Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Νικόδημος, ο καθελών εκ του ξύλου το του Χριστού άχραντον σώμα

[[ δαμ- ων ]]

Άρχισε να θαμπώνει το φως της ημέρας στο Γολγοθά εκείνη τη θλιβερή Παρασκευή. Στον αποκαλούμενο “κρανίου τόπο” υψώνονταν τρεις σταυροί. Στον μεσαίο είχε ήδη παραδώσει το Πνεύμα Του ο Ιησούς. Οι μαθητές του είχαν σκορπίσει από τον φόβο. Κάποιοι έπρεπε να φροντίσουν για την ταφή. Αυτό πριν να πέσει το σκοτάδι. Δυο άτομα τότε ανηφόρισαν προς το Γολγοθά. Ήσαν ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο κρυφός μαθητής, και ο Νικόδημος, ο νυχτερινός μαθητής, εκλεκτά μέλη του Ιουδαϊκού Συνεδρίου. Μέσα στη φορτισμένη ατμόσφαιρα της σταύρωσης ο Ιωσήφ τόλμησε και παρουσιάσθηκε στον Πιλάτο ζητώντας το σώμα του Χριστού για να το θάψει. Ο Πιλάτος είχε ήδη πληροφορηθεί από τον εκατόνταρχο για το θάνατο του Χριστού και γι’ αυτό έδωσε την άδεια. Αφού προμηθεύτηκαν τα αναγκαία για την ταφή- ο Ιωσήφ αγόρασε καινούργιο σεντόνι και ο Νικόδημος εκατό λίτρα σμύρνας και αλόης- έφθασαν στον Γολγοθά με πόνο βαθύ και δάκρυα πολλά για τον άδικο θάνατο του αγαπημένου τους Διδάσκαλου. Κατέβασαν ευλαβικά το σώμα Του από τον σταυρό, το τύλιξαν με τα οθόνια και το περίελουσαν με τα πολύτιμα μύρα. Μετά το εναπέθεσαν στο καινούργιο μνημείο, που ήταν σκαλισμένο στο βράχο, και κύλησαν μπροστά ένα μεγάλο λίθο.
Στους πρώτους στίχους του “επιτάφιου θρήνου” διαβάζουμε:
« Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον,
καθελὼν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου σὺν Νικοδήμῳ,

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

καὶ θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον,
εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν·
Οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ·
ὃν πρὸ μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν Σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφῳ περιεβάλλετο,
καὶ ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο,
καὶ διερήγνυτο τοῦ ναοῦ τὸ καταπέτασμα·»
Σχετικά με την ταφή, όπου αναφέρεται το όνομα του Νικόδημου, ο ευαγ. Ιωάννης γράφει: «Μετὰ δὲ ταῦτα ἠρώτησε τὸν Πιλᾶτον Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὢν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, κεκρυμμένος δὲ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἵνα ἄρῃ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καὶ ἐπέτρεψεν ὁ Πιλᾶτος. Ἦλθεν οὖν καὶ ἦρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν. Ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν. Ἦν δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος, καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη· ἐκεῖ οὖν διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τὸ μνημεῖον, ἔθηκαν τὸν Ἰησοῦν.» (Ιωάννης, ιθ΄, 38- 42).
Το σημερινό μας αφιέρωμα είναι στον Νικόδημο. Ο Νικόδημος είναι πρόσωπο που εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη. Είναι ο νυχτερινός μαθητής του Ιησού με τον οποίο συζήτησε ένα βραδινό σε υψηλό θεολογικό επίπεδο. Ήταν Φαρισαίος και μέλος του Σανχεντρίν, μέλος δηλαδή του Συνεδρίου που δίκαζε τα θρησκευτικοπολιτικά ζητήματα και νομοδιδάσκαλος- επομένως σπουδαίος και σοφός νομοδιδάσκαλος γνωρίζοντας άριστα τον λεγόμενο μωσαϊκό νόμο- ο οποίος, με βάση το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, υποστήριξε τον Ιησού ενώπιον του συνεδρίου. Αν και δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες για το Νικόδημο, πέρα από τα όσα αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη- τον αναφέρει τρεις φορές- η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια και πολλοί ιστορικοί της Βίβλου εικάζουν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με τον Νικόδημος Μπεν Γκουριόν, που αναφέρεται από το Ταλμούδ σαν ένας ευκατάστατος και δημοφιλής άνδρας στον οποίον αποδίδονταν θαυματουργικές δυνάμεις.
Σχετικά με το όνομα θα κάνουμε μια παρατήρηση. Το όνομα ίσως είναι ελληνικής προέλευσης αφού συντίθεται από τις λέξεις νίκος + δήμος. Ορισμένοι μελετητές ισχυρίζονται δεν είναι ελληνικό, αφού «το όνομα αυτό είναι εξελληνισμός του εβραϊκού ονόματος Νακδιμόν». Όμως το όνομα το συναντάμε πολλές φορές στην ελληνική γραμματεία. Ο Πλούταρχος στους Βίους του μιλάει για τον Νικόδημο τον Αθηναίο και τον Νικόδημο τον Μεσσήνιο , πράγμα που σημαίνει ότι τα όνομα Νικόδημος τουλάχιστον υπήρχε ως ελληνικό. Ο Αισχίνης, που έζησε τον 4ον αιώνα προ Χριστού αναφέρει το όνομα στο έργο του «Κατά Τιμάρχου». Σε αυτούς να προσθέσουμε και τον αρχαίο Έλληνα ποιητή Νικόδημο από την Ηράκλεια.
Ο Νικόδημος άκουσε το κήρυγμα του Ιησού και προβληματίστηκε από τις νέες ιδέες του. Ζήτησε λοιπόν να τον δει από κοντά για να μιλήσει μαζί Του και αναφέρεται πως μια νύχτα, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Ιησού και συνομίλησε μαζί Του. Φαίνεται πως ο Νικόδημος πείστηκε από τα λεγόμενα του Ιησού και από τότε ανήκε στον κύκλο των κρυφών μαθητών Του, οι οποίοι για διάφορους λόγους δεν εκδηλώνονταν ανοιχτά υπέρ Του.
Γι’ αυτή τη νυχτρινή συνάντηση ο ευαγ. Ιωάννης γράφει:
«Υπήρχε δε εκεί εις την Ιερουσαλήμ, κάποιον άνθρωπος από την τάξη των Φαρισαίων, ονόματι Νικόδημος, άρχοντας των Ιουδαίων, διότι ήτο μέλλος του συνεδρίου. Αυτός ήρθε νύκτα προς τον Ιησού και του είπε• “Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι συ ήρθες από τον Θεό ως ο μοναδικός διδάσκαλος των πλέον υψηλών αληθειών. Διότι κανένας δεν μπορεί να κάνει τα καταπληκτικά αυτά θαύματα, τα οποία κάνεις συ, εάν ο Θεός δεν είναι μαζί του.
Απήντησε ο Ιησούς και είπε• “σε διαβεβαιώνω, ότι εάν δεν γεννηθεί κανείς από τον ουρανό, δεν μπορεί να δει και να απολαύσει την βασιλεία του Θεού”.
Λέγει προς αυτόν ο Νικόδημος• “πως είναι δυνατόν να γεννηθεί πάλι ο άνθρωπος, και μάλιστα όταν είναι γέρος; Μήπως ημπορεί να εισέλθει για δεύτερη φορά στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί πάλι;”
Απάντησε ο Ιησούς• “αληθώς σου λέγω, ότι εάν δεν αναγεννηθεί κανείς πνευματικά από το νερό του βαπτίσματος και από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δεν μπορεί να εισέλθει στην βασιλεία του Θεού. Κάθε τι που έχει γεννηθεί κατά τρόπον φυσικό από την σάρκα, είναι και αυτό σαρκικό, δηλαδή γεμάτο ατέλειες και αδυναμίες. Και εκείνο που έχει γεννηθεί από το Άγιο Πνεύμα, είναι πνευματική ύπαρξη, που θα απολαύσει την βασιλεία του Θεού. Μη απορείς, διότι σου είπα ότι πρέπει όλοι σας να αναγεννηθείτε από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, που κατεβαίνει εκ των άνω.
Ο αέρας όπου θέλει φυσά και ακούς την βοή του, αλλά δεν γνωρίζεις από που έρχεται και που θα καταλήξει. Έτσι γίνεται και με κάθε έναν, ο οποίος αναγεννιέται από το Άγιο Πνεύμα. Ο τρόπος αυτής της αναγέννησης είναι ακατάληπτος, το αποτέλεσμα όμως φανερό”.
Απήντησε ο Νικόδημος και του είπε• “πως είναι δυνατόν να γίνουν αυτά;”
Αποκρίθηκε δε σ’ αυτόν ο Ιησούς• “συ είσαι ο επίσημος διδάσκαλος του Ισραήλ και δεν γνωρίζεις αυτά, δια τα οποία ομιλούν οι Γραφές;
Αληθώς σου λέγω, ότι εκείνο που γνωρίζουμε καλά, λέμε• και αυτό που είδαμε μαρτυρούμε. Κάθε τι που λέμε είναι η απόλυτη και καθαρή αλήθεια. Και όμως σεις δεν δέχεσθε την μαρτυρία μας.
Εάν σας είπα διδασκαλίες θείες, οι οποίες σχετίζονται με όσα συμβαίνουν στην γη και είναι επομένως εύκολο να τις εννοήσετε και όμως δεν τις πιστεύετε, πως, εάν σας πω υψηλές αληθείας, που αναφέρονται στον επουράνιο κόσμο, θα τις παραδεχτείτε και θα τις πιστέψετε; Κανείς δε δεν ανέβηκε στον ουρανό, για να μάθει εκεί και να διδάξει σε σας αυτές τις αλήθειες, παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό και έγινε διαμέσου της ενανθρώπησης υιός του ανθρώπου και ο όποιος εξακολουθεί, καθ' ον χρόνο ζει στη γη, να είναι και στον ουρανό ως Θεός.
Όπως δε ο Μωϋσής κρέμασε ψηλά το χάλκινο φίδι στην έρημο, δια να το αντικρίζουν με πίστη οι Ισραηλίτες και να σώζονται από το θανατηφόρο δηλητήριο των φιδιών της ερήμου, έτσι, σύμφωνα με το πάνσοφο σχέδιο του Θεού, πρέπει να κρεμαστεί και ο υιός του ανθρώπου επάνω στον σταυρόν.
Και τούτο, δια να μη καταδικαστεί στην αιώνια απώλεια κανένας από εκείνους, που θα πιστέψουν σ’ αυτόν, αλλά να κερδίσει και να έχει την αιώνια ζωή.
Διότι τόσον πολύ αγάπησε ο Θεός τον βυθισμένο στις αμαρτίες κόσμο, ώστε παρέδωσε σε σταυρικό θάνατο τον μονογενή του Υιό• για να μη καταδικασθεί στην αιώνια απώλεια κάθε ένας που θα πιστέψει σ’ αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια. Διότι δεν έστειλε ο Θεός τον Υιό του στον κόσμο δια να κρίνει και καταδικάσει τον κόσμο, αλλά δια να σωθεί ο κόσμος με την θυσία αυτού. Κάθε ένας που πιστεύει σ’ αυτόν, σε οποιοδήποτε έθνος και αν ανήκει, δεν καταδικάζεται. Όποιος όμως δεν πιστεύει, έχει καταδικαστεί από τώρα, ακριβώς διότι δεν πίστεψε στο όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού, και με την απιστία του απέκλεισε αυτός μόνος τον εαυτόν του από την σωτηρία.
Αυτή δε είναι και η αιτία της καταδίκης των απίστων• ότι δηλαδή το φως, ο Υιός του Θεού, ήρθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι αγάπησαν και έδωσαν μάλλον την καρδιά τους στο σκοτάδι και όχι στο φως. Και τούτο, διότι τα έργα τους ήσαν πονηρά. Διότι κάθε ένας που αμετανόητα πράττει έργα κακά και διεστραμμένα, αντιπαθεί και αποστρέφεται το φως και δεν έρχεται στο φως, δια να μη φανερωθούν τα φαύλα έργα του. Καθένας δε που ζει και πράττει σύμφωνα με την αλήθεια του Θεού, έρχεται στο φως, πλησιάζει με εμπιστοσύνη στον Κύριο Ιησού, για να φανερωθεί η ποιότητα και η αξία των έργων του, να πληροφορηθεί δε και ο ίδιος ότι πράγματι αυτά έχουν γίνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού”.» (Ιωάννης, γ΄, 1-21)
Ο Νικόδημος λοιπόν ήρθε στον Ιησού νύχτα –είτε λόγω ημερήσιου φόρτου εργασίας, είτε από δειλία, διότι φοβόταν μήπως γίνει αντιληπτός από τους Ιουδαίους. Για τους Ιουδαίους ο Νικόδημος ήταν ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο, ένας σοφός άρχοντας. Ο Ιησούς ήταν ένα ασήμαντος προφήτης. Ένας αγύρτης μάγος. Τα κουτσομπολιά θα έδιναν και θα έπαιρναν αν μαθευόταν αυτή η συνάντηση. Κι όμως οι διδασκαλίες του ανθρώπου από τη Γαλιλαία κίνησαν το ενδιαφέρον του σοφού νομοδιδάσκαλου. Ήσαν πέρα και πάνω απ’ αυτά που όριζε η μέχρι τότε Διαθήκη του Θεού του Ισραήλ. Γι’ αυτό ο Νικόδημος θέλησε να Τον γνωρίσει από κοντά. Και πήγε νύχτα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα…
Του είπε. λοιπόν: «Διδάσκαλε, γνωρίζουμε πως ο Θεός σε έστειλε να διδάξεις. Γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτά τα θαύματα που κάνεις εσύ, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του». Ο Νικόδημος, βλέποντας τα μοναδικά θαύματα του Ιησού, φαντάστηκε δηλαδή ότι πρόκειται για μεγάλο προφήτη του Θεού και μόνο. Ο Ιησούς δεν ενοχλήθηκε από αυτό, αλλά του είπε: «Σε βεβαιώνω, πως αν δεν γεννηθεί κανείς ξανά, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού». Κι εννοούσε την πνευματική γέννηση του ανθρώπου, κάτι που δεν κατάλαβε ο Νικόδημος, γι αυτό υπέβαλε την ερώτηση: «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, γέροντας πια, να γεννηθεί ξανά; Μήπως μπορεί για δεύτερη φορά να μπει στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί;» Και εκεί αρχίζει η θαυμάσια θεολογική συζήτηση, στην οποία αποκαλύπτει ο Ιησούς και τη σταυρική Του θυσία.
Την δεύτερη φορά, που ο ευαγ. Ιωάννης αναφέρει τον Νικόδημο, είναι κατά την Ιουδαϊκή γιορτή της σκηνοπηγίας, όπου ο λαός, που άκουγε τον Ιησού, διχάστηκε σ’ αυτούς, οι οποίοι τον δέχονταν σαν προφήτη, και σ’ εκείνους, οι οποίοι τον αμφισβητούσαν. Μάλιστα κάποιοι θέλησαν να τον συλλάβουν, αλλά κάποια αόρατη δύναμη τους εμπόδισε. Ο Διδάσκαλος βρισκόταν από την στενή παρακολούθηση των αρχιερέων και των Φαρισαίων. Οι υπηρέτες τους γύρισαν άπραγοι, χωρίς να μπορέσουν να Τον συλλάβουν. Αναφέρει ,λοιπόν, ο Ιωάννης:
«Επέστρεψαν, λοιπόν, οι υπηρέτες στους αρχιερείς και Φαρισαίους, χωρίς να έχουν συλλάβει τον Χριστό και τους είπαν εκείνοι• “γιατί δεν τον φέρατε εδώ;” Αποκρίθηκαν οι υπηρέτες• “ποτέ μέχρι σήμερα άλλος άνθρωπος δεν δίδαξε έτσι, όπως διδάσκει αυτός ο άνθρωπος”. Αποκρίθηκαν τότε οι Φαρισαίοι εις αυτούς• “μήπως και σεις έχετε παρασυρθεί από αυτόν εις την πλάνη; Μήπως πίστεψε σ’ αυτόν κανείς από τους άρχοντας η από τους Φαρισαίους; Κανείς δεν πίστεψε, διότι αυτοί μόνοι γνωρίζουν την αλήθεια και έχουν ορθή κρίσιν. Αλλά πίστεψε αυτός ο αγράμματος όχλος, που δεν γνωρίζει τον νόμο και γι’ αυτό είναι καταραμένοι!”
Λέγει τότε προς αυτούς ο Νικόδημος, που ήταν ένας από αυτούς και ο οποίος είχε επισκεφθεί νύκτα τον Χριστό•
“μήπως ο νόμος μας καταδικάζει τον άνθρωπο, εάν ο δικαστής δεν ακούσει πρώτα από αυτόν την απολογία του και μάθη τι έχει κάμει;” Απήντησαν και του είπαν• “μήπως και συ είσαι από την Γαλιλαία; Ερεύνησε και μάθε, ότι προφήτης δεν έχει έως τώρα βγει από την Γαλιλαία”. Διέλυσαν τότε την συνεδρίασή τους με ταραχή και πήγε ο καθένας στο σπίτι του.» (Ιωάννης, ζ΄, 45-53)
Οι Φαρισαίοι μισούσαν τον Ιησού και ήθελαν με κάθε τρόπο να τον βγάλουν από τη μέση. Δεν μπορούσαν να δεχτούν το γεγονός ότι ένας ασήμαντος μαραγκός από τη Γαλιλαία είχε τόσους ένθερμους οπαδούς. Μα αυτό που κυρίως τους κέντριζε ήταν πως ο ασεβής γι’ αυτούς Ιησούς δεν τηρούσε την ημέρα του Σαββάτου, κάνοντας κυρίως εκείνη την ημέρα τα θαύματά Του. Επιπλέον θεωρούσαν βλασφημία τη παρουσίασή Του ως Υιού του Θεού.
Στην χριστιανική παράδοση φέρεται να έγραψε ο Νικόδημος ένα ευαγγέλιο, που δεν έχει γίνει δεκτό από την εκκλησία. Γι’ αυτό αποκαλείται απόκρυφο. Το ευαγγέλιο του Νικόδημου, είναι μία πολύ δυνατή διήγηση, αγαπητή στους πιστούς. Οι λεπτομέρειες που έχει είναι εντυπωσιακές, το ύφος του μεγαλοπρεπές και ποιητικό. Πρόκειται πράγματι για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε πολλούς θεολόγους.
Το ευαγγέλιο του Νικόδημου αρχίζει με τη δίκη του Ιησού από τον Πιλάτο. Οι Ιουδαίοι, εκτός από τις γνωστές κατηγορίες εναντίον του, του αποδίδουν και την κατηγορία της μαγείας. Με πολλές λεπτομέρειες περιγράφεται η κάθοδος του Χριστού στον Άδη και η εμφάνιση Του μετά την ανάσταση στον Ιωσήφ από την Αριμαθαία. Πιο αναλυτικά, στο πρώτο μέρος υπάρχουν τα πρακτικά της δίκης του Χριστού, όπως τα έχει διασώσει ο Νικόδημος. Αρχικά οι αρχιερείς κατηγορούν τον Ιησού, ενώπιον του Πιλάτου. Η κυριότερη κατηγορία είναι για μαγεία, μιας και έχει γιατρέψει αρρώστους και την ημέρα της αργίας του Σαββάτου. Ο Πιλάτος διατάζει τότε τον αγγελιοφόρο του να φέρει το Χριστό. Αυτός μόλις βλέπει τον Κύριο απλώνει κάτω τη χλαμύδα του για να πατήσει και τον προσκυνάει. Σε ερώτηση του επιτρόπου για την πράξη του, απαντάει πως προσκύνησε το βασιλιά των Ιουδαίων. Όταν ο Χριστός μπαίνει στο πραιτόριο οι εικόνες των αυτοκρατόρων έπεσαν και τον προσκύνησαν. Η γυναίκα του Πιλάτου στέλνει μήνυμα να μην του κάνει κακό. Οι αρχιερείς όμως είναι ανένδοτοι και επιμένουν να γίνει η δίκη. Αν και ο Πιλάτος δε βρίσκει εναντίον του κατηγορία, αναγκάζεται να τον οδηγήσει στο σταυρό, παρά την επέμβαση του Νικόδημου και τις μαρτυρίες αυτών που είχαν ευεργετηθεί από τον Κύριο.
Παραθέτουμε το απόσπασμα της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στο πραιτόριο
«Καθώς έμπαινε μέσα ο Ιησούς και οι στρατιώτες κρατούσαν τα λάβαρα, οι ανάγλυφες εικόνες των αυτοκρατόρων πάνω στα λάβαρα έσκυψαν να προσκυνήσουν τον Ιησού. Όταν είδαν οι Ιουδαίοι την κίνηση αυτή που έκαναν τα λάβαρα, πως έσκυψαν δηλαδή και προσκύνησαν τον Ιησού, ωρύονταν ενάντια στους στρατιώτες. Λέγει τότε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: "Δεν σας εκπλήσσει ότι οι ανάγλυφες εικόνες των αυτοκρατόρων έσκυψαν και προσκύνησαν τον Ιησού;". "Εμείς είδαμε ότι οι στρατιώτες έσκυψαν και προσκύνησαν" του απαντούν οι Ιουδαίοι. Κάλεσε λοιπόν ο έπαρχος τους σημαιοφόρους και τους λέει: "Γιατί το κάνατε αυτό;". "Εμείς είμαστε Έλληνες και δούλοι στα ιερά" απαντούν αυτοί στον Πιλάτο. "Ποιο λόγο έχουμε να τον προσκυνήσουμε; Αλλά, ενώ κρατούσαμε τις εικόνες, από μόνες τους έσκυψαν και τον προσκύνησαν".
Λέει ο Πιλάτος στους αρχισυναγώγους και τους πρεσβυτέρους του λαού: "Διαλέξτε εσείς άνδρες δυνατούς και γεροδεμένους, για να κρατήσουν αυτοί τα λάβαρα, και θα δούμε αν από μόνα τους σκύβουν". Πήραν λοιπόν οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων δώδεκα γεροδεμένους άνδρες και τους έβαλαν να κρατούν ανά έξι τα λάβαρα, και στάθηκαν μπροστά στο βήμα του έπαρχου. Λέγει ο Πιλάτος στον αγγελιοφόρο του: "Βγάλ' τον έξω από το πραιτόριο και οδήγησέ τον ξανά μέσα". Διέταξε τότε ο έπαρχος για δεύτερη φορά να μπει μέσα ο Ιησούς. Και καθώς έμπαινε, τα λάβαρα έσκυψαν πάλι και προσκύνησαν τον Ιησού. Όταν το είδε αυτό ο Πιλάτος, κατατρόμαξε». (Ευαγγέλιο Νικοδήμου, κεφ. 1)
Στη δίκη του Ιησού, ο Νικόδημος υπερασπίστηκε τον Κύριο:
[[ Ένας Ιουδαίος, ο Νικόδημος, στάθηκε τότε μπροστά στον κυβερνήτη και του είπε, «Σε εκλιπαρώ, ω δίκαιε κριτή, να μου επιτρέψεις να πως μερικά λόγια». Ο Πιλάτος του είπε, «Μίλησε».
Είπε λοιπόν ο Νικόδημος, «Ρώτησε τους πρεσβύτερους των Ιουδαίων, τους γραμματείς, τους ιερείς, τους Λευίτες και όλο το πλήθος των ιουδαίων στη συνέλευσή τους, “Τι θέλετε να κάνετε σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Είναι ένας άνθρωπος που έχει κάνει πολλά ευεργετικά και μεγαλειώδη θαύματα, τέτοια που κανένας άνθρωπος δεν έχει κάνει ποτέ πάνω στη γη κι ούτε θα κάνει ποτέ. Αφήστε τον ελεύθερο και μην του κάνετε κακό. Αν έρχεται από το Θεό, τα θαύματά του (οι θαυματουργικές του θεραπείες) θα συνεχιστούν, αν όμως έρχεται από τους ανθρώπους γρήγορα θα καταλήξουν στο μηδέν. Έτσι ο Μωυσής, όταν στάλθηκε απ’ το Θεό στην Αίγυπτο, έκανε τα θαύματα που τον πρόσταξε ο Θεός, μπροστά στο Φαραώ, το βασιλιά της Αιγύπτου και παρόλο που οι μάγοι εκείνης της χώρας, ο Ιαννής και ο Ιανβρής, έκαναν με τη μαγεία τους τα ίδια θαύματα που έκανε ο Μωυσής, δεν μπορούσαν ωστόσο να κάνουν όλα όσα έκανε. Και τα θαύματα που έκαναν οι μάγοι δεν ήταν του Θεού, όπως ξέρετε, ω γραμματείς και Φαρισαίοι, κι εκείνοι που τα έκαναν χάθηκαν μαζί με όλους όσους τα πίστεψαν. Αφήστε λοιπόν τώρα αυτόν τον άνθρωπο ελεύθερο, γιατί τα ίδια θαύματα για τα οποία τον κατηγορείτε είναι από τον Θεό και δεν είναι άξιος θανάτου”».
Είπαν τότε οι Ιουδαίοι στο Νικόδημο, «Έγινες κι εσύ μαθητής του και βγάζεις λόγους υπέρ αυτού;»
Ο Νικόδημος τους είπε, «Μήπως έγινε κι ο κυβερνήτης μαθητής του και βγάζει λόγους υπεράσπισής του; Δεν τον έχει τοποθετήσει ο Καίσαρας σ’ αυτή την υψηλή θέση;»
Όταν το άκουσαν αυτό οι Ιουδαίοι άρχισαν να τρέμουν. Έτριζαν τα δόντια τους στο Νικόδημο και του είπαν, «Μακάρι να λάβεις τη διδασκαλία του για αληθινή και να ‘χεις την ίδια μ’ αυτόν μοίρα!»
Ο Νικόδημος απάντησε, «Αμήν. Θα λάβω τη διδασκαλία του και θα έχω την ίδια μοίρα με τη δική του, όπως είπατε». ]] (Ευαγγέλιο Νικοδήμου, κεφ. 5)
Την τρίτη φορά που αναφέρει ο ευαγ. Ιωάννης τον Νικόδημο είναι μετά τη σταύρωση του Ιησού, όπου μαζί με τον Ιωσήφ ανάλαβαν την ταφή του σώματός Του. Θα παραθέσουμε σε μετάφραση το κείμενο, το οποίο στην αρχή του αφιερώματός μας δώσαμε στο πρωτότυπο:
«Μετά ταύτα ο Ιωσήφ, που καταγόταν από την Αριμαθαίαν και ήταν μαθητής του Ιησού, αλλά έμενε κρυμμένος και δεν φανερωνόταν ως μαθητής δια τον φόβο των Ιουδαίων, παρακάλεσε τον Πιλάτο να του επιτρέψει να πάρει το σώμα του Ιησού. Και ο Πιλάτος έδωσε την άδεια. Ήρθε, λοιπόν, και πήρε το σώμα του Ιησού. Μαζί δε με αυτόν ήρθε και ο Νικόδημος, ο οποίος την πρώτη φοράν είχε έρθει στον Ιησού νύκτα. Ο Νικόδημος έφερε πολυτιμότατο άρωμα, μίγμα από σμύρνα και αλόη, εκατό περίπου λίτρας, τριάντα δηλαδή και πλέον κιλά.
Πήραν, λοιπόν, το σώμα του Ιησού και αφού το έπλυναν και το άλειψαν με τα πολύτιμα αρώματα το περιτύλιξαν με λωρίδες από σεντόνια, όπως ήταν η συνήθεια στους Εβραίους να ενταφιάζουν τους νεκρούς. Στον τόπον δε όπου είχε σταυρωθεί ο Ιησούς υπήρχε κήπος και στον κήπο καινούργιο και αχρησιμοποίητο μνημείο, στο οποίο κανείς ακόμη δεν είχε ταφή. Επειδή, λοιπόν, το μνημείο αυτό ήταν κοντά στον τόπον της σταύρωσης και βιάζονταν να τελειώσουν την ταφή, πριν περάσει η ημέρα αυτή της προπαρασκευής των Ιουδαίων δια το Πάσχα, εκεί έθεσαν τον Ιησού.» (Ιωάννης, ιθ΄, 38-42)
Ας δούμε τώρα το ίδιο περιστατικό, όπως περιγράφεται στο απόκρυφο ευαγγέλιο του Νικοδήμου:
[[ Και κάποιος άνθρωπος από την Αριμαθαία που λεγόταν Ιωσήφ, ο οποίος ήταν από τους κρυφούς μαθητές του Ιησού, λόγω του ότι φοβόταν τους Ιουδαίους, ήρθε στον κυβερνήτη και τον παρακάλεσε να του δώσει την άδεια να πάρει το σώμα του Ιησού από το σταυρό. Και ο κυβερνήτης του έδωσε την άδεια.
Ήρθε λοιπόν και ο Νικόδημος, φέρνοντας μαζί του ένα μίγμα από μύρο και αλόη, βάρους εκατό περίπου λίτρων, και κατέβασαν τον Ιησού από το σταυρό με δάκρυα και τον τύλιξαν με λινά αρωματισμένα υφάσματα, σύμφωνα με τα έθιμα ταφής των Ιουδαίων.
Και τον έθεσαν σε ένα νέο τάφο που είχε βάλει ο Ιωσήφ να λαξεύσουν σε βράχο, στον οποίο δεν είχε ταφεί άλλος άνθρωπος και κύλησαν έναν μεγάλο λίθο στην είσοδο του τάφου.
Όταν οι άδικοι Ιουδαίοι άκουσαν ότι ο Ιωσήφ ζήτησε κι έθαψε το σώμα του Ιησού, άρχισαν να αναζητούν το Νικόδημο κι εκείνους τους δεκαπέντε που είχαν καταθέσει ενώπιον του κυβερνήτη ότι ο Ιησούς δεν είχε γεννηθεί από μοιχεία, καθώς επίσης κι άλλους καλούς ανθρώπους που είχαν συμπεριφερθεί καλά.
Αλλά όλοι κρύφτηκαν από το φόβο των Ιουδαίων, μόνο ο Νικόδημος εμφανίστηκε μπροστά τους και είπε, «Πώς μπορούν άνθρωποι σαν κι αυτούς να εισέρχονται στη συναγωγή;»
Οι Ιουδαίοι του απάντησαν, «Πώς τολμάς και μπαίνεις εσύ στη συναγωγή που ήσουν σύντροφος του Ιησού; Είθε να’ χεις την ίδια μοίρα μ’ αυτόν στον άλλο κόσμο».
Ο Νικόδημος απάντησε, «Αμήν∙ είθε να γίνει έτσι και να είμαι μαζί του στη βασιλεία του».
Με τον ίδιο τρόπο μίλησε κι ο Ιωσήφ όταν συνάντησε τους Ιουδαίους. Τους είπε, «Γιατί είστε θυμωμένοι μαζί μου επειδή ζήτησα το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο; Ιδού, τον έβαλα στον τάφο μου, τον τύλιξα με καθαρό λινό ύφασμα κι έβαλα μια πέτρα στην είσοδο του τάφου. Φέρθηκα σωστά απέναντί του ενώ εσείς φερθήκατε άδικα απέναντι σ’ αυτόν το δίκαιο άνθρωπο, σταυρώνοντάς τον, δίνοντάς του να πιει ξύδι, στεφανώνοντάς τον με αγκάθια, σχίζοντας το σώμα του με μαστίγια και πήρατε πάνω σας το κρίμα για το αίμα του». ]] (Ευαγγέλιο Νικοδήμου, τέλος κεφ. 8- αρχή κεφ. 9)
Στο απόκρυφο αυτό ευαγγέλιο αναφέρεται ότι οι Αρχιερείς και Φαρισαίοι φυλάκισαν τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, αλλά ο αναστημένος Χριστός τον ελευθέρωσε και τον οδήγησε στην πατρίδα του. Το έμαθαν οι Ιουδαίοι και μετάνιωσαν για το φέρσιμό τους απέναντι στον Ιωσήφ. Με τη μεσολάβηση του Νικόδημου έγραψαν μια επιστολή, καλώντας τον να επιστρέψει. Στην επιστροφή και στη διήγηση του Ιωσήφ για τα θαυμαστά που είδε στη φυλακή αναφέρεται το επόμενο απόσπασμα:
[[ Και όλοι τον φίλησαν, ο δε Νικόδημος τον πήρε στο σπίτι του, έχοντας ετοιμάσει μια μεγάλη γιορτή. Την επόμενη όμως ημέρα, ο Άννας, ο Καϊάφας και ο Νικόδημος είπαν στον Ιωσήφ, «ομολόγησε στον Θεό του Ισραήλ κι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που θα σου κάνουμε. Γιατί ταραχτήκαμε πολύ που έθαψες το σώμα του Ιησού και που ενώ σε κλειδώσαμε στο κελί, δεν μπορούσαμε να σε βρούμε και ήμασταν φοβισμένοι από τότε μέχρι την ώρα ετούτη της εμφάνισής σου ανάμεσά μας. πες μα λοιπόν ενώπιον του Θεού όλα όσα συνέβησαν».
Απαντώντας ο Ιωσήφ είπε, «Πραγματικά με φυλακίσατε την ημέρα της προετοιμασίας μέχρι το πρωί. Ενώ όμως προσευχόμουν στη μέση της νύχτας, το κελί κυκλώθηκε από τέσσερις αγγέλους και είδα τον Ιησού σαν λάμψη του ήλιου κι έπεσα κάτω από το φόβο μου. ο Ιησούς όμως, παίρνοντας το χέρι μου, με σήκωσε και μια δροσιά με ράντισε∙ εκείνος σκούπισε το πρόσωπο, με φίλησε και είπε, “Μη φοβάσαι Ιωσήφ, κοίταξέ με, εγώ είμαι”. Τότε τον κοίταξα και είπα, “Δάσκαλε Ηλία!”, εκείνος όμως, είπε, “Δεν είμαι ο Ηλίας αλλά ο Ιησούς ο Ναζωραίος που εσύ έθαψες το σώμα του”. Του είπα τότε, “Δείξε μου τον τάφο όπου σε εναπόθεσα” και ο Ιησούς παίρνοντάς με από το χέρι, με οδήγησε στο μέρος όπου τον είχα βάλει και μου έδειξε τα λινά υφάσματα και την πετσέτα που είχα βάλει γύρω από το κεφάλι του. Κατάλαβα λοιπόν τότε πως ήταν ο Ιησούς και τον προσκύνησα λέγοντας, “Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου”.
Ο Ιησούς με πήρε και πάλι από το χέρι και με οδήγησε στην Αριμαθαία, στο σπίτι μου και μου είπε, “Να έχεις ειρήνη∙ μη βγεις όμως από το σπίτι σου μέχρι την τεσσαρακοστή μέρα∙ εγώ πρέπει να πάω στους μαθητές μου”». ]]
(Ευαγγέλιο Νικοδήμου, κεφ. 11)
Παρατηρούμε στην διήγηση ότι ο Ιωσήφ δεν αναγνώρισε τον Κύριο μετά την ανάστασή Του. Τον πέρασε μάλιστα για τον προφήτη Ηλία. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός μετά την ανάσταση δεν είχε την ίδια μορφή. Τον ίδιο υπαινιγμό έχουμε και στα κανονικά ευαγγέλια. Οι τρεις από τους τέσσερις ευαγγελιστές αναφέρουν την παρουσία Του με άλλη μορφή. Ο ευαγ. Μάρκος αναφέρει την παρουσία Του σε δύο νέους: «Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις εἰς ἀγρόν.» (Μάρκος, ιστ΄, 12) Ο ευαγ. Λουκάς για τους πορευόμενους στους Εμμαούς, όπου συνοδοιπόρησε ο Ιησούς και δεν τον γνώρισαν: «Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς. καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν.»(Λουκάς, κδ΄, 13- 16) Η σπουδαιότερη μαρτυρία γίνεται από τον ευαγ. Ιωάννη, που παρουσιάζει την Μαρία τη Μαγδαληνή να μην Τον αναγνωρίζει, αν και ήταν πολλά χρόνια δίπλα Του, και μάλιστα να Τον μπερδεύει με τον κηπουρό: «καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.» (Ιωάννης, κ΄, 14-15)
Ο νομοδιδάσκαλος Νικόδημος και ο ευσχήμων Ιωσήφ, οι δύο άρχοντες, τόλμησαν την κρίσιμη ημέρα, όταν οι μαθητές του Ιησού είχαν σκορπίσει από φόβο, να παρουσιαστούν με θάρρος και να θάψουν το άχραντο σώμα Του. Την ημέρα αυτή ήσαν δυναμικά παρόντες, ενάντιοι στη θέληση του ισχυρού ιερατείου. Δεν συμφώνησαν με την καταδίκη του Ιησού και το έδειξαν! Τόλμησαν να κάνουν το καθήκον τους. Να θάψουν το σώμα του Διδασκάλου και να μην το αφήσουν βορά των ορνέων. Εκτός από τον γραπτό νόμο- που θέλησαν να τηρήσουν οι υπόλοιποι γραμματείς και Φαρισαίοι, καθώς βρίσκονταν σε πλάνη στην ερμηνεία του μωσαϊκού νόμου- υπάρχει και ο ηθικός νόμος, που δεν είναι γραμμένος σε βιβλία, αλλά στην δίκαιη και αγνή καρδιά των ανθρώπων. Αυτήν την τόλμη επιθυμούμε να δείξουν κάποιοι από τους σημερινούς άρχοντες όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά όλου του κόσμου. Οι λαοί καταδικάζονται να σταυρωθούν από τα οικονομικά ιερατεία. Κάποιοι ήδη βρίσκονται καρφωμένοι σε σταυρούς. Ευχόμαστε να βρεθούν κυβερνήτες που δεν θα πλύνουν τα χέρια τους σαν τον Πόντιο Πιλάτο. Αλλά θα τα υψώσουν να σταματήσουν το μίσος των οικονομικών ολιγαρχών κατά των λαών. Βουλευτές σαν τους εύσχημους άρχοντες- που αναφέρει το απόκρυφο ευαγγέλιο του Νικόδημου- να φέρουν τις αντιρρήσεις τους σε βουλευτήρια, σε πραιτόρια, σε κέντρα αποφάσεων για να μην καταδικαστούν οι λαοί σε πείνα, ανεργία, οικονομική ανέχεια, μαρασμό, πολέμους. Και για όσους λαούς έχουν σταυρωθεί, πριν εκπνεύσουν και χαθούν, κάνουμε την ευχή να βρεθούν ευσχήμονες άρχοντες που θα τους κατεβάσουν από τους σταυρούς και θα επουλώσουν με ειδικά μέτρα, που θα πάρουν, τις πληγές τους.
Ο Νικόδημος, μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, τιμάται σαν άγιος από την ορθόδοξη εκκλησία των Κυριακή των Μυροφόρων, που είναι η επομένη μετά την Κυριακή του Θωμά, δηλαδή δύο Κυριακές μετά την Κυριακή της Ανάστασης. Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία τον τιμά στις 3 Αυγούστου.
Σαν επίλογο αυτού του αφιερώματος στον νυχτερινό μαθητή του Χριστού, τον νομοδιδάσκαλο Νικόδημο, από το απόκρυφο ευαγγέλιο που φέρει το όνομά του, θα παραθέσουμε το κεφάλαιο 22, στο οποίο οι αρχιερείς αναγνωρίζουν τον Ιησού ως Γιο του Θεού:
[[ Ύστερα απ’ τα γεγονότα, ο Πιλάτος πήγε στο ναό των Ιουδαίων και κάλεσε όλους τους άρχοντες, τους γραμματείς και τους νομοδιδάσκαλους και πήγε μαζί τους στο παρεκκλήσι του ναού. Εκεί, αφού διέταξε να κλείσουν όλες τις πύλες, είπε, «Άκουσα ότι σ’ αυτόν το ναό έχετε ένα ορισμένο μεγάλο βιβλίο. Σας ζητώ λοιπόν να το φέρετε ενώπιόν μου.
Όταν έφεραν το μεγάλο βιβλίο, που το μετέφεραν τέσσερις διάκονοι του ναού και ήταν στολισμένο με χρυσό και πολύτιμους λίθους, ο Πιλάτος είπε σε όλους, «Σας εξορκίζω στον Θεό των πατέρων σας, που όρισε να χτιστεί αυτός εδώ ο ναός, να μη μου κρύψετε την αλήθεια. Γνωρίζετε όλα όσα είναι γραμμένα σ’ αυτό το βιβλίο, πείτε μου λοιπόν τώρα, αν στις Γραφές σας έχετε βρει κάτι γι’ αυτόν τον Ιησού που σταυρώσατε και για το χρόνο που θα ‘πρεπε να έρθει στον κόσμο. Δείξτε μου».
Αφού λοιπόν όρκισε τον Άννα και τον Καϊάφα, αυτοί διέταξαν όλους τους άλλους, που ήταν εκεί να βγουν από το παρεκκλήσι. Και έκλεισαν τις πύλες του ναού και του παρεκκλησιού και είπαν στον Πιλάτο, «Μας έκανες να ορκιστούμε , ω κριτή, στο χτίσιμο αυτού του ναού, για να σου πούμε ποια είναι η αλήθεια και το σωστό. Αφού σταυρώσαμε τον Ιησού, χωρίς να γνωρίζουμε ότι είναι Γιός του Θεού, αλλά υποθέτοντας ότι έκανε θαύματα με κάποιος μαγικές τέχνες, συγκαλέσαμε σ’ αυτόν το ναό μια μεγάλη συνέλευση. Και ενώ σκεφτόμαστε μεταξύ μας τα θαύματα που είχε κάνει ο Ιησούς, βρήκαμε πολλούς μάρτυρες από τη δική μας χώρα, που δήλωσαν ότι τον είχαν δει ζωντανό μετά το θάνατό του και ότι τον άκουσαν να συζητά με τους μαθητές του και ότι τον είδαν να ανέρχεται στο ύψος των ουρανών και να εισέρχεται σ’ αυτούς.
Και είδαμε δύο μάρτυρες που ο Ιησούς είχε αναστήσει από τους νεκρούς, οι οποίοι μα είπαν για πολλά παράξενα πράγματα που έκανε ο Ιησούς ανάμεσα στους νεκρούς, για τα οποία έχουμε στα χέρια μας μια γραπτή αναφορά. Και είναι έθιμό μας ν’ ανοίγουμε κάθε χρόνο το ιερό ετούτο βιβλίο μπροστά στη συνέλευση και να ψάχνουμε σ’ αυτό για τη συμβουλή του Θεού.
Και βρήκαμε στο πρώτο από τα εβδομήντα βιβλία, εκεί όπου ο αρχάγγελος Μιχαήλ μιλά στον τρίτο γιο του Αδάμ, του πρώτου ανθρώπου, μια αφήγηση ότι μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια, ο Χριστός ο αγαπημένος Γιος του Θεού θα έρθει στη γη. Και ύστερα σκεφτήκαμε ακόμη ότι ίσως να ήταν ο ίδιος ο Θεός του Ισραήλ που μίλησε στο Μωυσή και είπε, “Θα κατασκευάσετε την κιβωτό της διαθήκης∙ δυο πήχεις και μισή θα είναι το μήκος αυτής, μια πήχη και μισή το πλάτος αυτής και μια πήχη και μισή το ύψος αυτής”. τις πέντε πήχεις και μισή για την κατασκευή της κιβωτού της Παλαιάς Διαθήκης, αντιληφθήκαμε και κατανοήσαμε ότι σε πέντε χιλιάδες χρόνια και μισή χιλιάδα χρόνια, ο Ιησούς Χριστός θα ερχόταν με την κιβωτό ή το σκήνωμα ενός σώματος. Έτσι λοιπόν, οι γραφές μας μαρτυρούν ότι είναι ο Γιός του Θεού και Κύριος και βασιλιάς του Ισραήλ.
Και επειδή μετά από τα πάθη του, οι αρχιερείς έμειναν έκπληκτοι από τα σημεία που έγιναν εξαιτίας του, ανοίξαμε αυτό το βιβλίο για να ψάξουμε όλες τις γενιές μέχρι τη γενιά του Ιωσήφ και της Μαρίας της μητέρας του Ιησού, υποθέτοντας ότι είναι από το σπέρμα του Δαβίδ. Και βρήκαμε την αφήγηση της δημιουργίας και το χρόνο που έπλασε τον ουρανό και τη γη και τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, και ότι από τότε μέχρι τον κατακλυσμό είχαν περάσει δύο χιλιάδες διακόσια δώδεκα χρόνια. Και από τον κατακλυσμό μέχρι τον Αβραάμ, εννιακόσια δώδεκα. Και από τον Αβραάμ μέχρι το Μωυσή, τετρακόσια τριάντα. Και από το Μωυσή μέχρι το Δαβίδ το βασιλιά, πεντακόσια δέκα. Και από το Δαβίδ μέχρι την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, πεντακόσια χρόνια. Και από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας μέχρι την ενσάρκωση του Ιησού, τετρακόσια χρόνια. Και το άθροισμα όλων αυτών είναι πέντε χιλιάδες και μισή χιλιάδα.
Και έτσι φαίνεται ότι ο Ιησούς, που σταυρώσαμε, είναι ο Ιησούς Χριστός, ο γιός του Θεού και ο αληθινός και παντοδύναμος Θεός. Αμήν.». ]] Ευαγγέλιο Νικοδήμου, κεφ. 22)

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: