραν επίσης και κλαδιά Δάφνης προς τιμήν του Απόλλωνος στα Θαργήλια, εορτή που ετελείτο την Άνοιξη (27 Απριλίου – 26 Μαΐου), όπου πάλι έκαιγαν την παλιά Ειρεσιώνη και κρεμούσαν την νέα έξω από τις πόρτες τους.
Πρόγονος, λοιπόν, του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η Ειρεσιώνη , όπου διαμέσου αυτής μεταδόθηκε το έθιμο του στολισμένου δέντρου στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές. Επειδή δεν είχαν ελαιόδενδρα, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που ευδοκιμούσαν στον κάθε τόπο. Στις βόρειες χώρες το έλατο.
Το έθιμο της Ειρεσιώνης καταδικάστηκε σαν ειδωλολατρικό από το θεοκρατικό καθεστώς του Βυζαντίου και απαγορεύτηκε η τέλεσή του. Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με την μορφή Χριστουγεννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου από τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Όθωνα στην Ελλάδα, σαν δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο. Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο της Ειρεσιώνης υπήρχε πάντα στην ιστορική μνήμη των Ελλήνων, γι αυτόν τον λόγο, το Χριστουγεννιάτικο δένδρο υιοθετήθηκε αμέσως.
Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και το οποίο μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):
«Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,
ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.
Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,
συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…
Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί
κατά καρδόπου έρποι μάζα
νυν μεν κριθαίην εώπιδα σησαμόεσσαν…»
[Μετάφρ.: Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,
γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.
Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,
και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία
και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.
Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι
στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.]
Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:
«Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη
ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη
και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.»

Κάλαντα:
Τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί, ειρεσιώνες κ.α. ήταν αρχικά κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά αργότερα
Η λέξη κάλαντα προέρχεται από τη λατινική «calenda», που σημαίνει αρχή του μήνα. Η ιστορία τους προχωρεί πολύ βαθιά στο παρελθόν και συνδέεται με την αρχαία Ελλάδα. Βρήκαν, μάλιστα, αρχαία γραπτά κομμάτια παρόμοια με τα σημερινά κάλαντα, την ειρεσιώνη που αναφέραμε παραπάνω. Τα παιδιά της εποχής εκείνης κρατούσαν ομοίωμα καραβιού που παρίστανε τον ερχομό του θεού Διόνυσου κι άλλοτε ειρισιώνη από κλαδί ελιάς ή δάφνης, στο οποίο κρεμούσαν κόκκινες κι άσπρες κλωστές όπου έδεναν τις προσφορές των νοικοκύρηδων. Επίσης κρατούσαν τους θύρσους , (ραβδιά ξύλινα ή καλάμια, τυλιγμένα με φύλλα κισσού ή αμπελιού και “κορφή” ένα κουκουνάρι πεύκου)
Στην εποχή μας, συχνά οι καλαντιστές κρατάνε μικρά καράβια, ενώ στη Μακεδονία και στη Θράκη κρατούν στολισμένα ραβδιά τις σούρβες και αγγίζουν μ' αυτές τους αρρώστους και τα ζώα γιατί πιστεύουν πως έχουν μαγικές ιδιότητες.
Κατά την αρχαιότητα, οι άνθρωποι του απλού λαού, και κυρίως οι αγρότες, μάθαιναν την αλλαγή του έτους ή και του μήνα με ένα άγγελμα (μήνυμα) από τα μικρά παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Πιο συγκεκριμένα, τις ημερολογιακές αλλαγές στο λαό τις ανακοίνωναν με τα παιδιά εκείνοι που ασχολούνταν με το ημερολόγιο- αγροτικό ημερολόγιο. Τα παιδιά μετέφεραν στο λαό το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με μηνυτήρια κι ευχετήρια τραγουδάκια. Τότε ο λαός έδινε στους μικρούς αγγελιοφόρους φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχαν νομίσματα, τα φιλοδωρήματα ήσαν καρποί, κυρίως ξηροὶ ή λιασμένοι, όπως αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα, καθώς επίσης αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασί στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι, και διάφορα άλλα καλούδια από το κελλάρι του σπιτιού. Αργότερα αυτά έδιναν και νομίσματα μικρής αξίας.
Έτσι τα παιδιά της προϊστορικής εποχής, για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, αρχικά έλεγαν τα κάλαντα κάθε πρωτομηνιά- μήνυμα και ευχές νεομηνίας (Νουμηνία). Αργότερα, κατά την ιστορική εποχή, όταν τα ημερολόγια ήταν προγράμματα καταγραφόμενα, τα κάλαντα των παιδιών περιορίστηκαν στα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, τις δύο ισημερίες- εαρινή και φθινοπωρινή- και στα δύο ηλιοστάσια- χειμερινό και καλοκαιρινό, όπου τελούσαν μεγάλες γιορτές.
Τα κάλαντα ήταν ένας από τους αγερμούς, που είχαν εποχιακές ονομασίες, όπως ειρεσιώνες, χελιδονίσματα, και κορωνίσματα. Η ονομασία αγερμοί προκύπτει από το ρήμα “αγείρω” (= αθροίζω, μαζεύω, ερανίζομαι) γιατί λέγοντας τα κάλαντα ή τους αγερμούς τα παιδιά ή οι μεγάλοι μαζεύουν χρήματα ή καλούδια.
Ειρεσιώνη.
Η Ειρεσιώνη αναφέρεται ήδη από τον Όμηρο, ο οποίος ευρισκόμενος στην Σάμο, σκάρωσε διάφορα τραγούδια τα οποία μαζί με μια ομάδα παιδιών τα τραγουδούσαν στα σπίτια των πλουσίων και ευχόντουσαν πλούτο, χαρά και ειρήνη. Λέγοντας ευχές για την ευφορία και γονιμότητα της γης την γιόρταζαν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς, κυρίως του Απόλλωνος-ήλιου και των Ωρών, για προστασία της σποράς και μια το φθινόπωρο, για να τους ευχαριστήσουν για την συγκομιδή των καρπών. Ταυτόχρονα με τις ευχαριστίες προς τους θεούς, έδιναν ευχές και στους συνανθρώπους.
Στην ακόλουθη ειρεσιώνη θα παραθέσουμε όλο το σωζώμενο απόσπασμα, όπως μας το μεταφέρει ο Πλούταρχος:
Ειρεσιώνη α΄:
«Δῶμα προσετραπόμεσθ΄ ἀνδρὸς μέγα δυναμένοιο,
ὃς μέγα μὲν δύναται, μέγα δὲ βρέμει, ὄλβιος αἰεί.
Αὐταὶ ἀνακλίνεσθε θύραι. πλοῦτος γὰρ ἔσεισι
πολλός, σὺν πλούτῳ δὲ καὶ εὐφροσύνη τεθαλυῖα,
εἰρήνη τ᾽ ἀγαθή. ὅσα δ᾽ ἄγγεα, μεστὰ μὲν εἴη,
κυρβέη δ᾽ αἰεὶ κατὰ καρδόπου ἕρποι μᾶζα,
τοῦ παιδὸς δὲ γυνὴ κατὰ διφράδα βήσεται ὕμμιν,
ἡμίονοι δ᾽ ἄξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα,
αὐτὴ δ᾽ ἱστὸν ὑφαίνοι ἐπ΄ ἠλέκτρῳ βεβαυῖα.
νεῦμαί τοι νεῦμαι ἐνιαύσιος ὥστε χελιδὼν
ἕστηκ᾽ ἐν προθύροις ......................................
εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δὲ μή, οὐχ ἑστήξομεν˙
οὐ γὰρ συνοικήσοντες ἐνθάδ᾽ ἤλθομεν.»

[Μετάφρ.: Μπαίνουμε μες στ᾽ αρχοντικό μεγάλου νοικοκύρη,
αντρειωμένου και βροντόφωνου και πάντα ευτυχισμένου.
Ανοίξτε, πόρτες, μόνες σας, πλούτος πολύς να μπει μέσα,
και με τον πλούτο συντροφιά χαρά μεγάλη κι ευτυχία
κι ολόγλυκη ειρήνη. Τ᾽ αγγεία του όλα γεμάτα να ‘ναι
και το ψωμί στη σκάφη να φουσκώνει πάντα και να ξεχειλίζει.
Γι᾽ αατὸ εδώ το παλληκάρι σας η νύφη να ‘ρθει θρονιασμένη σε θρονί,
ημίονοι σκληροπόδαροι στο σπιτικό αυτό να σας την κουβαλήσουν,
και να υφαίνει πανί σε αργαλειό με χρυσάργυρες πατήθρες.
Σού ‘ρχομαι, σου ξανάρχομαι σα χελιδόνι κάθε χρόνο
και στην αυλόθυρά σου στέκομαι .
............................................................................................
Αν είναι να μας δώσεις τίποτα, καλά και καμωμένα,
ει δε μη, δεν θα στεκόμαστε εδώ για πάντα.
γιατί εδώ δεν ήρθαμε για να συγκατοικήσουμε μαζί σου.]


Ειρεσιώνη β΄
«Εἰρεσιώνῃ σῦκα φέρειν καὶ πίονας ἄρτους
καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀναψήσασθαι
καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ.»

[Μετάφρ.: Στην ειρεσιώνη φέρνε σύκα και ψωμιά αφράτα
και μέλι στην κούπα και μύρο ν᾽ αλειφτεί
και κρασί στο ποτήρι δυνατό, για να κοιμάται σουρωμένη.]

2. Χελιδονίσματα:
Χελιδονίσματα λέγονταν στην αρχαία Ελλάδα τα κάλαντα της εαρινής ισημερίας και πρωτοχρονιάς, επειδή τα παιδιά που τα τραγουδούσαν περιερχόντουσαν τα σπίτια και δεχόντουσαν φιλοδωρήματα είχαν ομοίωμα χελιδονιού. Κυρίως ανήγγειλλαν τον ερχομό του αποδημητικού χελιδονιού. Τα παιδιά αυτά λέγονταν χελιδονιστές, και μέχρι σήμερα η χελιδόνα τραγουδιέται από τα παιδιά σαν κάλαντα της 1ης Μαρτίου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας.
Το παρακάτω χελιδόνισμα μας το έχει διασώσει ο Αθήναιος:
«Ἦλθ΄ ἦλθε χελιδὼν
καλὰς ὥρας ἄγουσα,
καλοὺς ἐνιαυτούς,
ἐπὶ γαστέρα λευκά,
ἐπὶ νῶτα μέλαινα.

Παλάθαν σὺ προκύκλει ἐκ πίονος οἴκου
οἴνου τε δέπαστρον τυροῦ τε κάνιστρον.
καὶ πύρνα χελιδὼν καὶ λεκηθίταν οὐκ ἀπωθεῖται.

Πότερ᾽ ἀπίωμες ἢ λαβώμεθα;
εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δὲ μή, οὐκ ἐάσομες.
ἢ τὰν θύραν φέρωμες ἢ τὸ ὑπέρθυρον
ἢ τὰν γυναῖκα τὰν ἔσω καθημέναν.
μικρὰ μέν ἐστι, ῥᾳδίως νιν οἴσομες.
ἂν δὴ φέρῃς τι, μέγα δή τι φέροις.
ἄνοιγ᾽ ἄνοιγε τὰν θύραν χελιδόνι.
οὐ γὰρ γέροντές ἐσμεν, ἀλλὰ παιδία.»

[Μετάφρ.: Ήρθε, ήρθε η χελιδόνα,
φέρνει τον καλό καιρό,
φέρνει την καλή χρονιά.
είναι άσπρη στην κοιλιά,
μαύρη στὴ ράχη επάνω.

Κύλα κατά εδώ έναν πελτέ σύκου απ᾽ το σπιτικό το γεμάτο καλούδια.
Κέρνα μας ένα ποτήρι κρασί, δος μας κι ένα πανέρι τυρί.
Η χελιδόνα δεν λέει όχι και στα σταρόψωμα και στην κουλούρα.

Τι λες; θα μας δώσεις ή να φύγουμε;
Κι αν μεν μας δώσεις, καλά και καμωμένα.
Αν όμως δεν μας δώσεις, δεν θα περάσει έτσι.
Ή την αυλόπορτα σου σηκώνουμε ή το στέγαστρό της,
ή την κοπελλάρα που κάθεται στο σπίτι μέσα.
είναι μικρούλα βέβαια, αλλὰ τόσο το καλλίτερο,
για να τη σηκώνουμε κι εμείς ακόμη ευκολώτερα.
Κι αν φέρεις να μας δώσεις κάτι, να ‘ναι κάτι μεγάλο.
Έλα άνοιξε την πόρτα σου μπροστά στη χελιδόνα.
Δεν είμαστε γέροι άνθρωποι, είμαστε παιδάκια.]


3. Κορωνίσματα:
Είναι νεώτερα κάλαντα στα οποία εμφανίζεται ο Απόλλωνας σαν πατέρας της Κορώνης και οι θεοί σαν εκτελεστές των ευχών. Είναι εαρινά κάλαντα που τα τραγουδούσαν σε μερικές περιοχές της αρχαίας Ελλάδας. Τα παιδιά που τα τραγουδούσαν λέγονταν κορωνιστές και είχαν μαζί τους ομοίωμα κορώνης (= κουρούνας)
Το παρακάτω τραγούδι διέσωσε ο Αθήναιος, ο οποίος το πήρε από τον Κολοφώνιο ποιητή Φοίνικα. Το παραθέτουμε γιατί αναφέρονται όσα έδιναν στα παιδιά, που έλεγαν τα κάλαντα, καθώς και τις ευχές.
«Ἐσθλοί, κορώνῃ χεῖρα πρόσδοτε κριθέων
τῇ παιδί τἀπόλλωνος ἢ λέκος πυρῶν
ἢ ἄρτον ἢ ἤμαιθον ἢ ὅτι τις χρῄζει.
δότ᾽, ὦγαθοί, <τι> τῶν ἕκαστος ἐν χερσὶν
ἔχει κορώνῃ. χἅλα λήψεται χόνδρον.
φιλεῖ γὰρ αὕτη πάγχυ ταῦτα δαίνυσθαι.
ὁ νῦν ἅλας δοὺς αὖθι κηρίον δώσει.
ὦ παῖ, θύρην ἄγκλινε. πλοῦτος ἤκουσε,
καὶ τῇ κορώνῃ παρθένος φέρει σῦκα.
θεοί, γένοιτο πάντ᾽ ἄμεμπτος ἡ κούρη
κἀφνειὸν ἄνδρα κὠνομαστὸν ἐξεύροι.
καὶ τῷ γέροντι πατρὶ κοῦρον εἰς χεῖρας
καὶ μητρὶ κούρην εἰς τὰ γοῦνα κατθείη,
θάλος τρέφειν γυναῖκα τοῖς κασιγνήτοις.
ἐγὼ δ᾽ ὅκου πόδες φέρουσιν, ὀφθαλμοὺς
ἀμείβομαι Μούσῃσι πρὸς θύρῃσ᾽ ᾄδων
καὶ δόντι καὶ μὴ δόντι πλέονα τῶν γεω.
......................................................
ἀλλ᾽ , ὦγαθοί, ἐπορέξαθ᾽ ὧν μυχὸς πλουτεῖ .
δὸς ὦν, ἄναξ, δὸς καὶ σὺ πότνα μοι νύμφη.
νόμος κορώνῃ χεῖρα δοῦν᾽ ἐπαιτούσῃ.
τοσαῦτ᾽ ἀείδω. δός τι καὶ καταχρήσει.

[Μετάφρ.: Δώστε, καλοί μου, μια χεριά κριθάρι στην κορώνη,
την κόρη του Απόλλωνα, ή ένα πιάτο στάρι,
ή ένα ψωμί ή ένα ημιώβολο, ή ό,τι έχει κανείς προαίρεση.
Δώστε, καλοί μου, κάτι απ᾽ αυτὰ που όλοι σας κρατάτε,
δώστε στην κορώνη. Παίρνει δε και λίγα σπυριά αλάτι.
γιατό της αρέσουν πάρα πολύ να τρώει κάτι τέτοια.
Όποιος δίνει αλάτι σήμερα, αύριο θὰ δώσει μελιού κηρήθρα.
Άνοιξε την πόρτα, δούλε. Ο πλούτος την κορώνη την ακούει.
Να κι η κοπέλα που ‘ρχεται και φέρνει στην κορώνη σύκα.
Όμορφη κάντε την, θεοί, κόρη χωρίς ψεγάδι,
κι άντρα να βρει βοηθήστε την πλούσιο και παινεμένο.
στα χέρια του γέρου πατέρα της έναν εγγονό ν᾽ ακουμπήσει,
στης γριάς μάνας τα γόνατα μια εγγονή ν᾽ αφήσει.
Και για τους αδερφούς της κάποια γυναίκα βλαστάρι ν᾽ ανατρέφει.
Κι εγώ κοιτώ να πηγαίνω όπου με παν τα πόδια μου,
κι εκεί στις πόρτες εμπροστά να τραγουδώ στις Μούσες.
Μου δώσει, δεν μου δώσει κάποιος, πιότερα του εύχομαι απ᾽ όσα έχει.
..............................................................................................
Αλλ’, ω καλοί μου, δώστε μου, απ᾽ του κελλαριού σας τα καλούδια.
Δώσε μου και συ, βασιλιά μου, δώσε μου και συ, νεράιδα λατρευτή.
Έθιμο είναι να δίνεις μια χεριά, όταν η κορώνη σου ζητάει.
Μέχρι εδώ το άσμα μου. Δώσε κι απ᾽ το υστέρημά σου κάτι.]

Στα ρωμαϊκά χρόνια ,τις καλένδες του Ιανουαρίου, την πρώτη μέρα του χρόνου, τις γιόρταζαν με δώρα και ευχές ενώ οι αξιωματούχοι αναλάμβαναν υπηρεσίες. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομα τους τα κάλαντα που πήραν τη σημερινή τους μορφή από τα πρωτοχριστιανικά κιόλας χρόνια. Πολλά στοιχεία και έθιμα της ειδωλολατρικής γιορτής που επιβίωσαν ανάμεσα στους χριστιανούς, καταδικάσθηκαν από την εκκλησία με τον ξβ΄ Κανόνα της ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα , την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Η λαϊκή παράδοση από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς, έτσι, έδωσε στον "Αϊ Βασίλη" (που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του379 μ.Χ.) όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.
Σημαντικοί λόγιοι στους Βυζαντινούς χρόνους ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο. Αυτό εξηγεί γιατί πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους:
«Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Έρουρέμ,...Χαίρε Αχραντε...
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαι «
και
«Από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον
Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος...»
Την ιδέα μιμήθηκε ο απλός λαός, δημιουργώντας στιχουργικά διαμάντια με το ανεπιτήδευτο αλλά ασύγκριτα γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του:
«Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι
Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη.»
Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα.
Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»:
«Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»

Τριέσπερον:
Οι πρόγονοί μας στη θέση των Χριστουγέννων γιόρταζαν το «Τριέσπερον», μία εορτή η οποία γενικεύεται από τους ελληνιστικούς χρόνους κι μετά, προς τιμήν των πυρφόρων και ηλιακών θεοτήτων Ηρακλή και Ηλίου.
Το «Τριέσπερον» ξεκινούσε με το Χειμερινό Ηλιοστάσιο- τη νύκτα της 22ας προς την 23η Δεκεμβρίου- τη μεγαλύτερη δηλαδή νύκτα του έτους και κορυφωνόταν με την αναγέννηση του φωτοδότη Ηλίου, τη νύκτα της 24ης προς 25η, όταν η ημέρα έχει ήδη μείνει «στάσιμη» για 3 ημέρες μετά το Ηλιοστάσιο και αρχίζει πλέον να μεγαλώνει.
Οι «εθνικοί» αποκαλούσαν την πρώτη ημέρα της εβδομάδας “ημέρα του θεού-Κυρίου Ήλιου”!
Επίσης οι αρχαίοι Έλληνες κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου. Ο Διόνυσος αποκαλούνταν «σωτήρ» και «θείο βρέφος», το οποίο γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη. Ήταν ο «καλός Ποιμήν», του οποίου οι ιερείς κρατούν την ποιμενική ράβδο. Τον χειμώνα θρηνούσαν την δολοφονία του Διονύσου από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννησή του. Οι γυναίκες-ιέρειες ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα νεογέννητο βρέφος φώναζαν: «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε, ο Διόνυσος ζει» , ενώ σε επιγραφή αφιερωμένη στον Διόνυσο αναγράφεται:«Εγώ είμαι που σε προστατεύω και σε οδηγώ, εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα»!
Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή, είχε επίσης ταυτιστεί και με την γιορτή του Ηλίου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες, είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα του Ηλίου, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ηλίου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με την ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου που μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε την Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν τον Μάρτιο την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από την μήτρα της Γης.
Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα, και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα έως ότου εξισωθεί με την νύχτα, κατά την Ισημερία τον Μάρτιο. Τότε ο Ήλιος νικά το σκοτάδι, και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης για την φύση. Γι’ αυτό, αν και ο Χριστός γεννήθηκε τον Απρίλιο, τοποθετείται η γέννησή Του στις 25 Δεκεμβρίου! Επίσης η σταύρωση και η Ανάστασή Του έχει συνδιαστεί με την εαρινή ισημερία, έχοντας οριστεί να συνδέεται κατάλληλα η Κυριακή της Ανάστασης με την εαρινή ισημερία.
Η ελληνική γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου πέρασε και στην αρχαία Ρώμη με τις δημοφιλείς γιορτές των Σατουρνάλιων, προς τιμήν του Κρόνου τον Δεκέμβριο αλλά και της θεάς Δήμητρας. Γι’ αυτό και έκαναν θυσίες χοίρων για την ευφορία της γης . Τα Σατουρνάλια ήταν από τις σημαντικότερες και ονομάζονταν: « DIES INVICTI SOLIS », δηλαδή «Ημέρα του αήττητου ήλιου». Μια γιορτή που φυσικά την είχαν πάρει απο την γιορτή του Φωτοφόρου Απόλλωνα - Ηλίου!
Ο Ήλιος ανέκαθεν σύμβολο του Θείου σε πολλούς αρχαίους λαούς. Η παρατήρηση των φαινομένων του φωτός και της πηγής του, του Ήλιου, στα αρχαία χρόνια υπήρξε έντονη και αποτέλεσε μια από τις κύριες μορφές συμβόλου για το Θείο. Πάνω σε αυτά τα φαινόμενα βασίστηκε τόσο η φυσιολατρία όσο και η πνευματόδοξη λατρεία των αρχαίων λαών και φυσικά μυθολογήθηκε όσο ποτέ κάποιο άλλο φαινόμενο της φύσης. Πολλές θεότητες έχουν επιφορτιστεί με την μυθολογία του φωτός – Ήλιου. Ο Ήλιος είναι ο Θεός της ημέρας, του χρόνου, της θερμότητας, χορηγός της ζωής, αυτός που βλέπει τα πάντα, κτλ. Οι μύθοι του φωτός συνδέονται με αυτές του τις ιδιότητες αλλά και με την πορεία του στον ουρανό. Στο χειμερινό ηλιοστάσιο γιορτάζουμε την θεία αναγέννηση. Γεννέθλια λοιπόν του θείου στοιχείου παντού μέσα στην φύση αλλά και μέσα μας, στην ψυχή μας. Γιορτάζουμε το στοιχείο αυτό που είναι μέσα μας και μας ενώνει με τους Θεούς, τον θείο σπινθήρα του Θεού Ήλιου ή του Προμηθέα. Αυτήν την μικρή θεία φλόγα που έχουμε ως Λογική μέσα μας.
Τα Κάλαντα του Τριέσπερου, κατ’ ευθείαν από τους αρχαίους χρόνους, τραγουδιούνται ακόμα στην Κύπρο σε ορισμένα ορεινά χωριά...
«Καλήν εσπέραν άρχοντες,
αν είναι ορισμός σας
Ηλίου τη θεία γέννηση
να πω στ' αρχοντικό σας.

Απόλλωνα, άρχοντα θεέ,
έλα ξανά κοντά μας
συ φωτοδότη Βασιλιά,
φώτισε την καρδιά μας.

Λιώσε τα χιόνια στα βουνά
ζέστανε τα πλατάνια
φέρε μας γέλια και χαρά,
ειρήνη και ζωντάνια.

Στο σπίτι αυτό που μπήκαμε
οι εστίες να μη σβήσουν
κι όλοι οι νοικοκυραίοι του
χίλια χρόνια να ζήσουν...»


Μελίπηκτα:
Γλυκίσματα που χρησιμοποιούσαν σαν γλυκαντικό υλικό το μέλι, σαν τα δικά μας μελομακάρονα. Στα μελίπηκτα ανήκουν οι δίπλες, οι λουκουμάδες και οι πλακούντες, ένα είδος γλυκιάς πίτας.

Θάργηλος άρτος:
Η αναζήτηση για τις ρίζες του εθίμου της βασιλόπιτας μας οδηγεί πίσω, στην αρχαιότητα, στις προσφορές άρτου ή και μελιπήκτων των προγόνων μας προς τους θεούς κατά τη διάρκεια εορτών. Οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στους θεούς σε κάθε μεγάλη καμπή του χρόνου ή της ζωής τους «εορταστικούς άρτους». Κάθε Αθηναίος στρατιώτης, πριν ξεκινήσει για τον πόλεμο, αφιέρωνε στον Άρη, το θεό του πολέμου, τρία ψωμάκια. Ένα για να πάει καλά, ένα για να νικήσει και το τρίτο για να γυρίσει γερός και αρτιμελής. Οι κυνηγοί, για να έχουν πλούσιο κυνήγι αφιέρωναν παρόμοια ψωμάκια στην θεά Άρτεμη, την προστάτιδα του κυνηγιού. Οι θεριστάδες της γης αφιέρωναν αρτίδια στην θεά Δήμητρα, που τα ονόμαζαν «θαλύσια αρτίδια» στη γιορτή της συγκομιδής και απλώς «άρτους» ή «πλακούντες» στη γιορτή των Θεσμοφορίων.
Ο λαογράφος Φίλιππος Βρεττάκος στο βιβλίο του “Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των” αναφέρει: «Οι πρόγονοί μας εις την αρχαιότητα κατά τας μεγάλας αγροτικάς εορτάς προσέφεραν εις τους θεούς, ως απ αρχήν, έναν άρτον. Επί παραδείγματι κατά την εορτήν του θερισμού, που ελέγετο Θαλύσια και ήτο αφιερωμένη εις την Δήμητρα, κατασκευάζετο από το νέον σιτάρι ένας μεγάλος εορταστικός άρτος (ένα καρβέλι), που ελέγετο “Θαλύσιος άρτος”, κατά δε την προς τιμήν Απόλλωνος εορτήν των Θαργηλιών εψήνετο, κατά το έθιμον,ο “θάργηλος άρτος”.»
Τα Θαργήλια γιορτάζονταν την 16η και την 7η ημέρα του μηνός Θαργηλιώνος προς τιμή του Απόλλωνος Δηλίου στην Αθήνα, τη Μίλητο, τη Δήλο και πολλές άλλες Ιωνικές πόλεις. Η γιορτή άρχιζε με θυσία μιας αμνάδος και ενός κριού. Ακολουθούσε πομπή και μετά μουσικοί αγώνες από κυκλικό χορό, όπου ο νικητής έπαιρνε ως βραβείο τρίποδα, τον οποίο αφιέρωνε στο «Πύθιον» Ιερό του Θεού που είχε ιδρυθεί από τον Πεισίστρατο. Στη συνέχεια τα παιδιά τοποθετούσαν στις εξώθυρες των οικιών τους την «ειρεσιώνη» δηλαδή κλαδί ελιάς παγκάρπου. Προσφέρονταν θυσίες και καρποί, ενώ από τους πρώτους ώριμους σπόρους ζύμωναν τον άρτο «Θάργηλο». Επίσης υπάρχουν αναφορές ότι παρόμοιοι άρτοι δίνονταν και κατά την διάρκεια της Αρχαιοελληνικής εορτής των «Κρονίων» και αργότερα των ρωμαϊκών «Σατουρναλίων». Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων.
Στα Σατουρνάλια, γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνου, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο και τον θεωρούσαν θεό της γονιμότητας, καθιέρωσαν τυπικές θυσίες και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων, υπαίθριες αγορές και τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους.
Ανάμεσα στα έθιμα της γιορτής ήταν και η συνήθεια να ζυμώνουν πλακούντες, που στη συνέχεια τους έτρωγαν, για να πάρουν δύναμη. Οι πλακούντες ήταν οι μακρινοί πρόγονοι των πιτών και των κέικ. Η ζύμη τους ήταν παρόμοια με τη ζύμη των ψωμιών, αλλά ήταν εμπλουτισμένη με γάλα, λίπος, μυρωδικά, μπαχαρικά κ.α.
Οι Ρωμαίοι είναι οι πρώτοι που καθιέρωσαν στους πλακούντες εκείνους το μεταλλικό νόμισμα για υγεία και καλή χρονιά. Πρόσθεταν μάλιστα και μικρό κομμάτι πάπυρο, που αν τύχαινε σε δούλο του σπιτιού, του χάριζαν την ελευθερία. Τα επόμενα χρόνια παρέλαβαν οι Φράγκοι το έθιμο, οι οποίοι το διέδωσαν, αν και υπάρχει η αναφορά ότι για πολλούς αιώνες δεν τοποθετούνταν νόμισμα αλλά ένα φασόλι μέσα στη πίτα και αυτός που το έβρισκε, ανακηρυσσόταν ο «Βασιλιά της βραδιάς» ή «Φασουλοβασιλιάς».
Από τον θάργηλο άρτο φτάσαμε στη βασιλόπιτα, που κόβουμε σε κάθε ελληνικό σπίτι. Ας δούμε τις παραλλαγές της:
Στο Σέλινο Χανίων, για παράδειγμα, ζυμώνονταν με λάδι, αλεύρι , ζάχαρη και πολλά μυρωδικά, σύμβολα της αφθονίας των οικογενειακών αγαθών. Και μόλις την έστρωνε η νοικοκυρά στο ταψί, σχεδίαζε στην όψη της με πιρούνι τσιμπητό σταυρό και άλλα πλουμίδια , που σκοπό είχαν να εξορκίσουν το κακό μάτι. Παρόμοια πίτα, με ζάχαρη και μυρωδικά, ετοίμαζαν και στις Κυδωνίες. Κι επί πλέον με κλειδί τη στόλιζαν με παράξενα σχήματα, για να κλειδώσουν την κακογλωσσιά, ενώ με δαχτυλήθρα, σύμβολο της νοικοκυροσύνης, γέμιζαν με σχέδια τα ενδιάμεσα κενά, για να είναι οι γυναίκες του σπιτιού γερές και προκομμένες.
Γλυκές βασιλόπιτες συνήθιζαν κυρίως στα αστικά κέντρα, αλλά και σε αρκετές αγροτικές περιοχές της πατρίδας μας. Τα υλικά ήταν περίπου τα ίδια. Ποίκιλε μόνο, από τόπο σε τόπο και από οικογένεια σε οικογένεια, ο τρόπος διακόσμησής της, “τα γράμματα” όπως έλεγαν. Στολίδια δηλαδή από ζυμάρι, που το καθένα αντιστοιχούσε σε μια ευχή, έναν πόθο ή μια λαχτάρα. Έτσι η γυναίκα του γεωργού “έγραφε” στην πίτα το αλέτρι, τα ζωντανά, τα στάχυα, τα σακιά με το γέννημα, για να τα ευλογεί ο Αι-Βασίλης και να δώσει η χάρη του πλούσια σοδειά. Η γυναίκα του τσέλιγκα το μαντρί, τα πρόβατα , τα σκυλιά, τις καρδάρες με το γάλα. Η γυναίκα του αμπελουργού τα κούτσουρα, το βαρέλι, το πατητήρι και ό,τι άλλο ποθούσε η καρδιά της να ευλογεί ο καλοσυνάτος Άγιος.
Η παραδοσιακή Μικρασιάτικη βασιλόπιτα ήταν πολύ εντυπωσιακή σε εμφάνιση και γεύση. Έμοιαζε με ένα μεγάλο τραγανό πεντανόστιμο μπισκότο στολισμένο με δικέφαλο αετό στη μέση, ενδόμυχο ίσως πόθο και ευχή για εθνική νεκρανάσταση και ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινουπολίτικη πάλι βασιλόπιτα ήταν γλυκιά, φουσκωτή, αρωματισμένη με χίλια δυο μπαχαρικά και έφερε στο μέσον μεγάλο Β, το αρχικό του Αι- Βασίλη, ή το αρχικό του ονόματος του νοικοκύρη, ενώ γύρω χαραγμένα ξόμπλια με το ψαλίδι, παρέπεμπαν σε πουλιά με ανοιγμένα φτερά.
Όμως η περισσότερο συνηθισμένη πατροπαράδοτη ελληνική πρωτοχρονιάτικη πίτα ήταν η αλμυρή, πολύφυλλη και με κύριο στοιχείο γέμισης το κρέας, όπου τις ενδόμυχες ευχές και τον βαθύτερο συμβολισμό δεν έκρυβε η διακόσμηση. Άλλωστε δεν έμεναν περιθώρια για στολίδια, αφού πάνω και κάτω είχε αλλεπάλληλα καλοβουτυρωμένα φύλλα, που κατά τόπους τα ονόμαζαν “πέταρα”. Το πολύ-πολύ το επιφανειακό φύλλο, αισθητά μεγαλύτερο, ρίχνονταν κυματιστό, ώστε η επιφάνεια της πίτας να είναι πλούσια, ανάγλυφη, κυματιστή εκφράζοντας έτσι την ευχή για αφθονία των οικιακών αγαθών, σαν το κύμα της απέραντης θάλασσας. Στην αλμυρή πίτα οι ευχές, τα μαντέματα και οι συμβολισμοί εκφράζονταν κυρίως με τα “σημάδια”, που θα έκρυβε η νοικοκυρά στη βάση της, πέρα από το πατροπαράδοτο νόμισμα για τον τυχερό του χρόνου.
Έτσι, για παράδειγμα, η ηπειρώτικη παράδοση απαιτούσε βασιλόπιτα με κοτόπουλο, χοντροκομμένο αρνίσιο κιμά ή ολόκληρα κομμάτια χοιρινό κρέας, ανάμικτα με τραχανά, πράσα και αυγά. Και εκτός από το νόμισμα, ανάλογα με το επάγγελμα των μελών της οικογένειας, σαν “σημάδια”, μικρό ξυλάκι για υγεία των αγωγιατών, μικρό κουκουνάρι για τους ξυλοκόπους, φύλλο πουρνάρι για τον τσομπάνο, άχυρο για τον γεωργό, σταυρουδάκι για το καλό του σπιτιού ή διάφορους καρπούς, όπως σπυρί στάρι, κουκί, φασόλι, καλαμπόκι και ό,τι άλλο ποθούσε η καρδιά τους να ευλογεί και να χιλιάζει η χάρη του Αι- Βασίλη.
Στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη, όταν έρχονταν ο καιρός, να μοιράσει ο πατέρας της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας το βιός του στους γιους, άφηνε στη χάρη του Αι-Βασίλη να κρίνει το τι έπρεπε να πάρει ο καθείς. Έτσι στη μεγάλη βασιλόπιτα τα “σημάδια” δεν έμπαιναν για ευχή, αλλά για «τάξιμο». Και τα κομμάτια της τη χρονιά εκείνη τα ονόμαζαν “φιλιά”. Σ΄ όποιου γιου το “φιλί” έπεφτε το νόμισμα, θα έπαιρνε το σπίτι. Σ΄ όποιου το φασόλι, το ποτιστικό χωράφι. Το στάρι, το ξηρικό χωράφι. Η κληματόβεργα, το αμπέλι. Το άχερο τα ζωντανά κ.λ.π.
Αλλά και η κοπή της βασιλόπιτας γίνονταν με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα ο νοικοκύρης την έστρεφε τρεις φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Επειτα έκανε με κλειδί , με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά, να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι. Και την ώρα ακριβώς, που άλλαζε ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά Πρώτο ήταν του Αι-Βασίλη. Επειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία , αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι έκοβε και για τους φτωχούς, τα ζωντανά, τα χωράφια και τα αμπέλια, το μύλο και τη βάρκα, γιατί όλα έπρεπε να πάρουν την ευλογία του Αι-Βασίλη. Και σαν απόσωνε τον εορταστικό δείπνο η οικογένεια, ο νοικοκύρης κατέβαινε στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επαύριο θριμάτιζε και σκορπούσε το δικό τους κομμάτι στα κτήματα και στα αμπέλια.
Σε μερικούς τόπους, όπως στην Κάρπαθο και τη Σκύρο, έπλαθαν ξεχωριστή πίτα για τα μεγάλα ζώα, τους πολύτιμους συνεργάτες του νοικοκύρη στον καθημερινό μόχθο, την οποία ονόμαζαν “βουόπιτα” ή “βοδόκλουρα” και θριματισμένη, με λίγο αλάτι, τους την τάιζαν ανήμερα της πρωτοχρονιάς. Στα Χάσια, ξεχωριστή πίτα έπλαθαν και για τον τσομπάνο, τον βοσκό των προβάτων. Αφού η οικογένεια θα είχε κόψει τη δική της πίτα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα οι άντρες του σπιτιού πήγαιναν στη στάνη να κόψουν και την πίτα του τσομπάνου και μαζί του τραγουδούσαν και γελούσαν και χόρευαν ως το πρωί σε πασίχαρο γλέντι, που το σεκοντάριζαν τα βελάσματα των προβάτων και των κατσικιών. Στην πίτα εκείνη το νόμισμα δεν είχε καμιά σημασία. Αντ΄ αυτού έβαζαν ένα κουλουριασμένο ξυλάκι, που το έλεγαν “μαντρί” και το θεωρούσαν σαν κάτι ιερό. Γι αυτό κι όποιος το εύρισκε, το παράχωνε στη στάνη, σε μέρος που δεν θα το πατούσαν άνθρωποι και ζώα.
Στην αρχοντική Σιάτιστα η παράδοση ήθελε δύο βασιλόπιτες. Μιά γλυκιά και μια αλμυρή με φύλλα. Την γλυκιά έκοβαν τα μεσάνυχτα, στην αλλαγή του χρόνου, για να τους φέρει γλυκές μέρες. Την αλμυρή, που περιείχε και το ασημένιο νόμισμα “το δώρο”, όπως το έλεγαν, την ονόμαζαν “του σπιτιού”, την έκοβαν στο εορταστικό μεσημεριανό τραπέζι της πρωτοχρονιάς , και ο τυχερός άναβε με το νόμισμα λαμπάδα για το καλό όλης της οικογένειας. Η πίτα εκείνη περιείχε επί πλέον και σταυρουδάκι από χλωρά κλαράκια για υγεία και ευτυχία.
Το έθιμο των ημερών απαιτεί ένα γλυκό «τυχερό» παιχνίδι …την κοπή της Βασιλόπιτας. Πολλές συνταγές κυκλοφορούν όμως όλες έχουν ένα βασικό συστατικό …το πολυπόθητο φλουρί! Πριν την κόψετε, διαβάστε την ιστορία της.
Κατά την παράδοση το έθιμο του φλουριού προέρχεται από μια ιστορία που συνέβηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια, πριν από 1500 χρόνια περίπου, στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισαρείας και ζούσε αρμονικά με τους συνανθρώπους του, με αγάπη, κατανόηση και αλληλοβοήθεια
Κάποια μέρα όμως, ένας αχόρταγος στρατηγός – τύραννος της περιοχής, ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης της Καισαρείας, αλλιώς θα πολιορκούσε την πόλη για να την κατακτήσει και να τη λεηλατήσει.
Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο στρατηγός αποφασισμένος με το στρατό του περικύκλωσε αμέσως την Καισαρεία. Μπήκε με την ακολουθία του και ζήτησε να δει το Δεσπότη, ο οποίος βρισκόταν στο ναό και προσευχόταν. Με θράσος και θυμό ο αδίστακτος στρατηγός απαίτησε το χρυσάφι της πόλης καθώς και ότι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην πόλη.
Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από πείνα και φτώχεια, δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον άρπαγα στρατηγό. Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή κι ακόμη μπορεί να τον σκοτώσει.
Οι χριστιανοί της Καισαρείας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ότι χρυσαφικά είχαν και του τα πρόσφεραν, ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν. Στο μεταξύ ο ανυπόμονος στρατηγός κόντευε να σκάσει από το κακό του. Διέταξε αμέσως το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης.
Ο Δεσπότης, ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό ότι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς, με το που ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά έγινε το θαύμα!
‘Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι.
Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας. Τότε όμως, ο δεσπότης της, ο Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη, δηλαδή να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει. Κάλεσε τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια, όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν, τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισαρείας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα τα χρυσαφικά της. Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι, η βασιλόπιτα . Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί.
Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου.
Ευχόμαστε ο καθένας από εσάς να είσαστε ο τυχερός.

Πνευματική παρακαταθήκη από έναν Δάσκαλο:
Θα κλείσουμε αυτό το εορταστικό αφιέρωμα με μια δημοσίευση του μεγάλου δάσκαλου Φώτη Κόντογλου, που έγινε το 1958:
[[ Οἱ Ρωμαίικες γιορτὲς καὶ τὰ ἁγνὰ ἔθιμά μας Τά Χριστούγεννα, τά Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κ’ ἄλλες μεγάλες γιορτές, γιά πολλούς ἀνθρώπους δέν εἶναι καθόλου γιορτές καί χαρούμενες μέρες,
ἀλλά μέρες πού φέρνουνε θλίψη καί δοκιμασία. Δοκιμάζονται οἱ ψυχές ἐκεινῶν πού δέν εἶναι σέ θέση νά χαροῦνε, σέ καιρό πού οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους πού εἶναι πικραμένοι ἀπό τίς συμφορές τῆς ζωῆς, τούς χαροκαμένους, τούς ἄρρωστους, οἱ περισσότεροι πικραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού τούς στενεύει ἡ ἀνάγκη νά γίνουνε τοῦτες τίς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί ἀπ’ αὐτούς μπορεῖ νά μή δίνουνε σημασία στή δική τους εὐτυχία, μά γίνουνται ζητιάνοι γιά νά δώσουνε λίγη χαρά στά παιδιά τους καί στ’ ἄλλα πρόσωπα πού κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπό τό παράπονό τους, κι’ αὐτοί εἶναι οἱ πιό μεγάλοι μάρτυρες, πού καταπίνουνε τήν πίκρα τους μέρα νύχτα, σάν τό πικροβότανο.
Ἴσα ἴσα αὐτές τίς ἁγιασμένες μέρες πού θἄπρεπε νά σμίξουνε πιό κοντά οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νά περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια ἴσια αὐτές τίς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον, χωρίζουνται σέ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τὄνα στἄλλο, σχεδόν ἐχθρικά. Ἀπό τή μιά μεριά εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι’ ἀπό τήν ἄλλη μεριά εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κ’ οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατά τίς γιορτές. Κανένα γεφύρι δέν ἑνώνει τίς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ… τίς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σέ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι’ ὅσοι ἔχουνε τόν τρόπο τους κάνουνε, ἀλλοίμονο! τό πᾶν γιά νά ἐπιδείξουνε τά πλούτη καί τ’ ἀγαθά τους στούς λιμασμένους. Κι’ αὐτό γίνεται στὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πού γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στό παχνί! Γιά τήν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δέν γιορτάζουνε οἱ φτωχοί σάν καί Κεῖνον, μά γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, πού παίρνουνε γιά ἀφορμή τήν πτωχεία του γιά νά δείξουνε τά πλούτη τους. Μά ἄραγε, ἀνάμεσα σέ δυστυχισμένους μπορεῖ νά νοιώσει κανένας εὐτυχισμένον τόν ἑαυτό του; Μοναχά ἕνας ἀναίσθητος μπορεῖ νά νοιώσει τέτοια εὐτυχία. Ὅσο γιά κεῖνον πού θέλει νά ἐπιδείξη στόν πεινασμένο καί στόν στερημένον τήν ἐλεεινή του αὐτή εὐτυχία, αὐτός εἶναι ἀληθινό κτῆνος. Καί μ’ ὅλα ταῦτα, ὑπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ἀνάμεσά μας, στά χρόνια μας, ἐνῶ ἤτανε σπάνιοι στά παλαιότερα. Εἶναι κι’ αὐτό ἕνα ἀπό τά ὡραῖα πού μᾶς ἔφερε ὁ μέγας πολιτισμός ἀπό τά μεγάλα κέντρα! Στήν Ἀνατολή εἴχανε τά ζεμπίλια, πού ἤτανε πλεχτά ἀπό ψάθα, κι’ ὅ,τι ἔβαζε μέσα κανένας δέν φαινότανε. Γι’ αὐτό, παίζοντας οἱ τουρκομερίτες, λέγανε πώς ἡ λέξη «ζεμπίλι» βγῆκε ἀπό τά λόγια «σέν μπίλ», πού θά πεῖ «ἐσύ νά ξέρης», δηλαδή ἐσύ νά ξέρης μοναχά τί ἔχει μέσα τό ζεμπίλι, ὥστε νά μή λιμάζουνε καί σέ φθονοῦνε οἱ φτωχοί, κεῖνοι πού δέν μποροῦνε ν’ ἀγοράσουνε τά καλά πού ἀγόρασες ἐσύ. Σίγουρα, κι’ αὐτό δέν εἶναι καθόλου καλό καί χριστιανικό, μά τουλάχιστο ἔλειπε ἡ ἁμαρτωλή ἐπίδειξη πού εἶναι τό πιό σατανικό ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα κακά πού φαρμακώνουνε τούς φτωχούς ἀδελφούς μας αὐτές τίς μέρες.
Ὅπως βλέπεις, μέ τήν κακομοιριά πού ἔχει σέ ὅλα ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, μπόρεσε καί γύρισε τίς μέρες τῆς πνευματικῆς χαρᾶς σέ μέρες σαρκικῆς καλοπέρασης γιά τόν ἑαυτό του, καί σέ μέρες πένθους καί δακρύων γιά πολλούς ἀπό τούς συντρόφους του στή ζωή.
Οἱ γιορτές οἱ δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, καί γι’ αὐτό εἴχανε κάποιον ἄλλο χαρακτῆρα ἀπό τίς γιορτές πού γιορτάζουνε ἄλλα ἔθνη, προπάντων σήμερα, πού εἶναι κάποιες αὐτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία γιά τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτές τίς ψευτογιορτές ξαμολιοῦνται ὅλα τά βάρβαρα καί ἐγωιστικά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, πού κυττάζει μοναχά τήν εὐχαρίστηση τῆς σάρκας. Ἐνῶ οἱ δικές μας οἱ γιορτές, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, ἔχουνε τή ρίζα τους στή θρησκεία, ἤτανε σεμνές, πνευματικές, ὥστε νά μή σκανδαλίζουνε τούς φτωχούς, ὅσο εἶναι μπορετό σέ σαρκικούς ἀνθρώπους. Οἱ πλούσιοι κι’ οἱ νοικοκυραῖοι ἀποφεύγανε νά πληγώσουνε τούς φτωχότερους, καί νοιώθανε τήν ἀνάγκη νά τούς ζεστάνουνε καί κείνους, στέλνοντας κρυφά στά σπίτια τους διάφορα δῶρα, μέ τρόπο, ὥστε νά μή τούς ταπεινώσουνε, κ’ ἔτσι ἡ διαφορά νά φαίνεται ὅσο μποροῦσε λιγώτερη.
Ἔτσι μορφωθήκανε τά ἔμορφα καί ἁγνά ἔθιμά μας, μέ ψαλμωδίες πού τίς λένε ἀκόμα τά παιδιά στούς δρόμους καί στά σπίτια, μέ καμπάνες, μέ ἔμορφα αἰσθήματα, μέ σεμνές διασκεδάσεις, μέ εὐχάριστη συναναστροφή, πού δένουνε μεταξύ τους τούς ἀνθρώπους περισσότερο, παρά πού τούς χωρίζουνε. Μά ὁ ὑλισμός κι’ ὁ λύκος τῆς ἀναισθησίας μολεύει σιγά-σιγά αὐτές τίς καλές γιορτές μας, πού πολύ ἔμορφα τίς παρομοιάζανε οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας μέ σταθμούς γιά νά ξεκουραζόμαστε στόν μονότονο δρόμο τῆς ζωῆς μας, λέγοντας: «Βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», πού θά πῆ «Ζωή δίχως γιορτή, εἶναι σάν τόν μακρύ τόν δρόμο πού δέν ἔχει πανδοχεῖο νά ξεκουραστῆς».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τόν βαρύ καί τόν θετικό κύριο πού δέν ἔχει αἰσθηματολογίες, καί λένε πώς αὐτά εἶναι αναχρονισμοί κι’ ἀδιαφόρετα πράγματα. Αὐτοί γιά μένα εἶναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ἐρημιές, δίχως ἀγάπη, δίχως χαρά, μά καί δίχως πόνο. Γιατί χαρά καί πόνος εἶναι δεμένα. Οἱ τέτοιες ψυχές εἶναι πάντα νεκρά βουνά τοῦ φεγγαριοῦ. Ὡστόσο, κάτι τέτοιοι «ὀρθολογισταί» καί «θετικισταί», ξετρελλαίνουνται γιά κάποιες ἀνόητες ξενόφερτες φέστες καί γιά κάτι μοντέρνα γλέντια πού ρεζιλεύουνε τόν ἄνθρωπο, φτάνει πού γίνουνται κατά τό κοσμοπολιτικό μοντέλο πού βρίσκεται στά «μεγάλα κέντρα τοῦ ἐξωτερικοῦ». Αὐτοί δέν θέλουνε τίποτα ἀπό τά δικά μας, πού τά λένε ὅλα «βλάχικα, φτωχικά, ἀνάξια γιά ἀνθρώπους πού ξέρουνε τόν κόσμο». Τίποτα ἑλληνικό δέν βρίσκει ἔλεος στά μάτια αὐτῶν τῶν κουφιοκέφαλων, ἀκατάδεχτων κι’ ὅπως πρέπει κυρίων, πού χοροπηδᾶνε, ὡστόσο, σάν τρελλοί, μέ τά τσέρκια στό λαιμό, φτάνει πού ἤρθανε ἀπ’ ἔξω, ἀπό κεῖ «πού ξέρει ὁ κόσμος νά ἀπολαμβάνη τή ζωή»! Τί νά ποῦμε κ’ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, τά βλαχάκια, τά φτωχαδάκια, πού μᾶς νανούριζε ἡ μάνα μας μέ τά παραπονετικά τραγούδια της στήν κούνια μας, καί τώρα δακρύζουμε σάν ἀκοῦμε τά τροπάρια καί τά κάλαντα, πού μᾶς ἑνώνουνε μέ τούς ἀγαπημένους μας πού περάσανε ἀπό τόν τόπο μας πρίν ἀπό μᾶς;
Ἀδέλφια μου, φυλάξτε τά ἑλληνικά συνήθειά μας, γιορτάστε ὅπως γιορτάζανε οἱ πατεράδες σας, καί μή ξεγελιώσαστε μέ τά ξένα κι ἄνοστα πυροτεχνήματα. Οἱ δικές μας οἱ γιορτές ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους, τούς ἑνώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μήν κάνετε ἐπιδείξεις. «Εὐφράνθητε ἑορτάζοντες». Ἀκοῦστε τί λένε τά παιδάκια πού λένε τά κάλαντα: «Καί βάλετε τά ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθῆτε, στήν ἐκκλησίαν τρέξετε, μέ προθυμίαν μπῆτε, ν’ ἀκούσετε μέ προσοχήν ὅλην τήν ὑμνωδίαν, καί μέ πολλήν εὐλάβειαν τήν θείαν λειτουργίαν. Καί πάλιν σάν γυρίσετε εἰς τό ἀρχοντικόν σας, εὐθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τό φαγητόν σας. Καί τόν σταυρόν σας κάνετε, γευθῆτε, εὐφρανθῆτε. Δόστε καί κανενός φτωχοῦ ὅστις νά ὑστερῆται». Ἀθάνατη ἑλληνική φυλή! Φτωχή μά ἀρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μά χαρούμενη καί καλόκαρδη περισσότερο ἀπό τούς εὐτυχισμένους τῆς γῆς, πού τούς μαράζωσε ἡ καλοπέραση.
Ναί, ἀδελφοί μου Ἕλληνες, χαίρετε μαζί μέ κείνους πού χαίρουνται καί κλεῖτε μαζί μέ κείνους πού κλαῖνε. Αὐτή εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Χριστοῦ, καί σ’ αὐτή μονάχα θά βρῆτε ἀνακούφιση. Δίνετε στούς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε. Τό παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἔχει κανένας ἀνάγκη, τό κλέβει ἀπό τόν ἄλλον. «Μακάριον τό διδόναι μᾶλλον, ἤ λαμβάνειν». Πολλοί ἀπό σᾶς θἄχουνε ἴσως περισσότερο ἀπό μένα τό δικαίωμα νά μοῦ ποῦνε αὐτά πού λέγω ἐγὼ σέ σᾶς. Δέν εἶμαι «ὁ ποιήσας καί διδάξας», ἀλλοίμονό μου! Μά γιά νά μή σκανδαλισθῆ κανένας πώς τά λόγια μου εἶναι ὁλότελα κούφια, στενεύομαι νά πῶ πώς προσπαθῶ νά μήν εἶμαι ὁλότελα «ὁ δάσκαλος πού δίδασκε καί νόμο δέν ἐκράτει». ]]

ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2015. ΜΕ ΥΓΕΙΑ, ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΟ.
ΕΙΘΕ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΔΥΘΕΙ Ο ΑΞΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΠΟΥ ΘΑ ΤΗΝ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΗ ΚΙ ΑΚΜΑΖΟΥΣΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: