Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Άνθρωποι ξεχωριστοί

[[ δαμ- ων ]]

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι ξεχωριστοί. Κάποιες μεγάλες ψυχές, για τις οποίες λες: πράγματι αυτοί είναι «εικόνες Θεού», είναι «ναοί του υψίστου και το πνεύμα Θεού ενοικεί εν αυτοίς». Αυτοί είναι τα γκεσέμια του ανθρώπινου κοπαδιού. Αυτοί πάνε μπροστά κι εμείς ακολουθούμε. Ανοίγουν το δρόμο μέσα στ’ αγκάθια και τα τριβόλια της ζωής ματώνοντας τα δικά τους πόδια, για να μη ματώσουν τα δικά μας και βρουν τόσες δυσκολίες. Φυσικά εμείς δεν τους μοιάζουμε ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι. Αυτοί κρατούν τον κόσμο και δεν έχει ακόμη κατρακυλήσει στα τάρταρα.
Δεν έχουν κάποιο φωτοστέφανο για να τους γνωρίσουμε. Είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Πολλοί είναι οι άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας. Όμως έχουν μεγάλη ψυχή. Είναι αυτοί που έχουν κάνει πράξη την εντολή του Ιησού, όπως μας την μεταφέρει ο Απ. Ιωάννης: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ιωάννης, ιγ΄, 34). Η καλή τους καρδιά ή η μεγάλη τους ψυχή- όπως θέλετε πέστε το- δεν φαίνεται. Βρίσκεται τις περισσότερες φορές μέσα σε ένα σώμα, που δεν είναι εντυπωσιακής εμφάνισης. Αλλά ένα τους χαμόγελο, μια ματιά τους σε κάνουν να καταλάβεις πως είναι άνθρωποι ξεχωριστοί. Άνθρωποι, με το άλφα κεφαλαίο! Γνωρίζοντας τέτοιους ανθρώπους επηρεάζεται η ζωή σου, και υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες κάνεις αναθεωρήσεις κι αλλάζεις ρότα.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog …

Σε έναν τέτοιο άνθρωπο, απλό στην εμφάνιση και στην συμπεριφορά, αναφέρεται η ακόλουθη ιστορία με θέμα “Ελεήμων καρδιά”:
[[ Κάποτε ζούσαν στην έρημο δυο Βεδουίνοι, ο Νάμπεκ κι ο Ντάγκαρ, που ήταν αχώριστοι φίλοι. Ο Νάμπεκ είχε ένα άλογο που όμοιό του δεν υπήρχε. Ο Ντάγκαρ θαύμαζε το άλογο του φίλου του, όμως μέρα με τη μέρα άρχισε να το θέλει όλο και περισσότερο, που έφτασε να το βλέπει ακόμη και στον ύπνο του! Είπε λοιπόν στο φίλο του ότι θα πλήρωνε όσο-όσο για να το αποκτήσει. Ο Νάμπεκ όμως αρνήθηκε, λέγοντας πως δε θα πουλούσε ποτέ το αγαπημένο του άλογο για κανένα τίμημα.
Μη μπορώντας ο Ντάγκαρ να το βγάλει από το μυαλό του, αποφάσισε να κάνει το άλογο δικό του με άλλο τρόπο. Μια μέρα ντύθηκε ζητιάνος και κάθισε σε ένα σημείο του δρόμου, απ’ όπου ήξερε ότι κάθε μέρα περνούσε ο φίλος του καβάλα στο περίφημο άλογο. Πράγματι, μόλις πλησίασε ο Νάμπεκ, ο Ντάγκαρ με αλλαγμένη και αδύναμη φωνή ζήτησε βοήθεια, λέγοντας ότι είναι ένας διψασμένος και νηστικός φτωχός άνθρωπος. Ο Νάμπεκ, που δεν αναγνώρισε τον φίλο του, θέλοντας να βοηθήσει τον άνδρα που υπέφερε, τον ανέβασε στη σέλα του αλόγου και ξεκίνησε να τον πάει στη σκηνή του ώστε εκεί να τον φροντίσει.
Μόλις όμως ο Ντάγκαρ βρέθηκε πάνω στο άλογο, έριξε με μια δυνατή σπρωξιά κάτω τον Νάμπεκ και ξεκινώντας να καλπάζει, φώναξε στο φίλο του: «Δεν είμαι ζητιάνος! Είμαι ο Ντάγκαρ! Και δε θα πάρεις ποτέ πίσω το άλογό σου!
Ο Νάμπεκ χωρίς να κάνει βήμα, είπε στον Ντάγκαρ:
«Φίλε μου, το μόνο που σου ζητώ είναι να σταματήσεις για ένα λεπτό και να με αφήσεις να σου πω κάτι».
Ο Ντάγκαρ, βλέποντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο Νάμπεκ να τον φτάσει περπατώντας, σταμάτησε για να ακούσει.
«Συγχαρητήρια!» είπε στον κλέφτη ο Νάμπεκ. «Με τη θέληση του Θεού, είσαι πια ο ιδιοκτήτης αυτού του αλόγου. Όμως για ένα πράγμα προσεύχομαι: σε παρακαλώ, να μην πεις ποτέ σε κανέναν πως το απέκτησες!»
«Γιατί;» Ρώτησε απορημένος ο Ντάγκαρ.
«Γιατί αν οι άνθρωποι μάθουν τον τρόπο με τον οποίο με εξαπάτησες, δεν θα σταματήσουν ποτέ ξανά στη μέση της ερήμου για να βοηθήσουν έναν άνθρωπο που ζητά απεγνωσμένος φαγητό και νερό. Θα φοβούνται να τον πλησιάσουν και θα τον αφήσουν να πεθάνει. Αν η ιστορία αυτή μαθευτεί, το αποτέλεσμα θα είναι ότι στο εξής πολλοί άνθρωποι θα υποφέρουν σε όλο τον κόσμο…»
Ο Ντάγκαρ έμεινε σκεπτικός για λίγο ακούγοντας αυτά τα λόγια. Τελικά κατέβηκε από το άλογο και το επέστρεψε στον Νάμπεκ μετανιωμένος. Η φιλεύσπλαχνη καρδιά του Νάμπεκ τον συγχώρεσε αμέσως για το λάθος του και συμφιλιωμένοι οι δυο παλιοί φίλοι επέστρεψαν στις σκηνές τους. Η αγάπη νίκησε τον φθόνο. ]]
Ο Νάμπεκ, ο ιδιοκτήτης του αλόγου, που το έχασε με την μπαμπεσιά του φίλου του Ντάγκαρ, είχε μεγάλη καρδιά. Γιατί δεν είναι εύκολο να σου έχουν κλέψει το μοναδικό και ωραιότερο άλογο, κι εσένα να μη σε νοιάζει το άλογο αλλά να σε απασχολεί πως το γεγονός αυτό θα επηρεάσει το ήθος των ανθρώπων και θα προκαλέσει πόνο στην ανθρωπότητας. Έφθασε μέχρι του σημείου να θυσιάσει το δικό του θέλημα, τη δική του ευχαρίστηση κι ωφελιμότητα- να έχει πάλι κοντά του το αγαπημένο του άλογο- μπροστά στο καλό της κοινωνίας. Γιατί ένας μεγαλόκαρδος άνθρωπος πάντοτε βάζει πάνω από το δικό του όφελος το γενικό όφελος, το όφελος των συνανθρώπων του.
Υπάρχουν μερικά ανθρωπόμορφα όντα, με μάσκα ανθρώπου αλλά καρδιά αιμοβόρου ζώου, που μας έχουν κάνει να υποστείλουμε την καλοσύνη μας για να μην κινδυνεύσει η ζωή μας. Κι αν μερικές φορές δεν υπολογίζουμε τη ζωή μας, όμως δεν μπορούμε να αψηφήσουμε τον πόνο που θα προξενήσουμε στα κοντινά μας πρόσωπα αν εμείς πεθάνουμε και τις υποχρεώσεις μας απέναντί τους. Πολλές φορές ακούσαμε, είτε διαβάσαμε για την περιπέτεια κάποιων, που θέλησαν να βοηθήσουν φαινομενικά ανήμπορους ανθρώπους, αλλά έπεσαν θύματα της δικής τους καλοσύνης και της σχιζοφρενικής κακίας εκείνων που καμώνονται τους ανήμπορους. Στον έρημο δρόμο λ.χ. κάποιος προσποιήθηκε τον ανήμπορο με σκοπό τη ληστεία. Ένα άλλος που περνούσε από ‘κει με το αυτοκίνητό του, σταμάτησε για να τον βοηθήσει. Ο πρώτος επιτέθηκε στον δεύτερο, τον λήστεψε και για να μην κινδυνεύσει από τη μαρτυρία του τον σκότωσε, ενώ για ν’ αφανίσει κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο έβαλε φωτιά στο αυτοκίνητο του θύματος . Έτσι ο καλός έπεσε θύμα της καλοσύνης του. Δεκάδες τέτοια περιστατικά συμβαίνουν και τα μαθαίνουμε. Γι’ αυτό είμαστε πολύ επιφυλακτικοί. «Φύλαγε τα ρούχα σου να ‘χεις τα μισά» λέει η παροιμία. Προκειμένου ν’ αφήσουμε ορφανά τα παιδιά μας, προσπερνάμε όταν δούμε κάποιον να ζητά την βοήθειά μας. Γιατί δεν ξέρουμε τι κρύβει το παρουσιαστικό του, τι μυστήριο κρύβει η ψυχή του. Γινόμαστε άκαρδοι, όχι γιατί είμαστε άπονοι, αλλά επειδή κάποια ανθρωπόμορφα τέρατα καταχράστηκαν την καλοσύνη. Κι έτσι προσπερνάμε σαν το λευίτη της παραβολής του καλού Σαμαρείτη: «καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε» (Λουκάς, κε΄, 32). Ο φόβος δεν μας αφήνει να φερθούμε στο πλησίον μας όπως ο καλός Σαμαρείτης: «Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη» (Λουκάς, κε΄, 33).
Κάποιες φορές μπροστά στο ζητιάνο, που απλώνει το χέρι του για την ελεημοσύνη μας, πάμε να βάλουμε το χέρι στην τσέπη, μα το τραβάμε γιατί στη θύμησή μας φέραμε λωποδύτες, που υποδύθηκαν τον ζητιάνο για να μας εξαπατήσουν. Πριν από πολλά χρόνια βρεθήκαμε στη Θάσο στο πανηγύρι της Παναγίας τον δεκαπενταύγουστο. Ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος παρίστανε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας τον παράλυτο, ενώ η μητέρα του κλαίγοντας εκλιπαρούσε να τον βοηθήσουμε για να κάνει μια δύσκολη χειρουργική επέμβαση. Τον λυπηθήκαμε και με το παραπάνω. Μετά από δύο μέρες, φεύγοντας από το νησί, συναντήσαμε τον παράλυτο να τρέχει στο κατάστρωμα του φέρυ και να πηδάει σαν την τσίτα του Ταρζάν από το ένα παγκάκι στο άλλο, ενώ η μητέρα του είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια από την απάτη στους προσκυνητές και το μεγάλο κομπόδεμα, που είχε κάνει.
Κάποια άλλη φορά συναντήσαμε έναν εξηντάρη να κάνει οτοστόπ έξω από τη Θήβα με προορισμό την Αλίαρτο. Σταματήσαμε και τον πήραμε. Ήταν μια χαρά στο βάδισμα και ντυμένος κανονικά. Ομιλητικότατος και καλαμπουρτζής στο σύντομο ταξίδι μέχρι την δική μας διασταύρωση. Μετά από μια βδομάδα τον συναντήσαμε έξω από την πόρτα μιας εκκλησίας, με επιδέσμους στα πόδια να σέρνεται στο πλακόστρωτο κάνοντας τον ανήμπορο με κακόμοιρο και κλαψιάρικο ύφος ζητώντας την βοήθειά μας.
Παρόμοιες περιπτώσεις, και όσα διαβάζουμε για ζητιάνους με περιουσία εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, μας κάνουν διστακτικούς ακόμη και σε συνανθρώπους μας, που πραγματικά είναι ενδεείς. Γιατί δεν έχουμε το κριτήριο να διακρίνουμε τον απατεώνα ηθοποιό απ’ αυτόν που έχει πραγματικά ανάγκη. Κυρίως πιάνουμε τους εαυτούς μας να είναι αρνητικοί απέναντι στους ρομά. Εκ προοιμίου τους θεωρούμε απατεώνες και ψεύτες. Αρνούμαστε την ελεημοσύνη, αν και ο Ιησούς μας έχει ‘πει προτρεπτικά: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.» (Ματθαίος, ε΄,7) και «πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται.» (Λουκάς, ια΄, 41) Η σημερινή εποχή μας κάνει πού περισσότερο δύσπιστους. Σε πολυδιαφημισμένους τηλεμαραθωνίους, στους οποίους ενεπλάκησαν αφιλοκερδώς πολλοί καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι, επώνυμοι κι ανώνυμοι έκαναν προσφορές εκατομμυρίων ευρώ, αλλά τα συγκεντρωμένα χρήματα έχασαν το δρόμο τους και βρέθηκαν στα θυλάκια των καλοντυμένων υπεράνω υποψίας κλεπτών. Άλλοτε τρόφιμα συγκεντρωμένα για φιλανθρωπικούς σκοπούς παρέμειναν σε αποθήκες και σάπισαν.
Την εποχή της επάρατης επταετίας έγινε ένας μεγάλος πανελλαδικός έρανος για το “τάμα του έθνους”- την υλοποίηση δηλαδή της υπόσχεσης των αγωνιστών του 1821, όταν αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό η πατρίδα μας και γίνει ελεύθερο κράτος να θεμελιώσουν στην πρωτεύουσα Ιερό Ναό του Σωτήρα Χριστού- στον οποίο είχαν κι έχουν εμπλακεί εκκλησιαστικά και πολιτικά πρόσωπα, που είναι υπόλογα για την εξαφάνιση μεγάλων ποσών. Προφανώς, ενώ έχουν περάσει από τότε πάνω από σαράντα χρόνια, ακόμη δεν έχει κτισθεί. Σε έξι χρόνια θα γιορτάσουμε με φαμφάρες τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821, αλλά το τάμα θα είναι ανεκπλήρωτο.
Θέλετε να μιλήσουμε και για κάτι δικό μας; Θυμόσαστε πριν αρκετά χρόνια τον μεγάλο έρανο για να κτισθεί νέος ναός στον Αϊ- Γιάννη στο Μαζαράκι. Οι κάτοικοι όχι μόνο των Βαγίων, αλλά κι όλης της περιοχής, έδωσαν πολλά χρήματα. Μπήκε μάλιστα κι ο θεμέλιος λίθος όταν ήταν μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας ο σημερινός μακαριότατος αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος. Πέρα από το μάρμαρο της θεμελίωσης δεν έχει κτιστεί τίποτα άλλο; Στον επόμενο έρανο με παρόμοιο σκοπό περιμένετε να υπάρχει ανταπόκριση από το εξαπατημένο ποίμνιο;
Ο άνθρωπος που είναι πρόθυμος να κάνει ελεημοσύνη μοιάζει με το Θεό. Ανταποκρίνεται στο «κατ’ εικόνα Θεού» γιατί ο Θεός είναι ελεήμων. Εξάλλου στη θεία λειτουργία λέμε «ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις». Αυτός που είναι ελεήμων μοιάζει με τον Θεό. Φέρει επάξια τον τίτλο του «υιού του Θεού». Αρκετοί συνάνθρωποί μας παραμερίζουν όσα αναφέραμε παραπάνω και κάνουν το καθήκον τους χωρίς αμφιβολίες και ενδοιασμούς. Έστω κι αν δεν το έχουν διαβάσει- το γνωρίζει, όμως, η ψυχή τους- τηρούν το: «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί. (Λουκάς, στ΄, 35–36)
Η ηθική μας υποχρέωση απέναντι στους συνανθρώπους μας, που έχουν την ανάγκη μας, είναι να παραμερίσουμε τις όποιες επιφυλάξεις και να δίνουμε πρόθυμα, χωρίς οι παρασιτικές σκέψεις να θολώνουν στην κρίση μας και την απόφασή μας. Έστω κι αν κάποιοι μας εξαπατούν. Εμείς πίσω από κάθε απλωμένο χέρι θα βλέπουμε έναν ενδεή. Κάποιον που επιτακτικά να φροντίσουμε δίνοντας από το περίσσευμά μας. Κι ακόμη καλύτερα από το υστέρημά μας! Καλύτερα να ευεργετήσουμε έναν λωποδύτη και ψεύτη, παρά να φανούμε σκληρόκαρδοι μπροστά στην πραγματική ανάγκη. Έχει λεχθεί: «Ὁ ἀτιμάζων πένητας ἁμαρτάνει, ἐλεῶν δὲ πτωχοὺς μακαριστός. Πλανώμενοι τεκταίνουσι κακά, ἔλεον δὲ καὶ ἀλήθειαν τεκταίνουσιν ἀγαθοί. Οὐκ ἐπίστανται ἔλεον καὶ πίστιν τέκτονες κακῶν, ἐλεημοσύναι δὲ καὶ πίστεις παρὰ τέκτοσιν ἀγαθοῖς. (Παροιμίες. Σολομώντος, ιδ΄, 21–22) Αφαιρούμε και τη λέξη αμαρτία και τη λέξη μακαριστός. Απλά βλέπουμε στο πρόσωπο του ευρισκόμενου σε ανάγκη διπλανού μας έναν αδερφό μας, στον οποίο δείχνουμε το ενδιαφέρον μας με αδελφική αγάπη. Και προπάντων δεν υπερηφανευόμαστε για όσα κάνουμε: «Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου, ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. (Ματθαίος, στ΄, 1–4) και όπως μας λέει ο Απ. Παύλος: «Γίνεσθε δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ὑμῖν.» (Παύλος, επιστολή πρὸς Εφεσίους, δ΄, 32)
Αυτός που έχει αγάπη στην καρδιά του αναγνωρίζει ότι τα πάντα αλληλοσυνδέονται με ένα αόρατο δίχτυ σε έναν ατέρμονο ιερό χορό και έτσι φλέγεται από αγάπη για ολόκληρη την κτίση χωρίς να ξεχωρίζει το κάθε κτίσμα από τον εαυτό του. Εργάζεται δε αφιλοκερδώς για την μείωση του ανθρώπινου πόνου και την ανύψωση της συλλογικής συνειδητότητας. Ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος έλεγε: «ελεήμων καρδία εστί καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος». Ας προσέξουμε ότι η καρδιά μας πρέπει να φλέγεται ακόμη και για τα πονηρά πνεύματα, ώστε κι αυτά να βρουν το φως!
Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας, αφανείς, που συντελούν ένα θαυμάσιο έργο στην μαστιζόμενη από την οικονομική και ηθική κρίση κοινωνία μας. Αυτοί έχουν νιώσει ότι όλοι είμαστε ένα. Ξέρουν πως αν κάποιος υποφέρει, αυτό φέρνει πόνο σε όλη την ανθρωπότητα. Και πασχίζουν να απαλύνουν τον πόνο. Με αυτό τον τρόπο απαλύνουν τον πόνο του Χριστού για όλη την ανθρωπότητα: « Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.» (Ματθαίος, κε΄, 35-39) Αυτοί είναι οι σημαντικοί άνθρωποι. Δεν είναι όσοι συγκεντρώνουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Μπορεί η κ Ντόρα Μπακογιάννη πολλές φορές να κέντρισε το ενδιαφέρον του πλήθους, μα δεν παύει να ζει σε βάρος μας, ενώ η κόρη της να αμείβεται αδρά με 320 χιλιάδες ευρώ ετησίως για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον Ερυθρό Σταυρό, όπου θα έπρεπε να τις προσφέρει αφιλοκερδώς. Αντίθετα ο κυρ- Νίκος, ο γείτονάς μας, συνταξιούχος των 800 ευρώ, ζει λιτά δίνοντας τα μισά για να τρώνε οι πεινασμένοι! Ο κυρ- Νίκος είναι ο σημαντικός άνθρωπος για την ανθρωπότητα, ενώ η Ντόρα είναι το παράσιτο, επειδή ζει- την δήθεν σημαντική ζωή της για το μπερδεμένο πλήθος- σε βάρος της.
Θα παραθέσουμε στη συνέχεια μια άλλη ιστορία:
[[ Ένα πρωί σε μια παραθαλάσσια πόλη, συνέβη ένα παράξενο φαινόμενο: Χιλιάδες ψάρια άρχισαν να ξεβράζονται από τα δυνατά κύµατα της θάλασσας και να πετάγονται στην ακτή. Όλα σπαρταρούσαν και μετά από λίγη ώρα, όπως ήταν φυσικό πέθαιναν.
«Τι τεράστια καταστροφή! Τι είναι αυτό που μας βρήκε; Είναι τρομερό!» έλεγαν περίλυποι όλοι οι κάτοικοι που είχαν συγκεντρωθεί στην παραλία και κοιτούσαν τα ψάρια να χάνονται.
Τότε, μια γυναίκα, ξαφνικά αρχίζει να τα μαζεύει ένα- ένα από κάτω, όσα ήταν ζωντανά ακόμα και να τα ξαναπετάει µέσα στην θάλασσα. Κάποιος, συγκινήθηκε από την απελπισμένη προσπάθειά της να τα βοηθήσει να ζήσουν, πάει κοντά και της λέει στενοχωρημένα:
«Άδικα το κάνεις, είναι χιλιάδες, τι νόηµα έχει να σώσεις µερικά;»
Και τότε εκείνη του απαντάει συνεχίζοντας να τα πετάει γρήγορα μέσα:
«Για αυτά που πετάω πίσω, σίγουρα έχει νόηµα!» ]]
Σε περιπτώσεις απόλυτης απελπισίας, κάποιοι ενεργούν με μεγάλη ψυχραιμία. Λες κι ο Θεός τους επέλεξε για να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για τη διαιώνιση της ζωής. Ενεργούν με τον ίδιο τρόπο που ενήργησε η γυναίκα. Έστω και τα ελάχιστα ψάρια που θα σωζόντουσαν, με την πάροδο των χρόνων, θα μπορούσαν και πάλι να γεμίσουν τη θάλασσα. Γιατί η ζωή έχει τεράστια δύναμη μέσα της. Κι εδώ ταιριάζει το ποίημα του Ζαχαρίας Παπαντωνίου με τίτλο “Πανθεϊστικό ανάκρουσμα”:
« Ω πνοή, που σαν ήχων ποτάμι στα πεύκα
σ’ ακούω και σε βλέπω να τρέμεις στη λεύκα,
σαλέματα ανήσυχα και ανατριχίλα,
χαιρέτισμα θείο από φύλλα σε φύλλα,
ώ νόημα, σταλμένο απ’ του κόσμου τα βάθη,
ποια σκέψη, ποια γνώση ποτέ θα σε μάθει ;

Ενώ σε θαρρούσα κριτή μου στα ουράνια
ανάμεσα σε άστρων και ήλιων στεφάνια,
θείο πνεύμα, που χύνεσαι ακράτητο εμπρός μου,
σ’ ακούω ν’ ανασαίνεις μεσ’ στο είναι του κόσμου.
Τα χιόνια που στρώνεις, οι λιόφωτοι κάμποι,
το κύμα που σβήνεις, το μάτι που λάμπει,
η σαΐτα φιδιού σ΄ ανθισμένο λιβάδι,
στον άγριο κατήφορο μαύρο κοπάδι,
του αλόγου η φυγή, της αγάπης το πάθος,
του πόντου η λαχτάρα, της σκέψης το βάθος,
του ζώου η ματιά, που ρωτάει την καρδιά μου
κι η φλόγα των δέντρων που ανάβεις το δείλι …
Ω Θεέ ! πώς κατέβηκες τόσο κοντά μου !
Ω πνεύμα ! πώς δέρνεσαι μέσα στην ύλη !

Σ’ ανθρώπινη, μάταια μορφή σ’ έχουν κλείσει,
στην απειροσύνη σου σπάει κάθε φράχτης,
αγάπης και μάνητας χύνεσαι βρύση
και πόθου κι ενέργειας πηδάς καταρράχτης.
Στην άνεργη πέτρα στοχάζεται ο νους σου,
την ύλην ορίζεις και μέσα της είσαι,
τον κόσμον κινείς, μα κι ο κόσμος κινεί σε.

Ασκήμια, ομορφιά, μέρα – νύχτα θα πλάθεις,
φρικτοί χαλασμοί θα τελειώνουν σε τάξη,
θα σβήνεις, θα φέγγεις, ώ Δύναμη, Ω Πράξη !
Και Θεός, τον σκοπό σου ποτέ δε θα μάθεις.»
Πολλές φορές ακούσαμε πως έχει πολύ μεγάλη σημασία να σωθεί έστω και μια ψυχή! Κάποιοι αντιλαμβάνονται πως για να σώσουν τη δική τους ψυχή, θα πρέπει να σώσουν έστω και μια ψυχή που κατρακύλησε από τα σύννεφα στις μαύρες τρύπες της απόγνωσης και της απελπισίας. Μπορεί τα πάντα να γκρεμίζονται γύρω μας. Να νιώθουμε ότι δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει επιστροφή. Μα σαν ύστατη πράξη, κάποτε νιώθουμε την ανάγκη, αντί να στρέψουμε ανήμποροι το βλέμμα μας, να κάνουμε μια απέλπιδα προσπάθεια. Να σώσουμε το ελάχιστο, που θα γίνει η μαγιά για να αποκαταστήσει η φύση την ισορροπία. Έτσι θαυμάζουμε τις ηρωικές πράξεις, τις πράξεις αλτρουισμού στις ακραίες καταστάσεις, όπως σε σεισμούς, μεγάλες πυρκαγιές, πλημύρες κλπ. Πράξεις που τις έκαναν απλοί άνθρωποι, οι οποίοι ενδόμυχα γνωρίζουν πως ακόμη κι ένας άνθρωπος να σωθεί, σώζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα, ακόμη κι ένα ζώο ή ένα δέντρο να σωθεί, σώζεται όλη η πλάση! Άνθρωποι ταπεινοί, που αν τους ρωτήσεις γιατί έβαλαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για να κάνουν την υπέρβαση, θα σου απαντήσουν πως έτσι ένιωσαν, αυτό θεώρησαν σαν χρέος. Κι εδώ ας θυμηθούμε δυο στίχους από τον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”, του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά:
«… Κι έσκυψα προς την ψυχή μου,
σα στην άκρη πηγαδιού.
Κι έκραξα προς την ψυχή μου
με το κράξιμο του νου…
Γείρε, αν θέλεις να υψωθείς !»
Αυτοί οι ξεχωριστοί άνθρωποι, που πολύς κόσμος δεν τους ξέρει, παίρνουν στους ώμους τους την ανθρωπότητα και την πάνε μερικά βήματα μπροστά. Τούτοι οι άνθρωποι έχουν καταλάβει πως τα πάντα είναι δημιουργήματα του ίδιου Δημιουργού και ο Θεός βρίσκεται μέσα στο κάθε δημιούργημά Του. Είναι όσοι κατάλαβαν τον Θεό, όπως τον περιγράφει ο Λιβανέζος συγγραφέας και ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν στο βιβλίο του με τίτλο “Ο τρελός”:
[[ Τα παλιά χρόνια, όταν το πρώτο ψέλλισμα του λόγου ανάδεψε τα χείλια μου, ανέβηκα το άγιο βουνό και μίλησα προς το Θεό, λέγοντας: «Κύριε, σκλάβος σου είμαι. Η απόκρυφή σου θέληση, νόμος μου και θα σε υπακούω εγώ στο έξης για πάντα».
Μα ο Θεός δεν έδωσε απάντηση. Σα δυνατή θύελλα διάβηκε πέρα.
Και μετά χίλια χρόνια ανέβηκα τ’ άγιο βουνό και ξαναμίλησα προς το Θεό, λέγοντας:
«Δημιουργέ, είμαι το δημιούργημά σου. Με μορφοποίησες, από πηλό, και σ’ εσένα τα οφείλω όλα μου». Κι ο Θεός δεν έδωσε απάντηση. Μα σα χιλιάδα γοργοφτέρουγα διάβηκε πέρα.
Και μετά χίλια χρόνια σκαρφάλωσα στο άγιο βουνό και ξαναμίλησα προς το Θεό, λέγοντας: «Πατέρα, ο γιός σου είμαι.
Μ’ έλεος κι αγάπη γέννησες εμένα, και μεσ’ απ’ αγάπη και λατρεία μου, για σένα, θα κληρονομήσω τη βασιλεία σου».
Κι ο Θεός δεν έδωσε απάντηση. Και σαν ομίχλη που πεπλοντύνει τ’ απόμακρα βουνά, διάβηκε πέρα.
Και μετά χίλια χρόνια σκαρφάλωσα τ’ άγιο βουνό και ξαναμίλησα προς το Θεό, λέγοντας: «Θεέ μου, ο σκοπός μου κι η ολοκλήρωσή μου: είμαι το χτες σου κι είσαι το αύριο μου. Είμαι η υπόγεια ρίζα σου κι είσαι το επουράνιό μου λουλούδι, κι αντάμα αυξανόμαστε κατάντικρα στον ήλιο».
Τότες ο Θεός έγειρε πάνω μου, και σ’ αφτιά μου μουρμούρισε γλυκόλαλες λέξεις κι ακόμα, σαν τη θάλασσα π’ αγκαλιάζει ένα ρυάκι που χύνεται στους κόρφους της κατρακυλώντας, μ’ αγκάλιασε.
Κι όταν κατέβηκα στις κοιλάδες κι όταν κατέβηκα στις πεδιάδες, ήταν κι ο Θεός, επίσης, εκεί.]]
Ο Θεός, λοιπόν, μιλάει μέσα απ’ αυτούς τους ξεχωριστούς ανθρώπους, περιμένοντας με υπομονή, κάποτε να καταλάβουμε κι εμείς πως όλα στην πλάση αποτελούν μια ολότητα. Πως όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Πατέρα. Και τότε ο Θεός θα μιλήσει και μέσα από εμάς…


Δεν υπάρχουν σχόλια: