Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με…

[[ δαμ- ων ]]

Πόσες φορές πιάσαμε τον εαυτό μας άλλα να επιθυμούμε να κάνουμε κι άλλα στο τέλος να κάνουμε; «Το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σάρξ ασθενής» είχε πει ο Ιησούς. Έτσι κάνουμε σχέδια, δίνουμε υποσχέσεις, μα όταν φτάνει η ώρα να τα κάνουμε πράξη, νιώθουμε τα γόνατα να λύνονται, να λυγίζουν. Κι αν τα παρατήσουμε, μικρό το κακό. Όμως πολλές φορές προδίδουμε τον εαυτό μας, τις πεποιθήσεις μας, καταπατούμε τις ιδέες μας, αναιρούμε τις υποσχέσεις μας. Στο τέλος τα βάζουμε με τον εαυτό μας, τον λοιδορούμε, νιώθοντας πόσο μικροί κι ασήμαντοι είμαστε.
Ο δυνατότερος από τους δώδεκα μαθητές, που επέλεξε ο Ιησούς, ήταν ο Σίμωνας, που τον μετονόμασε Πέτρο: «Κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.» (Ματθαίος, ιστ΄, 18) Αυτόν όρισε σαν ακρογωνιαίο λίθο της εκκλησία Του! Επιπλέον τον τίμησε πολλές φορές παίρνοντάς τον μαζί Του σε ιδιαίτερα γεγονότα. Χωρίς να γνωρίζουμε το λόγο, ο Κύριος είχε τρεις ξεχωριστούς μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που Τον συντρόφευαν σε συμβάντα μείζονος σημασίας, όπως λ.χ. στην Μεταμόρφωση. Επομένως ο Ιησούς είχε διακρίνει στον Πέτρο κάποια γνωρίσματα, που δεν τα είχαν οι άλλοι μαθητές. Κι όμως, ο Σίμωνας Πέτρος πολλές φορές φέρθηκε ανώριμα δείχνοντας αδύναμος και δειλός. Πολυλογάς μεν- ίσως και καυχισιάρης- εύκολος στις υποσχέσεις και τις μεγαλοστομίες, αλλά την ώρα της πράξης έμενε στο μηδέν. Το ακόλουθο απόσπασμα από το ευαγγέλιο αποδεικνύει τα λεγόμενά μας:

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

«Και αφού έψαλαν ύμνους, εξήλθαν στο όρος των Ελαιών. Τότε λέγει προς αυτούς ο Ιησούς• “όλοι σεις κατά την νύκτα αυτήν θα σκανδαλιστείτε και θα κλονιστεί η πίστη σας προς εμέ. Διότι έτσι έχει γραφή στην Παλαιά Διαθήκη• Με την ιδικήν μου συγκατάθεση θα κτυπηθεί ο ποιμήν, δηλαδή εγώ, και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του ποιμνίου, δηλαδή σεις. Όταν όμως αναστηθώ, θα σας προϋπαντήσω στην Γαλιλαία, όπου και θα συναντηθούμε”.
Ο Πέτρος όμως αποκρίθηκε και του είπε• “εάν όλοι θα σκανδαλιστούν για όσα θα συμβούν σε σένα, εγώ όμως ποτέ δεν θα σκανδαλιστώ”. Είπε σ’ αυτόν ο Ιησούς• “σε διαβεβαιώνω, ότι αυτήν την νύκτα, πριν ο πετεινός λαλήσει, συ θα έχεις κλονιστεί τόσον πολύ, ώστε τρεις φορές θα με έχεις αρνηθεί”.
Λέει σ’ αυτόν ο Πέτρος• “και αν ακόμη χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ”. Και όλοι οι μαθητές τα ίδια και παρόμοια έλεγαν.» (Ματθαίος, κστ΄, 30-36)
Ιδού, λοιπόν, η μεγαλοστομία: θα πεθάνω μαζί σου, αλλά δεν θα σε απαρνηθώ! Εύκολη υπόσχεση στα λόγια. Αλλά στην πράξη όχι μόνο δεν υπερασπίστηκε τον Δάσκαλό του, αντίθετα τον απαρνήθηκε. Η απάρνηση δεν έγινε μετά από μέρες ή από βδομάδες. Όπως αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές έγινε το ίδιο βράδυ:
«Εκείνοι δε αφού έπιασαν τον Ιησού, τον έφεραν στον Καϊάφα, τον αρχιερέα, όπου οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι συγκεντρώθηκαν. Ο δε Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα και εισερχόμενος κάθισε μέσα μαζί με τους υπηρέτες, δια να δει ποιό τέλος θα είχε αυτή η υπόθεση….
Ο δε Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή και τον πλησίασε εκεί μία μικρά δούλη, η οποία του είπε• “και συ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίο”. Αυτός δε αρνήθηκε εμπρός σε όλους εκείνους λέγοντας• “δεν ξέρω τι λες”.
Όταν δε βγήκε στη θολωτή μεγάλη πόρτα της αυλής, τον είδε μία άλλη δούλη και είπε σ’ αυτούς• “εκεί και αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού τον Ναζωραίο”. Και πάλιν αρνήθηκε με όρκο ότι “δεν γνωρίζω τον άνθρωπο”.
Έπειτα από λίγο πλησίασαν τον Πέτρο εκείνοι, που στέκονταν στην αυλή και του είπαν• “χωρίς αμφιβολία και συ είσαι ένας από αυτούς, διότι και η προφορά σου σε φανερώνει”. Τότε άρχισε αυτός να καταριέται και να ορκίζεται ότι “δεν γνωρίζω τον άνθρωπο”. Και αμέσως λάλησε ο πετεινός. Τότε θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Ιησού, ο όποιος του είχε πη• “πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές συ θα με απαρνηθείς”. Και βγαίνοντας έξω από την αυλή έκλαψε πικρά.» (Ματθαίος, κστ΄, 57-58 και 69-75)
Ένα απόκρυφο κείμενο αναφέρει και δεύτερη απάρνηση του Πέτρου. Έχει πολύ ενδιαφέρον και δεν αναφέρεται από την ορθόδοξη θεολογία, γι’ αυτό παραθέτουμε την σχετική ιστορία όπως αναφέρεται στις απόκρυφες «Πράξεις Πέτρου»:
Ο Απ. Πέτρος, γέροντας πλέον, βρίσκεται φυλακισμένος στη Ρώμη στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Μαμερτίνου. Μόλις έχει ξεκινήσει ο διωγμός των χριστιανών από τον Νέρωνα κατηγορούμενοι ότι έβαλαν φωτιά στη Ρώμη. Δύο δεσμοφύλακες, οι Processo και Martiniano, προσήλυτοι στον χριστιανισμό, τον φυγαδεύουν. Ο Απ. Πέτρος παίρνει τον δρόμο που οδηγεί προς τη Via Appia φεύγοντας από τη Ρώμη. Κάποια στιγμή βρίσκεται στο δρόμο που είναι σήμερα γνωστός ως Via delle Terme di Caracalla και που δεν απέχει πολύ από τη Via Appia.
Εκεί, λίγο πριν ξεφύγει οριστικά, βλέπει απέναντί του στον ίδιο δρόμο να έρχεται ο Χριστός με κατεύθυνση προς τη Ρώμη. Τον αναγνωρίζει αμέσως και τον ρωτά: «Κύριε, πού πορεύη;» (Domine, Quo Vadis?) Και ο Κύριος απαντά: «Είδον σε φεύγοντα τον θάνατον, και θέλω υπέρ σου σταυρωθήναι». Ο Απ. Πέτρος σταματά τη φυγή και επιστρέφει στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. (Κύριε, εγώ πορεύομαι, το πρόσταγμά σου πληρώ). Θα ζητήσει μάλιστα να σταυρωθεί ανάποδα ως ανάξιος του σταυρικού θανάτου του Χριστού.
Αντιγράφουμε το κείμενο από το απόκρυφο βιβλίο:
«Προ ολίγων ημερών παρακληθείς υπό των αδελφών ανεχώρουν, και υπήντησέ μοι ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός, και προσκυνήσας αυτώ είπον, Κύριε, που πορεύη; Και είπεν μοι ότι εν Ρώμη απέρχομαι σταυρωθήναι. Εγώ δε είπον προς αυτόν: Κύριε, ουκ εσταυρώθης άπαξ; Και αποκριθείς ο Κύριος είπεν: Είδόν σε φεύγοντα τον θάνατος, και θέλω υπέρ σου σταυρωθήναι. Και είπον: Κύριε, εγώ πορεύομαι, το πρόσταγμά σου πληρώ. Και είρηκέ μοι: μη φοβού, ότι μετά εσού ειμί. Διά τούτο ουν, τεκνία, μη εμποδίσητε την οδόν μου∙ ήδη γαρ οι πόδες μου την ουράνιον οδεύουσιν οδόν. Μη ουν λυπείσθε, αλλά συγχάρητέ μοι μάλλον.»
Σαν τον Πέτρο φερόμαστε κι εμείς κάθε στιγμή και λεπτό. Δεν είναι απαραίτητο να βρεθούμε στην αυλή του Καϊάφα και να μας κάνουν την ερώτηση οι υπηρέτες. Αρνιόμαστε τον Χριστό και χωρίς την ερώτηση. Πρώτα απ’ όλα όταν για να δείξουμε ότι είμαστε προοδευτικοί και ανοιχτόμυαλοι δηλώνουμε άθρησκοι ή ακόμη και άθεοι. Γιατί άλλο το να λέμε πως δεν είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι κι άλλο ότι δεν πιστεύουμε στο Θεό γιατί η πλάση δεν έχει την ανάγκη κανενός Δημιουργού. Τον αρνιόμαστε όταν βλαστημάμε τόσο τον ίδιο, όσο τον Πατέρα Του, την Μητέρα Του και τον Σταυρό, όπου μαρτύρησε. Το ίδιο ένοχοι είμαστε κι όταν ακούμε τους άλλους να βλαστημούν κι εμείς χαμογελάμε. Τον αρνιόμαστε όταν ακούμε τους πάντες να είναι χωρίς όνομα και το βαφτιστικό τους να έχει αντικατασταθεί με το κοινότατο όνομα που αρχίζει με το γράμμα μι και έχει τρία άλφα. Τον αρνιόμαστε όταν λέμε ψέματα και για να φανούμε αληθινοί ορκιζόμαστε, ενώ οι μεταξύ μας σχέσεις θα έπρεπε να καθορίζονταν με ένα “ναι” ή ένα “όχι”. Όταν πληγώνουμε ή προσβάλουμε τον (την) σύντροφό μας για να δείξουμε ότι εμείς έχουμε το πάνω χέρι στην οικογένεια. Όταν δεν την αντιμετωπίζουμε σαν μια ψυχή με την οποία ενώσαμε τη ζωή μας, αλλά σαν ένα αντικείμενο ηδονής, που οφείλει να μας ικανοποιεί τον πόθο, ίσως και τις διαστροφές μας. Όταν υποβιβάζουμε την αξιοπρέπεια των παιδιών μας γιατί αυτά είναι μικρά, ενώ εμείς είμαστε οι μεγάλοι. Όταν δεν αναγνωρίζουμε τις δικές τους επιθυμίες και τα δικά τους όνειρα, αλλά αυτά είναι αναγκασμένα να εκπληρώσουν τις δικές μας επιθυμίες και τα δικά μας όνειρα επειδή εμείς δουλεύουμε κι εμείς πληρώνουμε. Όταν στη δουλειά κατηγορούμε τον συνάδελφο και διαβάλουμε τον άξιο. Όταν μπορούμε να τον βοηθήσουμε σε μια δυσκολία του, αλλά τον αφήνουμε να φανεί η ανεπάρκειά του για να αναδειχθεί η δική μας ανωτερότητα. Όταν είμαστε διευθυντές ή προϊστάμενοι και προσβάλουμε τους κατώτερούς μας για να φανεί η δύναμή μας. Όταν εμείς είμαστε τα αφεντικά και εξευτελίζουμε τους υπαλλήλους ή τους εργάτες μας για να τους θυμίζουμε πως μας έχουν ανάγκη.
Αρνούμαστε τον Χριστό όταν κλέβουμε τους συνανθρώπους μας για να αυγατίσουμε τον δικό μας πλούτο. Όταν τους χρησιμοποιούμε σαν υποζύγια για να ανέβουμε κοινωνικά. Όταν ασχολούμαστε με την πολιτική και εξαπατούμε τους ψηφοφόρους με προγράμματα που ποτέ δεν θα εφαρμόσουμε. Όταν είμαστε δικαστικοί και αποδίδουμε δικαιοσύνη στους δυνατούς θεωρώντας τους αδύναμους σαν αναλώσιμους. Όταν είμαστε εκπαιδευτικοί και αντιμετωπίζουμε τους μαθητές σαν μάζα κι όχι σαν μονάδες, που καθεμιά είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα με τις δικές της ανάγκες και τα δικά της ενδιαφέροντα. Όταν είμαστε γιατροί και βλέπουμε πελάτες κι όχι αδελφούς που υποφέρουν. Όταν εκμεταλλευόμαστε τον πόνο τους για να φτιάξουμε εξοχικό ή να πάρουμε το πανάκριβο αυτοκίνητο βάζοντας τους να πουλήσουν το χωραφάκι τους.
Αρνιόμαστε τον Χριστό όταν στο πρόσωπο του διπλανού μας δεν βλέπουμε έναν συνοδοιπόρο κι αδελφό, αλλά έναν ανταγωνιστή και αντίπαλο ή εχθρό. Τον αρνιόμαστε κάθε φορά που μας ζητούν τη βοήθειά μας και την αρνιόμαστε, ενώ μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον να βγει από μια δύσκολη θέση που του έχει ταράξει την γαλήνη. Όταν αντιμετωπίζουμε κάποιον σαν να ήταν ζώο. Όταν συνειδητά σπρώχνουμε κάποιον στον όλεθρο. Όταν κρύβουμε την αλήθεια κι όταν αδικούμε. Όταν έχουμε ευεργετηθεί και στρεφόμαστε εναντίον του ευεργέτη. Όταν απατούμε τη γυναίκα μας ή τον σύζυγό μας για να δείξουμε πως αρέσουμε και για να τονώσουμε το ένστικτο του αρσενικού ή της γυναίκας αράχνης. Αρνιόμαστε τον Χριστό με κάθε τι που δείχνει ότι δεν είμαστε εικόνα Θεού, αλλά ένα απλό κτίσμα!
Τον αρνιόμαστε ακόμη κι όταν σιωπούμε μπροστά στις παρανομίες των άλλων. Τον αρνιόμαστε όταν σκοτώνουμε τα ζώα. Όταν ρυπαίνουμε το περιβάλλον, όταν μολύνουμε τα ποτάμια και τις θάλασσες. Τον αρνιόμαστε όταν δε σεβόμαστε τη φύση. Τον αρνιόμαστε όταν αγνοούμε τις ανάγκες αυτών που υποφέρουν. Γιατί έχει λεχθεί: «Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.» (Ματθαίος, κε΄, 42-45) Επομένως Τον αρνούμαστε κάθε στιγμή και λεπτό.
Έχοντας υπόψη κάποια απ’ όσα αναφέραμε ο Όσκαρ Ουάιλντ έγραψε το παρακάτω σύντομο κείμενο με τίτλο “Ο Μεσσίας”:
[[ Ήτανε νύχτα και ήτανε μόνος.
Και κοιτούσε μακριά στο βάθος τα κάστρα μιανής στρογγυλής πολιτείας που πήγαινε ν’ ανταμώσει.
Και σαν ζύγωσε, άκουσε στην πολιτεία αυτήν τις πατημασιές της χαράς και το γέλιο απ’ το στόμα της ίδιας της ευχαρίστησης, ως και το δυνατό κλάψιμο από σουραύλια πολλά. Και χτύπησε στην πύλη να του ανοίξουν και οι φύλακες τον άφησαν και πέρασε.
Εκεί του τράβηξε την προσοχή ένα σπίτι από μάρμαρο, που είχε στη φάτσα μαρμαρένιες κολόνες και που κρεμόντουσαν από δαύτες ροζέτες φτιαγμένες από λουλούδια κι αναμμένες λαμπάδες από ξύλο κέδρου. Στο σπίτι αυτό μπήκε μέσα.
Και σαν προχώρησε απ’ τις αχάτινες και ιάσπινες αίθουσες του, βρέθηκε σ’ ένα μεγάλο γιορταστερό θάλαμο κ’ είδε πάνω σ’ ένα φουρφουρένιο κρεβάτι να κείτεται με τα μαλλιά στεφανωμένα με κόκκινα τριαντάφυλλα και τα χείλια βαμμένα κόκκινα απ’ το κρασί ένας νέος.
Προχώρησε πίσω του, άγγιξε τον ώμο του και του είπε: «Ποια αιτία σ’ αναγκάζει να ζεις έτσι;»
Κι ο νέος γύρισε, τον αναγνώρισε κι απάντησε: «' Ημουνα λεπρός και Συ μ’ έγιανες- πώς αλλιώτικα πρέπει να ζήσω;»
Άφησε το σπίτι και βγήκε πάλι στο δρόμο. Και σε λίγο είδε μια με πρόσωπο και μαλλιά βαμμένα και που τα πόδια της ήταν στολισμένα με χάντρες και πίσω ερχόταν σιγά ένας νέος. Περπατούσε αλαφριά σαν κυνηγός και το ρούχο του ήταν δίχρωμο. Το πρόσωπο της γυναίκας ήτανε σαν κανένα αγαπητό είδωλο μιανής θεότητας και τα μάτια του νέου λάμπανε από πόθο.
Τους ακολούθησε γρήγορα, άγγιξε το χέρι του νέου και του είπε: «Γιατί κοιτάς αυτήν τη γυναίκα, και μάλιστα με τέτοιες ματιές;»
Κι ο νέος γύρισε, Τον αναγνώρισε κι απάντησε: «Ήμουνα στραβός και Συ μου ’δωσες μάτια. Τι άλλο πρέπει να βλέπω;»
Κ’ έτρεξε μπρος, άγγιξε το πλουμισμένο φόρεμα της γυναίκας και της είπε: «Δεν είν’ άλλος δρόμος πιο σίγουρος απ’ το δρόμο της αμαρτίας;»
Κ’ η γυναίκα γύρισε, Τον αναγνώρισε κι απάντησε:
«Μα Συ μου εσυγχώρησες τις αμαρτίες κι ο δρόμος είναι γιομάτος χαρά».
Ύστερα βγήκε απ’ την πολιτεία.
Και σαν βρέθηκε μπρος στην πόλη, είδε ένα νέο που καθόταν στην άκρια του δρόμου κ’ έκλαιγε. Και σαν τον ζύγωσε, άγγιξε τις μακριές μπούκλες των μαλλιών του και του είπε:
«Γιατί κλαις;»
Και ο νέος σήκωσε τα μάτια του, Τον αναγνώρισε κι απάντησε:
«Είχα πεθάνει και Συ με ξύπνησες απ’ το θάνατο. Τι άλλο θες να κάνω απ’ το να κλαίω;»]]
Μπορεί ο Πέτρος εκείνο το βράδυ να αρνήθηκε τρεις φορές τον Διδάσκαλό του, όμως, ο Ιησούς όταν αναστήθηκε τον αποκατέστησε στο αποστολικό αξίωμα ως πρώτο των αποστόλων. Τρεις οι αρνήσεις του Πέτρου, τρεις και οι ερωτήσεις του Κυρίου αν τον αγαπά ο Πέτρος. Δεν τον ρώτησε αν τον πιστεύει μετά την Ανάστασή Του, αλλά αν Τον αγαπά. Και ισάριθμες φορές τον αναγορεύει ως ποιμένα του ποιμνίου Του:
«Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; Λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου. Λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; Λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. Λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; Ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· βόσκε τὰ πρόβατά μου.» (Ιωάννης, κα΄, 15-17)
Έτσι και σ’ εμάς. Όσες φορές Τον αρνηθούμε, τόσες φορές και θα μας καλέσει, έχοντας παραβλέψει τις απαρνήσεις μας. Ίσως γιατί πίσω από κάθε απάρνηση βλέπει πως είμαστε αληθινοί άνθρωποι, γεμάτοι ελαττώματα, που θα βρούμε την ευκαιρία κάποτε να γυρίσουμε το πρόσωπό μας προς το μέρος Του χωρίς υποκρισία και θα Του πούμε: είμαστε δικοί Σου. Διακρίνει πως δεν είμαστε υποκριτές που παριστάνουμε τον πιστό από φόβο κι από την ιδιοτέλεια να κερδίσουμε μια θέση στον παράδεισο. Για εμάς τους απαρνητές και τους μικρούς προδότες έγραψε ο Γιάννης Βαρβέρης το ποίημα “Το μυστικό του Δείπνου”:
« Αφού το Πάσχα τέλειωσε
ύστερα από μια τέτοιαν εβδομάδα
κάθισαν όλοι οι μαθητές
γύρω απ’ τον Κύριο
να ξεκουραστούν και να ξαναδειπνήσουν.
Κανείς δεν είχε διάθεση
για φαγητό και για κουβέντες
τα σκέπαζε όλα μια σεπτή κατήφεια
ανάμεσα σε απορία και τύψη.
Και είπεν ο Κύριος:
“Παιδιά μου
το ξέρω πια πως όλοι σας
απόστολοι κι απλοί πιστοί
μ’ έχετε κάποτε προδώσει.

Εκτός απ’ όσους
μετέτρεψαν σε ομηρία την πίστη
διεκδίκησαν εκ του ασφαλούς τη βασιλεία
φοβήθηκαν και δεν εμπιστευθήκαν το έλεος
και βίαια ταπείνωσαν εαυτούς για να υψωθούνε.

Ενάρετοι κι αμαρτωλοί λοιπόν, παιδιά μου
όλοι μια μέρα θα συγχωρεθούν
εκτός απ’ τους δειλούς εκείνους
που δεν τολμήσανε να με προδώσουν.»



Δεν υπάρχουν σχόλια: