Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Η εκδίκηση της Εκάβης

[[ δαμ- ων ]]

Στην Ελληνική μυθολογία αναφέρεται η εκδίκηση της Εκάβης. Η ηλικιωμένη και αιχμάλωτη πρώην βασίλισσα της Τροίας οδηγείται στην εκδίκηση από το μεγάλο πόνο του άδικου θανάτου του γιου της, που δολοφονήθηκε από εκείνον, στον οποίο είχαν αναθέσει να τον προστατεύει. Ας δούμε τι μας παραδίδει ο μύθος:
[[ Όταν άρχισε ο Τρωικός πόλεμος, ο ρήγας της Τροίας Πρίαμος (*1), για να γλυτώσει από του πολέμου τα δεινά το στερνοπαίδι του Πολύδωρο, τον έστειλε στον φίλο του Πολυμήστορα που είχε το βασίλειό του στη Θρακική Χερσόνησο. Κι επειδή δεν γνώριζε των θεών τη βουλή για το αποτέλεσμα του πολέμου, εκτός από τον Πολύδωρο, εμπιστεύτηκε στον φίλο του και μπόλικο χρυσάφι, ώστε να παραδοθεί σε όποιον από τη βασιλική οικογένεια σωζόταν, αν έπεφτε το κάστρο του Ιλίου. Έτσι θα μπορούσε ν’ αρχίσει μια νέα ζωή στα ξένα, μακριά από την κατεστραμμένη χώρα.
Όσο κρατούσε γερά το θεόχτιστο κάστρο της Τροίας, ο κηδεμόνας φρόντιζε τον μικρό Πολύδωρο, δείχνοντάς του αγάπη. Μα το ξακουστό κάστρο έπεσε και κούρσεψαν οι Αχαιοί του Πρίαμου την πόλη. Πολλοί από την οικογένεια του ρήγα σκοτώθηκαν, το ίδιο και ο πονεμένος ρήγας, ενώ οι γυναίκες της οικογένειας πιάστηκαν αιχμάλωτες και μοιράστηκαν σαν λάφυρα στους αρχηγούς των Αχαιών. Γίνηκαν παλλακίδες και συντρόφευαν στο κρεβάτι τους Έλληνες ρηγάδες, αφού οι νόμιμες γυναίκες τους ήσαν πολύ μακριά. Η βασιλοκόρη Κασσάνδρα συντρόφευε τον Αγαμέμνονα, ενώ η νύφη Ανδρομάχη- η γυναίκα του γενναίου Έκτορα- δόθηκε στο γιο του Αχιλλέα, τον Νεοπτόλεμο (*2). Την Εκάβη (*3) πήρε για υπηρέτρια ο Οδυσσέας. Την μικρότερη βασιλοκόρη, την όμορφη Πολυξένη δεν την πήρε κανένας γιατί ήταν ακόμη άγουρη για της Αφροδίτης τα τερτίπια.

Η συνέχεια >>>VagiaBlog…

Βρήκε ευκαιρία, λοιπόν, ο άπληστος Πολυμήστορας να σφετεριστεί το μάλαμα των Τρώων. Για να κάνει δικό του τον ξένο πλούτο έπρεπε να βγει από τη μέση ο φυσικός του κληρονόμος, ο Πολύδωρος. Έτσι ο άκαρδος βασιλιάς σκότωσε το φιλοξενούμενο βασιλόπουλο και το πτώμα του το πέταξε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Αφού τα αφρισμένα κύματα χόρεψαν κάμποσες μέρες το άψυχο κορμί, το ξέβρασαν σε μιαν ερημική αμμουδιά. ]]
Ο Ευριπίδης δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από το μύθο της άτυχης βασίλισσας της Τροίας, που σύρθηκε αιχμάλωτη και δέχτηκε ακόμη και στη σκλαβιά κι άλλα χτυπήματα της μοίρας, σαν να μην της έφταναν τα όσα είχε τραβήξει. Ο τραγικός μας ποιητής έγραψε την τραγωδία “Εκάβη”, όπου παρουσιάζει τα τραγικά χτυπήματα της άμοιρης μάνας, η οποία είδε νεκρά ακόμη δυο παιδιά της.
Στην αρχή παρουσιάζει το φάντασμα του Πολύδωρου να αφηγείται την ιστορία του και τον άδικο θάνατό του:
« Του σκοταδιού τις πύλες έχω αφήσει
και των νεκρών τους τόπους, όπου ο Άδης
χώρια απ’ τους άλλους ζει θεούς, κι εδώ ήρθα
εγώ, ο Πολύδωρος, το τέκνο του Πριάμου
και της Εκάβης, της κόρης του Κισσέα•
σαν ένιωσε ο γονιός μου πως η Τροία
κινδύνευε να πέσει απ’ το κοντάρι
το ελληνικό, φοβήθη και με στέλνει
κρυφά έξω απ’ τη χώρα, στου Θρακιώτη
φίλου του Πολυμήστορα το σπίτι,
που της Χερσόνησος τον πλούσιο κάμπο
σπέρνει, και κυβερνάει αλογατάρη
λαό. Και περισσό χρυσάφι βγάζει
μαζί μου, που αν θα τύχαινε να πέσουν
της Τροίας τα τείχη κάποτε, όσα μέναν
παιδιά του ζωντανά, να ’χουν να ζούνε.
Ο πιο μικρός από τους Πριαμίδες
ήμουν εγώ, γι’ αυτό με φευγατίζει,
γιατί δεν μπόραγα όπλα να σηκώσω
ούτε σπαθί στο παιδικό μου χέρι.
Κι όσο της πόλης έστεκαν τα κάστρα
ορθά κι οι πύργοι αγκρέμιστοι απομέναν,
όσο νικούσε ο Έκτορας στη μάχη,
καλοπερνούσα εγώ πλάι στο Θρακιώτη,
το φίλο του γονιού μου, κι ως βλαστάρι
ο δύσμοιρος μεγάλωνα. Όταν όμως
πήραν την Τροία κι ο Έκτορας εχάθη,
και του πατέρα γκρέμισαν το σπίτι,
και τους θεόχτιστους βωμούς απάνω
έπεσε αυτός σφαγμένος απ’ το χέρι
το ανόσιο του γιου του Αχιλλέα
τότες ο Πολυμήστορας κι εμένα
τον έρμο με σκοτώνει για το βιός μου
και μ’ έριξε στο πέλαγο, για να ’χει
στο σπίτι του δικό του το χρυσάφι.
Άκλαυτος, δίχως τάφο, στ’ ακρογιάλι
κείτομαι τώρα, αφού στ’ αγριεμένο
κύμα τόσες φορές δερνοχτυπιόμουν.
Άφησα το κουφάρι μου και γύρω
απ’ τη γλυκιά μου μάνα την Εκάβη
φτεροκοπάω ανάερος τρεις μέρες
όσον καιρόν είναι φερμένη η δόλια
σε τούτη τη χερσόνησο απ’ την Τροία. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη”1-34 )
Ο άπληστος και βάρβαρος Πολυμήστορας, που είναι το αντικείμενο της εκδίκησης της Εκάβης, προδίδει την εμπιστοσύνη του Πρίαμου. Ο λαμπρός βασιλιάς του Ιλίου τον επέλεξε σαν προστάτη του γένους του- όταν φάνηκαν τα μαύρα σύννεφα του πολέμου με τους Αχαιούς- αν η έκβαση του πολέμου ήταν εναντίον του κι αυτός αφανιζόταν. Του ανέθεσε την φύλαξη και προστασία του τελευταίου τέκνου του- επομένως του ανήμπορου να πάρει τα όπλα, όπως έκαναν τα άλλα αδέλφια του Έκτορας και Πάρης- του μικρού Πολύδωρου (*4). Κι όχι μόνον αυτό, αλλά του εμπιστεύτηκε κι ένα σημαντικό μέρος του θησαυρού του, ώστε το βασιλόπουλο να είχε τα υλικά αγαθά για να αναλάβει την συνέχιση της δυναστείας, όταν ενηλικιωνόταν. Ο θεωρούμενος ως φίλος θρακιώτης βασιλιάς Πολυμήστορας όμως αποδείχτηκε ιδιοτελής κι ανέντιμος, ένας άκαρδος και στυγερός δολοφόνος. Ένας ανόσιος φονιάς, που αντί να φροντίσει για την ταφή του θύματός του- έστω και χωρίς τιμές, μόνο και μόνο για ν’ αποφύγει το μίασμα από το να γίνει ο αίτιος να γίνει βορά το θύμα του από τα όρνια και τα άγρια ζώα- πέταξε του κουφάρι του άτυχου νέου στη θάλασσα να τον φάνε τα ψάρια. Έτσι το βασιλόπουλο στερήθηκε τις νεκρικές τιμές, τον θρήνο και την ταφή. Ο βάρβαρος διέπραξε ένα ανοσιούργημα. Γι’ αυτό γρήγορα θα τιμωρηθεί. Και η τιμωρία θα προέλθει από την μητέρα του θύματος. Από τη μάνα που της στέρησε το βλαστάρι της.
Η σκλάβα βασίλισσα δεν στερήθηκε μόνο τον μικρό γιο της, φεύγοντας από την Τροία. Η Εκάβη αναγκάζεται ν’ αποχωριστεί και τη μικρή της κόρη Πολυξένη. Την ομορφοθυγατέρα της θυσίασαν στο βωμό του Αχιλλέα οι Αχαιοί. Ας δούμε τι λέει ο μύθος:
[[ Στο μεταξύ οι Αχαιοί μπήκαν στα καράβια τους, που τα φόρτωσαν με πλούσια λάφυρα, και πήραν του γυρισμού τη ρώτα. Κόπασαν οι άνεμοι όπως αρμένιζαν κι έτσι αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στου Πολυμήστορα το βασίλειο. Εκεί η σκιά του νεκρού Αχιλλέα θέλησε να πάρει το μερίδιό της από της Τροίας το κούρσεμα (*5). Είχε πολλά προσφέρει ο γιος της Θέτιδας στις μάχες. Αυτός σκότωσε τον Έκτορα. Κι από εκείνη τη στιγμή ΄άρχισε να πέφτει η Τροία, που δέκα ολόκληρα χρόνια αντιστεκόταν. Του αναλογούσε, λοιπόν, κι αυτού μερτικό, άσχετα αν ήταν στον κόσμο των νεκρών. Δεν θα επέτρεπε να φύγουν τα καράβια, αν πρώτα δεν έπαιρνε το μερίδιό του, που έπρεπε να ήταν ανάλογο της αξίας του και της προσφοράς του ήρωα στην εκστρατεία.
Ο πολυμήχανος ρήγας της Ιθάκης, ο Οδυσσέας, που πάντα άκουγαν τη γνώμη του, πρότεινε να θυσιάσουν στου ξακουστού πολεμιστή τον τάφο τη θεόμορφη Πολυξένη, τη μικρή κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης. Ο Αγαμέμνονας προσπάθησε να ματαιώσει τη θυσία, γιατί τον παρακάλεσε η Κασσάνδρα, αδελφή της Πολυξένης και παλλακίδα του ρήγα των Μυκηνών. Δεν τα κατάφερε όμως μπροστά στην αδημονία των Αχαιών να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα.
Ανέλαβε την τελετή της θυσίας ο Νεοπτόλεμος, γιος του Αχιλλέα, που μπροστά στο συγκεντρωμένο ελληνικό στρατό πήρε το χέρι της Πολυξένης για να την οδηγήσει στον νεκρικό τύμβο του πατέρα του. Πρώτα πρόσφερε χοές και στη συνέχεια κάλεσε τη σκιά να έρθει και να πιεί της κόρης το αίμα, που θα χυνόταν στη γη, ώστε να επιτρέψει στα καράβια ν’ ανοίξουν πανιά για την πολυπόθητη πατρίδα. Έγνευσε σε κάποιους στρατιώτες να πιάσουν την κόρη και να την ακινητοποιήσουν, ώστε να μπορέσει να την τρυπήσει με το ξίφος. Εκείνη θαρρετά παρακάλεσε να μην απλώσει άντρας τα χέρια του πάνω της, αλλά σαν ρηγοπούλα που ήταν ελεύθερα να πεθάνει. Ο Αγαμέμνονας πρόσταξε να κάνουν πίσω οι στρατιώτες.
Τότε η γενναία κόρη έσχισε τα ρούχα της μέχρι τη μέση, γονάτισε και πρόσφερε το λαιμό της με τη θέλησή της για τη σφαγή. Συγκινήθηκε ο Νεοπτόλεμος από τη γενναία στάση, μα ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει στη θυσία. Έσυρε το θανατερό ξίφος από το θηκάρι και της έκοψε το λαιμό. Εκείνη πριν γύρει ξέπνοη φρόντισε να πέσει με ευπρέπεια για να μην αποκαλύψει κάποιο μέρος από το σώμα της που δεν έπρεπε ν’ αντικρίσουν των αντρών τα μάτια.
Η γενναία στάση της βασιλοκόρης μπροστά στο θάνατο άλλαξε μεμιάς τα συναισθήματα των Ελλήνων. Από έχθρα ένιωσαν συμπάθεια. Συγκινήθηκαν κι έριξαν βιαστικά ό,τι μπορούσε ο καθείς για να σκεπάσουν το γυμνό της κόρης σώμα, άλλος υφαντό, άλλος λεπτοδουλεμένο έλασμα, ακόμη και τρυφερά πλατιά φύλλα δέντρων. ]]
O Αθηναίος τραγικός αντιμετωπίζει το όλο δράμα σαν να αφορούσε μια ελληνίδα μάνα και μια γενναιόκαρδη κόρη. Δίνει στην Πολυξένη ηρωική μορφή και εκθειάζει τον ηρωισμό της. Πάντα οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν τη γενναιότητα των αντιπάλων τους.
Ο χορός, που αποτελούνταν από Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες γυναίκες, ανακοινώνει, κατά τον Ευριπίδη, στην Εκάβη την απόφαση που πήραν οι Αχαιοί να θυσιάσουν την παρθένα Πολυξένη:
« Λένε, αποφάσισαν στη σύναξή τους
οι Έλληνες να θυσιάσουν
την κόρη σου στον Αχιλλέα•
να ξέρεις πως εφανερώθη
κατάκορφα στον τύμβο του,
φορώντας τη χρυσή του αρματωσιά
κι εμπόδιζε τα πελαγόδρομα καράβια
που ’χαν ανοίξει τα πανιά τους,
τα λόγια τούτα λέγοντας.
« Για πού τραβάτε, Δαναοί,
κι αφήνετε τον τάφο μου έτσι
ατίμητο, χωρίς θυσία; »
Τότε μεγάλη αμάχη σαν το κύμα
ξέσπασε, και χωρίστηκαν οι γνώμες
στο ελληνικό στράτευμα• άλλο λέγαν
στο τάφο να προσφέρουνε θυσία
κι άλλοι όχι. Ο Αγαμέμνονας
που της μαντεύτρας κόρης σου
τον έρωτα τιμάει, αγωνιζόταν
για το δικό σου το καλό. Όμως
τα δίδυμα βλαστάρια της Αθήνας,
τα τέκνα του Θησέα, επήραν
το λόγο κι είπαν με μια γνώμη
πως πρέπει να τιμήσουμε με φρέσκο
αίμα το μνήμα του Αχιλλέα•
κι είπαν πως το κρεβάτι της Κασσάνδρας
ψηλότερα δε θα ’βαζαν ποτέ τους
απ’ του Αχιλλέα το κοντάρι. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 104-126 )
Μόλις η δύσμοιρη μάνα έμαθε τα θλιβερά μαντάτα της θυσίας έσυρε μοιρολόι για τη μαύρη τύχη της. Άκουσε η ομορφοθυγατέρα τις κραυγές της μάνας της κι έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Έμαθε την απόφαση των Αχαιών να θυσιαστεί από την ίδια τη μάνα της. Κι αντί να κλονιστεί που θα χάσει τη ζωή της, συμπαραστέκεται στη μητέρα της που είχε καταρρεύσει, ενώ δέχεται με γενναιότητα την είδηση της θυσίας της. Ο ποιητής παρουσιάζει την κόρη να λέει:
« Αχ! Τι κακό σε βρήκε, αχ! Δύστυχη,
με τη ζωή σου βάσανα γεμάτη,
απάνω σου ποια συμφορά
ανείπωτη και μισητή
κάποιος θεός εσώριασε;
Ποτέ σου πια, ποτέ σου δε θα ‘χεις
Εμέ την κόρη σου τη δύσμοιρη
σκλάβα μαζί μ’ εσέ τη σκλάβα
να σου γλυκάνει τα πικρά γεράματα.
Γιατί σαν το βουνίσιο αγρίμι,
σαν το δαμάλι θα με δεις τη δόλια
να με σέρνουν, έρμη, από το χέρι σου
και κομμένο το λαιμό
στον Άδη να με ξαποστέλνουν
κάτω στη σκοτεινιά της γης,
όπου μαζί με τους νεκρούς
θα κείτομαι η δυστυχισμένη.
Για σε μοιρολογώ, μανούλα,
με πικρούς θρήνους∙ κι όσο
για τη βαριόμοιρη ζωή μου,
-ντροπή μονάχα κι ατιμία δεν τηνε κλαίω, για μένα
τύχη καλύτερη ‘ναι τούτος
ο θάνατος που θα με βρει.» ( Ευριπίδης, “Εκάβη”, 194- 213 )
Η γενναιόκαρδη Πολυξένη προτιμά ει τον θάνατο, από την ατιμωτική σκλαβιά σε μια εχθρική χώρα. Δεν μοιρολογεί για τη ζωή της, αλλά για τη μάνα της, που θα την αφήσει μόνη και σκλάβα στα γεράματα.
Στη συνέχεια ο ποιητής χρησιμοποιεί τον Οδυσσέα ως αντιπρόσωπο των Ελλήνων, που ανέλαβε το θλιβερό καθήκον να κοινοποιήσει στη μοιροχτυπημένη Εκάβη την απόφαση για τη θυσία. Ο ρήγας της Ιθάκης δεν ήταν άγνωστος στην Εκάβη. Πριν από καιρό, μια βραδιά μπήκε σαν κατάσκοπος στην Τροία. Η Ελένη- για χάρη της οποίας έγινε ο αντροφθόρος πόλεμος- τον γνώρισε. Μαζί της ήταν και η Εκάβη. Πρόσπεσε στα πόδια της ο Οδυσσέας να μην τον φανερώσει στους στρατιώτες. Και η υπερήφανη βασίλισσα τον λυπήθηκε και δεν τον φανέρωσε. Τον άφησε να φύγει μέσα στη νύχτα.
Ο Ευριπίδης παρουσιάζει τον Οδυσσέα να λέει στη χαροκαμένη μάνα:
« Θαρρώ, γυναίκα, πως θα ξέρεις κιόλας
τη γνώμη του στρατού και τι ψηφίσαν•
ωστόσο θα στην πω• οι Αργίτες πήραν
απόφαση στον τάφο του Αχιλλέα
τη θυγατέρα σου την Πολυξένη
να θυσιάσουν• κι όρισαν εμένα
σ’ αυτά μαντατοφόρο κι οδηγό της.
Επόπτη κι ιερέα για τη θυσία
βάλαν το γιο του Αχιλλέα. Ξέρεις
το τι θα κάνεις; Μην πασχίσεις τώρα
μαζί μου να πιαστείς στα χέρια, μήτε
πάλι με το στανιό να σου την πάρουν.
Αδύναμη ’σαι, να το νιώσεις, κι ούτε
μπορούν να σε συντρέξουν οι δικοί σου.
Στ’ αλήθεια είναι σοφός αυτός που δείχνει
και μες στις συμφορές του φρονιμάδα. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 216-226 )
Ήταν απόλυτα φυσική η στάση της μάνας να μη δεχτεί μια τέτοια απόφαση. Να μη στέρξει σε μια τέτοια θυσία που τη λόγιαζε άδικη, μιας και η αιτία όλου αυτού του αφανισμού ήταν άλλη, η ρήγισσα της Σπάρτης Ελένη. Για να συγκινήσει τον ρήγα της Ιθάκης, του θύμισε πως κάποτε του είχε κι αυτή σώσει τη ζωή. Έτσι η απελπισμένη Εκάβη προτάσσει την απαίτηση της αμοιβαίας χάριτος. Οι ανθρώπινες σχέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανταπόδοσης! Ο Οδυσσέας παραδέχεται πως οφείλει χάρη στην γερόντισσα Εκάβη. Ας δούμε τον διάλογο, όπως τον παρουσιάζει ο Ευριπίδης:
« ΕΚ.: Θυμάσαι που κατάσκοπος στην Τροία
μες στα κουρέλια αγνώριστος μας ήρθες
με μαύρο δάκρυ κλαίγοντας απ’ το φόβο;
ΟΔ.: Θυμάμαι∙ άγγιξε ο τρόμος την καρδιά μου.
ΕΚ.: Σε γνώρισε η Ελένη και μου το ‘πε.
ΟΔ.: Θυμάμαι, ήταν ο κίνδυνος μεγάλος.
ΕΚ.: Πρόσπεσες ταπεινά στα γόνατά μου;
ΟΔ.: Κι είχα νεκρό το χέρι μου στα πέπλα.
ΕΚ.: Σε γλίτωσα και σ’ έβγαλα απ’ τη χώρα;
ΟΔ.: Κι έτσι αντικρίζω αυτό το φως του ήλιου.
ΕΚ.: Και τότε που ήσουν σκλάβος μου τι μου είπες;
ΟΔ.: Λόγια πολλά να σώσω τη ζωή μου.
ΕΚ.: Κακός λοιπόν δε φαίνεσαι μ’ αυτές σου
τις γνώμες, που από μένα τόσα είδες
καλά όσα λες πως είδες και καμία
δε μου ‘δωσες αντίχαρη για τούτα
παρά κακό μονάχα όσο μπορούσες;
Αχάριστοι όλοι εσείς που αποζητάτε
να σας τιμά ο λαός στις ρητορείες.
Ποτέ να μη σας γνώριζα, που διόλου
δε νοιάζεστε αν θα βλάψετε τους φίλους,
φτάνει να πείτε κάτι στον όχλο
που θα φχαριστήσει. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 237- 255 )
Ο Οδυσσέας αναγνώρισε, λοιπόν, πως οφείλει τη ζωή του στην Εκάβη. Σαν πανούργος, που ήταν, αποφεύγει να μεσιτεύσει για τη σωτηρία της κόρης, λέγοντας πως ήταν υποχρεωμένος να ανταποδώσει μόνον αν ήταν σε κίνδυνο η ζωή της ίδιας της Εκάβης. Για τη ζωή της κόρης της δεν είχε καμιά υποχρέωση. Η απελπισμένη μάνα συνέχισε τις ικεσίες της στον βασιλιά της Ιθάκης να πείσει τους Αχαιούς ν’ ανακαλέσουν την απόφασή τους, εξαντλώντας όλα τα επιχειρήματα :
« Τάχα ποιο χρέος τους ανάγκασε να σφάξουν
πάνω σε τάφο ανθρώπους, όταν πρέπει
βόδια να θυσιάζουν; Ή ζητώντας
να τιμωρήσει ο Αχιλλέας εκείνους
που τον σκοτώσαν, θέλει πλερωμή του
το φόνο αυτής; Όμως κακό κανένα
δεν του ’κανε. Στον τύμβο του σφαχτάρι
θα ’πρεπε να γυρέψει την Ελένη•
γιατί αυτή τον έφερε στην Τροία
και τον αφάνισε• κι αν είναι ανάγκη
μια σκλάβα να σφαγεί, ξέχωρη απ’ όλες
στην ομορφιά, σ’ εμάς δεν πέφτει ετούτο.
Γιατί ’ναι η Τυνδαρίδα (*6)η πιο πανώρια
και πιότερο από μας εκείνη φταίει.
Τα λέω αυτά, το δίκιο μου να δείξω•
……………………………………………..
Λυπήσου με, στα γένια σου σ’ ορκίζω,
συμπόνεσέ με και γυρνώντας πίσω
στους Αχαιούς ορμήνεψε πως είναι
πολύ βαρύ κακό να θανατώσεις
γυναίκες που δεν είχατε σκοτώσει
τότε, καθώς τις σέρνατε με βία
απ’ τους βωμούς, μα δείξατε συμπόνια.
Σε σας υπάρχει ο νόμος, μπρος στο φόνο
να στέκουν ίσοι ελεύθεροι και σκλάβοι.
Κι αν άδικος ο νόμος τούτος είναι,
φτάνει η δική σου αξία για να τους πείσει… » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 258-269 και 284-292 )
Κι αφού ήταν αμετάκλητη των Ελλήνων η απόφαση, η Πολυξένη δεν βάζει τα κλάματα, δε θρηνεί χτυπώντας το τρυφερό της στήθος, αλλά με γενναιότητα προσφέρει τη ζωή της, που δεν έχει πια νόημα καθώς σύρεται σκλάβα, έχοντας χάσει την αίγλη της ρηγοπούλας. Χωρίς ίχνη από παρακάλια για τη ζωή της, λέει στον Οδυσσέα:
« Βλέπω, Οδυσσέα, να κρύβεις το δεξί σου
χέρι μες στο χιτώνα σου, να στρέφεις
το πρόσωπό σου αλλού, για να μη αγγίξω
τα γένια σου. Όμως μη φοβάσαι διόλου•
το Δία τον Ικέσιο (*7)που με σκέπει
έχεις ξεφύγει• θα σε ακολουθήσω,
αφού το θέλ’ η ανάγκη, αποζητάω
κι εγώ το θανατό μου• αν δεν το κάνω,
γυναίκα θα φανώ δειλή, που τρέμει
για τη ζωή της• και γιατί να ζήσω;
Είχα πατέρα βασιλιά στους Φρύγες•
απ’ όλα η πρώτη μου χαρά ήταν τούτο•
μετά μεγάλωσα μ’ ωραίες ελπίδες
νύφη να γίνω βασιλιάδων κι είχαν
τρανή συνερισιά ποιος θα με πάρει
κυρά για το παλάτι του• μες σ’ όλες,
παρθένες και γυναίκες της Τρωάδας,
τη δόλια με καμάρωναν σα να ’μουν
όμοια με τις θεές, εξόν μονάχα
από το θάνατο• είμαι τώρα σκλάβα.
………………………………………..
Πάρε με, να, σφάξε με, Οδυσσέα.
Καμιά δε βλέπω ελπίδα, ούτε και κάτι
που να μου δώσει θάρρος πως υπάρχει
τρόπος να ζήσω ευτυχισμένη. Μάνα,
με λόγια και με πράξη μη μου γίνεις
εμπόδιο, μόνο δέξου να πεθάνω,
προτού με βρουν ντροπές που δεν μου πρέπουν.
Εκείνος που δεν έχει συνηθίσει
τις συμφορές, τις υπομένει, ωστόσο
πονάει για τη σκλαβιά του• ευτυχισμένος
πιότερο θα ΄ταν με το θάνατό του
πάρεξ αν ζούσε• γιατί μέγας πόνος
είναι να ζει στην ατιμία. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 340-356 και 367-376 )
Η έρμη μάνα κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να μεταπείσει τον αντιπρόσωπο Οδυσσέα προσφέροντας τον εαυτό της για να σωθεί η κόρη ή έστω να πεθάνουν και οι δυό μαζί, πλάι- πλάι:
« ΕΚ.: Κόρη μου, αλήθεια λες, μα την αλήθεια
τη συνοδεύει πάντα κάποια θλίψη.
Στον Αχιλλέα αν πρέπει αυτή τη χάρη
να κάνετε και να ξεφύγετε έτσι
την κατηγόρια, τότες, Οδυσσέα,
μην τη σκοτώσετε, μα εμένα πάρτε
και σφάξτε με στον τάφο του, καθόλου
μη με λυπάστε• γέννησα τον Πάρη,
που σκότωσε της Θέτιδας το τέκνο
ρίχνοντας τις αλάθευτες σαΐτες.
OΔ.: Του Αχιλλέα ο ίσκιος όχι εσένα,
γερόντισσα, μα ετούτη έχει ζητήσει
οι Αχαιοί στον τύμβο του να σφάξουν.
EK.: Σκοτώστε με μαζί με το παιδί μου•
κι έτσι διπλό θα γίνει και το αίμα
που η γης θα πιει και θέλει ο πεθαμένος. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 380- 391 )

----------------------------------------------------------------------------------

(*1). Πρίαμος: Το αρχικό του όνομα ήταν Ποδάρκης. Γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Λευκίππης. Ο Ηρακλής για να τιμωρήσει τον Λαομέδοντα για την απιστία του (*8) τον σκότωσε και έδωσε στον σύντροφό του Τελαμώνα την κόρη του βασιλιά Ησιόνη. Της έδωσε το δικαίωμα να σώσει από τον θάνατο το ένα από τα αδέλφια της. Εκείνη έσωσε τον μικρότερο, τον Ποδάρκη, στον οποίο πρόσφερε το χρυσοκεντημένο κεφαλομάντηλό της. Από τότε ο Ποδάρκης πήρε το όνομα Πρίαμος ( από το ρήμα πρίαμαι = αγοράζω ).
Ο Πρίαμος διαδέχτηκε τον Λαομέδοντα στο θρόνο και ξανάχτισε την κατεστραμμένη Τροία.

(*2). Νεοπτόλεμος: Γιος του Αχιλλέα και της Δηιδάμειας, κόρης του βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη. Μετά το θάνατο του πατέρα του πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο γιατί σύμφωνα με έναν χρησμό η κατάληψη της Τροίας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την συμμετοχή του. Ήταν αντάξιος σε ανδρεία του πατέρα του. Υπήρξε ένας από τους γενναίους που μπήκαν στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου κατά την εκπόρθηση του Ιλίου.

(*3). Εκάβη: Θυγατέρα του Δύμαντα, βασιλιά της Φρυγίας. Έγινε γυναίκα του Πρίαμου και βασίλισσα της Τροίας, από τον οποίο απόχτησε δεκαεννιά παιδιά.


(*4) Ο Όμηρος αναφέρει πως ο Πολύδωρος δεν είχε μητέρα την Εκάβη, αλλά άλλη γυναίκα του Πρίαμου υπήρξε η μητέρα του, η Λαοθόη ( βλέπε και παραπάνω σχόλια ).

(*5). Μια ελληνιστική παράδοση μας λέει πως το φάσμα του Αχιλλέα ζήτησε να θυσιάσουν την Πολυξένη στον τάφο του γιατί ήταν ερωτευμένος με τη μικρή κόρη του Πρίαμου. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της κόρης όταν την είδε στις πρώτες μέρες του πολέμου. Τότε η πολιορκία δεν ήταν τόσο στενή και πολλοί Τρώες έβγαιναν από το κάστρο για να καλλιεργούν τα κτήματά τους, να βόσκουν τα κοπάδια τους και να φροντίζουν διάφορες άλλες δουλειές. Έτσι κάποτε η βασιλοκόρη βγήκε με το σταμνί της για να κουβαλήσει νερό από μια πηγή. Μαζί της πήγε και Τρωίλος, ο νεότερος αδερφός της για να ποτίσει το άλογό του στο νερό της πηγής. Εκεί, όμως, είχε στήσει καρτέρι ο Αχιλλέας, κι ως τους είδε να πλησιάζουν, όρμησε καταπάνω τους. Έπεσε το σταμνί από τον ώμο της κόρης κι αυτή το ’βαλε στα πόδια. Χτύπησε παράξενα η καρδιά του μεγάλου πολεμιστή, γλύκανε το πρόσωπό του και την άφησε να φύγει. Όρμησε όμως στον Τρωίλο, που σπιρούνισε το άλογό του να ξεφύγει. Μα ο γοργοπόδαρος Αχιλλέας πρόφτασε το άλογο, αν και πεζός, πήδησε σ’ αυτό και πιάνοντας τον νεαρό από τα μαλλιά τον γκρέμισε από το ιδρωμένο άτι και του ’μπηξε το ξίφος στα πλευρά. Έτσι από τις πρώτες μέρες στην Τροία ο Αχιλλέας ερωτεύτηκε την ομορφοθυγατέρα του Πρίαμου.
Άλλοι λένε πως ο γιος της Θέτιδας είδε την Πολυξένη, όταν αυτή συνόδευε τον πατέρα της Πρίαμο στην επίσκεψή του κρυφά στη σκηνή του Αχιλλέα για να γυρέψει το σώμα του Έκτορα, που είχε σκοτώσει ο Πηλείδης Αχιλλέας. Ο Αχιλλέας όταν την είδε την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε σε γάμο. Όμως ενώ πήγαιναν στο ναό του Απόλλωνα να παντρευτούν, ο Πάρις σκότωσε τον Αχιλλέα και η Πολυξένη αυτοκτόνησε πάνω στον τάφο του.

(*6). Τυνδαρίδα: Η Ωραία Ελένη, η αφορμή του Τρωικού πολέμου. Η μητέρα της Λήδα, γυναίκα του Τυνδάρεω την συνέλαβε όταν ήρθε σε επαφή με τον Δία. Ο Τυνδάρεως την ανέθρεψε ως κόρη του και γι’ αυτό αναφέρεται ως Τυνδαρίδα.

(*7). Δίας Ικέσιος: Όταν οι νόμοι ήσαν άγραφοι, ο Δίας προστάτευε τον ξένο, τον φτωχό, τον φυγάδα, τον ικέτη και γι’ αυτό είχε τις προσωνυμίες Ζεύς Ξένιος. Ικέσιος, Φύξιος.

(*8). Η απιστία του Λαομέδοντα: Σύμφωνα με κάποιο μύθο ο Δίας, για να τιμωρήσει τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα, τους υποχρέωσε να υπηρετήσουν το Λαομέδοντα. Ο Ποσειδώνας λοιπόν ανέλαβε να χτίσει τα τείχη της Τροίας και ο Απόλλωνας να βόσκει τα βασιλικά κοπάδια πάνω στην Ίδη. Όταν έληξε η θητεία τους, οι δύο θεοί ζήτησαν την αμοιβή που τους είχε υποσχεθεί ο βασιλιάς. Εκείνος όμως όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά επιχείρησε και να τους πουλήσει ως δούλους. Τότε εκείνοι οργίστηκαν εναντίον του και έστειλαν ο Απόλλωνας θανατηφόρο λοιμό, και ο Ποσειδώνας τεράστιο θαλάσσιο κήτος, που κατέστρεψε τη χώρα και κατασπάραξε τους αγρότες. Ο Λαομέδοντας, υπακούοντας σ` ένα χρησμό, άφησε την κόρη του Ησιόνη πάνω σ` ένα βράχο της ακτής, για να την κατασπαράξει το κήτος και να σωθεί η πόλη. Αυτήν έσωσε ο Ηρακλής με την υπόσχεση του Λαομέδοντα. ότι θα του έδινε ως αντάλλαγμα τα άλογα που είχε χαρίσει ο Δίας στον παππού του Τρώα ως αποζημίωση για την αρπαγή του γιού του Γανυμήδη. Ο Λαομέδοντας όμως και πάλι αθέτησε το λόγο του. Γι` αυτό ο Ηρακλής οργάνωσε εκστρατεία εναντίον της Τροίας, στην οποία πήρε μέρος ο Τελαμώνας και άλλοι ήρωες, κατέλαβε τη χώρα, σκότωσε το Λαομέδοντα και τους δικούς του, εκτός από τον Πρίαμο. Την Ησιόνη την έδωσε ως σύζυγο στον Τελαμώνα, από την ένωση των οποίων γεννήθηκε ο Τεύκρος.



Δεν υπάρχουν σχόλια: