Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Η γενναιόκαρδη Αντιγόνη

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Εδώ έχουμε την μεγάλη αντίθεση, την αντίθεση του χρέους και της ευαισθησίας με τον εγωϊσμό του άρχοντα και την αποψίλωση από αισθήματα. « Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν », λέει η κόρη, εκφράζοντας πως μέσα από την ανθρώπινη φύση πρέπει να αναδίδεται αγάπη προς όλους και προς όλα. Δεν γεννηθήκαμε για να μισούμε και να σκορπούμε την απελπισία και την απόγνωση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να σπέρνουμε πόνο και τρόμο. Πλαστήκαμε για ν’ αγαπάμε. Είναι καθήκον μας να δίνουμε απλόχερα αγάπη, αλλά και δικαίωμά μας να εισπράτουμε αγάπη. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε με ποιο δικαίωμα οι πλανητικοί δυνάστες εκστρατεύουν χιλιάδες μίλια από την χώρα τους και σκορπούν τον όλεθρο και τον θάνατο σε συνανθρώπους τους, που στο κάτω- κάτω της γραφής δεν τους έκαναν και τίποτα. Το ζώο γίνεται επιθετικό όταν αντιλαμβάνεται πως κινδυνεύει το ίδιο ή κάποιο μέλος της “οικογένειάς” του. Ο άνθρωπος γιατί γεμίζει τα χέρια του με αίμα αθώων στο όνομα του κέρδους; Γιατί για να περάσει “βασιλικά”, θα πρέπει αδέλφια του να καταριόνται την ώρα που γεννήθηκαν; Και γιατί ο Θεός επιτρέπει να χρησιμοποιούν το όνομά Του, όταν λένε ότι ενεργούν κατ’ εντολή Του; Σεισμοί, τσουνάμι, τυφώνες πλήττουν δύστυχες χώρες, που κανέναν δεν πείραξαν, και αυτές που αναστατώνουν την υφήλιο ζουν μέσα στην ευημερία. Αν αυτό δεν λέγεται αδικία, πώς λέγεται;
Κι ενώ η αγάπη θα έπρεπε να καλλιεργείται από τις θρησκείες, αυτές σπέρνουν τον φανατισμό. Αποτέλεσμα οι λεγόμενοι “ιεροί πόλεμοι”. Δυστυχώς, στο όνομα του Δάσκαλου της Αγάπης, του Χριστού, έγιναν πολλά ειδεχθή εγκλήματα και η γη ποτίστηκε πολύ αίμα. Είναι γεγονός ότι χύθηκε πολύ αίμα για να εδραιωθεί ο Χριστιανισμός. Όμως, περισσότερο χύθηκε για να επικρατήσει και ν’ απλωθεί. Μίσος επικρατεί προς εκείνους που δεν ασπάζονται το δόγμα τους. Λόγια φανατισμού και μισαλλοδοξίας ακούγονται στους άμβωνες από κήρυκες- ταλιμπάν, που στην ταυτότητά τους αναγράφουν “χριστιανός”.

Η συνέχεια >>> Vagiablog…

Τα λόγια του αποστόλου των εθνών: « εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι » ( Παύλου Α’ επιστολή προς Κορινθίους, ιγ’ 1-2 ) είναι κενά γι’ αυτούς.
Μάταια ο γιος του βασιλιά, ο Αίμονας, που ήταν και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης προσπαθεί ν’ αλλάξει γνώμη ο Κρέοντας. Ο πατέρας του τον αντικρούει, λέγοντας πως η τιμωρία της κόρης οφείλεται στη απείθειά της. Αυτός δεν επιτρέπει την ανυπακοή, γιατί :
«Από την αναρχία κατάρα μεγαλύτερη καμιά·
αυτή γκρεμίζει πόλεις, αναστατώνει σπίτια,
αυτή σκορπά τον πανικό στης μάχης την αντάρα.
Η πειθαρχία σώζει τα κορμιά πολλών
αντρών που στέκονται ορθοί και πολεμάνε. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 665-669)
O ερωτευμένος νέος προσπαθεί να τον λογικέψει, λέγοντας: « πάτερ, θεοί φύουσιν ανθρώποις φρένας πάντων όσ’ εστί κτημάτων υπέρτατον », και του μεταφέρει το κλίμα που επικρατεί στην πόλη:
«Πατέρα, οι θεοί σπέρνουν στον άνθρωπο το νου,
το πιο τρανό προικιό στον κόσμο όλο.
…………………………………………..
Ο πολίτης φοβάται το βλέμμα σου
για να σου πει κουβέντες που δε χαίρονται τ’ αυτιά σου.
όμως εγώ μπορώ στα σκοτεινά κι ακούω
πόσο την κόρη αυτή θρηνούν στην πόλη
που σαν την πιο χειρότερη γυναίκα
άτιμα σβήνει πληρώνοντας ωραία πράξη·
αυτή που τον νεκρό στη μάχη αδερφό της
άθαφτο δεν τον άφησε να σπαραχτεί
απ’ τα σκυλιά τα σαρκοβόρα και τα όρνια.
Δεν άξιζε να τιμηθεί λαμπρά;
Τέτοια λόγια κρυφά σιγανά σεργιανίζουν. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 676-694)
Αν και νέος ο Αίμονας, επειδή δεν διακατέχεται από εγωισμό, μιλάει συνετά και δίνει μαθήματα σωφροσύνης στον πατέρα του: « Αλλ’ άνδρα, κεί τις ή σοφός, το μανθάνειν πόλλ’ αισχρόν ουδέν και το μη τείνειν άγαν…φήμ’ έγωγε πρεσβεύειν πολύ φύναι τιν’ άνδρα πάντ’ επιστήμης πλέων· ει δ’ ουν, φιλεί γαρ τούτο μη ταύτη ρέπειν, και των καλών λεγόντων ευ καλόν το μανθάνειν. » [ Μετάφρ: Ο άνθρωπος, ακόμη και σοφός, ντροπή δεν είναι να μαθαίνει πολλά και το σκοινί να μην τεντώνει…θαρρώ πως είναι υπέροχο να γεννηθεί κανείς σοφός, γεμάτος μύριες γνώσεις. Αλλιώς, μια και δεν παίρνουν τέτοιο δρόμο τα πράγματα, είναι καλό να μαθαίνει κανείς απ’ τους στοχαστικούς.]
Πριν να πάρει η κόρη το δρόμο για τον τάφο της, όπου ζωντανή θα θαφτεί, ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί το χορό, για να υμνήσει τον έρωτα: « έρωτα ανίκατε μάχαν…»
«Έρωτα , που δεν γονάτισες ποτέ στον πόλεμο.
Έρωτα, που ορμάς και γεμίζεις την πλάση,
που στ’ απαλά τα μάγουλα
της κόρης νυχτερεύεις,
που σεργιανάς τις θάλασσες
και των ξωμάχων τα κατώφλια,
κανείς δε σου γλιτώνει
μηδέ θνητός μηδέ θεός αθάνατος·
φωλιάζεις στο κορμί και το μανίζεις.
Εσύ των δικαίων ξεστρατίζεις το νου
και στο χαμό τον σέρνεις·
εσύ και τούτη την αμάχη φούντωσες
μέσα σ’ αυτό το σόι·
της γόνιμης νύφης νικά
λαγαρός των βλεφάρων ο πόθος
που κυβερνά συντροφικά
με τους άλλους θεσμούς τους μεγάλους.
Η Αφροδίτη δίχως μέριμνες μας περιπαίζει.
Τώρα κι εγώ τις αρχές μου προδίνω
ετούτα βλέποντας κι ούτε δύναμαι
τις πηγές των δακρύων να φράξω,
σα θωρώ την Αντιγόνη να πορεύεται
στων ανθρώπων το κοινό κοιμητήρι. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 775-799 )
Μετά ο ποιητής παρουσιάζει την κόρη λίγο πριν πορευτεί προς τον τάφο της και να θρηνεί μ’ αυτά τα λόγια:
«Ω πολίτες της πατρικής μου χώρας,
ιδού πορεύομαι τη στράτα τη στερνή,
το φέγγος το στερνό του ήλιου βλέπω,
κι άλλη φορά ποτέ· ο Άδης,
ο ύπνος του παντός,
στου Χάρου ζωντανή
με πάει τ’ ακρογιάλι.
Νυφούλα δε στολίστηκα
κι ούτε νυφιάτικο τραγούδησαν
στη θύρα μου τραγούδι·
νύφη στο Χάρο δίπλα θα σταθώ.
…………………………………..
Ω πόλη, ω άρχοντες
της πόλης μου,
πηγές της Δίρκης, άλσος
της Θήβας που καμάρωνες τ’ αμάξια της,
σας βάζω μάρτυρες με τη σειρά,
πως από φίλους άκλαφτη, με νόμους ποιους
πορεύομαι στον τάφο τον αλλόκοτο,
σε χωματένια φυλακή χωμένη;
η μαύρη κι άστεγη δε συνοικώ
ούτε θνητή με ζωντανούς
ούτε νεκρή με πεθαμένους.
………………………………
Άκλαφτη κι άφιλη, χωρίς τραγούδια γάμου
η μαύρη σέρνομαι,
στον ύστατο δρόμο μου.
Άδικο να μη βλέπω πια τ’ αγνό
το φως του ήλιου, η κακορίζικη.
Για την αδάκρυτη μοίρα μου
φίλος κανείς δε στενάζει. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 800-874 )
Ακόμη κι όταν κατεβαίνει στον τάφο ζωντανή, δικαιολογεί την πράξη της, που ήταν όπως οι θεοί θέλουν κι όχι όπως οι θνητοί βούλονται:
«Τάφε μου, κρεβάτι νυφικό, σπίτι μου
στη βαθιά τη γη αιώνιο κελί μου,
έρχομαι να βρω τους δικούς μου νεκρούς
που μέγα πλήθος η Περσεφόνη φίλεψε.
Στερνή κι εγώ και ρημαγμένη θα κατεβώ,
προτού ξοδέψω της ζωής μου το μερίδιο.
Η ελπίδα με τρέφει πως θα βρω κατεβαίνοντας
του πατέρα την αγάπη, την αγάπη σου, μάνα,
μάτια μου κι αδερφέ μου, την αγάπη σου.
Εγώ νεκρούς με τα χεράκια μου σας έλουσα,
σας στόλισα, πότισα μέλι, γάλα και νερό
τον τάφο σας· και τώρα, Πολυνείκη, το νεκρό σου
κορμάκι στολίζοντας ακριβά το πληρώνω.
Εγώ σε τίμησα κι οι φρόνιμοι θα πούνε πόσο·
τέτοιο φορτίο δε θα σήκωνα ποτέ μου εγώ
κόντρα στην πόλη, αν ήμουν μάνα με παιδιά,
κι αν σάπιζε νεκρός ο άντρας μου.
Ποιος νόμος μας κινεί να λέω τούτα;
Ο άντρας μου κι αν πέθαινε, καινούριο θα ’παιρνα·
αν έχανα παιδί, απ’ άλλον άντρα θα ’κανα.
Τώρα που μάνα και πατέρα μου τους πήρε ο Χάρος
αδερφός δεν μπορεί να βλαστήσει
Με τέτοιο νόμο σ’ έβαλα κορόνα στο κεφάλι μου,
κι έγκλημα το ’πε ο Κρέοντας αυτό,
τόλμη κι αποκοτιά, μονάκριβέ μου.
Τώρα με σέρνει με χέρια δεμένα,
ανύπαντρη, χωρίς νυφιάτικα τραγούδια,
χωρίς χαράς κρεβάτι , χωρίς παιδιά στο στήθος μου.
Οι φίλοι με παράτησαν, την άμοιρη,
και ζωντανή στων πεθαμένων κατεβαίνω το πηγάδι·
ποιό νόμο των θεών έχω πατήσει;
Γιατί στον ουρανό τα μάτια να σηκώνω,
η δύστυχη; σε ποιόν να φωνάξω βοήθεια;
Αν οι θεοί τα κρίνουν τούτα δίκια,
να πάθω και να μολογήσω πως αμάρτησα.
Αν αμάρτησαν άλλοι, να μην πάθουν χειρότερα
απ’ όσα έτσι άδικα μου κάνουν. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 883-920 )
Εδώ φαίνεται το μεγαλείο της ηρωίδας, η αγαθότητα της ψυχής της. Δέχεται πως αν παραβίασε του νόμους των θεών, δίκαια είναι τα πάθη της, και την αμαρτία της θα ομολογήσει. Μα κι αν αδικήθηκε, αμαρτάνοντας άλλοι, δεν ζητάει εκδίκηση, την τιμωρία της από τους θεούς. Ζητάει από τους θεούς να μην πάθουν χειρότερα, απ’ όσα άδικα της κάνουν. Με τη στάση της δικαιώνει τα λόγια της : « oύτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν ». Ο φαρισαϊσμός δεν ανήκει στον χαρακτήρα της. Γεννήθηκε για ν’ αγαπάει και να συγχωρεί.
Ο μάντης Τειρεσίας, όταν οι οιωνοί του έδειξαν του Κρέοντα την ανόσια πράξη, ευθύς ήρθε στο παλάτι για να μηνύσει των θεών την αποστροφή και να προφυλάξει τον ρήγα από τα χειρότερα, μιας και μεγάλες συμφορές έπεσαν στην Θήβας το θρόνο. Αφού των θεών εξήγησε τη δυσμένεια, με λόγια σοφού γέροντα προσπάθησε να καλμάρει του βασιλιά το θυμό:
«Με τα μυαλά που τρέφεις την πόλη αρρώστησες.
Γεμίσαν οι βωμοί και των θεών οι πυροστιές
με σάρκες του νεκρού δύσμοιρου γιου του Οιδίποδα
που τα σκυλιά τον κομματιάσαν και τα όρνια.
Από μας οι θεοί δε δέχονται πια
ικεσίας θυσίες ούτε φλόγα μεριών·
ούτε πουλί κανένα σημαδιακά λαλεί·
έχουν γευτεί το αίμα πηχτό του σκοτωμένου.
Αυτά λοιπόν, παιδί μου, βάλε καλά στο νου σου.
Είναι συχνά τα λάθη στους ανθρώπους·
όποιος λαθεύει, κουτός δεν είναι
ούτε κι αστόχαστος, όταν γιατρεύει τη ζημιά
κι όταν με πείσμα δε στυλώνει τα ποδάρια.
Το πείσμα με βία πληρώνεται· παράτα
τον νεκρό και πάψε να κεντρίζεις ένα πτώμα.
Παλικαριά το λες τον πεθαμένο να ξανασκοτώνεις;
Σε γνοιάζομαι και μιλάω σωστά· είναι χαρά
ν’ ακούς τον φρόνιμο το λόγο και να ’χεις διάφορο. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη”, 1001-1018 )
Μα ο εγωϊσμός έχει τυφλώσει τον βασιλιά, που επιμένει στην απόφασή του, χωρίς να καταλαβαίνει πως αυτή είναι αντίθετη με τους νόμους των θεών. Έτσι η επιμονή του έμελλε να του φέρει νέες συμφορές, τις οποίες ο τυφλός μάντης προφητεύει:
«Μάθε, λοιπόν, καλά πως δε θα σώσεις να δεις
πολλούς απανωτούς του ήλιου γύρους
και θα πληρώσεις μ’ ένα νεκρό των νεκρών
αντισήκωμα, σπλάχνο δικό σου.
Γιατί στον κάτω κόσμο πέταξες ζωντανό κορμί
και μια ψυχή την έχτισες παράνομα στον τάφο·
κρατάς εδώ νεκρόν αστόλιστο κι ατίμητο
στερώντας τον απ’ τους θεούς του κάτω κόσμου.
Σ’ αυτά δικαίωμα δεν έχεις ούτε σύ
ούτε του πάνω κόσμου οι θεοί· τους εκβιάζεις.
Γι’ αυτό του Άδη και των θεών οι Ερινύες
για να σου δώσουν τη στερνή πληγή παραμονεύουν,
όταν κι εσύ στις ίδιες συμφορές θα πέσεις.
Ψάξε να βρεις, αν σου μιλάω πληρωμένος.
Ο χρόνος φτάνει στη στροφή και θ’ ακουστούν
στο σπίτι σου αντρών και γυναικών πένθιμοι θρήνοι. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη”, 1051-1066 )
Τελικά ο Κρέοντας πείστηκε να προχωρήσει σ’ όσα ο μάντης τον συμβούλεψε. Αλλά ήταν πια αργά. Φαίνεται πως είναι της φύσης νόμος το « τύχη γαρ ορθοί και τύχη καταρρέπει τον ευτυχούντα τον τε δυστυχούντ’ αεί ». Γιατί απανωτά ήρθαν οι συμφορές στου ρήγα το κεφάλι και τον γονάτισαν τον δόλιο, κάνοντας στάχτη του εγωισμού την έπαρση. Κάτω στη γη έπεσε και σύρθηκε στο χώμα, γεμίζοντας τα χείλη του με ματωμένη σκόνη. Στα γεμάτα από δάκρυα μάτια του η σκόνη γίνηκε λάσπη για να του θυμίζει πως « χους εσμέν », πλασμένοι από λάσπη, αδύναμοι θνητοί.
Ο Σοφοκλής βάζει τον αγγελιοφόρο να διηγηθεί τις νέες συμφορές στη δύσμοιρη μάνα Ευρυδίκη, τη βασίλισσα, που πρώτα έχασε τον χαϊδεμένο της Μενοικέα, και τώρα μαθαίνει πως κι ο μεγάλος της γιος, το καμάρι της ο Αίμονας, πήρε του Άδη το μονοπάτι ακολουθώντας τη μνηστή του στου θανάτου το αγύριστο ταξίδι. Ο αγγελιοφόρος περιέγραψε πως πρώτα έθαψαν του Πολυνείκη το απομεινάρι και μετά πήγαν στο νεκρικό θάλαμο, που ζωντανή είχαν βάλει την Αντιγόνη:
« …Εγώ τον άντρα σου τον πήρα στο κατόπι, σκιά του,
ως το ψήλωμα του κάμπου, όπου κείτονταν
του Πολυνείκη το φριχτό κορμί κομμάτια.
Δέηση κάναμε στον Πλούτωνα και στην Εκάτη,
να σπλαχνιστούν και να καταλαγιάσουν την οργή τους.
Με καθαρό νερό τον πεθαμένο λούσαμε,
σε νιόκοπα κλαριά κάψαμε ό,τι απόμεινε
και στήσαμε ψηλό σωρό με χώμα της πατρίδας.
Ύστερα ξεκινήσαμε για τη λιθόστρωτη
τη νυφική σπηλιά του Χάρου και της κόρης.
Ακούει τότε μακριά κάποιος φωνές σπαραχτικές
και θρήνους προς τη μεριά της ατραγούδιστης νυφούλας
και στον αφέντη τρέχει να το πει, τον Κρέοντα.
Αυτός, τα πόδια σέρνοντας βαριά, κοντοζυγώνει.
Του δέρνει τότε τ’ αυτιά βαρύς βόγκος κι αλάλητος·
στενάζει κι αφήνει θρηνολόγημα: « Ο δύσμοιρος
μην είμαι μάντης; απ’ όσους δρόμους πέρασα,
μην πήρα τώρα την πικρότερη στράτα;
Η φωνή του παιδιού μου μου γνέφει· δούλοι, τρέξτε,
γρήγορα, φτάστε στον τάφο κοντά και μπείτε μέσα
στο στόμα της σπηλιάς· απ’ τον αρμό της γκρεμισμένης
ξερολιθιάς κοιτάξτε: του Αίμονά μου
τη φωνή γρικώ, ή μήπως οι θεοί με πλανεύουν; »
Στις προσταγές του πικραμένου μας αφέντη
κοιτάμε· και τι βλέπουμε; στο βάθος της σπηλιάς
εκείνη κρεμασμένη και γύρω στο λαιμό
θηλιά πλεγμένη με το στημόνι της ποδιάς·
κι αυτόν πεσμένο πάνω της στη μέση να τη σφίγγει,
να σκούζει για το ταίρι του που χάθηκε στον Άδη,
για του γονιού τα έργα και τον άτυχο γάμο του.
Μόλις τον βλέπει ο Κρέοντας, βαθιά σπαράζει,
προχωρεί κοντά του και φωνάζει θρηνώντας:
«Τι έκανες, δύστυχε; τι έβαλες στο νου σου;
στα γόνατα παρακαλώ, παιδάκι μου, βγες έξω.»
Μα το παιδί, ρίχνοντας άγριες ματιές,
τον έφτυσε στο πρόσωπο και δίχως λέξη να του πει
απ’ το θηκάρι του τραβά το δίστομο μαχαίρι·
ορμώντας ο πατέρας έξω, γλίτωσε· αστόχησε.
Θυμώνει με την τύχη του ο δόλιος, κι όπως ήταν
τέντωσε πίσω το κορμί και μπήγει το μαχαίρι
μέχρι τη μέση στα πλευρά και μισοπνοϊσμένος
με μαραμένα χέρια την κόρη σφιχταγκάλιασε.
Αγκομαχάει και ξετινάζει βρύση κόκκινες
σταλαγματιές στα μάγουλά της τα λευκά το αίμα.
Νεκρός παρέκει στη νεκρή· στου Χάρου το παλάτι
χαρές ο δόλιος γιόρτασε του γάμου: παράδειγμα,
πως η αστοχασιά το πιο τρανό κακό στον κόσμο. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη”, 1177- 1224 )
Σαν άκουσε η μάνα το θλιβερό μαντάτο, έσβησε, χάθηκε η ζωή της όλη. Και τι την ήθελε τη ζωή, χωρίς τα παλικάρια της; Μαζί του θέλησε να πάει, συντροφιά να έχει. Πήρε κι αυτή του Κάτω Κόσμου το κατηφορικό μονοπάτι. Με ποιο τρόπο, όμως; Αυτό θα μας το πει ο εξάγγελος, που αναγγέλλει την απανωτή συμφορά στον άντρα της:
«Μπρος στο βωμό με μυτερό λαβώθηκε μαχαίρι
και βύθισε τα βλέφαρά της στο σκοτάδι.
Του Μενοικέα θρήνησε, που πέθανε νωρίτερα
το άδειο στρώμα κι αυτόν εδώ, κι ύστερα σένα
καταράστηκε, τον παιδοκτόνο, κακό να σε βρει. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 1280- 1284 )
Έτσι, περίτρανα αποδεικνύεται πως « ως πεπρωμένης ουκ έστι θνητοίς συμφοράς απαλλαγή ». Γι’ αυτό κι ο χορός κλείνει την τραγωδία μ’ αυτά τα λόγια:
«Πολλώ το φρονείν ευδαιμονίας
πρώτον υπάρχει· χρη δε τα γ’ εις θεούς
μηδέν ασεπτείν· μεγάλοι δε λόγοι
μεγάλας πληγάς των υπεραύχων
αποτείσαντες
γήρα το φρονείν εδίδαξαν. »
Και σε μετάφραση:
«Μέγα καλό και πρώτο της ευτυχίας,
η φρόνηση· κανείς δεν πρέπει ν’ ασεβεί
στη θεία τάξη· λόγια μεγάλα ξιπασιάς
με συμφορές μεγάλες
πληρώνονται·
με τον καιρό, στα γερατειά θα ’ρθει κι η γνώση. » ( Σοφοκλέους, “Αντιγόνη” 1319- 1324 )
Η ηρωική Αντιγόνη ακολουθώντας τον ηθικό νόμο- που είναι και νόμος πνευματικός- αψηφώντας για τη ζωή της, έρχεται σε αντίθεση με τον άδικο ανθρώπινο νόμο. Γιατί ο θείος νόμος είναι υπέρτερος του ανθρώπινου. Επιτελεί το καθήκον της ταφής και γι’ αυτό θανατώνεται. Μα τι είναι η ζωή μπροστά στο καθήκον για τους προγόνους μας. Ήταν γι’ αυτούς τιμή να πεθάνουν εκτελώντας το καθήκον τους. Παρόμοια ηθικά παραδείγματα έχει πολλά η μυθολογία μας. Αυτούς τους θαυμάσιους μύθους, που χρησιμοποιώντας οι μεγάλοι μας ποιητές έπλασαν διαχρονικές τραγωδίες. Τραγωδίες διδακτικότατες, όπως φαίνεται από τους τελευταίους στίχους.


Δεν υπάρχουν σχόλια: