Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Ο Ορέστης εκδικείται τη δολοφονία του πατέρα του Αγαμέμνονα με τη βοήθεια της αδελφής του Ηλέκτρας

[[ δαμ- ων ]]

δ) Ο Ορέστης μετά το φόνο της μάνας του
[[ Μπορεί ν’ απόφυγε τις Ερινύες του πατέρα του ο Ορέστης, αλλά βρήκε τις Ερινύες της μάνας του. Οι φοβερές γριές ξεπετάχτηκαν από τον Άδη και κυνηγούσαν με μανία τον νέο, χωρίς να τον αφήνουν σε αναπαμό. Κι αν λίγο ησύχαζε, όταν αυτές κοιμούνταν, μετά πιότερο τον βασάνιζαν. Έλιωνε ο καημένος κι ανήμπορος, κουκουλωμένος σε βαριά σκεπάσματα, έτρεμε στο κρεβάτι.
Όποιος είχε σκοτώσει άνθρωπο, θεληματικά ή κι ακόμα αθέλητα, στους αρχαϊκούς χρόνους, έπρεπε οπωσδήποτε να εξαγνιστεί. Γι’ αυτό φρόντιζε να βρει κάποιον γνωστό, έστω κι άγνωστο, που θα γνώριζε την προκαθορισμένη τελετουργία για να τον καθαρίσει από του φόνου το μίασμα.
Αν δεν γινόταν η κάθαρση κανείς δεν πλησίαζε τον φονιά κι ούτε του μιλούσε γιατί φοβόταν μήπως κι αυτός κολλήσει από το μίασμα.
Αφού οι Ερινύες δεν άφηναν σε ησυχία τον Ορέστη, αυτός κατάφυγε ικέτης στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Εξάλλου ο θεός πρόσταξε και τον ώθησε στο φόνο. Ο Φοίβος δέχτηκε με προθυμία να γίνει ο ίδιος ο εξαγνιστής. Αφού, κατά τη συνήθεια έσφαξε ένα γουρουνάκι, με το αίμα του ξέπλυνε τα μολυσμένα από το φόνο χέρια. Μα οι εκδικητικές θεές του Άδη, οι φοβερές στην όψη Ερινύες δεν ικανοποιήθηκαν, γιατί αυτός ο καθαρμός άρμοζε σε όσους έχουν σκοτώσει ξένο κι όχι σε μητροκτόνο. Κι αφού θαρρούσαν πως δεν ίσχυε ο εξαγνισμός, μ’ ορμή και λύσσα μπήκαν με τη βία στο ναό εξωθώντας σε παραλογισμό τον άμοιρο Ορέστη.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και, για τον γλιτώσει απ’ τη μανία τους, τις έριξε σε ύπνο βαθύ. Ζήτησε τη βοήθεια του αδερφού του Ερμή, να γίνει ο φύλακας του Ορέστη, όσο θα οδοιπορούσε, και προέτρεψε τον βασανισμένο νέο, για να σωθεί, να πάει όσο γρηγορότερα μπορούσε στην Αθήνα και ικέτης ν’ αγκαλιάσει της θεάς Παλλάδας το ξόανο.
Ο ίσκιος της Κλυταιμήστρας δεν έβρισκε ησυχία κι άφησε το σκοτεινό βασίλειο του Άδη, έφτασε στου Απόλλωνα το ιερό, ξύπνησε τις Ερινύες κι άρχισε τα παράπονα που δεν νοιάζονταν για το αίμα της κι αφήσαν ατιμώρητο τον φονιά της. Σαν είδαν να έχει φύγει ο Ορέστης οι χθόνιες θεές κατηγόρησαν πως αυτός, ένας νέος ολύμπιος θεός έδειχνε περιφρόνια στις πανάρχαιες χθόνιες θεότητες. Αγανάκτησε ο Φοίβος και τις έδιωξε από το ναό του. Έτρεξαν αυτές και βρήκαν τον Ορέστη να κατευθύνεται στην Αττική, τον πήραν στο κυνήγι κι αυτός αλαφιασμένος, χωρίς να πάρει ανάσα, πρόστρεξε στης Αθηνάς το ναό και ρίχτηκε στο άγαλμά της τρέμοντας από το φόβο. Τ’ αγκάλιασε και ζήτησε την προστασία της.
Η κόρη του Δία προσφέρθηκε να τον προστατέψει, εξάλλου δεν μπορούσε να διώξει από το ιερό της τον ικέτη. Τότε οι Ερινύες μίλησαν τα από τους παλιούς αναγνωρισμένα δικαιώματά τους πάνω στους φονιάδες, κι ακόμα περισσότερο σ’ αυτόν τον μητροκτόνο, κι απείλησαν με καταστροφές και λοιμό την Αθήνα, αν η Αθηνά δεν αναγνωρίσει το δίκιο τους. Αφού αθάνατοι και θνητοί τη λόγιαζαν για σοφή, της ανάθεσαν ο Ορέστης και οι Ερινύες να λύσει τη διαφορά τους. Μα αυτή προτίμησε να μη βγάλει μόνη κρίση και συγκάλεσε τον Άρειο Πάγο (*26). Ήταν ένα ορκωτό δικαστήριο, που το αποτελούσαν οι εκλεκτότεροι Αθηναίοι, που συγκεντρώνονταν στο λόφο απέναντι από την Ακρόπολη. Πριν την σύγκλιση, η Αθηνά δήλωσε πως ο Ορέστης θα θεωρούνταν αθώος σε περίπτωση ισοψηφίας.
Στη δίκη παρουσιάστηκε μάρτυρας και συνάμα συνήγορος του Ορέστη ο Απόλλωνας. Είπε πως εκπροσωπούσε τον πατέρα του Δία, γιατί αυτός, σαν βασιλιάς των θεών, του έδινε τους χρησμούς για τους θνητούς. Μετά από την απολογία του Ορέστη, που υποστήριξε πως ό,τι έπραξε το έκανε σύμφωνα με το χρησμό που πήρε, ο Φοίβος προέβαλε το επιχείρημα πως το χρέος απέναντι στον πατέρα είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι στη μητέρα, γιατί ο άντρας γεννάει το παιδί. Η γυναίκα είναι σαν τη γη που δέχεται τον σπόρο. Επομένως ο νέος ήταν υποχρεωμένος να εκδικηθεί του γονιού του το φόνο. Οι Ερινύες αντέκρουσαν τον Απόλλωνα με αντεπιχείρημα, λέγοντας πως η γυναίκα δίνει το αίμα της στο παιδί που γεννάει. Έτσι ο Ορέστης δολοφόνησε πρόσωπο με το ίδιο αίμα, ενώ η Κλυταιμήστρα δεν είχε το ίδιο αίμα με τον Αγαμέμνονα που δολοφόνησε.
Στο τέλος της δίκης ψήφισαν οι αρειοπαγίτες, με τους μισούς να αθωώνουν τον Ορέστη και οι μισοί να τον καταδικάζουν. Τότε τάχτηκε και η Αθηνά, που είπε μιας και δεν γεννήθηκε από μάνα, τάσσεται με τους άντρες. Έτσι ο Ορέστης αθωώθηκε.
Η χαρά του νέου ήταν απερίγραπτη. Γεμάτος ευγνωμοσύνη δηλώνει πως θα είναι σύμμαχος με τους Αθηναίους και υπόσχεται αιώνια φιλία. Τώρα δικαιωμένος θα μπορούσε να γυρίσει στο Άργος για να βασιλέψει δίκαια και συνετά.
Όσο για τις Ερινύες, αυτές θύμωσαν πολύ γιατί οι Αθηναίοι δικαστές τις πρόσβαλαν. Απείλησαν να κάνουν μεγάλο κακό στην πόλη. Με μεγάλο κόπο η Αθηνά κατόρθωσε να τις εξευμενίσει, υποσχόμενη πως οι κάτοικοι θα τις τιμούν σαν καλόγνωμες Ευμενίδες. ]]
Τα βάσανα του Ορέστη, που ακολούθησαν τον διπλό φόνο του, μα κύρια για το φόνο της μάνας του, μας δίνει με δραματικό τρόπο ο Ευριπίδης στην τραγωδία του “Ορέστης”. Δεν χάρηκε την εκτέλεση του χρέους απέναντι στον πατέρα του ο γιος του Αγαμέμνονα. Η ευαίσθητη φύση του δίνει έδαφος στις τύψεις να τον ελέγξουν. Συντρίβεται ο συναισθηματικός του κόσμος.
Η μεταφυσική γνώση μας διδάσκει πως μετά το “φυσικό σώμα” υπάρχουν κι άλλα σώματα, λεπτότερα κι επομένως μη εμφανή. Μετά το φυσικό είναι το “αιθερικό”, δηλ. το ενεργειακό μας σώμα, αυτό που ζωογονεί κι ενεργοποιεί το φυσικό. Το επόμενο είναι το “αστρικό σώμα”, δηλ. το σώμα των συναισθημάτων. Και το αμέσως επόμενο είναι το “νοητικό”, δηλ. το σώμα των σκέψεων (*26). Η σύνθεση των τριών σωμάτων, που ο πολύς κόσμος δεν γνωρίζει, αποτελεί χονδρικά την λεγόμενη “αύρα”, την οποία όλοι, λίγο ή πολύ έχουν ακουστά ή γνωρίζουν. Η ισχύς αυξάνει από το φυσικό προς το νοητικό. Οι βαριές σκέψεις ενοχής του Ορέστη, τα έντονα συναισθήματα που ένιωσε όταν τον ικέτευε να την λυπηθεί γυμνώνοντας το στήθος, με το οποίο τον βύζαξε, τα συναισθήματα λύπης όταν αντίκρισε νεκρή τη μάνα του, δηλ. η έντονη διεργασία στο νοητικό και το αστρικό σώμα, ξέσπασαν στο φυσικό σώμα, το ασθενέστερο, κι έτσι ο νέος αρρώστησε βαριά. Γι’ αυτό ο Ευριπίδης μας τον παρουσιάζει στην αρχή της τραγωδίας του πολύ άρρωστο. Στην πρώτη σκηνή ο Ορέστης κοιμάται βαθιά, ενώ η Ηλέκτρα μονολογεί:
« Την αδικία γιατί να κατακρίνω
του Φοίβου; Τον Ορέστη έπεισε εκείνος
να σφάξει τη μητέρα του, μια πράξη
που δεν τιμάει κανείς. Όμως πιστεύοντας
στο θεό, την εσκότωσε· βοήθησα
κι εγώ στο φόνο μ’ όση μπόρεση έχει
μια γυναίκα· μαζί μας κι ο Πυλάδης
εστάθηκε σ’ αυτά βοηθός μας.
Αρρώστια τρομερή λιώνει από τότε
τον δύστυχο Ορέστη και στο στρώμα
κείτεται εδώ· της μάνας του το αίμα
τον σέρνει, σε μανίες βυθίζοντάς τον·
τρέμω να πω με τ’ άλλο τ’ όνομά τους
τις θεές Ευμενίδες που χιμούνε
πάνω του φοβερές. Περάσαν έξι
μέρες που το κορμί της σκοτωμένης
μάνας μας εξαγνίστηκε στη φλόγα
κι ετούτος μήτε δέχεται να φάει,
μήτε το σώμα του θέλει να λούσει·
δακρύζει, στα σκεπάσματα κρυμμένος,
σαν τον αφήνει η αρρώστια και ξαναέχει
τα λογικά του, κι άλλοτε πηδώντας
απ’ τα στρωσίδια, τρέχει σαν πουλάρι
που το ζυγό του εξέφυγε. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 28-45 )
Για να καταλήξει η νέα:
« Φευ μόχθων· « Αχ! Συμφορές. Άδικος τότες,
άδικος άδικα τότ’ άρ’ έλακεν έλακεν, από- άδικα χρησμοδότησε ο Λοξίας
φονον ότ’ επί τρίποδι Θέμιδος άρ’ εδίκασε όταν από τον τρίποδα της Θέμιδας
φόνον ο Λοξίας εμάς ματέρος. » το φόνο πρόσταξε της μάνας. »
Μετά ο ποιητής παρουσιάζει τον Ορέστη να ξυπνάει και ν’ αρχίζει το μαρτύριό του. Οι Ερινύες βασανίζουν το ρηγόπουλο που φαντάζει παραλοϊσμένο, ενώ η αδερφή του προσπαθεί να τον συνεφέρει:
« ΗΛ.: Αχ! αδερφέ, το βλέμμα σου θολώνει·
είχες το νου σου κι ήρθε ευθύς η τρέλα.
ΟΡ.: Σε ικετεύω, μάνα, μη μου στέλνεις
τις αιματόβαδες δρακόντισσες
Να τες, να τες κοντά, και μου χιμούνε.
ΗΛ.: Ήσυχος μείνε, δύσμοιρε, στο στρώμα·
τίποτα δεν κοιτάς, κι ας το λογιάζεις.
ΟΡ.: Θα μ’ αφανίσουν, Φοίβε, οι σκυλοπρόσωπες
φριχτές θεές, ιέρειες του Άδη, οι τρομερές.
ΗΛ.: Μη με κρατάς· είσαι Ερινύα, που μ’ αρπάζεις,
για να με ρίξεις στα Τάρταρα.
ΗΛ.: Α! η δύστυχη, ποιος θα με βοηθήσει,
που ‘χουμε κάνει τους θεούς εχθρούς μας;
ΟΡ.: Δώσε μου το κεράτινο δοξάρι
που ο Λοξίας μου χάρισε και μου είπε
μ’ αυτό τις άγριες θεές να διώχνω,
όταν μου ρίχνονται λυσσοκοπώντας.
Κάποια θεά θα χτυπηθεί απ’ το χέρι
θνητού, άμα δε χαθείτε απ’ τη ματιά μου.
Ακούτε; Δε θωρείτε τις σαΐτες
τις φτερωτές που ρίχνονται απ’ το τόξο
το μακροτίναχτο; Άα, α· λοιπόν τι αργείτε;
Πετάξτε στον αιθέρα· τις μαντείες
του Φοίβου να κατηγοράτε. Άαχ!
Τι με ταράζει; Γιατί μέσ’ απ’ το στήθος
βγαίν’ η ανάσα μου λαχανιασμένη;
Πού κι από πού με σέρνουν απ’ το στρώμα;…
Πάλι απ’ το κύμα βλέπω τη γαλήνη.
Γιατί, αδερφή μου, κλαις γερτή στα πέπλα;
Ντρέπομαι να φορτώνω τόσους πόνους
και την αρρώστια μου σε μια παρθένα.
Για τα δεινά μου μη στεναχωριέσαι·
γιατί εσύ συμφώνησες μονάχα,
μα εγώ έσφαξα τη μάνα· το Λοξία
κατηγορώ που μ’ έσυρε σε πράξη
ανόσια, με τα λόγια ευφραίνοντάς με,
με τα έργα όμως όχι. Το γονιό μου
κατάματα αν τον έβλεπα, ρωτώντας
αν πρέπει να σκοτώσω τη μητέρα,
νομίζω πως πολλές φορές το χέρι
θα μου άπλωνε στα γένια με ικεσία
να μη βυθίσω το σπαθί στη μάνα·
γιατί έτσι μήτε αυτός θα ξαναρχόταν
στο φως, κι εγώ θα φορτωνόμουν τέτοιο
κακό. Τώρα, αδερφή μου, το κεφάλι
ξεσκέπασε και πάψε πια το θρήνο,
κι ας είμαστε σε τέτοια δυστυχία.
Κι όταν απελπισμένο θα με βλέπεις,
να με παρηγορείς και ν’ αλαφρώνεις
τον τρόμο και το σαλεμένο νου μου·
κι όταν εσύ στενάζεις, πλάι σου θα ‘μια
μ’ αγάπη να σε γαληνεύω· έτσι ταιριάζει
να παραστέκεις τον αγαπημένο. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 253- 300 )
Ακόμη κι ο χορός, που αποτελείται από γυναίκες του Άργους, προσπαθεί να εξευμενίσει τις φοβερές γριές του Άδη. Παρακαλεί να πάψουν να καταδιώκουν τον βασανισμένο γιο του Αγαμέμνονα:
« Άα! Εσείς
φτερωτές, γοργοκίνητες,
θεές ξέφρενες,
που σας έλαχε πένθιμος θίασος
όλο γόους και δάκρυα,
ζοφερές Ευμενίδες·
που τον τρίσβαθο αιθέρα ταράζετε
τιμωρώντας τους φόνους, τα αίματα,
σας προσπέφτω με ικεσίες θερμές,
το γιο του Αγαμέμνονα αφήστε
να ξεχάσει τη λύσσα
της πικρής του μανίας.
Τα βάσανα, αλίμονο, δύστυχε,
να υπομείνεις εδιάλεξες, όταν
απ’ τον τρίποδα ο Φοίβος προφήτεψε
κι εσύ εδέχτης τα λόγια του
το κεφάλι σου ακουμπώντας στο χώμα
μπρος στ’ απόκρυφο κέντρο,
που του κόσμου το λεν ομφαλό. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 316- 331 )
Ήταν η περίοδος που, μετά από πολλές περιπλανήσεις, γύρισε στην πατρίδα του ο Μενέλαος. Σαν πήγε να δει τα ανίψια του, αντίκρισε τον Ορέστη να είναι ζωντανός νεκρός. Πάνω στη συζήτησή τους, για τα αίτια της κατάντιας του, ο νέος του απαντάει πως αιτία είναι ο έλεγχος από τη συνείδηση:
« ΜΕ.: Θεοί, τι βλέπω; Κάποιον πεθαμένο;
ΟΡ.: Σωστά· δε ζω από τα δεινά, το φως κι ας βλέπω.
ΜΕ.: Πώς σ’ αγριέψαν, δόλιε, τα μαλλιά σου.
ΟΡ.: Με τυραννούν τα έργα μου, όχι η όψη.
ΜΕ.: Φριχτά κοιτάς με τα στεγνά σου μάτια.
ΟΡ.: Πάει το κορμί μου· τ’ όνομα έχω μόνο.
ΜΕ.: Πόσο αναπάντεχα έτσι έχεις αλλάξει.
ΟΡ.: Να με ο φονιάς της δύστυχής μου μάνας.
ΜΕ.: Τ’ άκουσα, σώπα· μη μιλάς γι’ αυτό καθόλου.
ΟΡ.: Σωπαίνω· μα ο θεός με τυραννάει.
ΜΕ.: Τι έχεις; Ποια αρρώστια σε αφανίζει;
ΟΡ.: Είναι η συνείδηση, να ξέρω τι έχω πράξει. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 385-396 )
Ο Ορέστης του λέει πως γνωρίζει πως είναι ανόσιος, μα έπρεπε ν’ αποδώσει δικαιοσύνη: « ἐγᾦδ’, ἀνόσιός εἰμί μητέρα κτανών, ὅσιος δέ γ’ ἕτερον ὄνομα, τιμωρῶν πατρί » [ ξέρω, ανόσιος είμαι που έσφαξα τη μάνα, όμως και δίκαιος που εκδικήθηκε έτσι το φόνο του πατέρα ]
Ο γιος της σκοτωμένης, όταν τον κατηγόρησε ο παππούς του Τυνδάρεως για το φόνο της κόρης του, θέλησε να δικαιολογήσει την πράξη του. Είπε, λοιπόν, στον παππού του:
« Τι έπρεπε να κάμω; Να λογιάσεις
αυτά τα δυο. Μ’ έχει ο γονιός φυτέψει
κι η κόρη σου με γέννησε, το σπέρμα
καθώς η γη παίρνοντας από κάποιον·
χωρίς πατέρα τέκνο δε γεννιέται.
Εσκέφτηκα λοιπόν πως είχα χρέος
στον αρχηγό της ρίζας μου που μ’ έχει
κάνει, παρά σ’ αυτή που μ’ έχει θρέψει.
Η κόρη σου –ντροπή μου να τη λέω
μάνα- πλάγιασε στο κρεβάτι μ’ άλλον
κρυφά, δίχως μυαλό· όταν εκείνην
κακολογώ, τον εαυτό μου βρίζω·
μα θα μιλήσω. Μέσα στο παλάτι
κρυφός της άντρας ήταν ο Αίγισθος.
Τον σκότωσα, θυσίασα κατόπι
τη μάνα μου, μια πράξη ανόσια βέβαια,
μα το ‘κανα εκδικώντας τον πατέρα.
Και όσο για τις φοβέρες σου πως πρέπει
να με λιθοβολήσουν, την Ελλάδα
μάθε πως ωφελώ. Άμα οι γυναίκες
φτάσουν σε τόσο θράσος να σκοτώνουν
τους άντρες τους κι ύστερα στα παιδιά τους
να καταφεύγουν με γυμνά τα στήθη
για να τα συγκινήσουν, τότε θα ‘ναι
για κείνες ένα τίποτα να σφάζουν
τους άντρες μ’ όποια αιτία κι αν βρίσκουν.
Μα κάνοντας εγώ τη φριχτή πράξη,
καθώς την ονομάζεις, έχω βάλει
τέρμα στο νόμο αυτόν. Με δίκαιο μίσος
τη μάνα μου που ‘χει προδώσει
τον άντρα της φευγάτο απ’ το παλάτι,
τον πρώτο στρατηγό όλης της Ελλάδας,
κι ατίμασε την κλίνη της. Όταν είδε
το σφάλμα της, μονάχη τον εαυτό της
δεν τιμώρησε, αλλά για να προλάβει
την τιμωρία που θα ‘χε απ’ το γονιό μου,
δίχως καν να διστάσει, τον σκοτώνει.
Για τους θεούς- κι είναι κακό για φόνο
θεούς να μνημονεύω- αν επαινούσα
σωπαίνοντας την πράξη της μητέρας,
τι θα ‘κανε για μένα ο σκοτωμένος;
Η οργή του δε θα μ’ έριχνε στο μαύρο
χορό των Ερινύων; Ή βοηθάνε
τη μάνα μου οι θεές κι εκείνον όχι
που πιο πολύ αδικήθηκε; Εσύ, γέρο,
μ’ αφάνισες, που ‘χεις γεννήσει κόρη
τόσο κακιά· το θράσος της μου πήρε
τον πατέρα και μ’ έχει κάνει μητροκτόνο.
Βλέπεις πως τη γυναίκα του Οδυσσέα
δε σκότωσε ο Τηλέμαχος· τι εκείνη
δεν άλλαξε τον άντρα μ’ άλλον άντρα
κι έχει στο σπιτικό της τίμιο στρώμα.
Βλέπεις πως τον Απόλλωνα που απάνω
στέκει στον ομφαλό της γης κι αλήθειες
μοιράζει στους θνητούς και σ’ ό,τι λέει
τον υπακούμε. Κι εγώ την προσταγή του
υπάκουσα, σκοτώνοντας τη μάνα.
Αυτόν λοιπόν ανόσιο λογαριάστε
και σκοτώστε τον. Το σφάλμα εκείνου
κι όχι δικό μου. Τι έπρεπε να κάνω;
Ή δεν μπορεί ο θεός που του προσπέφτω,
το μίασμα να ξεπλύνει; Προστασία
πού να γυρέψεις, αν αυτός που σου ‘χει
δώσει την προσταγή, δε σε γλιτώσει
απ’ το χαμό; Λοιπόν μη λες πως τούτα
δεν ήτανε σωστά, μα πως μας φέραν
όσα έχουμε πράξει δυστυχία.
Αν ευτυχούν οι γάμοι, τότες είναι
κι η ζωή των θνητών μακαρισμένη·
μα όταν δεν παν καλά, μέσα στο σπίτι
κι όξω απ’ αυτό πλανιέται η δυστυχία. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 551- 604 )
Στην κατάληξη αυτή του λόγου του Ορέστη, επενέβη ο χορός για να πει: « αιεί γυναίκες εμπδών ταις συμφοραίς έφυσαν ανδρών προς το δυστυχέστερον » [ στις συμφορές πάντα οι γυναίκες κάνουν τους άντρες πιο πολύ δυστυχισμένους ].
Ο Ευριπίδης μας αναφέρει πως οι Αργείτες καταδίκασαν σε θάνατο τον φονιά Ορέστη, αλλά και τη συνεργό του Ηλέκτρα. Η απόφασή τους ήταν οι καταδικασθέντες να σκοτωθούν από μόνοι τους. Τα παιδιά του Αγαμέμνονα έχουν μεγάλα παράπονα από το θείο τους Μενέλαο, που στο δικαστήριο δεν πήρε το μέρος τους. Αυτός και η γυναίκα του Ελένη ήσαν οι αίτιοι της συμφοράς τους, γιατί αν δεν έλειπε ο πατέρας στην Τροία δέκα χρόνια, δεν θα απατούσε τον Αγαμέμνονα η Κλυταιμήστρα κι ούτε θα γινόταν η θυσία της Ιφιγένειας, αιτία του μίσους της μάνας τους προς τον πατέρα. Γι’ αυτό αποφάσισαν πριν βάλουν τέλος στη ζωή τους να εκδικηθούν τον Μενέλαο, σκοτώνοντας την Ελένη. Ο Πυλάδης προθυμοποιείται να τους βοηθήσει. Ανάμεσα στους δύο φίλους γίνεται ένας διάλογος, από τον οποίο παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
« ΠΥ.: …Φίλος πώς θα φανώ σωστός, αν στα δεινά σου
τα φοβερά βοήθεια δε σου δώσω;
ΟΡ.: Καλά το λεν αυτό, φρόντισε να ‘χεις
όχι μονάχα συγγενείς, μα φίλους·
γιατί όποιος, ξένος όντας, στις δικές σου
λιώνει τις δυστυχίες, αυτός ο φίλος
πιο πολύ κι από μύριους συγγενείς αξίζει. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 802- 806 )
Τα δύο αδέρφια, αφού έκαναν το καθήκον τους, τιμωρώντας τους φονιάδες του Αγαμέμνονα, είναι έτοιμα ν’ αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της πράξης τους. Είναι έτοιμοι να πεθάνουν. Γι’ αυτό λέει ο Ορέστης:
« ………..Όμως, μπρος, καθώς αξίζει
στον Αγαμέμνονα, μ’ αντρειωμένη
πράξη να σκοτωθούμε. Εγώ στην πόλη
την αψηλή γενιά μου θ’ αποδείξω,
το σκώτι μου τρυπώντας μ’ ένα ξίφος·
κι εσύ πρέπει τα ίδια να τολμήσεις.
Πυλάδη, στο χαμό μας εσύ γίνε
μόνος κριτής και μόλις σκοτωθούμε
φρόντισε τα κορμιά μας και στον τάφο
τον πατρικό να θάψεις και τους δυο μας. » ( Ευριπίδης, “Ορέστης” 1060- 1068 )
Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του παρουσιάζει την Ηλέκτρα, στο σχέδιο για τη δολοφονία της Ελένης, ώστε να εκδικηθούν τον Μενέλαο, να πιάσουν πρώτα όμηρο την Ερμιόνη, την κόρη των ρηγάδων της Σπάρτης. Μπαίνουν στο παλάτι για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο. Κάποιος δούλος της Ελένης, Φρύγας στην καταγωγή, περιγράφει την προσπάθεια του Ορέστη να την σκοτώσει. Όμως δεν πρόλαβε, Γιατί μέσα σε μια νεφέλη η Ελένη χάθηκε. Κι όταν ο Ορέστης απειλεί να σκοτώσει την Ερμιόνη και να βάλει φωτιά στο παλάτι, επιφαίνεται στο θεολογείο ο Απόλλωνας που αναγγέλλει την ανάληψη της Ελένης και την μετατροπή της σε θεότητα. Μετά την αθώωση του Ορέστη από τον Άρειο Πάγο στην Αθήνα και τον γάμο του με την Ερμιόνη. Έτσι τελειώνει η τραγωδία “Ορέστης”.
Συνέχεια της μυθικής αυτής ιστορίας έχουμε με την τραγωδία “Ευμενίδες του Αισχύλου. Ο Ορέστης, καθώς καταδιώκεται από τις Ερινύες, βρίσκει καταφυγή στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο θεός για να τον απαλλάξει προσωρινά από τα δεινά του, κοιμίζει τις χθόνιες αυτές θεότητες και ζητάει από τον Ερμή να τον συντρέξει να ανακουφίσουν τον γιο του Αγαμέμνονα. Απευθύνεται ο νεαρός στον θεό και του λέει:
« Ω! βασιλιά μου Απόλλωνα, γνωρίζεις
να μη αδικείς· κι αφού το ξέρεις, έχε
την έγνοια μου· είναι η δύναμή σου
η πιο καλή προφύλαξη για μένα. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 85- 87 )
Ο θεός τον διαβεβαιώνει πως συνέχεια να του συμπαραστέκεται και του ζητάει να φύγει γρήγορα για την Αθήνα:
« Δε θα σε παρατήσω, φύλακάς σου
θα στέκομαι στο πλάι σου ως το τέλος,
κι ας είμαι αλάργα, κι ούτε στους εχθρούς σου
θα δείξω μαλακός. Βλέπεις, πιαστήκαν
οι ξέφρενες αυτές· έχουνε τώρα
παραδοθεί στον ύπνο οι σιχαμένες
πανάρχαιες γριές, κόρες της Νύχτας,
που κανείς άνθρωπος, θεός, μήτε θηρίο,
ποτέ δεν τις ζυγώνει· γεννηθήκαν
για το κακό και στο σκοτάδι
ζούνε του Τάρταρου, στης γης τα βάθη
με των θνητών και των θεών το μίσος.
Φεύγα και μη δειλιάσεις. Γιατί πάντα
ξοπίσω σου θα τρέχουν κι όταν σέρνεις
σε τόπους πολυπάτητους το βήμα
και στις απέραντες στεριές κι αλάργα,
πέρα απ’ τη θάλασσα και τα νησιά της.
Μην κουραστείς τους μόχθους να σηκώσεις·
όταν στην πόλη φτάσεις της Παλλάδας,
γονάτισε κι αγκάλιασε τ’ αρχαίο
ξόανο της θεάς. Εκεί για τούτα
κριτές θα σε δικάσουν και με λόγια
μιλώντας πειστικά θα βρω τον τρόπο
για πάντα να σε σώσω απ’ τα δεινά σου.
Γιατί εγώ σε πρόσταξα να σφάξεις
τη μάνα σου. Να το θυμάσαι, μήτε
να πλημμυρίζει την ψυχή σου ο φόβος.
Κι εσύ, αδερφέ μου Ερμή, που ‘χεις του ίδιου
μ’ εμέ πατέρα το αίμα, φύλαγέ τον
κι όπως ταιριάζει στ’ όνομά σου γίνε
του ικέτη μου οδηγός που συνοδεύεις·
τιμά των ικετών το δίκιο ο Δίας,
όταν καλή τους οδηγάει τύχη. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 64-93 )
Σαν έφτασε στην πόλη της Παλλάδας, αμέσως πήγε στο ναό της και ικέτης πρόσπεσε στο ξόανό της λέγοντας:
« Βασίλισσα Αθηνά, με του Λοξία
φτάνω τις προσταγές· με καλοσύνη
δέξου με τον κατάρατο, προσπέφτω
όχι με τα χέρια τώρα ματωμένα,
μα έχει ξεθωριάσει πια του φόνου
το μόλυσμα, καθώς πάνω στους άλλους
το ‘τριψα ανθρώπους και στα ξένα σπίτια
που βρέθηκαν στο διάβα μου, περνώντας
θάλασσα και στεριά, πιστός στου Φοίβου
τις προφητείες· ήρθα στο ναό σου,
και στ’ άγαλμά σου πλάι πεσμένος,
θα καρτερώ, θεά, να γίνει κρίση. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 235- 243 )
Μετά αναφέρει για τον εξαγνισμό του από τον ίδιο τον Απόλλωνα:
« Τα βάσανα με δίδαξαν και ξέρω
τρόπους πολλούς του καθαρμού, που πρέπει
να στέκω σιωπηλός ή να μιλάω·
μα τώρα να μιλήσω μου ‘χει δώσει
την άδεια δάσκαλος σοφός· το αίμα
μαραίνεται απ’ τα χέρια μου και σβήνει
κι είναι του μητροκτόνου ξεπλυμένο
το μίασμα πια. Γιατί νωπό σαν ήταν,
στου Φοίβου το βωμό με μια θυσία
χοίρου το ξόρκισα· θα ‘χα να λέω
σε μάκρος, αν εξιστορούσα πόσους
ζύγωσα ανθρώπους που όμως δεν επάθαν
τίποτα το κακό. Καθώς ο χρόνος
γερνάει, μαζί του σβήνει κι όλα τ’ άλλα.
Και τώρα ευλαβικά μ’ αγνά τα χείλη
κράζω τη δέσποινα της χώρας τούτης
των Αθηναίων να με συντρέξει· δίχως
να κάνει πόλεμο, πιστό της πάντα
σύμμαχο με το δίκιο της να πάρει
κι εμένα και τη γη μου κι όλο τ’ Άργος. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 276- 291 )
Στη συνέχεια καταφτάνουν οι Ερινύες, που διεκδικούν το δίκιο τους. Η Αθηνά ζητάει από τους αντίδικους να πουν την ιδιότητά τους ή την καταγωγή τους και την αιτία της διαφοράς τους:
« ΧΟ.: Τα πάντα ευθύς, κόρη του Δία, θα μάθεις.
Της Νύχτας οι φριχτές είμαστε κόρες,
κι Αρές στον Κάτω Κόσμο μας φωνάζουν.
ΑΘ.: Ξέρω το γένος σας και τ’ όνομά σας.
ΧΟ.: θα μάθεις τώρα και τ’ αξίωμά μας.
ΑΘ.: Αν καθαρά μου το εξηγήσει κάποια.
ΧΟ.: Από τα σπίτια τους φονιάδες κυνηγούμε.
ΑΘ.: Και το κυνήγι τούτο πού τελειώνει;
ΧΟ.: Εκεί που τη χαρά ποτέ δε νιώθουν.
ΑΘ.: Έτσι κι αυτόν χουγιάζεις κυνηγώντας;
ΧΟ.: Χρέος του λόγιασε τη μάνα του να σφάξει.
ΑΘ.: Τάχα φοβόταν το θυμό ενός άλλου;
ΧΟ.: Υπάρχει αιτία μητροκτόνο να τον κάνει;
ΑΘ.: Αντίδικοι είστε δύο, μ’ ακούω τον ένα.
ΧΟ.: Όρκο από μας δε δέχεται ούτε δίνει.
ΑΘ.: Να ‘σαι στα λόγια δίκαιη θες, όχι στην πράξη.
ΧΟ.: Πώς; Λέγε μου· σοφία δε σου λείπει.
ΑΘ.: Τ’ άδικο μ’ όρκους λέω να μη νικάει.
ΧΟ.: Ρώτησε εσύ και βγάλε δίκαια κρίση.
ΑΘ.: Πέφτει σε με λοιπόν ν’ αποφασίσω;
ΧΟ.: Πώς όχι; Όπως τ’ αξίζεις σε τιμούμε.
ΑΘ.: Ξένε, σ’ αυτά τι θες με τη σειρά σου
να πεις; Λέγε το γένος σου, τη χώρα
και τα δεινά που τράβηξες, κατόπι
την κατηγόρια τούτη ν’ αντικρούσεις,
στο δίκιο σου αν πιστεύεις, έτσι
που ‘χεις προσπέσει στην εστία
κρατώντας τ’ άγαλμά μου, ικέτης
σαν τον Ιξίονα σεβαστός· για τούτα
ξάστερη δώσε απόκριση σε μένα.
ΟΡ.: Βασίλισσα Αθηνά, πρώτα μιαν έγνοια
βαριά θέλω να διώξω απ’ τα στερνά σου
λόγια. Δεν είμαι ικέτης μολυσμένος
μήτε τα χέρια μου ήταν άναγνα, όταν
πρόσπεσα δίπλα στ’ άγαλμά σου. Κι έχω
γι’ αυτά μεγάλη απόδειξη: είναι νόμος
να μη μιλάει κανείς στον μιασμένο
κακούργο, ώσπου να σφάξει κάποιος άντρας
σφαχτάρι τρυφερούδι και ξεπλύνει
με το αίμα το φόνο. Έχει περάσει
καιρός που καθαρίστηκα σε σπίτια
με σφάγια και νερά τρεχούμενα. Έτσι
διώξε σου λέω αυτήν την έγνοια· τώρα
θα μάθεις τη γενιά μου· Αργίτης είμαι·
και τον πατέρα μου καλά γνωρίζεις,
τον Αγαμέμνονα, τον αρχηγό του στόλου·
μαζί του εσύ εξολόθρεψες την πόλη
της Τροίας. Μα όταν γύρισεν εκείνος
στο σπίτι του, κακό θάνατο βρήκε·
τον έσφαξε η μαυρόψυχή μου μάνα,
σε δίχτυα πλουμιστά τυλίγοντάς τον,
που μαρτυρήσαν του λουτρού το φόνο.
Κι εγώ που ήμουν εξόριστος ως τότε,
πίσω ξανά σαν πήγα στην πατρίδα,
σκότωσα τη μητέρα, δεν τ’ αρνιέμαι,
του αγαπημένου μου γονιού το φόνο
πληρώνοντας με φόνο. Είναι μαζί μου
συνένοχος σε τούτα κι ο Λοξίας,
που μου προφήτευε πως πλήθος πόνοι
και πάθη την καρδιά μου θα σπαράζαν,
αν όλα αυτά δεν κάνω στους ενόχους.
Αν έχω δίκιο ή άδικο εσύ κρίνε·
και θα δεχτώ την πάσα απόφασή σου.
ΑΘ.: Είναι βαρύτερο το πράγμα απ’ όσο
θα λογάριαζε κανείς πως θα μπορούσαν
να το δικάσουν οι άνθρωποι· δε στέκει
μήτε σε με να κρίνω δίκες φόνου
που για εκδίκηση έγινε· εσύ πάλι
κατά το νόμο εξαγνισμένος ήρθες,
ικέτης καθαρός, δίχως να φέρεις
μόλυσμα στο ναό μου και νομίζω
στην πόλη πως δε δίνεις κατηγόρια.
Όμως και τούτες εύκολα δε φεύγουν·
Κι αν κερδίσουνε τη δίκη,
κατόπι απ’ την καρδιά τους θα σταλάξει
φαρμάκι, που θα γίνει για τη χώρα
αβάσταχτη και μαύρη αρρώστια. Τούτα
έτσι έχουν· να τις διώξω ή να καθίσουν;
Δύσκολα και τα δυο κι άκρη δε βρίσκω.
Αφού ως εδώ το ζήτημα έχει φτάσει,
τους φόνους για να κρίνουν, ορκισμένους
θα βάλω δικαστές που θα ‘χουν σέβας
στον όρκο τους και το θεσμό ετούτο
παντοτινό θα ορίσω. Μαρτυρίες
φέρτε μου κι αποδείξεις που τη δίκη
βοηθούν σωστά. Εγώ τους πιο καλούς μου
διαλέγοντας πολίτες θα ξανάρθω,
που δίχως να πατούν μ’ άδικη γνώμη
τους όρκους των, να βγάλουν δίκαιη κρίση. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 415- 489 )
Για να βγάλει δίκαιη κρίση η θεά συγκάλεσε τον Άρειο Πάγο (*27). Εκεί υπερασπιστής του Ορέστη παρουσιάστηκε ο Απόλλωνας. Στο δικαστήριο έγινε έντονη αντιπαράθεση επιχειρημάτων μεταξύ του θεού και του χορού, που αποτελούσαν οι Ερινύες:
« ΑΠ.: Θα πω σε σας, στο μέγα δικαστήριο
της Αθηνάς, πως δίκαια έχει πράξει,
κι αφού είμαι μάντης, ψέματα δε λέω.
Ποτέ δεν είπα ως τώρα από τους θρόνους
τους μαντικούς χρησμό γι’ άντρα ή γυναίκα
ή και για πολιτεία, χωρίς ο Δίας
πατέρας μου να το προστάξει. Θέλω
να νιώσετε καλά τι δύναμη έχει
το δίκιο αυτό και του γονιού μου λέω
ν’ ακολουθήσετε τη γνώμη. Από το Δία
πιο δυνατός κανείς όρκος δεν είναι.
ΧΟ.: Ο Δίας, καθώς λες, τέτοια μαντεία
σε πρόσταξε να δώσεις στον Ορέστη,
το φόνο να εκδικήσει του γονιού του,
χωρίς να σεβαστεί διόλου τη μάνα;
ΑΠ.: Γιατί το ίδιο είναι άντρας γενναίος
και τιμημένος με θεόσταλτη εξουσία
να σκοτωθεί από μια γυναίκα κι όχι
με βέλη μακροτίναχτα πολέμου
που μια Αμαζόνα θα ‘ριχνε, μα όπως,
εσύ, Αθηνά, θ’ ακούσεις κι όσοι τώρα
κάθεστε εδώ κι η ψήφος σας θα κρίνει
τη δίκη. Από τον πόλεμο σαν ήρθε
κι αφού στα πιο πολλά καλά είχε πάει,
πρόσχαρα τον εδέχτη εκείνη, μα όταν
έβγαινε απ’ το λουτρό, τυλίγοντάς τον
σε πέπλο κεντητό με δίχως άκρες,
τον σφάζει. Τέτοιος θάνατος σας λέω
τον πολυδοξασμένο βρήκεν άντρα,
τον αρχηγό του στόλου. Έτσι για τούτα
μίλησα, καθώς είναι, για να νιώσουν
δίκαιο θυμόν εκείνοι που ταχτήκαν
ν’ αποφασίσουνε γι’ αυτή τη δίκη. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 614- 639 )
H αντιπαράθεση έφτασε στο κατακόρυφο, οπότε αναγκάστηκε να πάει μέρος και η κόρη του Δία:
« ΧΟ.: Πρόσεξε πώς πασκίζεις να τον βγάλεις
αθώο· αφού το χώμα έχει ποτίσει
με το αίμα της μητέρας του, το δικό του
αίμα, θα πάει μετά να κάτσει στ’ Άργος
στα σπίτια του γονιού του; Τι θυσίες,
σε ποιους κοινούς βωμούς θα κάνει;
Στους αγιασμούς των ποιοι θα τον δεχτούνε;
ΑΠ.: Θ’ αποκριθώ σ’ αυτό, στοχάσου τώρα
πόσο σωστά μιλώ· δεν είναι η μάνα,
καθώς τη λένε, κείνη που γεννάει
το τέκνο· θρέφει μόνο τον καινούριο
σπόρο· γεννάει αυτός που σπέρνει
κι αυτή σαν ξένη ξένο σώζει φύτρο,
αν ο θεός δε θα το βλάψει. Φέρνω
κι απόδειξη για τούτο· έχει γεννήσει
πατέρας δίχως μάνα· μάρτυράς μου
να, εδώ του Ολύμπιου Δία η κόρη,
που δεν την έθρεψε κοιλιάς σκοτάδι,
κι όμως καμμιά θεά δε θα γεννούσε
τέτοιο βλαστάρι. Εγώ, Αθηνά, και στ’ άλλα
μεγάλο, όπως λογιάζω, το λαό σου
θα κάνω και τη χώρα σου, κι ετούτον
έστειλα στο ναό σου ικέτη, να ‘ναι
παντοτινά πιστός σε σένα
και να τον έχεις σύμμαχο, κι αυτόνε
και τη γενιά του, και για πάντα ετούτα
με πίστη να κρατούν οι απόγονοί του.
……………………………………………………
ΑΘ.: Πολίτες της Αθήνας, που για πρώτη
φορά κρίνετε φόνο, ακούστε ποιόνε
θεσμό ορίζω· στου Αιγέα τη χώρα
παντοτινά το δικαστήριο τούτο
θα μείνει. Εδώ στο βράχο αυτόν του Άρη
οι Αμαζόνες στήσαν τις σκηνές τους,
όταν από έχθρα στο Θησέα ενάντια
για πόλεμο ήρθαν κι αντίκρυ στην πόλη
καινούριο κι αψηλό πυργώσαν κάστρο
και θυσιάζανε στον Άρη, που έτσι
πήρε από τότε τ’ όνομά του ο βράχος
Άρειος πάγος· καθισμένοι πάνω
σ’ αυτόν ο Σεβασμός κι ο συγγενής του
Φόβος, θα συγκρατούνε τους πολίτες
από την αδικία μέρα και νύχτα,
φτάνει να μην τους παραλλάξουν οι ίδιοι
με νέους νόμους· δε θα βρεις ποτέ σου
να πιείς, αν ξάστερο νερό με λάσπες
βρωμίσεις. Συμβουλεύω το λαό μου
μήτε δεσποτισμό μηδέ αναρχία
να σέβεται κι ολότελα ας μη διώξει
το φόβο από την πόλη του. Ποιος είναι
δίκιος, αν τίποτα δεν τον φοβίζει;
Τέτοιο θεσμό τιμώντας με το σέβας
που πρέπει, δυνατό θα ‘χετε κάστρο
τη χώρα σας να σώζει και την πόλη,
που σαν κι αυτό παρόμοιο δεν υπάρχει
σε κανένα λαό, μήτε στους Σκύθες
μηδέ στου Πέλοπα τα μέρη. Τούτο
στήνω το βουλευτήριο από κέρδη
ανέγγιχτο, σεβάσμιο και στη γνώμη
πάντα αυστηρό, φρουρό της χώρας
ξάγρυπνο και στον ύπνο της ακόμη.
Αυτές οι συμβουλές πήγαν σε μάκρος
που ‘δωσα στο λαό μου για το μέλλον·
μα τώρα σηκωθείτε και την ψήφο
να ρίξετε· τον όρκο σας τιμώντας,
αποφασίστε δίκαια. Τέλειωσα το λόγο. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 652-673 και 681-710 )
Στο τέλος η παρέμβαση της θεάς ήταν καθοριστική. Πήρε το μέρος του Ορέστη, κι ο γιος του Αγαμέμνονα αθωώθηκε:
« Είναι δουλειά μου εγώ τον τελευταίο
λόγο να πω στη δίκη· θα ψηφίσω
για το καλό του Ορέστη. Τι δε μ’ έχει
γεννήσει μάνα και επαινώ τον άντρα
με την ψυχή μου σ’ όλα, εξόν το γάμο
και του γονιού το δίκιο υποστηρίζω.
Έτσι δε λογαριάζω μιας γυναίκας
το θάνατο που σκότωσε τον άντρα,
τον κυβερνήτη του σπιτιού. Ο Ορέστης
νικάει αν βγουν ίσες οι ψήφοι. Βγάλτε
γοργά τις ψήφους απ’ τις κάλπες όσοι
γι’ αυτό το χρέος είσαστε ταγμένοι.
………………………………………….
Ο άντρας είναι αθώος για το φόνο,
γιατί στο μέτρημα ίσοι οι ψήφοι βγήκαν. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 734-743 και 752-753 )
Ο Ορέστης ευχαρίστησε τη θεά, δείχνοντας όλη την ευγνωμοσύνη του, και υποσχέθηκε αιώνια φιλία με την πόλη της, την Αθήνα:
« Ω! Παλλάδα, που το σπίτι μου έχεις σώσει,
και μ’ έφερες ξανά στην πατρική μου
να κατοικήσω γη που πια δεν είχα·
τώρα θα λένε στην Ελλάδα, « ο άντρας
έγινε πάλι Αργίτης κι είναι αφέντης
στα πατρογονικά του πλούτη, με τη χάρη
της Αθηνάς και του Λοξία κι ακόμη
χάρη στον τρίτο αυτόν Σωτήρα Δία,
που όλα τα κυβερνάει »· του γονιού μου
σπλαχνίστηκε το φόνο και με σώζει,
σαν είδε τούτες να ζητούν της μάνας
το δίκιο. Φεύγω τώρα στην πατρίδα,
αφού δώσω στη γη και στο λαό σου
παντοτινό έναν όρκο: Εδώ κανένας
από τη χώρα μου αρχηγός κινώντας, ποτέ του να μη φέρει αρματωμένο
στρατό. Γιατί απ’ τον τάφο μου εγώ τότες
εκείνους που τους όρκους μου πατήσουν
τους τωρινούς, σ’ αφεύγατες θα ρίξω
μεγάλες συμφορές, θα κάνω μαύρο
το δρόμο τους κι απαίσια τα σημάδια
που για το μόχθο τους να μετανιώνουν·
αν όμως τους κρατούνε και την πόλη
τιμούν με συμμαχία της Παλλάδας
πάντα, κι εγώ θα τους συντρέχω τότε.
Χαίρε θεά κι εσύ λαέ της χώρας·
άμποτε τους εχθρούς σου να συντρίβεις
με νικηφόρο και σωτήριο κοντάρι. » ( Αισχύλος, “Ευμενίδες” 754-777 )
Τελείωσαν πια τα βάσανα του Ορέστη. Δικαιώθηκε για τις πράξεις του, δεν θεωρείται ένοχος. Οι ίδιοι θεοί ανέλαβαν την ευθύνη των πράξεών του, όπως λέει σαφώς η Αθηνά: « αλλ’ εκ Διός γαρ λαμπρά μαρτύρια παρήν, αυτός θ’ ο χρήσας αυτός ήν ο μαρτυρών, ως ταύτ’ Ορέστην δρώντα μη βλάβας έχειν » [ από το Δία περίτρανες υπάρχουν αποδείξεις κι ο ίδιος φανερώνει πως μαντείες έδωσε στον Ορέστη ότι κανένα δε θα ‘βρισκε κακό άμα πράξει τούτα.]. Επομένως ο Ορέστης αποκαθίσταται πλήρως στη συνείδησή μας χωρίς το στίγμα του μητροκτόνου. Οι θεοί τον ώθησαν στην αποτρόπαια ενέργεια για να τιμωρήσουν τους δολερούς φονιάδες του Αγαμέμνονα. Είναι ένα όργανο απόδοσης δικαιοσύνης, που άθελά του οδηγήθηκε στο φονικό. Δεν είναι ο στυγνός δολοφόνος, ο αιμοδιψής φονιάς,

Δεν υπάρχουν σχόλια: