Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Η εκδίκηση της Εκάβης


[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Τελικά η γενναία κόρη σαν σφαχτάρι πρόσφερε τον λαιμό της για να ικανοποιηθεί ο ίσκιος του πρώτου των πρώτων ήρωα των Ελλήνων, του θεόμορφου Αχιλλέα. Kι αφού έγινε η θυσία, έρχεται ο Ταλθύβιος, ο έμπιστος του Αγαμέμνονα, με δάκρυα στα μάτια από τη γενναία στάση της Πολυξένης, για να ιστορήσει τη συγκίνηση που προξένησε στο στρατόπεδο των Ελλήνων η στάση της ηρωικής κόρης. Λέει ο Ταλθύβιος:
« Δάκρυα διπλά γυρεύεις να χορτάσω,
γυναίκα, από συμπόνοια στο παιδί σου•
γιατί τις συμφορές ανιστορώντας
τώρα, θα κλάψω πάλι, όπως τότες
όταν στον τάφο χάνονταν. Το πλήθος
του αχαϊκού στρατού ήταν συναγμένο
για τη σφαγή της κόρης μπρος στον τύμβο•
ο γιος του Αχιλλέα, την Πολυξένη
παίρνοντας από το χέρι, τήνε βάζει
πάνω στου τάφου την κορφή• κοντά τους
κι εγώ• ξεδιαλεγμένα παλικάρια,
των Αχαιών τα πρώτα, ακολουθούσαν
για να κρατούν, καθώς θα σπαρταρούσε,
την κόρη σου. Ένα ολόχρυσο κροντήρι
στο χέρι του σηκώνει του Αχιλλέα
ο γιος, χοές να κάνει στο νεκρό του
πατέρα, και μου γνέφει να κηρύξω
στο στράτευμα όλο να σωπάσει• κι είπα
τα λόγια τούτα ως βγήκα ανάμεσά τους:

Η συνέχεια >>>VagiaBlog …

« Σωπάτε οι Αχαιοί, σιωπή ας κρατήσει
ο στρατός όλος, σιωπή, σωπάστε ».
Εκείνος λέει: « Γιε του Πηλέα,
πατέρα μου, από μένα δέξου ετούτες
τις προσφορές που τους νεκρούς ευφραίνουν
κι έξω απ’ τον Άδη τους καλούν• το μαύρο,
καθάριο έλα να πιείς αίμα της κόρης
που σου προσφέρω εγώ με το στρατό μας•
γίνε σε μας καλόβολος και λύσε
τις άγκυρες και τα σκοινιά της πρύμης
και κάμε να γυρίσουμε απ’ την Τροία
με γυρισμό καλό όλοι στην πατρίδα ».
Τόσα είπε κι ο στρατός δεήθηκε όλος.
Ύστερα το χρυσό σπαθί χουφτώνει
και το τραβά απ’ τη θήκη, στων Αργείων
τα παλικάρια γνέφοντας να πιάσουν
την κόρη• αυτή σαν το ’νιωσε, τους λέει:
« Αργίτες που κουρσέψατε τη γη μου,
με τη δικιά μου θέληση πεθαίνω•
κανένας το κορμί μου να μην αγγίξει•
άφοβα θα σας δώσω το λαιμό μου.
Στ’ όνομα των θεών, για να πεθάνω
λεύτερη, μη μου δέσετε τα χέρια•
το ’χω ντροπή στον Άδη να με κράζουν
εμένα σκλάβα, μια βασιλοπούλα ».
Και τότε με φωνές τήνε παινέψαν
κι ο ρήγας Αγαμέμνονας τους νέους
επρόσταξε ν’ αφήσουν την παρθένα.
Του πρώτου αυτοί γρικώντας βασιλέα
την προσταγή, την άφησαν αμέσως.
Το λόγο του όταν άκουσε κι εκείνη,
τα πέπλα της αδράχνει κι απ’ την άκρη
του ώμου σκίζοντάς τα ως τα λαγόνια,
μπροστά στον αφαλό, μαστούς και στέρνο,
πανέμορφα σαν άγαλμα, τα δείχνει•
και γονατίζοντας στη γης ετούτα
τα πάρα θαρρετά λόγια του λέει:
« Να, παλικάρι, αν θες, εδώ στο στήθος
να με χτυπήσεις, χτύπα με, κι αν πάλι
στη ρίζα του λαιμού μου, νάτος,
είναι έτοιμος κι αυτός ». Εκείνος τότε
δίβουλος απ’ τη λύπη του γι’ αυτήνε,
με το σπαθί της κόβει το λαρύγγι
και το αίμα σαν κρουνός αναπηδούσε.
Ωστόσο, αυτή πεθαίνοντας νοιαζόταν
σεμνόπρεπα να πέσει και να κρύψει
όσα απ’ τα μάτια των αντρών ταιριάζει
να κρύβονται. Κι αφού ξεψύχησε έτσι
με τη θανατερή χτυπιά, οι Αργίτες
μπήκαν σε ξέχωρο ο καθένας κόπο•
άλλοι ρίχνανε φύλλα στη σφαγμένη,
έφερναν άλλοι στο σωρό των ξύλων
κούτσουρα πεύκου, κι όποιος δε μοχθούσε,
τέτοια άκουγε πικρά λόγια από κείνον
που κουραζόταν: « Δε θα πας να δώσεις
κάτι γι’ αυτήν που τόσο έδειξε θάρρος
και μια ψυχή γενναία; » Ανιστορώντας
ετούτα για την κόρη σου που σφάξαν,
θαρρώ πως είσαι η πιο ευτυχισμένη
μάνα για τα λαμπρά σου τα βλαστάρια,
μα σύγκαιρα κι η πιο δυστυχισμένη. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 514-578 )
Οι Έλληνες πάντοτε τιμούσαν τους ανθρώπους με ηρωική ψυχή. Ο Όμηρος δεν τραγούδησε μόνο τον Αχιλλέα. Τραγούδησε και τον Έκτορα. Κι ας ήταν εχθρός των Αχαιών. Έτσι η καρδιά των Ελλήνων γέμισε συγκίνηση μπροστά στον ηρωισμό της Πολυξένης. Αυτή τη συγκίνηση ανιστόρησε ο Ταλθύβιος.Προηγούμενα, όμως, έχει θέσει ένα φοβερό ερώτημα:
« Ω! Δία, τι να σου πω; Φροντίζεις τάχα όντως
για τους θνητούς σου; Ή μήπως του κάκου έχουμε
αυτήν την ψεύτικη αντίληψη, θαρρώντας ανόητα
πως υπάρχουν θεοί, κι ότι δεν είναι μόνον
η τύχη που κυβερνά τ’ ανθρώπινα; » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 484- 487 )
Ένα ερώτημα, που μένει αναπάντητο από την εποχή του Τρωικού πολέμου, όπου ειπώθηκε, μέχρι τις μέρες μας. Πόσες φορές δεν βγήκε από τα πονεμένα χείλη;
Η Εκάβη δέχτηκε με στωικότητα το θάνατο της κόρης της. Η αντίδρασή της είναι πάνω από όλα βασιλική, υπερήφανη, Αντέδρασε με την ίδια γενναιότητα, με την οποία η κόρη αγκάλιασε τον θάνατο ως μοίρα καλύτερη από τη δουλική ζωή. Νιώθει υπερήφανη η σκλάβα βασίλισσα γιατί έδωσε σωστή ανατροφή στα παιδιά της:
« Ωστόσο μες στους ανθρώπους ο κακός πάντα
κακός να μένει κι ο καλός, καλός πάλι
χωρίς η συμφορά να του χαλάει
το φυσικό, μα πάντοτε κρατάει
την αρετή του; Ποιος να φταίει για τούτο;
Τα γονικά του, ή πώς τον αναθρέψαν;
Γιατί η σωστή ανατροφή διδάσκει
το αγαθό, κι άμα το ξέρεις, τότε
ξέρεις και το κακό, καθώς το κρίνεις
με του καλού το μέτρο. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη”, 591- 598 )
Η Εκάβη δεν στηθοχτυπιέται, κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η βασιλική ευγένεια με την οποία η Πολυξένη αποχαιρέτησε τη ζωή, αποτελεί για τη μάνα της παρηγοριά: «μου αλάφρωσες τη λύπη μου όμως, όταν άκουσα πως εστάθηκες γενναία» λέει. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να προσφέρει στη νεκρή κόρη ό,τι θα προσέφερε, αν βρίσκονταν στο βασιλικό παλάτι της Τροίας, αλλά θα μαζέψει όσα κτερίσματα μπορεί από τα αντικείμενα που περιέσωσαν οι ακόλουθοί της από τα ερείπια της Τροίας. Η Εκάβη πενθεί τον χαμό της Πολυξένης, αλλά παρηγοριέται από την ομορφιά, την αξιοπρέπεια και την ευγένεια του θανάτου της και η παρηγοριά αυτή δεν επιτρέπει στο πένθος της να ξεφύγει από τα όρια.
Ζητάει από την σκλάβα της να φέρει νερό από τη θάλασσα για να κάνει το τελευταίο λουτρό στην κόρη:
« Κι εσύ, παλιά μου σκλάβα, μια κανάτα
πάρε κι από το γιαλό νερό να φέρεις,
με το στερνό την κόρη μου να λούσω
λουτρό και να στολίσω την παρθένα
τη δύστυχη, την άμοιρη νυφούλα,
καθώς τ’ αξίζει. Και με τι; Δεν έχω∙
μ’ ό,τι βρεθεί∙ και τι μπορώ να κάνω;
Μ’ όσα στολίδια βρω απ’ τις σκλάβες
που εδώ στις τέντες μένουνε μαζί μου
κι ό,τι έχουν απ’ τα σπίτια τους φερμένο,
και το κρατούν κρυφό απ’ τους αφεντάδες. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη”, 605- 614) )
Ο θρήνος της πονεμένης μάνας είναι ήπιος, χωρίς υστερίες, όπου αναφέρεται στα περασμένα μεγαλεία:
« Ω! σπίτια και παλάτια ευτυχισμένα
κάποιον καιρό, κι ω! Πρίαμε, πατέρα
τόσων λαμπρών παιδιών, με τόσα πλούτη
κι εγώ η γριά μητέρα τους, στ’ αλήθεια
πώς φτάσαμε στο τίποτα, την πρώτη
χάνοντας αρχοντιά μας. Με περηφάνια
φουσκώνουμε όλοι, μόλις μας φωνάξουν
«αφέντη’ μες στα πλούσια σπιτικά μας
ή μες στους δρόμους οι πολίτες. Όμως
τίποτε δεν αξίζουν τούτα, μόνο
της γλώσσας καυχησιές είναι και κούφιες
φροντίδες του μυαλού. Να λογαριάζεις
ευτυχισμένο εκείνον που περνάει
με δίχως συμφορές την κάθε μέρα. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη”, 615- 624) )
Όμως, το ένα κακό διαδέχεται το άλλο. Μετά το πρώτο κακό, τη θυσία της παρθενοκόρης Πολυξένης, δεύτερο ήρθε να βυθίσει σε μεγαλύτερη απελπισία και θλίψη την άλλοτε περήφανη ρήγισσα της Τροίας. Η σκλάβα στην ακροθαλασσιά βρήκε το πτώμα του Πολύδωρου. Ας δούμε τη συνέχεια του μύθου:
[[ Σαν σφαχτάρι κείτονταν στον τύμβο η έρμη Πολυξένη, χωρίς να προλάβει να γνωρίσει του υμέναιου τη χαρά. Η παντέρημη μάνα Εκάβη έστειλε μια σκλάβα στη θάλασσα για της φέρει νερό να πλύνει της κόρης το κορμί και μετά να το θανατοστολίσει. Η σκλάβα γύρισε φέρνοντας και το ξεβρασμένο κουφάρι του Πολύδωρα. Δεύτερο κακό πλάκωσε σε λίγη ώρα τη δύστυχη μάνα, που έχασε της βασίλισσας την αίγλη και τώρα ήταν μια γριά σκλάβα, έχοντας δεχτεί τον αφανισμό της αγαπημένης της πόλης κι όλων των δικών της. Μόνο η κόρης της Κασσάνδρα και η νύφη της Ανδρομάχη της απόμειναν.
Η σκλάβα ρήγισσα αμέσως κατάλαβε πως ο ανόσιος φονιάς του στερνογιού της ήταν ο Πολυμήστορας, ο δήθεν προστάτης του. Όλος ο πόνος της μετατράπηκε σε μίσος. Πρόσπεσε στα πόδια του Αγαμέμνονα και τον ξόρκισε στο όνομα της κόρης της Κασσάνδρας, που του χάριζε του κρεβατιού τη χαρά κι αυτός την αγαπούσε, να της επιτρέψει να πάρει πίσω το αίμα του αδικοχαμένου γιου της. Κάμφθηκε αυτός στο τέλος και της έδωσε την άδεια της εκδίκησης, που με πανουργία θα έπαιρνε η χαροχτυπημένη Εκάβη. Σ’ αυτό θα τη βοηθούσαν οι άλλες Τρωαδίτισσες σκλάβες. Για να μη βρει ο Αγαμέμνονας αντίδραση από το στρατό των Αχαιών, γιατί ο Πολυμήστορας λογιζόταν φίλος, καμώθηκε πως δεν ήξερε τίποτα.
Με μια σκλάβα έστειλε μήνυμα η Εκάβη στον Πολυμήστορα να έρθει με τους δυο του γιους να τη συναντήσει στων Αχαιών το στρατόπεδο, γιατί είχε να τους εμπιστευτεί κάποιο μεγάλο μυστικό. Δεν κατάλαβε αυτός το δόλο και ήρθε μαζί με τους γιους του. Στην αρχή προσποιήθηκε πως συμπάσχει με την Εκάβη για όσα κακά τη βρήκαν. Μετά την διαβεβαίωσε πως το βασιλόπουλο ήταν καλά στην υγεία του και το χρυσάφι σε ασφαλές μέρος. Η Εκάβη κρύβοντας τον πόνο και την οργή της καμώθηκε πως τον πίστεψε και μετά του φανέρωσε το δολερό μυστικό. Είπε πως, τάχα, ο Πρίαμος όταν κατάλαβε πως θα πέσει η Τροία στων εχθρών τα χέρια, έκρυψε όλο το θησαυρό του στο ναό της Ιλιάδας Αθηνάς. Αυτό το μυστικό έπρεπε να κρατήσει ο Πολυμήστορας με τους γιους του, κι όταν τα πράγματα ησύχαζαν ο γιος της Πολύδωρος θα έπαιρνε το θησαυρό, δίνοντας ένα μέρος σ’ αυτόν που τόσο καιρό τον προστάτευε. Όμως και η ίδια δεν είχε φύγει από την πατρίδα με άδεια χέρια. Είχε κατορθώσει να πάρει αρκετό μάλαμα μαζί της, που το έκρυβε στη σκηνή, όπου ζούσαν οι σκλάβες. Δεν ήθελε να πέσει, όμως, στα βρώμικα χέρια των αντίμαχων και γι’ αυτό τον παρακάλεσε να την ακολουθήσει στη σκηνή της να του παραδώσει το χρυσάφι κι αυτός με τη σειρά του να το φυλάξει για λογαριασμό του αγαπημένου της Πολύδωρα.
Ο άπληστος Πολυμήστορας έπεσε στην παγίδα της Εκάβης. Γεμάτος χαρά που θα έβαζε στο χέρι του το θησαυρό της Τροίας, όσο κουβάλαγε η πρώην ρήγισσα κι όσο είχε κρύψει ο Πρίαμος στης Αθηνάς το ναό, ακολούθησε την άμοιρη μάνα στη σκηνή των σκλάβων μαζί με τα παιδιά του. Εκεί τον περίμεναν οι Τρωαδίτισσες κατάλληλα δασκαλεμένες από τη γερόντισσα Εκάβη, που ακόμα κυρά τους την τιμούσαν. Τον κάθισαν στο κρεβάτι κι άρχισαν να περιεργάζονται τον υφαντό μανδύα, κάνοντας πως τάχα θαύμαζαν τη μεγάλη τέχνη που είχαν οι Θρακιώτισσες. Μετά φρόντισαν να τον ξαλαφρώσουν παίρνοντας τα δυο κοντάρια του. Όσες ήσανμάνες πήραν στα γόνατά τους τα δυο παιδιά κι άρχισαν να τα κανακεύουν. Όλες ήθελαν τάχα να τα χαϊδέψουν κι η μια τα έδινε στης άλλης τα χέρια, ξεμακραίνοντάς τα από τον πατέρα. Ξαφνικά, έβγαλαν από τα ρούχα τους τα κρυμμένα δίκοπα μαχαίρια και με μανία ξέσχιζαν τις σάρκες των παιδιών μπροστά στα μάτια του πατέρα. Άλλες έτρεξαν πιάνοντάς του τα χέρια, τα ποδάρια και τα μαλλιά, για να μην είναι μπορετό να συνδράμει τους γιους του. Μούγκριζε από θυμό και πόνο μπροστά στο φρικαλέο θέαμα, αλλά βοήθεια καμμιά δεν μπορούσε να τους προσφέρει. Και μετά οι σκλάβες βγάλαν τις πόρπες και τις έμπηξαν στα μάτια του ανόσιου Πολυμήστορα. Μεμιάς χύθηκαν στο χώμα των ματιών οι βολβοί και βυθίστηκε σε μαύρο σκοτάδι, το ίδιο μαύρο με την απελπισιά του. Κραυγή αγριμιού που θανατερό βέλος του τρύπησε το κορμί βγήκε από τα σπλάχνα του Θρακιώτη ρήγα, που του κάκου ζήταγε να πιάσει τις φόνισσες κι εκδίκηση να πάρει.
Ακούγοντας τις άγριες φωνές ο στρατηλάτης Αγαμέμνονας έτρεξε στη σκηνή με τις δούλες Τρωαδίτισσες. Εκεί ο τυφλός Θρακιώτης ομολόγησε το φονικό του γιου της Εκάβης, αλλά προφασίστηκε πως το ’καμε για το καλό των Αχαιών, μήπως κάποιος από τους απογόνους του Πρίαμου ξαναχτίσει το Ίλιο, κι αναγκάσει τους Έλληνες να κάνουν κι άλλη ανδροφθόρα εκστρατεία. Ο ρήγας από τις Μυκήνες δεν πείστηκε κι έκρινε πως όσα έπαθε ο Πολυμήστοραςήσαν δίκαια. Τέλος πρόσταξε τους στρατιώτες του να τον ρίξουν σ’ ένα ερημονήσι για να περάσει την τρισάθλια υπόλοιπη ζωή του. ]]
Ας έρθουμε και πάλι στην τραγωδία του Ευριπίδη. Ο ποιητής, όταν η σκλάβα μαζί με δύο δούλους φέρνουν το πτώμα του Πολύδωρου, το γεμάτο θανατερά χτυπήματα από το ξίφος του ανόσιου φονιά, και το ξεσκεπάζουν μπροστά στη μάνα που οι συμφορές τη χτυπούν η μια μετά την άλλη, παρουσιάζει την Εκάβη να θρηνεί λέγοντας:
« Αλίμονο, αντικρίζω σκοτωμένο
το γιο μου τον Πολύδωρο, που κάποιος
στο σπίτι του τον φύλαγε Θρακιώτης.
Χάθηκα η δόλια, πάω, δεν υπάρχω.
Αχ! αχ, παιδάκι μου, παιδί μου,
ξεσπάω σε μοιρολόγια,
σε ξέφρενο σκοπό που κάποιος
μου τον μαθαίνει δαίμονας κακός. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη”, 671- 677)
Άλλη είναι η λύπη που αισθάνεται για τον θάνατο του Πολύδωρα η Εκάβη. Τον θάνατο της Πολυξένης τον προκάλεσαν οι εχθροί της Αχαιοί, που στο κάτω – κάτω ήσαν και οι νικητές ενός δεκαετούς πολέμου, στον οποίο είχαν χάσει πολλούς συντρόφους. Τούτον, όμως, τον θάνατο τον είχε προκαλέσει ο φίλος τους θρακιώτης βασιλιάς, στον οποίο είχαν εμπιστευτεί το στερνοπαίδι τους για να το προστατεύει. Κι αυτός ο απαίσιος καταπάτησε το θείο νόμο της φιλοξενίας και οδηγημένος από την απληστία του δολοφόνησε τον ανήμπορο να προβάλει αντίσταση Πολύδωρα. Φοβερό γεγονός η θυσία της Πολυξένης! Μα η δολοφονία του Πολύδωρου ήταν κτηνώδης και γι’ αυτό ασυγχώρητη! Δικαιολογημένα η δύστυχη μάνα, μπροστά στο άψυχο κορμί του γιού της, λέει:
« Ανείπωτα έργα- πώς να τα ονομάσεις;-
ανόσια κι απίστευτα κι αβάσταχτα.
Πού ’ναι το δίκιο που τους ξένους σκέπει;
Καταραμένε, πώς μπόρεσες
κι έτσι χωρίς να σπλαχνιστείς
με σιδερένιο ξίφος το κορμάκι
πελέκησες του δύσμοιρου παιδιού μου; » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 700-704 )
Ο Πολυμήστορας δεν ήταν εχθρός. Ήταν φίλος του βασιλικού ζεύγους της Τροίας. Η θυσία της Πολυξένης έγινε κάτω από την πίεση του στρατεύματος, που αδημονούσε να επιστρέψει στην πατρίδα. Οι Αχαιοί ηγέτες αναγκάστηκαν να πάρουν την απόφαση για τον θυσιαστικό θάνατο της Πολυξένης. Ο θρακιώτης βασιλιάς ήταν ένας στυγερός δολοφόνος. Η πράξη του ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής και ωθήθηκε από ιδιοτέλεια κι απληστία. Κι αυτό είναι που η Εκάβη δεν μπόρεσε να αντέξει. Αυτό την εξουθένωσε. Κι ενώ είχε ζητήσει από τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα να φροντίσει η ίδια την ταφή της κόρης, το νέο, και φοβερότερο χτύπημα της μοίρας της αφαίρεσε και το τελευταίο ίχνος ενέργειας. Σερνόταν στο χώμα θρηνώντας.
Βλέποντας την αργοπορία της Εκάβης ο Αγαμέμνονας, τη αναζήτησε θέλοντας να μάθει την αιτία. Ο Ευριπίδης παρουσιάζει τον Αργείο βασιλιά να λέει:
« Γιατί αργοπορείς να ‘ρθεις, Εκάβη,
την κόρη σου να θάψεις, όπως έτσι
παράγγειλε ο Ταλθύβιος σε μένα
κανείς απ’ τους Αργείους να μην την αγγίξει;
Εμείς λοιπόν την έχουμε αφημένη
κι ούτε που την αγγίζουμε∙ μα ωστόσο
χασομεράς κι εγώ απορώ για τούτο.
Για να σε στείλω εκεί έχω φτάσει, κι όλα
τα εκεί καλά είναι καμωμένα, αν πρέπει
καλά κανένας να τα λέει. Ποιον βλέπω
Τρωαδίτη μπρος στις τέντες σκοτωμένο;
Γιατί τα ρούχα που τόνε σκεπάζουν
δε δείχνουνε πως είναι αυτός Αργείος. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 709- 718)
Μετά παρουσιάζει ο Αθηναίος ποιητής την αποκάλυψη από τη δόλια μάνα στον Αγαμέμνονα, πως ο νιος που θρηνεί είναι γιος της και ζητάει να εκδικηθεί το θάνατό του:
«ΕΚ:: Χωρίς ετούτον δε θα μπορέσω
για τα παιδιά μου εκδίκηση να πάρω.
Τι τα κλωθογυρίζω; Πρέπει τόλμη
Να δείξω, και πετύχω ή δεν πετύχω.
Στα πόδια σου, Αγαμέμνονα, προσπέφτω,
στα γένια σου και στο δεξί σου χέρι.
ΑΓ.: Και τι γυρεύεις; Να σε λευτερώσω;
Είναι εύκολο να γίνει αυτό για σένα.
ΕΚ.: Μα όχι• τους κακούς να τιμωρήσω,
κι ας μείνω σκλάβα σ’ όλη τη ζωή μου.
ΑΓ.: Και ποια βοήθεια θέλεις από μένα;
ΕΚ.: Τίποτα, αφέντη, απ’ όσα βάζει ο νους σου.
Βλέπεις τον σκοτωμένο αυτόν που κλαίω;
ΑΓ.: Τον βλέπω• τι θα γίνει όμως δεν ξέρω.
ΕΚ.: Τον γέννησα, στα σπλάχνα μου τον είχα.
ΑΓ.: Παιδί σου είναι κι αυτός, δυστυχισμένη;
ΕΚ.: Όχι απ’ αυτά που χάθηκαν στην Τροία.
ΑΓ.: Εκτός εκείνα κι άλλο έχεις γεννήσει;
ΕΚ.: Ετούτον, μα, όπως φαίνεται, του κάκου.
ΑΓ.: Πού βρίσκονταν σαν έπεφτε η πόλη;
ΕΚ.: Κρυφά τον εφευγάτισε ο γονιός του,
γιατί φοβόταν μην τόνε σκοτώσουν.
ΑΓ.: Χώρια από τα παιδιά του πού τον στέλνει;
ΕΚ.: Στη χώρα αυτή που εβρέθη σκοτωμένος.
ΑΓ.: Στον Πολυμήστορα που εδώ αφεντεύει;
ΕΚ.: Ναι, το πικρό χρυσάφι να φυλάει.
ΑΓ.: Ποιο θάνατο είχε, ποιος τον έχει σφάξει;
ΕΚ.: Ποιος άλλος; Τον εσκότωσε ο Θρακιώτης.
ΑΓ.: Αχ! δόλια• μήπως πόθησε το βιος του;
ΕΚ.: Ναι, μόλις έμαθε πως πάνε οι Φρύγες. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 732-759 )
Δίκαια ο Έλληνας ρήγας αναρωτιέται: « τις ούτω δυστυχής έφυ γυνή; » για να πάρει την απάντηση πως πράγματι η ρήγισσα της κουρσεμένης Τροίας ήταν η πιο δυστυχισμένη στη γη. Γι’ αυτό επίμονα του ζητάει να τιμωρήσει η ίδια τον φονιά:
« Καμία, εξόν αν λες τη δυστυχία
την ίδια. Για ποιο λόγο όμως προσπέφτω
στα πόδια σου, άκουσέ με. Άμα νομίζεις
πως δίκαια πάσχω, θα τα υπομείνω.
Αν όχι, τότε γίνε βοηθός μου
να τιμωρήσω τον ανόσιο άντρα
που μήτε τους θεούς του κάτω κόσμου
μήτε τους επουράνιους εφοβήθη
κι έκανε τέτοια άνομη πράξη. Τόσες
φορές μαζί στο ίδιο τραπέζι
φάγαμε και τον φίλεψα σαν ξένο,
πρώτον μέσα στους φίλους• κι αφού πήρε
όσα έπρεπε το γιο μου να προσέχει,
τον σκότωσε, μα δίχως να τον θάψει
λογιάζοντας πως τάφος δεν του αξίζει,
κι έτσι τον πέταξε στη θάλασσα. Είμαι
σκλάβα μαζί κι αδύναμη• όμως έχουν
μεγάλη δύναμη οι θεοί κι ο Νόμος
που μας εξουσιάζει. Τι με τούτον
πιστεύουμε σ’ αυτούς και ζούμε, δίκιο
κι άδικο ξεχωρίζοντας καθάρια.
Κι αν τώρα στα δικά σου χέρια ο Νόμος
θα χαλαστεί και δεν τιμωρηθούνε
όσοι σκοτώνουνε τους ξένους κι όσοι
τα ιερά τολμούνε να μολεύουν
των θεών, τότε το δίκιο που όλοι
σέβονται, δεν υπάρχει. Αυτήν την πράξη
ντροπή λογιάζοντάς την κι ατιμία,
λυπήσου με• σπλαχνίσου με, τραβήξου
σαν το ζωγράφο μπρος απ’ την εικόνα
και κοίταξε καλά τις συμφορές μου.
Ήμουν βασίλισσα, σκλάβα σου τώρα,
Κάποτε ευτυχισμένη απ’ τα παιδιά μου,
άτεκνη τώρα και γρια έχω μείνει,
παντέρημη, χωρίς πατρίδα, απ’ όλους
η πιο δυστυχισμένη. Μα πού φεύγεις;
Α! η δύσμοιρη• όπως φαίνεται, καθόλου
δε θα πετύχω• η μαύρη, αλίμονό μου.
Γιατί λοιπόν γυρεύουμε οι άνθρωποι
Όλα να τα μαθαίνουμε – και πρέπει-
και την πειθώ, που αυτή μας κυβερνάει,
πλερώνοντας λεφτά δεν προσπαθούμε
πιότερο να τη μάθουμε από τα’ άλλα;
Πείθοντας θα κατάφερνε ο καθένας
όσα ήθελε. Μα πώς κανείς να ελπίσει
πως πιο καλές θα δει ποτέ του μέρες;
Έχασα τα παιδιά μου κι είμαι τώρα
μια ντροπιασμένη σκλάβα κι αντικρίζω
τον καπνό τούτο απ’ την καμένη Τροία.
Ανώφελος μπορεί τούτος ο λόγος
να ΄ναι, την Αφροδίτη να μπερδέψω,
μα θα τον πω. Πλαγιάζει στο πλευρό σου
η κόρη μου η μαντεύτρα που τη λένε
Κασσάνδρα οι Τρωαδίτες. Πώς θα δείξεις
πως είναι, βασιλιά, για σένα οι νύχτες
ηδονικές; Ποια αντίχαρη θα λάβει
για τα γλυκά φιλιά της στο κρεβάτι
η κόρη μου, κι εγώ από κείνη; Μέσα
στη νύχτα απ’ τις γλυκές αγάπες πάντα
μεγάλα καταφέρνουν οι γυναίκες
χατήρια. Λοιπόν άκου• βλέπεις τούτον
το σκοτωμένο; Άμα καλό του κάνεις,
σε γυναικάδελφό σου θα το κάνεις.
Ένας μονάχα λόγος λείπει ακόμη.
Μακάρι με του Δαίδαλου τις τέχνες
ή με θεού βοήθεια φωνή να ’χα
στα μπράτσα μου, στα χέρια, στα μαλλιά μου,
στις φτέρνες μου, για να προσπέσουν όλα
μαζί, στα γόνατά σου και με θρήνους
και μύρια παρακάλια να δεηθούνε.
Αφέντη, λαμπερό φως των Ελλήνων,
άκου με τη γριά και δος μου χέρι
να εκδικηθώ• κι αν τίποτα δεν είμαι,
ωστόσο πρέπει εσύ να με συντρέξεις.
Ο άντρας ο καλός πάντοτες έχει
χρέος να υπηρετεί τη δικαιοσύνη
και τους κακούς σκληρά να τους παιδεύει. » ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 769-828 )
Η Εκάβη στην έσχατη απελπισία της, για να πείσει τον Αγαμέμνονα επικαλείται τη σχέση του Αγαμέμνονα με την κόρη της Κασσάνδρα, την οποία είχε ως παλλακίδα ο Αργείος βασιλιάς. Ζητάει ανταπόδοση για τα θέλγητρα της κόρης της και την ευχαρίστηση στο κρεβάτι που του προσφέρει αυτή.
O αρχιστράτηγος βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Θα ξεσηκωνόταν το στράτευμα, αν με την άδειά του η Εκάβη τιμωρούσε τον Πολυμήστορα, που λογιζόταν σύμμαχος των Ελλήνων. Δεν μπορούσε αυτό να το επιτρέψει. Έτσι η Εκάβη κάνει τη θλιβερή διαπίστωση:
« Ουκ έστι θνητών όστιςέστ’ ελεύθερος•
ή χρημάτων γαρ δούλόςεστιν ή τύχης,
ή πλήθος αυτόν πόλεος ή νόμων γραφαί
είργουσιχρήσθαι μη κατά γνώμηντρίποις. »
[ Mετάφρ.: θνητός δεν είναι λεύτερος κανένας•
η τύχη ή τα λεφτά τον έχουν σκλάβο,
του νόμου οι προσταγές τον εμποδίζουν
ή ο λαός να κάνει αυτό που θέλει. ] ( Ευριπίδης, “Εκάβη” 848-851 )

Δεν υπάρχουν σχόλια: