Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Ο τρόπος που βλέπουμε τη ζωή

[[ δαμ- ων ]]

Το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να δοθεί σ’ έναν άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του είναι να συναντήσει έναν Δάσκαλο. Έναν πνευματικά ώριμο άνθρωπο, μια αρκετά προχωρημένη ψυχή στην ατραπό της πνευματικής εξέλιξης, που θα δράσει καταλυτικά στη ζωή του. Αυτός ο χαρισματικός άνθρωπος θα του μεταλαμπαδεύσει και θα τον κάνει να κατανοήσει ότι χαίρομαι τη ζωή δεν σημαίνει να περάσω καλά και να γλεντήσω, αλλά να βρω το νόημά της. Μετατοπίζω το κέντρο βάρος των επιδιώξεών μου από τη χαρά των υλικών αγαθών στη χαρά των πνευματικών κλιμακωτών βημάτων και κατακτήσεων. Δάσκαλοι για την θρησκεία μας είναι οι φωτισμένοι Γεροντάδες. Ίσως πολλοί να παριστάνουν το Δάσκαλο ή το Γέροντα. Οι πρόγονοί μας έλεγαν: «πολλοί κρατούν τον θύρσο και τον πυρσό, αλλά λίγοι είναι μύστες». Επομένως λίγοι είναι οι πραγματικοί Δάσκαλοι, οι Γεροντάδες που έχουν τη χάρη του Θεού. Οι πολλοί είναι μπακάληδες έχοντας ανοίξει “γκουράδικα” ή μοναστήρια που πουλάνε καθρεφτάκια σε ιθαγενείς, που θαρρούν πως είναι πιστοί. Οι πραγματικοί δεν είναι αυτοί που το λένε- που βάζουν τα παπαγαλάκια τους να μεγαλοποιούν τις μικρές τους ικανότητες κάνοντας την τρίχα τριχιά- αλλά αυτοί που παρουσιάζουν τον εαυτό τους σαν να είναι οι τελευταίοι κι οι πιο ασήμαντοι. Κι ενώ έχουν θεία χαρίσματα, που μπορούν να κάνουν ακόμη και θαύματα, διατείνονται πως αυτοί είναι ανάξιοι για το οτιδήποτε, γιατί σ’ αυτούς έγινε πράξη ζωής η προτροπή: «γίνεσθε οὖν ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί.»

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Το χάρισμα να κάνει θαυμαστά πράγματα το έχει ο καθένας μας. Απλά δεν έχει την εσωτερική καλλιέργεια, ούτε τη συγκέντρωση, για να το πετύχει. Ο Ιησούς μας έχει πει: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιωάννης, ιδ΄,12). Η πίστη μας ως προς το θείο κομμάτι μας είναι πολύ μικρή και μηδενική ως προς τις δυνατότητές μας, αν και μας έχει διαβεβαιώσει ο Χριστός: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν.» (Ματθαίος, ιζ΄,20). Οι Δάσκαλοι κι οι Γεροντάδες την έχουν αυτή την πίστη.
Λένε πως οι περισσότεροι είναι άγιοι, που αφήνουν τη γαλήνη των ουρανών και ξανάρχονται στη γη μ’ ένα σώμα για να βοηθήσουν εμάς τους αδύναμους και πνευματικά ανώριμους. Εργάζονται με μικρές ή μεγάλες ομάδες ανθρώπων, βοηθώντας τους να κάνουν μερικά βήματα προόδου προς την πνευματική τους ωρίμανση. Η τύχη μας επεφύλαξε το δώρημα να συναντήσουμε και χαρισματικό Δάσκαλο και Γέροντα, που πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος της εκκλησίας μας. Στο τέλος του βίου μας θα φανεί κατά πόσον επέδρασαν στη ζωή μας. Οι Δάσκαλοι μας κάνουν να βλέπουμε με περισσότερη φιλοσοφική διάθεση τη ζωή. Να καταλάβουμε πως η ζωή είναι μια σύνθεση μικρών αληθειών. Αλήθειες που αποτελούν ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό για το καθένα μας λαμπρότερο κι από το καλύτερο της Αγια- Σοφιάς! Να μην ξεχνάμε πως είμαστε ναός Θεού και το Πνεύμα Του ενοικεί στο ναό μας.
Οι Δάσκαλοι μιλάνε με ιστορίες, με αλληγορίες, με παραβολές και μύθους. Λένε κι ωραία παραμύθια. Κι ο καθένας μας ερμηνεύει την ιστορία, την αλληγορία, την παραβολή, τον μύθο ή το παραμύθι με βάση τη νοητική του ικανότητα. Με γνώμονα το βάθος της ψυχής του. Με ιστορίες θα μιλήσουμε σήμερα. Είναι μια προετοιμασία της ψυχής μας να ζήσει και να αντιληφθεί το κοσμικό νόημα της Σταύρωσης και της Ανάστασης του μεγαλύτερου Διδάσκαλου της Οικουμένης, του Θεάνθρωπου Χριστού καθώς πλησιάζει η Μεγάλη Βδομάδα !
Ο συγγραφέας Eldon Taylor έχει γράψει την παρακάτω ιστορία:
[[ Μια φορά και ένα καιρό ένας σοφός είχε τέσσερις μαθητές, οι οποίοι υπερείχαν σε ικανότητες συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Μια μέρα, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν και οι τέσσερις και ο σοφός απευθύνθηκε στον πρώτο του μαθητή, «Πες μου τι βλέπεις όταν εξετάζεις τον κόσμο».
«Βλέπω αγριότητα. Ο πλανήτης είναι εγκλωβισμένος. Ο κόσμος κρύβεται από την αλήθεια. Υπάρχουν τα σωματίδια στην ατμόσφαιρα και η όξινη βροχή. Τα δάση καταστρέφονται και σαν αποτέλεσμα και το όζον μαζί τους. Υπάρχει τόσο μεγάλη άγνοια και ιδιοτέλεια. Ο κόσμος χρειάζεται επαναπροσδιορισμό».
Ο σοφός απάντησε, «Έχεις δίκιο και για αυτό θα σε ονομάσω Διόρθωση, από το όραμά σου που έχει δεσμευτεί σε ένα κόσμο με ανάγκες».
Στον δεύτερο μαθητή του ο σοφός έθεσε την ίδια ερώτηση, «Πες μου τι βλέπεις όταν αντικρίζεις τον κόσμο».
Ο δεύτερος μαθητής απάντησε, «Δάσκαλε βλέπω ματαιοπονία. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει για να αλλάξει τον κόσμο, ακόμη και αν και κάποιοι θα μετανοήσουν και θα θελήσουν την αλλαγή. Ακόμη και τότε ο κόσμος θα είναι καταδικασμένος από τις πράξεις των ανθρώπων. Η επιστήμη μας διδάσκει πως πάρα πολύ άνθρωποι έρχονται σε αυτόν τον πλανήτη, τόσες καταστροφές ήδη έχουν γίνει, ένα πολύ μικρό μερίδιο παρέχεται στην επιστήμη για να τη βοηθήσει επαρκώς, και υπάρχει ελάχιστη ανησυχία για τα έθιμα και τις αξίες. Η εγκληματικότητα κλιμακώνεται ενώ ο θεσμός της οικογένεια φθείρεται. Ο νόμος έχει χαθεί».
«Έχεις δίκιο, επίσης, και για αυτό θα σε ονομάσω Ενάρετο, γιατί όλη αυτή η αγανάκτηση αποκαλύπτει έναν διεφθαρμένο κόσμο και παράλληλα η καρδιά σου υποφέρει με τον πόνο του. Θα γίνεις γνωστός για αυτά τα λόγια σου και οι πράξεις θα εκφράσουν τη λύπη της καρδιάς σου».
Ο σοφός στρέφει το βλέμμα του στον τρίτο του μαθητή, «Και εσύ τι βλέπεις;».
«Βλέπω ένα κόσμο που έχει ανάγκη την αποκατάσταση του νόμου. Δεν πιστεύω πως η ελπίδα έχει χαθεί. Παίρνω θάρρος από τα λεγόμενα των αδελφών μου. Που εκείνοι αναγνωρίζουν την ανάγκη για την αλλαγή του κόσμου. Έχω εμπιστοσύνη, και το διαισθάνομαι, ότι η θέληση του ανθρώπου θα αλλάξει. Όλες οι καλές κυβερνήσεις είναι κυβερνήσεις ανθρώπων για τους ανθρώπους. Μέσα από τον νόμο και τις κυβερνήσεις αυτή η αλλαγή μπορεί να είναι αποτελεσματική. Ο αγγελιοφόρος της αλλαγής υπάρχει και είναι ο νόμος και η κυβέρνηση».
«Και εσύ έχεις δίκιο. θα σε αποκαλώ Κυβέρνηση, γιατί τα λόγια σου έδωσαν πνοή στις παρατηρήσεις σου και έγιναν αυτό που θα διδάξεις. Θα δεσμευτείς στο έργο του νόμου και της εργασίας, μέσω της κυβέρνησης».
Εν τέλει. Στον τέταρτο φοιτητή ο σοφός έθεσε την ίδια ερώτηση, «Και εσύ τι βλέπεις;».
«Βλέπω μόνο θαύματα. Η ζωή είναι ένα θαύμα. Όλη η πλάση είναι ένα θαύμα. Η συνείδηση είναι ένα θαύμα. Βλέπω το Θεό σε όλα τα δημιουργήματα του. Διαισθάνομαι την ομορφιά της αγάπης στην ευωδία ενός λουλουδιού, στο χαμόγελο ενός παιδιού, στην ζεστασιά των εραστών, στην λάμψη των αστεριών. Όταν εξετάζω τον κόσμο νιώθω ευφορία με όλα αυτά τα μυστήρια. Με δέος και σεβασμό η κάθε μέρα ξεδιπλώνει την ομορφιά της. Ξέρω πώς όλα τα πράγματα είναι καλά και ότι εκφράζουν την καλοσύνη τους με τον δικό τους σωστό τρόπο την κάθε στιγμή. Ξέρω πως αυτά για τα οποία αναφέρθηκαν τα αδέλφια μου είναι μία κακή ψευδαίσθηση, γιατί μόνο η αιωνιότητα είναι αληθινή. Δεν θα δώσω καμιά δύναμη στις σκέψεις του σαρκασμού, των περιορισμών, της ανάγκης για να δείξω, με αυτόν τον τρόπο, σε όλο τον κόσμο το όραμα που μου έχει δοθεί. Με αυτό το όραμα και τις αισθήσεις, η καρδιά μου θα τρέξει υποκινουμένη από το μεγαλείο της πλάσης».
Ο σοφός χαμογέλασε πριν μιλήσει. «Και εσύ είσαι ο εκλεκτός μου μαθητής. Θα σε ονομάσω Αλήθεια, γιατί το όραμά σου είναι αληθινό και η ανταμοιβή του είναι η πραγματικότητα που αυτό αντικρίζει. Πρέπει να πας σε κάθε άνθρωπο και να διδάξεις ότι εσύ βλέπεις. Θα γίνεις γνωστός από όλους τους ανθρώπους μέσα από τα «ενδύματα» σου, εκείνα της γαλήνης και της ειρήνης.
Ο δάσκαλος απευθυνόμενος σε όλους πρόσθεσε τα εξής, «Ο καθένας από εσάς σας έχει την ευλογία του οράματος. Όπως εσείς βλέπετε τον κόσμο, έτσι ακριβώς και ο κόσμος αποκαλύπτεται σε εσάς. Θα γνωρίσετε τον κόσμο μέσα από το όραμα που έχετε για αυτόν. Θα γευτείτε τις εμπειρίες της ζωής σύμφωνα με το όραμά σας.
Δεν είναι μόνο ότι η πραγματικότητα μας διαμορφώνεται με τον τρόπο που εμείς επιλέγουμε, αλλά έτσι συμβαίνει και με τη δύναμη που προσδίδουμε σε αυτή. Μόνο η αιωνιότητα είναι άφθαρτη. Οπότε, μόνο η αιωνιότητα είναι αληθινή. Όλα τα άλλα είναι εγγενώς ψευδή εξ ορισμού. Για να γίνεις δάσκαλος το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να συμπεριφέρεσαι σαν δάσκαλος. Για να αναπτυχθείς σαν άτομο πρέπει να δίνεις και να προσφέρεις. Ότι σπείρεις θα θερίσεις. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι η αυτοπραγμάτωση, είναι να δώσεις συγχώρεση και φροντίδα. Οι παλιές, βαθιές αναμνήσεις που συνδέονται με το μυαλό εξαφανίζονται, οι νέες μνήμες γίνονται τόσο η διαδικασία όσο και ο στόχος.]]
Ο κόσμος μας δεν είναι μονοδιάστατος. Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη είναι τετραδιάστατος. Ο αριθμός των διαστάσεων είναι ίσος με τις απόψεις των μαθητών του Δάσκαλου. Ο κάθε μαθητής αντιμετωπίζει μία διάσταση και γι’ αυτό ο Δάσκαλος τον βρίσκει σωστό. Εμείς θα σταθούμε στην τέταρτη διάσταση. Γιατί βλέπουμε τη ζωή όπως ο τέταρτος μαθητής. Η ζωή είναι ένα θαύμα! Κάθε στιγμή είναι ένα θαύμα. Θαυμαστός ο μικρόκοσμος, θαυμαστός και ο μακρόκοσμος. Και ο άνθρωπος στέκει εκεί, αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο αυτών των δύο κόσμων. Ο άνθρωπος και το Σύμπαν είναι Ένα- «Εν το Παν». Μαζί πορεύονται, συμπάσχουν και αγωνίζονται να εξελιχθούν. Βαδίζουν χέρι- χέρι στο μεγάλο δρόμο της πνευματοποίησης. Ο άνθρωπος είναι η συμπύκνωση του Σύμπαντος. Μέσα του αντικαθρεφτίζεται όλη η πλάση. Το Σύμπαν είναι ο Ουράνιος Άνθρωπος, ο Καμπαλιστικός Αδάμ- Κάδμος. Έτσι επιβεβαιώνεται πλήρως το ερμητικό αξίωμα: « Ως εν τοις άνω, ούτω εν τοις κάτω- ως εν τοις κάτω, ούτω εν τοις άνω».
Όλα στο Σύμπαν ξεκινούν από τη δημιουργία του Κόσμου. Χωρίς κόσμο, χωρίς το κόσμημα του Δημιουργού, δεν μπορεί να υπάρξει ανθρωπότητα, δε μπορεί να υπάρξει ζωή. Ο λεγόμενος έμβιος κόσμος πρέπει να έχει το “σπίτι” του για να ζήσει. Θέλει τον πλανήτη του, τον ήλιο του, το ηλιακό του σύστημα. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες θεωρούν το Σύμπαν δημιούργημα του ενός και μοναδικού Θεού: « Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. η δε γη ήν αόρατοςκαι ακατασκεύαστος, και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος. και είπεν ο Θεός∙ γενηθήτω φως∙ και εγένετο φως. και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν…». Έτσι αρχίζει το πρώτο βιβλίο της Π. Διαθήκης, η “Γένεση”. Είναι η βίβλος στην οποία στηρίζονται οι τρεις βασικές μονοθεϊστικές θρησκείες. Και δημιουργώντας ο Θεός τον κόσμο είδε ότι όλα ήσαν «καλά λίαν».
Κόσμος, από τον Πυθαγόρα, ονομάστηκε το Σύμπαν για το κάλλος του, την τάξη και το στολισμό του με ζώσες υπάρξεις. Ο Κόσμος περιλαμβάνει και το ορατό και το αόρατο Σύμπαν. Είτε είναι υλικός, είτε πνευματικός, αποτελεί μία ενότητα. Οφείλει την ύπαρξή του στην παγκόσμια ζωτική ενέργεια, που τον εμποτίζει, στην πνοή του Πατέρα Θεού. Δημιουργήθηκε μετά την σύσταση του Ενός από “το πρώτον αρμοσθέν”, το οποίο έλκει προς τον εαυτό του το άπειρο και του δίνει “πέρας”. O Φιλόλαος λέει ότι η φύση στον κόσμο και όλα όσα περιέχει σχηματίστηκαν από την αρμονία των “απείρων και περαινόντων”. H αρμονία αυτή είναι « ηγεμών και άρχων απάντων Θεός, είς αεί εών, μόνιμος, ακίνητος, αυτός εαυτώ όμοιος ». Ο Θεός- Δημιουργός προϋπήρχε κι έπλασε από ύλη τον κόσμο τέλειο, έμψυχο και με νόηση- τον προίκισε με νου. Κατά τους Πυθαγορείους, απαρχή της όλης δημιουργίας ήταν η Θεία Μονάδα, το Ένα , το οποίο με τη διαρκή διαστολή του περιελάμβανε μέσα στον εαυτό του το άπειρο. Αρχικά μέσα στη σφαίρα του Σύμπαντος σχηματίστηκε το “πυρ”, το πρώτο σώμα του Κόσμου, η “Θεομήτωρ Μονάς”, που θεωρούνταν το κέντρο του Σύμπαντος και δύναμη, που ξεκινούσε απ’ αυτό. Αυτό το πυρ ονομαζόταν Εστία ή Βωμός του Παντός, ή Οίκος του Διός, Θρόνος του Δία και Ακρόπολη. Όλος ο Κόσμος άρχισε να δημιουργείται από το κέντρο προς τα έξω με την προβολή της Θείας Μονάδας . Οι ζώνες, που βρίσκονται πλησιέστερα στο κέντρο, είναι οι καλύτερα οργανωμένες, ενώ εκείνες προς τα άκρα, βρίσκονται σε μια κατάσταση διαρκούς επέκτασης.
Σε ένα αρχαίο μυστικιστικό κείμενο, γνωστό ως “Χαλδαϊκά λόγια” ( ή χρησμοί ), που σχολιάστηκε από πολλούς νεοπλατωνικούς, διαβάζουμε: « Εισί πάντα ενός πυρός εκγεγαώτα », δηλ. όλα έχουν γεννηθεί από ένα πυρ. Ο Πατήρ του Σύμπαντος είναι πυρ και πνεύμα, είναι συνακόλουθα και μονάδα. Πρόκειται για το πρωταρχικό πυρ, την πρωταρχική ακτινοβολία που εμφανίστηκε ταυτόχρονα με την έναρξη της δημιουργίας, την κοσμογονία. Αυτή αποτελεί και τη δύναμη ανάπτυξης και διαστολής του σύμπαντος. Αυτό το “λόγιο” σχολιάστηκε ως εξής από τον Μ. Ψελλό, τον Βυζαντινό νεοπλατωνιστή: « Ημέτερον και αληθές το δόγμα. Πάντα γαρ τα όντα, τά τε νοητά και αισθητά, από μόνου Θεού την υπόστασιν έλαβον και προς μόνον Θεόν επέστραπται. τα μέν όντα μόνον ουδιωδώς. τα δε όντα και ζώντα και νοούντα, ουσιοδώς και ζωτικώς και νοερών. Αφ’ ενός ουν πάντα γεγένηται και προς έν αύθις η τούτων αναγωγή. Άπταιστο νουν το Λόγιον και πλήρες του ημετέρου δόγματος.» [ Μετάφρ.: το δόγμα είναι αληθές και σύμφωνο με τις απόψεις μας. Πράγματι, όλα τα όντα, νοητά και αισθητά από μόνου του Θεού έλαβαν την υπόσταση και σ’ Αυτόν επιστρέφουν. Τα μεν απλώς όντα, ουσιωδώς. Τα όντα και ζώντα, ουσιωδώς και ζωτικώς. Τα δε όντα τα ζώντα και νοούντα, ουσιωδώς, ζωτικώς και νοερώς. Ώστε τα πάντα εγένοντο εξ Ενός και προς το Εν αυτό επανάγονται. Συνεπές, λοιπόν, και πλήρες από της σκοπιάς της δικής μας διδασκαλίας ( χριστιανικής ) είναι το Λόγιον.]
O Πυθαγόρας θεωρούσε τον Κόσμο σαν ζώσα οντότητα, πλημμυρισμένη από το πνεύμα, έχουσα νοημοσύνη και σύμφυτη σοφία. Η Αρχή, που είχε την διακυβέρνηση του Κόσμου, ήταν το Πνεύμα, ο Παγκόσμιος Νους, η Παγκόσμια Διάνοια, που, όπως η ψυχή, υπερπλημμυρίζει και εμπεριέχει όλο το Σύμπαν.
Σας μεταφέρουμε, εδώ, σαν επιστέγασμα, τις σκέψεις ενός φωτεινού ορθόδοξου λειτουργού, που εκφράζει ότι σκέφτεται ο κάθε μύστης: « Σε κάθε γήινο υπάρχει κάτι το ουράνιο, σε κάθε φυσικό υπάρχει κάτι το υπερφυσικό. Στον κόκκο του σταριού υπάρχει ένα μέρος του ουρανού, γιατί ώσπου να γεννηθεί απορρόφησε μέσα του πολύ φως του ουρανού και θερμότητα και ανέμους. Κάτι από τ’ αστέρια υπάρχει σε κάθε φυτικό, σε κάθε ορυκτό, σε κάθε ζωντανό οργανισμό, αλλά ιδιαίτερα σε κάθε ανθρώπινο ον. Τα πάντα σ΄ αυτόν τον γήινο κόσμο είναι στενά δεμένα με τον επουράνιο κόσμο. Είναι αναμφισβήτητη αλήθεια ότι η γη συγκρατείται από τον ουρανό και υπάρχει δια του ουρανού, η γη και όλα όσα υπάρχουν επάνω της. Η δίοδος του φυσικού στο υπερφυσικό και του υπερφυσικού στο φυσικό είναι πολύ μυστική και ανεξιχνίαστη και δεν υπόκειται σε κανένα έλεγχο του ανθρώπινου ερευνητικού πνεύματος. Διαμέσου των αόρατων πρωτονίων και των φωτονίων τελείται η μυστηριώδης διάχυση του υπερφυσικού στο φυσικό, του αόρατου στο ορατό. Και μέσα στα μυστικά φωτόνια της ψυχής οι φωτεινές έλλογες ενέργειες του Θεού Λόγου διαχέονται στην ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι πράγματι δεν υπάρχουν στεγανά όρια μεταξύ υπερφυσικού και φυσικού, μεταξύ ορατών και αοράτων. Σε κάθε γήινο υπάρχει πολύς ουρανός.»
Ο άνθρωπος είναι ο θεατής του έργου που η φύση παίζει στη σκηνή του Σύμπαντος, ο οποίος συγκινείται από τα δρώμενα, άλλοτε γελάει κι άλλοτε κλαίει. Που γεμίζει συγκινήσεις κι αυτές οι αισθήσεις, τα συναισθήματα γίνονται γνώση. Συμμετέχει στο θέατρο, γίνεται και ηθοποιός και η γνώση του γίνεται βιωματική κι άσβεστη, γίνεται αδιαμφισβήτητη. Το ενοικούν πνεύμα στον άνθρωπο αποκτά τη γνώση της γνώσης! Μέσα απ’ αυτό ο Θεός αισθάνεται την ισχύ των νόμων του! Επιβεβαιώνεται το Μεγαλείο του, η Παντοδυναμία του.
Επομένως, ο κόσμος δεν είναι αυθύπαρκτος, αλλά εξαρτάται από μία αυθύπαρκτη αιώνια οντότητα, τον Θεό, και πλάστηκε κατ’ εικόνα Του: « τόνδε τον κόσμο εικόνα τινός είναι ». Ας δούμε τι λέει ο μύστης Πλάτωνας με τον λόγο του Τίμαιου:
[[ Αν ο κόσμος γύρω μας είναι όμορφος και ο δημιουργός του αγαθός, τότε γίνεται φανερό ότι προς το αιώνιο απέβλεπε… Είναι όμως φανερό σε όλους ότι φτιάχτηκε σύμφωνα με το αιώνιο, επειδή ο κόσμος είναι ο ομορφότερος απ’ όλους όσοι γεννήθηκαν κι ο δημιουργός του είναι η ανώτερη απ’ όλες τις αιτίες. Αφού λοιπόν φτιάχτηκε έτσι, σύμφωνα με λόγους μας, καταλαβαίνουμε ότι φτιάχτηκε σύμφωνα με το αμετάβλητο πρότυπο που γίνεται αντιληπτό από τη λογική και τη σκέψη. Αφού, επομένως δεχόμαστε όλα αυτά, τότε αναγκαστικά αυτός ο κόσμος πρέπει να είναι εικόνα κάποιου άλλου… Έτσι οι συλλογισμοί που εξηγούν εκείνο που δημιουργήθηκε με πρότυπο το αιώνιο και αποτελεί εικόνα του… ]] ( Πλάτων, “Τίμαιος”, 29a-c )
Δηλαδή, κατά τον Πλάτωνα, όχι μόνον ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού, αλλά ολόκληρο το Σύμπαν. Παντού ενοικεί η θεότητα, γι’ αυτό ο Θεός είναι πανταχού παρών. Η θεότητα ενυπάρχει από την ταπεινή χλόη μέχρι το λαμπρότερο άστρο, γιατί: « τούτου δ’ εκτός ων πάντα ότι μάλιστα εβουλήθη γενέσθαι παραπλήσια εαυτώ ». Ακόμη και οι ήλιοι, ακόμη και οι πλανήτες που θεωρούνται σαν νεκρά ουράνια σώματα εμψυχώνονται με Ψυχή ανώτερη αυτής του ανθρώπου! Σ’ έναν ήλιο ενοικεί ο Ηλιακός Λόγος, που έχει την ευθύνη για την δραστηριότητα και την εξέλιξη του ηλιακού συστήματος. Σ’ έναν πλανήτη ενοικεί ο Πλανητικός Λόγος, υπεύθυνος για την εξέλιξη των μορφών και των ψυχών του πλανήτη.
Επομένως, κατά τον Πλάτωνα τα πάντα έχουν νου και ψυχή. Ο μεγάλος μύστης υποστήριξε αυτά που διδάσκονται σε όλες τις μυστηριακές σχολές, σε όλους τους αιώνες, δηλ. πως τα πάντα διέπονται από νου κι έχουν ψυχή. Έτσι η πλατωνική ρήση: « δια δη τον λογισμόν τόνδε νουν μεν εν ψυχή, ψυχήν δ’ εν σώματι συνιστάς το παν συνετεκταίνετο, όπως ότι κάλλιστον είη κατά φύσιν άριστόν τε έργον απειργασμένος » έχει παγκόσμια ισχύ. Ο “εσωτερισμός” τονίζει, αυτό που δεν τολμούν οι μονοθεϊστικές θρησκείες, και το οποίο έγραψε ο μύστης Πλάτωνας: « τόνδε τον κόσμον ζώον έμψυχον έννουν τε τη αληθεία δια του θεού γενέσθαι πρόνοιαν » [[ ο κόσμος αυτός δημιουργήθηκε ζωντανός, με ψυχή και με λογικό χάρη στην πρόνοια του θεού ]].
Η αλληλενέργεια μεταξύ Πατρός- Πνεύματος και Μητρός- Ύλης δημιουργεί μια Τρίτη όψη , που είναι ο Υιός, η όψη συνείδηση. O πραγματικό γάμος είναι η συνύπαρξη της ψυχής με το σώμα. Στα “Ορφικά” αναφέρεται: « Την ένωσιν και συμπλοκήν των δυνάμεων αδιαίρετον- ειώθασι γάμον οι θεολόγοι προσαγορεύειν- καθ’ ά φησίν ο θεολόγος. Πρώτην γαρ νύμφην αποκαλεί την γην, και πρώτιστον γάμον την ένωσιν αυτής προς τον ουρανόν ». Επομένως, ένας συμπαντικός γάμος είναι η δημιουργία! Αυτό που την ωθεί και την εξελίσσει είναι ο έρωτας. Ο έρωτας που αρχίζει από γήινος και παίρνει τις διαστάσεις θείου έρωτα. Έρωτα που μεταρσιώνει την ψυχή και την φέρνει σε επαφή με το θείο. Τότε η ψυχή μπορεί να έρθει σε επαφή με τον κόσμο των Ιδεών. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πέρα από τον κόσμο των φυσικών αντικειμένων υπάρχει η υψηλότερη, πνευματική σφαίρα, των Ιδεών, όπως της Ιδέας της Δικαιοσύνης και της Ιδέας του Κάλλους. Η σφαίρα των Ιδεών έχει, επί πλέον, ιεραρχική τάξη, με υψίστη Ιδέα, που διέπει και περιλαμβάνει όλες τις άλλες, την Ιδέα του Αγαθού. Ο φυσικός κόσμος, τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και προσλαμβάνουμε με τη βοήθεια των αισθήσεων, βρίσκεται σε κατάσταση συνεχών αλλαγών και διακυμάνσεων, οπότε η γνώση που προέρχεται απ’ αυτόν είναι περιορισμένη και υπόκειται σε μεταβολές. Αντίθετα, η σφαίρα των Ιδεών, την οποία αντιλαμβανόμαστε μόνο με το νου, είναι αιώνια και αναλλοίωτη. Κάθε ιδέα είναι το πρότυπο μιας ιδιαίτερης κατηγορίας πραγμάτων του επίγειου κόσμου.
Οι ιδέες μας έχουν τα αρχέτυπα στον Κόσμο των Ιδεών, ο κόσμος μας είναι προβολή και υλοποίηση της Ιδέας του Κόσμου, οι νόμοι της φύσης είναι αντανακλάσεις του ενός αναλοίωτου Νόμου που είχε στο Νου Του ο Μέγας Νομοθέτης. Ο αισθητός μας κόσμος είναι υλοποίηση του Νοητικού κόσμου. Ο άνθρωπος αποτελεί σμικρογραφία του Σύμπαντος, είναι ο μικρόκοσμος του μεγάκοσμου. Είναι το θαύμα, που βλέπει ο τέταρτος μαθητής της ιστορίας μας. Καλύτερα ένα από τα θαύματα, γιατί όλα στο Σύμπαν είναι θαύματα!
Αναρωτιέται ο Γκαίτε:
«Εάν το μάτι δεν ήταν όπως ο Ήλιος
πώς θα μπορούσαμε να βλέπομε το φως;
Εάν η δύναμη του Θεού και η δική μας δεν ήταν ένα,
πώς θα μπορούσε το έργο Του να γοητεύει τη ματιά μας;»
Ο Τζών Κητς στις “Ωδές” του γράφει:
«Η ομορφιά είναι αλήθεια, και η αλήθεια ομορφιά.
Αυτό είναι που μαθαίνουμε στη γη, τι άλλο να ζητάμε;»
Ίσως γι’ αυτό ο σοφός Δάσκαλος ονόμασε τον μαθητή του Αλήθεια!
Ταπεινοί και συνάμα σημαντικοί μελετητές αυτής της αλήθειας και της ομορφιάς είμαστε οι ασήμαντοι αλλά με υψηλή καταγωγή άνθρωποι. Και αναφέρουμε ασήμαντοι, γιατί οι εξουσιαστές, οικονομικοί, πολιτικοί και κυρίως θρησκευτικοί, μας θέλουν αδύναμους και ασήμαντους, μας διαπαιδαγωγούν έτσι, μας μπολιάζουν την ασημαντότητα, για να μας έχουν υποχείριο και υποπόδιο. Να μη σηκώσουμε κεφάλι να δούμε την σημαντικότητά μας, να καταλάβουμε τις δυνατότητές μας. Αν γίνουν αυτά παύει η παντοδυναμία τους. Πλην όμως το μάθημα που υπαινίσσεται ο Κήτς παραπάνω, το μαθαίνουν ελάχιστοι. Οι ανήσυχοι κι ανυπόταχτοι στις κατεστημένες ιδεολογίες. Όσοι έχουν το θάρρος να αποτινάξουν από πάνω τους ιδεολογικούς μανδύες και τους θρησκευτικούς δογματισμούς. Γιατί ο Χριστός δεν δογμάτισε. Δογμάτισαν όσοι έστησαν την εξουσία τους στη διδασκαλία Του. Οι νέοι γραμματείς και Φαρισαίοι.
Οι ανήσυχοι, λοιπόν, είδαν την ομορφιά ακόμη και μέσα στην ασκήμια. Το καλό ακόμη και μέσα στο κακό. Κατάφεραν να πάρουν νερό για να σβήσουν από την ψυχή τους το φόβο της κόλασης και δαδί να κάψουν την ματαιότητα του παράδεισου. Έφτασαν σε τέτοιο σημείο συνειδητότητας, ώστε να λένε όπως ο Φραγκίσκος της Ασίζης στο μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη “Ο φτωχούλης του Θεού”: « Θεέ μου, αν σε αγαπώ γιατί θέλω να με βάλεις στην Παράδεισο, πέψε τον άγγελό σου με τη ρομφαία να μου κλείσει την πόρτα∙ αν σε αγαπώ γιατί φοβούμαι την Κόλαση, ρίξε με στην Κόλαση∙ μα αν σε αγαπώ για σένα, για σένα μονάχα, άνοιξε την αγκαλιά σου και δέξου με.» Γιατί έχουν καταλάβει- έχει ποτιστεί το πετσί, το μεδούλι και το μυαλό τους- πως ο Θεός είναι Πατέρας! Κι ο Πατέρας δεν τιμωρεί. Παρά ανοίγει την αγκαλιά του για να δεχτεί τόσο τους δίκαιους, όσο και τους άσωτους.
Ο καθένας από ‘μας είναι ένας μαθητής. Άλλος συνειδητά, κι άλλος ασυνείδητα. Ο καθένας μας παίρνει τα μαθήματα ζωής, που του αναλογούν. Τα μαθήματα που συμφώνησε η ψυχή του πριν έρθει στο φυσικό πεδίο να πάρει μαζί με τους πνευματικούς της οδηγούς. Οι πνευματικοί οδηγοί την βοήθησαν να φτιάξει το σχέδιο δράσης και την ενέπνευσαν να το κάνει πράξη. Κι ένας απ’ αυτούς είναι συνέχεια δίπλα στον άνθρωπο, σύντροφος της πορείας του και πραγματικός του φίλος. Είναι ο φύλακας άγγελός του. Γι’ αυτό με καρτερία πρέπει να δεχόμαστε και τα καλά και τα κακά. Εξάλλου «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Ακόμη κι αυτό που θεωρούμε κακό, κρύβει μια σκοπιμότητα που είναι για το καλό μας.
Γι’ αυτό μας μιλάει η επόμενη ιστορία μας, που αφηγούνται στις Ινδίες:
[[ Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας αυτοκράτορας, που είχε διαλέξει σαν προσωπικό του σύμβουλο ένα πολύ σοφό γέροντα που όμως είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, συνεχώς επαναλάμβανε, «ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου... ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου...»
Ο αυτοκράτορας όμως παρόλο που το "ελάττωμα" του σοφού τον εκνεύριζε, τον κρατούσε κοντά του γιατί οι συμβουλές και η σοφία του, τού ήταν πολύ χρήσιμα και γι’ αυτό το λόγο, τον έπαιρνε πάντα μαζί του, ειδικά όταν απομακρυνόταν από το παλάτι.
Μια βροχερή μέρα, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να καλλωπιστεί και αφού τον έπλυναν οι γυναίκες της αυλής, ζήτησε από τον κουρέα να τον ξυρίσει και να του κάνει μανικιούρ.
Την ώρα όμως που ο κουρέας του έκοβε τα νύχια, ακούστηκε ένας κεραυνός τόσο δυνατός που ο αυτοκράτορας και ο κουρέας τρόμαξαν τόσο πολύ που ο κουρέας έκοψε το μικρό δαχτυλάκι του αυτοκράτορα... Κραυγές, πόνου και θυμού κυρίευσαν τον αυτοκράτορα που έπεσε πάνω στον κουρέα με μεγάλη οργή: «Γρήγορα στην φυλακή, ανάξιε, έκοψες το δάχτυλο του αυτοκράτορα, θα σαπίσεις μέσα στην φυλακή για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου!» Τότε επενέβη ο σοφός γέρος και άρχισε πάλι να επαναλαμβάνει: «ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου..., ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου...»
Ο αυτοκράτορας γεμάτος οργή, φώναξε: «Φτάνει πια, με αυτές τις ανοησίες, σε βαρέθηκα όλα αυτά τα χρόνια και εσύ στην φυλακή, έτσι θα μπορείς ν' ακούς μόνος σου τις βλακείες σου μέχρι το τέλος της ζωής σου!»
Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας, για να ξεθυμώσει και να χαλαρώσει, αποφάσισε να πάει κυνήγι στο δάσος, βέβαια μόνος του, μια και είχε φυλακίσει τον γέροντα σοφό που συνήθως τον ακολουθούσε παντού. Ενώ βρισκόταν στο δάσος, ξαφνικά τον περικύκλωσαν οι πολεμιστές-αιρετικοί της θεάς Κάλι, τον συνέλαβαν και ήταν πολύ ευτυχισμένοι που βρήκαν ένα θύμα για να το θυσιάσουν στην θεά τους. Ο αυτοκράτορας, φώναξε, ούρλιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Εκείνοι είχαν αποφασίσει να τον θυσιάσουν στη θεά Κάλι που ήταν η θεά του κακού και γιόρταζε εκείνη τη μέρα. Τον έντυσαν λοιπόν με το ειδικό ράσο, τον άλειψαν με το ιερό τους λάδι, τον έδεσαν στον βωμό και ενώ ο αρχηγός ήταν έτοιμος να του μπήξει το μαχαίρι στην καρδιά, είδε, με τρόμο, πως από το θύμα έλλειπε ένα μέλος- το μικρό του δαχτυλάκι, βρίζοντας και φτύνοντας τον έλυσε, γιατί δεν επιτρεπόταν να θυσιάσουν κάποιον που δεν ήταν αρτιμελής και έτσι τον άφησαν να φύγει...
Ακόμα ζαλισμένος, ο αυτοκράτορας γρήγορα έτρεξε στο παλάτι του και στο δρόμο κατάλαβε τι είχε γίνει, ο σοφός γέροντας είχε δίκιο και ευτυχώς που σε εκείνο το ατύχημα τού έκοψε ο κουρέας το δάχτυλο και έτσι σώθηκε η ζωή του. Τι σημασία είχε ένα δαχτυλάκι λιγότερο μπροστά στον κίνδυνο που είχε διατρέξει; Καλύτερα ζωντανός και με ένα δάχτυλο λιγότερο παρά νεκρός!
Φτάνοντας στο παλάτι ο αυτοκράτορας, πήγε αμέσως στις φυλακές και ελευθέρωσε τον κουρέα και μετά πήγε στον σοφό γέροντα, μπήκε στο κελί τον αγκάλιασε και του είπε: «Φίλε μου, συγχώρεσε με, για το κακό που σου έκανα, τι τυφλός που ήμουνα. Με συνέλαβαν οι αιρετικοί της θεάς Κάλι και ενώ ήταν έτοιμοι να με θυσιάσουν, είδαν πως μου έλειπε το μικρό μου δαχτυλάκι και με άφησαν να φύγω, είχες δίκιο φίλε μου, "ότι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας!" Συγχώρεσε με φίλε μου, θα είσαι πάντοτε κοντά μου και όλο το βασίλειο σου ανήκει...
Αλλά τώρα πες μου σε παρακαλώ πολύ, εσύ, που σε έβαλα φυλακή, "που είναι το καλό που συνέβηκε σε σένα;"» Με ηρεμία ο γέροντας κοίταξε τον αυτοκράτορα και του απάντησε: «Βλέπετε εξοχότατε, εάν δεν με είχατε φυλακίσει θα σας είχα συνοδέψει, όπως πάντα, στο κυνήγι σας στο δάσος και σε εμένα δεν λείπει κανένα δάχτυλο...! "Ότι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας"». ]]
Ο συμβουλάτορας του αυτοκράτορα έβλεπε μέσα από τα διάφορα γεγονότα τη σοφία του Δημιουργού. Το ακατέργαστο διαμάντι φαίνεται σαν μια θολή πέτρα, που το άπειρο μάτι ενός κοινού ανθρώπου δεν μπορεί να καταλάβει την αξία της. Αν το πάρει στα χέρια του ο κατάλληλος τεχνίτης, κι αφού πρώτα μελετήσει ποια μορφή θα του δώσει, αρχίσει να του αφαιρεί τα περιττά κομμάτια, του δίνει το σχήμα που το κάνει περιζήτητο για την κατασκευή ενός κοσμήματος. Ίσως η αρχική πέτρα να νιώθει πόνο με την αφαίρεση των κομματιών της. Αλλά μόνο αν φύγουν αυτά θα μπορέσει να λαμπιρίζει και να φανεί η πραγματική αξία του διαμαντιού. Αυτό που συμβαίνει στην ακατέργαστη πέτρα είναι για το καλό της! Ένα κομμάτι χρυσάφι έχει κάποια αξία. Όμως η φωτιά από το φλόγιστρο του τεχνίτη θα του δώσει σχήμα για να γίνει κόσμημα! Η δοκιμασία του φλόγιστρου ίσως να πόνεσε το μέταλλο, αλλά χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε το μέταλλο στα χέρια του χρυσοχόου να γίνει περίτεχνο κόσμημα! Κι εδώ ό,τι συνέβη στο χρυσάφι ήταν για το καλό του. Σαν απλό κομμάτι μετάλλου δεν θα είχε την ίδια ομορφιά που έχει λ.χ. σαν δαχτυλίδι στο όμορφο χέρι μιας πανέμορφης κόρης.
Έτσι και οι δοκιμασίες της ζωής, βγάζουν κάθε τι περιττό, που βαραίνει μια ψυχή και αναδεικνύουν την ομορφιά της. Η ίδια η Ζωή σαν τεχνίτης- κοσμηματοποιός της αφαιρεί όσα την καρτούν δέσμια στα γήινα- όπως τα ζωώδη ένστικτα, τις ασήμαντες δεσμεύσεις, τις προσκολλήσεις, τις εμμονές- και την κάνουν να φανεί η λαμπρότητά της. Πως δεν είναι ο άνθρωπος υλικός, αλλά ουράνιας καταγωγής. Όσο κι αν μας φαίνεται οδυνηρή η επέμβαση της μοίρας και μας ανατρέψει τη ροή της ζωής μας, όσο πόνο κι αν μας προκαλέσει, η ψυχή θα ωφεληθεί. Γιατί απλούστατα ο παθών θα δει- όπως ο αυτοκράτορας- τον κόσμο με άλλη οπτική γωνία. Κι αυτό θα είναι ωφέλημα ψυχής. Ένα βήμα πιο μπροστά στην εξέλιξή της. Θα σπάσει το τσόφλι του “εγώ”, για να φυτρώσει η ανθρωπιά, που θα δώσει τους γλυκούς της καρπούς, όπως έδωσε η κυρούλα στην μικρή και συνάμα γεμάτη ανθρωπιά ιστορία που αναφέρει στο βιβλίου “Αναφορά στον Γκρέκο” ο Ν. Καζαντζάκης:
[[ Μια γριούλα πέρασε...
Στάθηκε, ανασήκωσε απ’ το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα...
- Με γνωρίζεις κυρά μου; τη ρώτησα...
- Όχι παιδί μου, είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω; Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν φτάνει;
Γέλασε... ένα δροσερό κοριτσίστικο γέλιο... Και τράβηξε το δρόμο της κούτσα κούτσα κατά το κάστρο.
Έσταζαν τα δυο σύκα μέλι, ποτέ θαρρώ δεν γεύτηκα πιο νόστιμα. Τα ‘τρωγα και με δρόσιζαν τα λόγια της γριάς...
«άνθρωπος είσαι, άνθρωπος κι εγώ, φτάνει!»]]
Θα μπορέσουμε κάποτε να μη δούμε ανταγωνιστικά τον διπλανό μας, σαν αντίπαλο, σαν αντίζηλο, σαν εχθρό, αλλά σαν έναν άνθρωπο που έχει παρόμοιες με τις δικές μας αδυναμίες, σχεδόν ίδιες με τις δικές μας προσδοκίες, όνειρα ανάλογα με τα δικά μας, να του απλώσουμε το χέρι, κι αν δεν μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε, απλά να τον χαϊδέψουμε, να του χαμογελάσουμε και να του προσφέρουμε δυο σύκα από καρδιάς ή δυο λόγια; Να ξεφύγουμε από την εγωιστική μοναξιά μας και να δούμε με συμπάθεια και συγκατάβαση τον πλησίον μας- χωρίς να ρωτήσουμε: «καὶ τίς ἐστί μου πλησίον»;- αλλά πίσω από τον καθένα, έστω κι αν είναι πολύ διαφορετικός από μας, να δούμε τον πλησίον μας; Και να κάνουμε ό,τι μας αναλογεί. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Αυτό που μας περνάει από το χέρι, όπως έκανε το κολιμπρί της επόμενης ιστορίας μας:
[[ Στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο δάσος, όλα τα ζώα τρέχουν για να σωθούν. Υπήρχε όμως ένα πουλί που δεν αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο την κατάσταση. Ήταν ένα κολιμπρί, το μικρότερο πουλί στον κόσμο (το μήκος του σώματός του είναι περίπου 2,5 εκατοστά.)
Πήρε μια στάλα νερό στο ράμφος του και πέτεξε προς τη φωτιά.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις; Είσαι τρελός, δεν θα σταματήσεις την φωτιά!», του φώναξε ένας ελέφαντας.
«Το ξέρω», απάντησε το κολιμπρί, «κάνω όμως αυτό που μου αναλογεί»! ]]
Αυτό που μας αναλογεί δεν είναι γραμμένο σε πολύφυλλα μεγάλα και κιτρινισμένα βιβλία, σε βαριές πέτρινες πλάκες, στους νόμους της ιδανικής Πολιτείας. Είναι γραμμένο στην καρδιά μας. Αρκεί να σκύψουμε να την ακούσουμε. Αρκεί να πάψουν τα αυτιά μας να ακούνε το μαυλιστικό τραγούδι των Σειρήνων. Αν καταφέρουμε να απαλλαγούμε από τα ακουστικά παράσιτα, τότε θα είμαστε πραγματικοί άνθρωποι. Γιατί τα αυτιά μας άκουσαν τη φωνή της καρδιάς μας. Πάψαμε να νιώθουμε μικροί κι αδύναμοι. Η καρδιά μας θα μας πει πως είναι χρέος μας να αλλάξουμε. Αν αλλάξουμε εμείς θα αλλάξει κι ο κόσμος. Κάποιοι, έστω και λίγοι στην αρχή θ’ ακολουθήσουν το παράδειγμά μας. Μετά το μικρό ρυάκι θα γίνει με τον καιρό ποτάμι…
Μέσα απ’ αυτή τη δυναμική θα έχουμε ανακαλύψει την κρυμμένη μέσα μας θεότητα. Και πάλι θα μιλήσουμε με μια άλλη ιστορία:
[[ Τα πολύ παλιά χρόνια οι άνθρωποι είχαν πολύ στενή επαφή με τους θεούς και ήσαν κι αυτοί μικροί θεοί. Μα καταχράστηκαν τη θεία δύναμή τους και ο βασιλιάς των θεών αποφάσισε να αφαιρέσει από τους ανθρώπους τη θεία δύναμη και να την κρύψει σ’ ένα μέρος που δε θα μπορούσαν να την ξαναβρούν. Δημιουργήθηκε σ’ αυτόν το μεγάλο ερώτημα: πού θα έβρισκε μια σίγουρη κρυψώνα. Γι’ αυτό κάλεσε στο θεϊκό παλάτι όλους τους θεούς για ν’ ακούσει τις προτάσεις τους. Πήρε το λόγο ο πρώτος θεός και πρότεινε να την κρύψουν στην πιο απρόσιτη κορυφή του ψηλότερου βουνού. «Όχι», είπε ο Θεός, «ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει με μεγάλη ευκολία και να τη βρει». Ο δεύτερος θεός είπε να την κρύψουν πολύ βαθιά στη γη. «Ο άνθρωπος είναι άξιος να φτάσει ακόμα και κέντρο της γης και να τη βρει» απάντησε ο Θεός. Τότε να τη κρύψουμε στο πάτο του βαθύτερου ωκεανού, αντιπρότεινε ένας τρίτος θεός. «Ακόμη και σε τόσο μεγάλο βάθος μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος» είπε ο Θεός. Να την κρύψουμε στην πιο πυκνή ζούγκλα, με τα αγριότερα θηρία, είπε μια θεά. «Εκεί θα είναι παιγνιδάκι να φτάσει ο άνθρωπος» απάντησε ο Θεός. Να την κρύψουμε σε έναν κρατήρα στο φεγγάρι, είπε χαμογελώντας ένας νεαρός θεός, σίγουρος πως εκεί ήταν αδύνατο να φτάσει ο άνθρωπος. «Και εκεί θα φτάσει κάποτε ο άνθρωπος» είπε ο Θεός. Έτσι στη σύναξη των θεών έπεσε μεγάλη αμηχανία γιατί κατάλαβαν πως δεν υπάρχει τίποτα απροσπέλαστο για τον άνθρωπο. Όλοι έστρεψαν το βλέμμα στο Θεό, περιμένοντας να δώσει αυτός τη λύση. Τότε ο Θεός τους κοίταξε όλους, έναν- έναν, και με ένα πλατύ χαμόγελο τους είπε: «Ξέρω τι θα κάνουμε με τη θεότητα του ανθρώπου. Θα την κρύψουμε μέσα του, στην καρδιά του, όπου είναι το μόνο μέρος που ποτέ δε θα πάει ο νους του. Ο άνθρωπος θα έχει τη θεότητα μέσα του, τόσο κοντά του, και δε θα το ξέρει, ψάχνοντας στα πιο απρόσιτα μέρη.» Έτσι κι έκανε. Έκρυψε τη θεότητα του ανθρώπου μέσα του. Και του έβαλε στο νου τη λαχτάρα να ψάξει να τη βρει. ]]
Ο κάθε άνθρωπος έχει τη θεότητα μέσα του, σε μια μυστική θέση στη καρδιά του, σε ένα μικρό ντουλαπάκι. Και η θεότητα λαχταρά να εκδηλωθεί, να την ανακαλύψει ο άνθρωπος και να τη φέρει στο φως. Άνθρωπος και θεότητα να γίνουν Ένα. Αν κι ο Θεός έκρυψε τη θεότητα εντός μας, δεν μας άφησε ανίδεους. Ο Χριστός, όταν ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τη γη για να αναληφθεί στους ουρανούς, είπε στους μαθητές του: «αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών.» (Ιωάννης, κ΄, 17). Μας δείχνει έτσι τη θεία μας καταγωγή, λέγοντας ότι Αυτός κι εμείς έχουμε τον ίδιο Πατέρα. Σε κάποια άλλη συζήτηση τονίζει με σαφήνεια τη μεγάλη μας καταγωγή: «απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς∙ ουκ έστι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών, εγώ είπα, θεοί εστέ;» (Ιωάννης, ι΄, 34) Επειδή ξεχάσαμε αυτή την υψηλή σύνδεση ο απόστολος των Εθνών κάνει την ερώτηση: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν;» ( Παύλος, Α΄ επιστολή προς Κορινθίους, γ΄, 16)
Μόλις ανακαλύψουμε την θεότητα εντός μας, το εγώ θα διαλυθεί. Θα γίνει ένα με το Σύμπαν. Είναι θαυμάσιο το συναίσθημα που αισθάνεται όποιος έσπασε τα στεγανά του εαυτού του κι ένιωσε πως είναι μια ακτίνα του παγκόσμιου φωτός. Μια σταγόνα στον παγκόσμιο ωκεανό. Τότε κατάλαβε τι είναι πραγματικά. Μικρό δείγμα θα μας δώσει η ιστορία με την αλατένια κούκλα:
[[ Μιά μέρα ρώτησε τον Νασρεντίν ένας μαθητής του :
«Πές μου δάσκαλε , πως θα μπορούσες να περιγράψεις τη δουλειά ενός αναζητητή της αλήθειας ;»
Ο Νασρεντίν κοίταξε για λίγο σιωπηλός τον μαθητή του, ύστερα χαμογέλασε πονηρά και του είπε :
«Σαν την ιστορία της κούκλας από αλάτι.»
«Δηλαδή ;» ρώτησε ο μαθητής απογοητευμένος, νομίζοντας ότι ο δάσκαλος τον κοροϊδεύει .
«Άκου την ιστορία λοιπόν» είπε ο Νασρεντίν.
«Όχι όμως με τα αυτιά σου αλλά με την καρδιά σου», συμπλήρωσε.
«Μιά κούκλα φτιαγμένη από αλάτι ψάχνοντας να βρει την αλήθεια για το τι τέλος πάντων ήταν , ταξίδεψε χιλιάδες μίλια στεριάς, μέχρι που έφτασε και σταμάτησε στην άκρη της θάλασσας.
Έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας μαγεμένη, εκείνη την υγρή κινούμενη μάζα, που δεν έμοιαζε με τίποτα απ’ όλα όσα είχε δει ως τότε και δεν ήξερε το όνομά της...
"Τι είσαι εσύ;" ρώτησε η κούκλα από αλάτι τη θάλασσα...
"Έλα μέσα και δες μόνη σου", απάντησε η θάλασσα μ’ ένα χαμόγελο καλοσύνης κι αγάπης.
Έτσι η κούκλα από αλάτι προχώρησε, τσαλαβουτώντας στα νερά, προς τα μέσα...
Όσο πιο βαθιά πήγαινε ...τόσο περισσότερο διαλυόταν... μέχρι που έμεινε ένα μικρό κομματάκι από αυτή .
Πρίν διαλυθεί και το τελευταίο αυτό κομμάτι της και γίνει ένα με τη θάλασσα , η κούκλα από αλάτι πρόλαβε και φώναξε με θαυμασμό , μεθυσμένη από μια αλλόκοτη και πρωτόγνωρη χαρά.
"Τώρα ξέρω τι είμαι εγώ!"»]]
Ένας Δάσκαλος μπορεί να καθοδηγήσει τον μαθητή να νιώσει σαν την αλατένια κούκλα. Να νιώσει την ένωση με τον ωκεανό! Να καταλάβει ότι είναι ένα μικρό μέρος της Παγκόσμιας Ενέργειας, που πάλλεται σε ένα υλικό σώμα. Ένα μέρος του Πνεύματος, που για ένα μικρό χρονικό διάστημα έχει εγκλωβιστεί με τη θέλησή του σε ένα σώμα, ώστε να αισθανθεί τους κραδασμούς της ύλης, να δει, ν’ ακούσει, να γευτεί, να μυρίσει, να αγκαλιάσει και να νιώσει την ένωση με το πρόσωπο που αγαπά, την εξαΰλωση μέσα από τον έρωτα, που θα του γεννήσει τον θείο έρωτα. Κι αφού τα γνωρίσει αυτά βιωματικά θα ξαναγίνει μια ακτίνα φωτός, που θα αναμιχθεί με τις άλλες ακτίνες μέσα στο Φως. Φωτόνιο με κβάντο γνώσης, μαζί με άλλα φωτόνια- κβάντα γνώσης μέσα στον Ήλιο της Σοφίας! Μικρός θεός μέσα στην ολότητα του θείου! Έτσι προγραμμάτισε ο Θεός τον άνθρωπο…
Ο Λιβανέζος μύστης Χαλίλ Γκιμπράν δίνει ποιητικά τον τρόπο που ο Θεός έπλασε την ψυχή του ανθρώπου και την ένωσε με το κορμί του:
[[ Και ο Θεός δημιούργησε την ψυχή, πλάθοντας την με ομορφιά. Της έδωσε την απαλότητα της πρωινής αύρας, το άρωμα των λουλουδιών, την ομορφιά του σεληνόφωτος.
Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι χαράς και της είπε:
«Δε θα πιεις απ’ αυτό το ποτήρι παρά μόνο όταν ξεχάσεις το παρελθόν και αποκηρύξεις το μέλλον.»
Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι θλίψης ,λέγοντας:
«Πιες για να καταλάβεις το νόημα της χαράς.»
Μετά ο Θεός έδωσε στην ψυχή αγάπη που θα χανόταν με τον πρώτο στεναγμό ικανοποίησης , και γλυκύτητα που θα χανόταν με την πρώτη λέξη αλαζονείας. Έκανε ένα ουράνιο σημείο για να την οδηγεί στο δρόμο της αλήθειας .
Έβαλε στα βάθη της ένα μάτι που βλέπει το αόρατο. Δημιούργησε μέσα της μια φαντασία που κυλά σαν ποτάμι με φαντάσματα και κινούμενες μορφές. Την έντυσε με ενδύματα λαχτάρας υφασμένα απ’ τους αγγέλους απ' το ουράνιο τόξο.
Κι έβαλε επίσης μέσα της το σκοτάδι της σύγχυσης, που είναι η σκιά του φωτός. Και πήρε ο Θεός φωτιά απ’ το καμίνι του θυμού, Άνεμο που φυσά απ' την έρημο της άγνοιας, μάζεψε άμμο απ' την όχθη του εγωισμού, και σκόνη κάτω απ’ τα πόδια των αιώνων.
Έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο. Κι έδωσε στον άνθρωπο δύναμη τυφλή που γίνεται φλόγα σε στιγμές τρελού πάθους και κοπάζει μπροστά στην επιθυμία. Του έδωσε ο Θεός ζωή που είναι η σκιά του θανάτου.
Και ο Θεός χαμογέλασε και έκλαψε , κι ένιωσε μια αγάπη που δεν έχει όρια ούτε τέλος. Κι έτσι ένωσε τον άνθρωπο με την ψυχή του…]]
Μέσα σ’ αυτό τον δυισμό που αναφέρει ο Γκιμπράν πασχίζει η ψυχή. Μοχθεί να βάλει μια τάξη στο χάος που δημιουργεί ο λαβύρινθος του εγκεφάλου. Να βρει το μίτο που θα την φέρει στο φως. Ένας εμπνευσμένος Δάσκαλος, ένας φωτισμένος Γέροντας μπορεί να της δώσει το κουβάρι με το νήμα και θα τη μάθει να το χρησιμοποιεί. Να γίνει η Αριάδνη στη ψυχή- Θησέα που θα της διδάξει τον τρόπο να βγει από τον λαβύρινθο της πλάνης και της άγνοιας. Γιατί όταν βγει από τον λαβύρινθο θ’ αντικρίσει το θαυμάσιο φως της γνώσης, που ελευθερώνει από τα δεσμά της εξάρτησης στα κάθε είδους κέντρα εξουσίας. Σκοταδισμός και δεσμά δεν βρίσκονται μόνο στον έξω κόσμο, αλλά και στον κόσμο της εκκλησίας ή στον κόσμο του μυστικισμού. Ο Δάσκαλος, όμως, ποτέ δεν δρα σαν εξουσιαστής. Δεν έχει καμιά σχέση με τον σατράπη των ψυχών, τον αφυδατωμένο από αγάπη πνευματικό, που στο όνομα της πατερικής θεολογίας δημιουργεί σκλάβους αντί για ελεύθερους στη διάνοια πιστούς. Ο ίδιο κάνει και ο πωρωμένος για εξουσία κακός δάσκαλος. Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι πλημμυρισμένοι από αγάπη και την διαχέουν χωρίς φειδώ. Γι’ αυτούς η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής! Γι’ αυτήν μιλάει έμμεσα η επόμενη ιστορία:
[[ Κάποτε, ένας αυτοκράτορας ζήτησε από έναν άντρα, ο οποίος θεωρούνταν ο σοφότερος άνθρωπος στον κόσμο, να γράψει ένα βιβλίο που θα περιείχε όλη την απαραίτητη γνώση.
Ο σοφός άρχισε να εργάζεται και 12 χρόνια αργότερα έδωσε στον αυτοκράτορα μια σειρά από βιβλία.
«Είναι πάρα πολλά», του είπε ο αυτοκράτορας. «Συγκέντρωσε μόνο όλη την απαραίτητη γνώση σε ένα βιβλίο».
Ο άνθρωπος υπάκουσε και επέστρεψε 4 χρόνια αργότερα με ένα βιβλίο.
«Και πάλι είναι πάρα πολύ», του είπε ο αυτοκράτορας. «Πρέπει να διοικήσω την αυτοκρατορία μου και έχω πολλές υποχρεώσεις. Γράψε σε μερικές σελίδες ό,τι θεωρείς εσύ ότι είναι πραγματικά σημαντικό και ξαναέλα».
Και πάλι ο σοφός στρώθηκε στη δουλειά. Μετά από 2 χρόνια είχε συνοψίσει την ουσία της γνώσης σε αρκετές σελίδες. Τις έδωσε στον αυτοκράτορα, ο οποίος όμως ήταν πολύ απασχολημένος εκείνη την ημέρα και του έδωσε μια τελευταία οδηγία: να γράψει τα πάντα σε ένα φύλλο χαρτί. Ο σοφός χρειάστηκε πολλά χρόνια για να χωρέσει όλη την απαραίτητη γνώση μόνο σε ένα φύλλο χαρτί.
Και πάλι ο αυτοκράτορας δεν έμεινε ευχαριστημένος. «Θα σου κάνω μια πρόταση: σταμάτα να γράφεις. Προσπάθησε να συγκεντρώσεις την ουσία της γνώσης σε μια λέξη και έλα να μου την πεις. Θα σε πληρώσω καλά».
Ο σοφός αποσύρθηκε σε ένα απομονωμένο μέρος και άρχισε να σκέφτεται βαθιά. Όταν τελικά βρήκε τη λέξη που συγκέντρωνε όλη την εμπειρία, τη γνώση και τη σοφία, ζήτησε να υπάρχει και ακροατήριο μαζί με τον αυτοκράτορα, ο οποίος πλέον ήταν γέρος.
«Βρήκες τη λέξη;», τον ρώτησε ο αυτοκράτορας.
«Μάλιστα, Μεγαλειότατε. Την έχω βρει».
«Έλα να μου την ψιθυρίσεις στο αυτί», είπε ο αυτοκράτορας.
Ο σοφός πλησίασε τον αυτοκράτορα, έσκυψε και του ψιθύρισε τη λέξη ώστε να την ακούσει μόνο αυτός.
Τότε ο αυτοκράτορας αναφώνησε: «Μα αυτό το ήξερα ήδη!». ]]
Μπορεί να μην φανερώνει η ιστορία μας τη λέξη που είπε ο σοφός στον αυτοκράτορα. Μα αφήνει να την εννοήσουμε. Ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει τη λέξη, που του ταιριάζει. Εμείς πιστεύουμε ότι η λέξη που ο σοφός ψιθύρισε στο αυτοκρατορικό αυτί ήταν «αγάπη»! Η αγάπη είναι βασικό χαρακτηριστικό της θεότητας. Ο Απ. Ιωάννης μας λέει: «Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν. ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν. ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾿ αὐτοῦ. ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν.» (Α΄ επιστολή Ιωάννου, δ΄, 7- 10) Κι ο Θείος απεσταλμένος, ο Ιησούς μας προτρέπει: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς.» (Ματθαίος, ε΄,44) ενώ η εντολή του είναι σαφέστατη: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. (Ιωάννης, ιε΄, 12-13)
Για την αγάπη Του προς τους ανθρώπους ο Χριστός υπέστη τον σταυρικό θάνατο. Το σώμα Του αποκαθήλωσε από τον σταυρό ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, βοηθούμενος από τον νομοδιδάσκαλο Νικόδημο. Στον πρώτο αναφέρεται η τελευταία μας ιστορία, που την έγραψε ο Όσκαρ Γουάιλντ κι έχει τίτλο “Ο δάσκαλος” κι αποτελεί τον επίλογο του σημερινού μας άρθρου και ταυτόχρονα το προοίμιο για τα αφιερώματα αυτών των ημερών:
[[ Όταν η νύχτα άπλωσε τα φτερά της πάνω στη γη, ο Ιω¬σήφ απ’ την Αριμαθαία φούντωσε μια λαμπάδα από ρετσινωμένο κλαρί πεύκου και κατέβηκε απ’ το βουναλάκι στην κοιλάδα, γιατί είχε σπίτι του δουλειά.
Και στην κοιλάδα του μαρτυρίου είδε πάνω στις μυτερές πέτρες να γονατίζει ένας νέος. Ήταν γυμνός κ’ έκλαιγε. Τα μαλλιά του είχαν χρώμα μελί και το σώμα του ήταν σαν άσπρο λούλουδο. Κι όμως το σώμα του ήταν πληγιασμένο απ’ τ’ αγκάθια και στα μαλλιά του ήταν χυμένη στάχτη σαν μια κορώνα.
Κ ’ είπε στο νέο που ήταν γυμνός κ’ έκλαιγε:
«Δεν ξαφνιάστηκα μπρος στη μεγάλη σου λύπη, γιατί στ’ αλήθεια Εκείνος ήταν δίκαιος άνθρωπος».
Κι ο νέος τ’ απάντησε:
«Δεν κλαίω γι’ αυτόν, παρά κλαίω για τον εαυτό μου. Α¬κόμα κ’ εγώ έκανα το νερό κρασί και γιάτρεψα λεπρούς κ’ έκανα τυφλούς ν’ αναβλέψουν. Εγώ περπάτησα πάν’ απ’ τη θάλασσα κι απ’ τα μνήματα ξετρύπωσα τους διαβόλους. Εγώ έθρεψα τους πεινασμένους στην έρημο, που δεν είχαν στάλα φαΐ, κι ανάστησα τους πεθαμένους απ’ τους στενούς τους τάφους, και με μια προσευχή μου μπρος σε μια μεγάλη μάζα λαού ξέρανα μια φορτωμένη από φρούτα συκιά. Όλα όσα έκανε αυτός ο άνθρωπος τα ’κανα κ’ εγώ. Κι όμως εμέ¬να δε με σταυρώσανε».]]

Δεν υπάρχουν σχόλια: