Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ο Ορέστης εκδικείται τη δολοφονία του πατέρα του Αγαμέμνονα με τη βοήθεια της αδελφής του Ηλέκτρας

[[ δαμ- ων ]]

Σχόλια:
● Στον μύθο του μητροκτόνου Ορέστη, ο γιος του Αγαμέμνονα έκανε διπλό φόνο. Στην περίπτωση του Ορέστη, υπάρχει ο φόνος από τους μοιχούς στο νόμιμο σύζυγο. Οι θεοί δε συγχωρούν το φονικό και εκλέγουν τον ίδιο τον γιο του σκοτωμένου να επιβάλλει την τιμωρία. Χρησμοδοτούν γι’ αυτό και του καθορίζουν συνέπειες της παρακοής του. Ο Ορέστης δεν είχε άλλη επιλογή, η πράξη του ήταν προκαθορισμένη. Ναι, την διέπραξε, ήταν έγκλημα. Μα μετανιώνει, οι τύψεις τον αρρωσταίνουν, οι Ερινύες τον καταδιώκουν. Επιζητεί τον εξαγνισμό, τον οποίο κάνει ο Απόλλωνας. Οι ίδιοι οι θεοί τον χρησιμοποίησαν, αυτοί ήταν το πρεπούμενο να τον εξαγνίσουν. Όταν μια ψυχή χρησιμοποιείται, με βάση το “νόμο της ανταπόδοσης”, για την απόδοση δικαιοσύνης και τη λήψη των κατάλληλων μαθημάτων από κάποιες άλλες ψυχές, οι πνευματικές δυνάμεις δεν είναι αμείλικτες. Βοηθούν τους δράστες- ψυχές να ξεπεράσουν τις όποιες δυσμενείς καταστάσεις δημιουργούνται. Προφανώς δεν αναιρείται η ανόσια πράξη τους! Γι’ αυτό οι Ερινύες συνέχισαν την καταδίωξη. Δόθηκε, λοιπόν, δεύτερη ευκαιρία, στην Αθήνα, στον Ορέστη να απαλλαγεί από το κρίμα. Και τώρα η απαλλαγή από το ηθικό βάρος του φόνου είναι τελεσίδικη. Έτσι και η ψυχή αφού δοκιμαστεί ακόμη λίγο απαλλάσσεται από τα καρμικά βάρη.
Ίσως ένας Ορέστης να ήταν κι ο Ιούδας! Ίσως άλλος Ορέστης να είναι κι ο Εωσφόρος! Ποιος γνωρίζει το σχέδιο του Θεού; Πάντως, ο Θεός που νιώθουμε να πάλλεται στην καρδιά μας, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτόν της Π. Διαθήκης, τον φοβερό Γιαχβέ, ή αυτόν των αρτηριοσκληρωτικών θεολόγων, οι οποίοι αποδέχονται και υιοθετούν τον Γιαχβέ. Ο Θεός που έχει εγκατοικήσει στη διάνοιά και στην καρδιά μας είναι γλυκός, γεμάτος έλεος, συγχώρηση, κατανόηση και υπομονή να ανοίξουν τα μάτια της ψυχής μας και να τον βρούμε εντός μας.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Είναι ο Θεός που δίνει ο Ν. Καζαντζάκης στο ακόλουθο απόσπασμα:
[[ - Θα πω ένα βαρύ λόγο, Μενεγάκη, συμπάθα με· πες πως είμαι μεθυσμένος.
Γέλασα:
- Καλή ευκαιρία, είπα, τώρα που είσαι μεθυσμένος, να πεις ό,τι ξεμέθυστος δειλιάς να ξεστομίσεις· δε μιλάς εσύ, μιλάει το μαλεβιζιώτικο κρασί. Λοιπόν;
Η φωνή σου ακούστηκε μέσα στα χλωμά ξημερώματα βαθιά πολύ, πικραμένη:
- Ρώτησα μια νύχτα το Θεό: « Πότε θα συχωρέσεις τον Εωσφόρο, Κύριε; - Όταν κι αυτός με συχωρέσει », μου αποκρίθηκε. Κατάλαβες, νιόυτσικε σύντοφε; Αν σε ρωτήσουν καμμιά μέρα ποιος είναι ο μεγαλύτερος συνεργάτης του Θεού, να πεις: ο Εωσφόρος. Αν σε ρωτήσουν ποιος είναι ο περισσότερο θλιμμένος από τα πλάσματα του Θεού, να πεις: ο Εωσφόρος. Κι ακόμα ετούτο: Αν σε ρωτήσουν ποιος είναι ο Άσωτος Γιος, που του ’χει σφάξει το μόσχο το σιτευτό ο πατέρας και τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες, να πεις: ο Εωσφόρος. ]] ( Ν. Καζαντζάκης, “Αναφορά στον Γκρέκο” )

● Χρησιμοποιήσαμε στο μύθο του Ορέστη τις τραγωδίες των τριών μεγάλων τραγικών μας ποιητών. Βρήκαμε μια πολύ ωραία σύγκριση της δραματοποίησης από τους τρεις ποιητές μας, στην τραγωδία “Ηλέκτρα” του Ευριπίδη, από τις εκδόσεις “Κάκτος”,από την οποία σας παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα:
[[ Οι διαφορές στον τρόπο δραματοποίησης του μύθου είναι εμφανείς ανάμεσα στους τρεις τραγικούς κι έχουν άμεση σχέση με το κοινωνικό υπόβαθρο και τα ήθη της εποχής του καθενός.
Ο Αισχύλος αντιμετώπισε το θέμα μέσα στα όρια της βαθιά θρησκευτικής του σκέψης. Ο Ορέστης παρά τους δισταγμούς και τις ηθικές του αντιδράσεις, καταλήγει να γίνει το οπλισμένο χέρι του θεού, το μέσο αποκατάστασης της ισορροπίας. Άλλωστε στο τέλος ο ίδιος ο Απόλλωνας του εξασφαλίζει τον εξαγνισμό και αναλαμβάνει την ηθική του κάθαρση. Το πρόβλημα της μητροκτονίας είναι ακόμη πρόβλημα των θεών, της χωρίς αμφισβήτηση εκτέλεσης των εντολών τους. Οι άνθρωποι δεν έχουν αποκτήσει πρωτοβουλία και συνειδησιακή αυτονομία. Παράλληλα ο Αισχύλος ακολουθεί τα κατάλοιπα μιας αρχαίας ηθικής, που κυριαρχεί το δίκαιο της πατριαρχίας και ο φόνος πρέπει να τιμωρείται με φόνο, άσχετα ,ε την ταυτότητα και τη σχέση του δράστη και του θύματος. Η δικαιοσύνη είναι αρχή αυστηρή και αλύγιστη, ανέπαφη από συναισθηματισμούς και συγγενικούς δεσμούς.
Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή το κέντρο βάρους έχει μετατεθεί. Η τραγωδία διαδραματίζεται σε ανθρώπινο επίπεδο. Η πράξη του Ορέστη υποστηρίζεται από τον Απόλλωνα, αλλά εκπορεύεται κυρίως από την ανθρώπινη συνείδηση. Η βαθιά αίσθηση του Ορέστη και της Ηλέκτρας ότι επιτελούν ύψιστο καθήκον δεν τους αφήνει περιθώρια για δισταγμό και τύψεις. Ο Σοφοκλής δεν αμφισβητεί το δίκαιο της πράξης. Κοινό στοιχείο στον Αισχύλο και τον Σοφοκλή είναι το αδιαμφισβήτητο μεγαλείο και ο ηρωισμός που καταυγάζει τις σκέψεις και τις ενέργειες των ηρώων.
Ο Ευριπίδης τοποθετεί την Ηλέκτρα έξω από το Άργος, σε φτωχικό αγροτόσπιτο. Παρουσιάζει την ηρωίδα παντρεμένη τυπικά με φτωχό γεωργό, κουρεμένη, απομονωμένη από την κοινωνική ζωή, να πενθεί διαρκώς το θάνατο του πατέρα της και την προσωπική της δυστυχία. Μοναδικός της στόχος η εκδίκηση. Είναι αποφασισμένη· δεν έχει αμφιβολίες και διλήμματα και από αυτή την άποψη συνδέεται με ναι μεγάλη ηρωίδα του Ευριπίδη, τη Μήδεια· και στις δυο η απόφαση για την εκδίκηση υπάρχει από την αρχή…
Οι πρωταγωνιστές του έργου είναι αντιηρωικοί. Ο φόνος του Αιγίσθου, κατά την αντιηρωική αγγελική ρήση, επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. Οι σκέψεις και οι πράξεις τους κινούνται περισσότερο από τις προσωπικές τους ανθρώπινες αδυναμίες. Στον Αισχύλο οι ήρωες ενεργούσαν ηρωικά μένοντας πιστοί στις θεϊκές εντολές· στον Σοφοκλή έπρατταν το “δέον γενέσθαι”. Στον Ευριπίδη οι πράξεις τους κατευθύνονται από ισχυρά συναισθήματα- στον Ορέστη οι δισταγμοί του είναι εμφανείς για το αποτρόπαιο έργο της μητροκτονίας. Γι’ αυτό και στο τέλος από το βάρος των τύψεων καταρρέει μαζί με την αδελφή του. Στον κομμό της εξόδου τα δύο αδέλφια παρουσιάζονται εξουθενωμένα από τη φρίκη της πράξης τους και είναι σχεδόν ηθικά ερείπια. Ο φόνος διερευνάται για πρώτη φορά σε σχέση με τις ψυχολογικές συνέπειές του για πρώτη φορά σε σχέση με τις ψυχολογικές συνέπειές του και την προκαλούμενη συνειδησιακή κατάπτωση. Οι μυθολογικές Ερινύες του Αισχύλου μεταβάλλονται σε αόρατες δυνάμεις, που βασανίζουν την ψυχή. Δεν προέρχονται από θεούς και από κάποια απρόσωπη αρχή του Δικαίου, αλλά από την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση που αυτοτιμωρείται. Η θέση του Ευριπίδη απέναντι στο ηθικό πρόβλημα της μητροκτονίας είναι σταθερή και ακλόνητη: ο φόνος της μητέρας δεν δικαιολογείται και δεν εξαργυρώνεται με τίποτα... ]]
Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή εμφανίζεται και η Χρυσόθεμη, που δεν την αναφέρουν οι άλλοι δύο τραγικοί. Ο χαρακτήρας είναι αντίθετος απ’ αυτόν της αδελφής της Ηλέκτρας, αδύναμη, δειλή, υποχωρητική, συμβιβαστική, χωρίς τη διάθεση να χάσει την καλοπέραση που της παρέχει η υποταγή της στους βασιλείς. Έχει ήδη συγχωρήσει τη μητέρα της για το φόνο του πατέρα, δεν την ελέγχει για τη μοιχεία που είχε διαπράξει όσο έλειπε ο γονιός της και την ατίμωση του παλατιού. Μας θυμίζει την Ισμήνη, την αδελφή της Αντιγόνης, που ζούσε στο παλάτι της Θήβας. Το ίδιο αδύναμη και λαγόκαρδη.
Ανάμεσα στην Ηλέκτρα και την Αντιγόνη υπάρχουν κοινά στοιχεία. Να μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι και την τραγωδία “Αντιγόνη” έγραψε ο Σοφοκλής, διαπλάθοντας και παρουσιάζοντας έναν παρόμοιο ηρωικό χαρακτήρα μ’ αυτόν της Ηλέκτρας. Και οι δύο ηρωίδες είχαν ν’ αντιμετωπίσουν ένα ηθικό χρέος απέναντι σ’ ένα μέλος της οικογένειάς τους. Παρουσιάζουν υπερηφάνεια ψυχής. Δεν συμβιβάζονται με το βασιλιά, που ασκεί τυραννική εξουσία και δεν διστάζουν να έρθουν σε αντίθεση μ’ αυτόν. Διέπονται από αρχές και είναι πιστές στο εθιμικό καθεστώς, στον άγραφο νόμο. Ωθούνται στην πράξη τους από την συνείδησή τους, έτοιμες ν’ αντιμετωπίσουν ακόμη και τον θάνατο εκτελώντας το χρέος τους. Το χρέος τους είναι απέναντι σε νεκρούς και για να το εκτελέσουν ζητούν την βοήθεια της αδελφής τους, που δείχνουν απροθυμία, γιατί είναι δειλές κι αναποφάσιστες, για τις βοηθήσουν. Έτσι παίρνουν την απόφαση να προχωρήσουν μόνες τους σ’ αυτό που το καθήκον επιτάσσει, ζητώντας μόνο να κρατήσουν κλειστό το στόμα μιας και η δειλία τις κάνει να μην πάρουν μέρος. Βέβαια τελικά η Αντιγόνη θα κάνει το χρέος της με επακόλουθο να την θάψει ζωντανή ο Κρέοντας σε νεκρικό σπήλαιο, ενώ φτάνει στις Μυκήνες ο Ορέστης, που ανέλαβε να υλοποιήσει αυτά που σκεφτόταν η Ηλέκτρα, με τη βοήθειά της.
Συμπερασματικά, οι δύο τραγωδίες του Σοφοκλή έχουν σαν θέμα τις αναλλοίωτες ηθικές αρχές, κι απεικονίζουν τη δυναμικότητα και το μεγαλείο του ανθρώπου κατά την εκτέλεση του καθήκοντος.
Στην παράθεση του μύθου, χρησιμοποιήσαμε την τριλογία του Αισχύλου “Ορέστεια”, που αποτελείται από τις τραγωδίες “Αγαμέμνων” – “Χοηφόροι”- “Ευμενίδες”. Και πάλι θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από την εισαγωγή στην τραγωδία του Αισχύλου “Χοηφόροι” των εκδόσεων “Κάκτος”:
[[ Η βασική αρχή που διέπει όλη την τριλογία είναι η απόδοση της Δικαιοσύνης. Όποιος παραβαίνει τον νόμο, τιμωρείται. Η τιμωρία είναι αναπόφευκτη κι υπαγορεύεται από τους άγραφους και αιώνιους νόμους των θεών. Καμιά φορά την απόδοση της τιμωρίας αναλαμβάνει κάποιος ανόσιος άνθρωπος, που στη συνέχεια τιμωρείται κι αυτός. Προφητικά ο Κάλχας προειδοποιεί ότι η νίκη που επιτυγχάνεται με έγκλημα οδηγεί σε έγκλημα.
Στα έργα της τριλογίας επιβεβαιώνονται τα λόγια του Κάλχα. Ο Αίγισθος σκοτώνει τον Αγαμέμνονα για να εκδικηθεί τον φόνο των αδελφών του από τον πατέρα του Αγαμέμνονα. Ο φόνος του βασιλιά του Άργους από την Κλυταιμήστρα και τον Αίγισθο δεν μένει ατιμώρητος. Ο Ορέστης θα επιστρέψει ως εκδικητής να τιμωρήσει τον θάνατο του πατέρα του. Όλοι οι ήρωες ενεργούν υποκινούμενοι από τα μύχια πάθη τους. Ο Αγαμέμνονας βεβήλωσε ναούς θεών, παραβίασε θεϊκούς κι ανθρώπινους νόμους, θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια. Ο ίδιος δεν έχει συνείδηση του αμαρτήματός του. Αισθάνεται μάλλον ευνοούμενος των θεών και αξιόλογος άνθρωπος. Ο θάνατός του είναι αποτέλεσμα της εξ αίματος έχθρας. Ο Αίγισθος είχε κάθε δικαίωμα να εκδικηθεί τον φόνο των αδελφών του από τον Ατρέα, σκοτώνοντας το γιο του Ατρέα, Αγαμέμνονα. Η Κλυταιμήστρα είχε επίσης τους προσωπικούς της λόγους: το θάνατο της Ιφιγένειας, την απιστία του Αγαμέμνονα με την Κασσάνδρα και τον έρωτά της για τον Αίγισθο. Αυτοί όμως οι ανθρώπινοι λόγοι γίνονται όργανα για κάτι υπαράνθρωπο κι αιώνιο. Τα νήματα των ανθρώπινων σκέψεων και πράξεων κινούν οι θεοί. Στα έργα του Αισχύλου η έννοια του θεού υπερβαίνει τον ανθρώπινο νόμο κι οι άνθρωποι, όργανα στα χέρια των θεών, αναγκάζονται να επιβάλλουν τη δικαιοσύνη και να επαναφέρουν την ισορροπία του κόσμου. ]]

● Αναφέραμε στην ανάπτυξη αυτού του κεφάλαιου τον όρο “Νόμος της Ανταπόδοσης”. H Μεταφυσική Γνώση, όπως διδάσκεται από τον “εσωτερικό χριστιανισμό” σ’ αυτούς για τους οποίους ο Χριστός είπε: « ότι υμίν δέδοται γνώνται τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, εκείνοις δε ου δέδοται. όστις γαρ έχει, δοθήσεται και περισσευθ·ήσεται· όστις δε ουκ έχει, και ό έχει αρθήσεται απ’ αυτού. δια τούτο εν παραβολαίς αυτοίς λαλώ, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη ακούωσι μηδέ συνώσι » ( Ματθ., ιγ’ 11-13), εδράζεται στο νόμο της μετενσάρκωσης και στο νόμο της ανταπόδοσης. Σ’ αυτούς τους δύο νόμους βασιζόταν η μυστηριακή διδασκαλία των προγόνων μας, και τους είχαν ενστερνιστεί οι μεγάλοι μύστες- διδάσκαλοι Πυθαγόρας και Πλάτωνας. Ο Νόμος της Ανταπόδοσης ή Νόμος της Αιτίας και του Αποτελέσματος , είναι ο Νόμος της Ειμαρμένης των αρχαίων Ελλήνων ή όπως τον αποκαλούν οι ανατολικοί λαοί Νόμος του Κάρμα.
Ο Απ. Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του λέει: « Έκαστος γαρ το ίδιον φορτίον βαστάζει…Μη πλανάσθε, Θεός ου μυκτηρίζεται, ό γαρ εάν σπείρη άνθρωπος, τούτο και θερίσει. Ότι ο σπείρων εις την σάρκαν εαυτού εκ της σαρκός θερίσει φθοράν, ο δε σπείρων εις το πνεύμα εκ του πνεύματος θερίσει ζωήν αιώνιον. Το δε καλόν ποιούντες μη εκκακώμεν, καιρώ γαρ ιδίω θερίσομεν μη εκλυόμενοι» ( Επιστολή Παύλου προς Γαλάτας στ’ 5-9).
Ο “Νόμος της ανταπόδοσης” είναι αποτέλεσμα του βασικότερου και συμπαντικού Νόμου της Δικαιοσύνης. Έτσι δεν υπάρχει στον κόσμο αδικία. Υπάρχει μόνο μια συνεχής δράση αιτίων και αποτελεσμάτων, που εμείς οι ίδιοι ενεργοποιούμε με την καλή ή την κακή μας θέληση.
Η βιβλική ρήση « ό,τι σπείρει ο άνθρωπος αυτό και θα θερίσει» μας τονίζει πως οπωσδήποτε θα συλλέξουμε τον καρπό του σπόρου, που σπείραμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Πολλές φορές ακούμε τους συνανθρώπους μας, μα και εμείς οι ίδιοι το έχουμε πει σε στιγμές αγανάκτησης ή απελπισίας, πως αυτό είναι αδικία από τον Θεό. Όμως αν ο Θεός ήταν άδικος, πολύ απλά, ή δεν θα υπήρχε ή δεν θα ήταν Θεός. Επομένως, την δική μας άγνοια δεν πρέπει να την ερμηνεύουμε σαν θεïκή αδικία. Και αυτή την άγνοια επιτείνουν οι εκπρόσωποι της εκκλησίας μας λέγοντας πως « ο Θεός όποιον αγαπάει, τον παιδεύει », ή σε περίπτωση θανάτου « τον αγαπούσε ο Θεός και τον πήρε κοντά του». Μα τι είναι ο Θεός; Σαδιστής που βασανίζει από αγάπη; Και τότε πού είναι η αγάπη του; Κι αν κάποιον τον πήρε από την ζωή γιατί τον αγαπούσε, τότε δεν είναι πολύ εγωιστής, ώστε να βυθίζει στο πένθος και στην απόγνωση τους οικείους του πεθαμένου για να ικανοποιήσει τον εγωισμό του;
Για τους αρχαίους προγόνους μας ο Νόμος της Ειμαρμένης (*28)προέβλεπε δοκιμασίες για τις ψυχές που δεν είχαν εναρμονιστεί προς τους Νόμους της θείας Φύσης, για τις παραβιάσεις των Νόμων της. Οι δοκιμασίες αυτές αποτελούσαν το αντιπεπονθός(*29), γιατί ήσαν ανάλογες των παραβιαζόμενων Νόμων, κι έτσι έπρεπε να γίνει κατανοητό από τις ψυχές αυτές ότι η παραβίαση αυτών των Νόμων θα επιφέρει οδύνη και πίκρες, ώστε έτσι να κατανοήσουν την ανάγκη της εναρμόνισης με αυτούς. Ο Νόμος της Ειμαρμένης είχε καθοριστεί κι επιβληθεί από τους θεούς λόγω της αγάπης τους προς τις μη εξελιγμένες ψυχές που ζούσαν σε τιτανικό περιβάλλον, ώστε με τις διάφορες δοκιμασίες και τον πόνο να εναρμονιστούν προς τους Νόμους της Φύσης και ιδιαίτερα με το τρίγωνο των Νόμων της εξέλιξης, της ελευθερίας και της αρμονίας ή δικαιοσύνης.
Ο Νόμος της Ειμαρμένης όχι μόνον δεν αντιστρατευόταν το Νόμο της Ελευθερίας της συνείδησης αλλά βασιζόταν σ’ αυτό το νόμο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως για τους μύστες προγόνους μας η εναρμόνιση με τους Νόμους της θείας Φύσης ήταν η οδός, η αλήθεια και η ζωή για την αποθέωση. Δηλαδή η οδός προς την ελευθερία από το γήινο περιβάλλον και τους κύκλους της μετενσάρκωσης, η αλήθεια, εφόσον οι νόμοι της θείας φύσης είναι η μόνη αλήθεια στην Φύση και η ζωή εκείνη, που δεν διέρχεται από τη διαδικασία του θανάτου και της ανάγκης της διαδοχικής ενσάρκωσης.
Eπομένως, η ανταμοιβή ή η τιμωρία, κατά τους αρχαίους μύστες, που η ίδια η ψυχή μας επιβάλει στον “εαυτό της” αποσκοπεί στο να μας διαπαιδαγωγήσει και να μας επαναφέρει στο δρόμο της σωτηρίας. Ο νόμος της ανταπόδοσης είναι η μέθοδος της επιβράβευσης και της τιμωρίας, που εφαρμόζεται στο Σχολείο της Ζωής, το “αντιπεπονθός” των αρχαίων προγόνων μας, ο νόμος της αμοιβαιότητας, η ανάγκη για την αποκατάσταση της ισορροπίας. Στην Ελληνική Μυθολογία, το Κάρμα αποδίδεται με τους περίφημους σταύλους του Αυγείου, που ο Ηρακλής έπρεπε να καθαρίσει, δηλ. το κάρμα της αμάθειας και της πλάνης του παρελθόντος, ενώ στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης απεικονίζεται με το συμβολικό πλύσιμο των ποδιών των αποστόλων από τον Χριστό.
Σε κάποια στιγμή παρουσιάζονται μπροστά τα έργα μας και με βάση το νόμο της ανταπόδοσης έχουμε την ευκαιρία να γευτούμε τους καρπούς των, δηλ. τις συνέπειές τους, ευχάριστες ή δυσάρεστες κι έτσι να κάνουμε τις κατάλληλες εκτιμήσεις αλλά και να βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα για το μέλλον, ώστε να μπορέσουμε να εναρμονιστούμε με το κοσμικό σχέδιο, με το θέλημα του Πατρός μας. Υποχρεωτικά θερίζουμε εκείνο που σπείραμε, κι αυτό συνιστά απόδοση δικαιοσύνης με έναν απόλυτο τρόπο.
Αν ήμασταν δίκαιοι θα ανταμειφθούμε, γι’ αυτό ο σοφός λαός λέει « κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό». Αν ήμασταν άδικοι, θα νιώσουμε στο πετσί μας τι θα δει αδικία, ώστε η ψυχή μας να πάρει το μάθημα πως δεν πρέπει να αδικεί τις αδελφές- ψυχές, γιατί δεν υπάρχει χωριστότητα αλλά ενότητα των πάντων. Ο πρεσβύτερος Αδελφός μας, που με τον βίο του στη γη, μας έδειξε τον δρόμο, γιατί όπως είπε « εγώ ειμί η οδός », ο Χριστός, ήταν κατηγορηματικός ως προς την ανταπόδοση : « Ουδέν συγκεκαλυμμένον εστίν ό ουκ αποκαλυφθήσεται, ανθ’ ων όσα εν τη σκοτία είπατε, εν τω φωτί ακουσθήσεται και ό προς το ους ελαλήσατε εν τοις ταμείοις κηρυχθήσεται επί των δωρημάτων» ( Λουκ. ΙΒ’ 2-3). Αναπόφευκτα ο καθένας μας θα πιεί το πικρό ποτήρι του παρελθόντος, όταν έρθει η ώρα, που η ψυχή του θα έχει την ωριμότητα να πάρει το μέγιστο μάθημά της.
Ο Θιβετανός Δάσκαλος Τζβαλ Κούλ, διαμέσου της Α. Μπέιλη, μας λέει: « Είναι το ποτήρι, που κάθε ανθρώπινο ον πρέπει να πιεί, γεμάτο από εκείνο , που αποτελεί το απόσταγμα της εμπειρίας στην ύλη. Είναι το “κύπελλο των σπονδών” και συμβολίζει την πόσι εκείνου που εμείς οι ίδιοι ετοιμάσαμε. Με άλλες λέξεις, η ίδια η αλήθεια μπορεί να εκφραστεί στο λόγια της Χριστιανικής Βίβλου “ό εάν σπείρει ο άνθρωπος, εκείνο και θερίσει” και πάντοτε υπάρχει το κύπελλο, που συμβολίζει το ποτήρι της εμπειρίας, το ποτήρι της υποχρεώσεως, από το οποίο κάθε άνθρωπος πρέπει να πιεί, και έπειτα υπάρχει το κύπελλο, που προσφέρεται στο μύστη, το κύπελλο στο οποίο αναφέρθηκε ο Χριστός στον κήπο της Γεθσημανή, όταν ζήτησε να απέλθει απ’ αυτόν το ποτήριον, το οποίο όμως και Αυτός αποτελείωσε πίνοντάς το».
Ο νόμος της ανταπόδοσης δεν είναι τιμωρία αλλά ο δρόμος της αυτογνωσίας, είναι ο νόμος που απελευθερώνει. Μας δείχνει ακριβώς τι κάναμε και δεν θα θέλαμε οι άλλοι να μας κάνουν, γιατί η ρήση του Διδάσκαλου είναι : « ό εσύ μισείς ετέρω μη ποιήσης ». Εάν μας πονά, το κάνει απλά για να μας δείξει ποιος ήταν ο εαυτός μας σε κάποια χρονική περίοδο του παρελθόντος.
Εκτός από την ατομική ευθύνη, το ατομικό κάρμα, υπάρχει κι ομαδικό κάρμα, ξεκινώντας από το οικογενειακό κάρμα, το φυλετικό και το εθνικό. Έτσι μπορούμε να δικαιολογήσουμε την ευτυχία αλλά και τα δεινά μιας ολόκληρης οικογένειας, μιας φυλής κι ενός έθνους. ( Λ.χ. γιατί στην Ελβετία να ζουν ήσυχα και να ευημερούν, ενώ στο Ιράκ να έχουμε καθημερινά εκατόμβες θυμάτων; Όχι, βέβαια, γιατί στην πρώτη ζουν πιστοί Χριστιανοί και στη δεύτερη χώρα Μουσουλμάνοι, που δεν κατέχουν την σωτηριολογική θρησκεία. )


---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*28) Η λέξη ειμαρμένη προέρχεται από το απρόσωπο ρήμα “είμαρται”, που σημαίνει “είναι πεπρωμένο”. Η ειμαρμένη είναι το πεπρωμένο, το από τη μοίρα διδόμενο, το αναπόφευκτο. Επίσης η ειμαρμένη ονομάζεται και ανάγκη ( από το ρήμα “ανάσσω”), που σημαίνει το αναπόφευκτο αποτέλεσμα.

(*29) Η λέξη αντιπεπονθός προέρχεται από τις λέξεις “αντί” και “πάσχω” και σημαίνει ότι υφίσταμαι τις συνέπειες των πράξεών μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: