Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Ο Περσέας

[[ δαμ- ων ]]

Ένα πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, που δεν χρειαζόταν όνειρα και σκάλες για να ανεβαίνει στον ουρανό, όπως μας παρουσιάζει η Π. Διαθήκη τον Ιακώβ, που ανεβοκατέβαινε χωρίς σκάλα, ήταν ο Περσέας, ο μυθικός ήρωας του Άργους. Αυτός είχε στα πόδια του φτερωτά σανδάλια, σαν τον αργοφονιά ταχυδρόμο των θεών, το γιο της Μαίας Ερμή. Ας ξετυλίξουμε, όμως, σιγά- σιγά τον μύθο μας:
[[ Κάποτε στο αλογότροφο Άργος βασίλευε ο Ακρίσιος (*1), ο αδερφός του Προίτου. Απόχτησε την πεντάμορφη Δανάη από το γάμο του με την Ευριδίκη ( ή την Αγανίππη ). Λαχταρούσε ο ρήγας να κάνει κι αρσενικά παιδιά, που ο μεγαλύτερος να τον διαδεχόταν στο θρόνο κι όλοι να γίνουν αντρείοι πολεμιστές, ξακουστοί για τη δύναμή τους. Σαν πέρασαν τα χρόνια κι αρσενικό δεν ερχόταν στον κόσμο, ο ρήγας ρώτησε το μαντείο πώς θα γενόταν ν’ αποχτήσει γιο. Του έδωσαν χρησμό πως δε θ’ αποχτούσε γιο, μα η κόρη του θα γεννούσε γιο, που έμελλε να τον σκοτώσει. Φοβήθηκε για τη ζωή του ο Αρκίσιος και για να μην αληθέψει του μαντείου ο χρησμός έβαλε να χτίσουν υπόγειο με λίθους κι ορείχαλκο, όπου έκλεισε την ομορφοθυγατέρα, μακριά από τα μάτια των αντρών. Έτσι θαρρούσε πως η φυλακισμένη θυγατέρα θ’ αποφύγει το σμίξιμο με άντρα.
Όμως και στης γης τα βάθη την ξέκρινε ο κεραυνόχαρος Δίας και την πόθησε. Σκίρτησε η θεϊκή καρδιά από τη σπάνια ομορφιά της κόρης. Μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή και τρύπωσε από τη στέγη στο υπόγειο δώμα, πέφτοντας στην αγκαλιά της Δανάης. Χάρηκε τον έρωτα της πεντάμορφης κι ο θείος σπόρος βλάστησε στα σπλάχνα της.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Σαν έφτασε του χρόνου το πλήρωμα, η φυλακισμένη θυγατέρα του Αρκίσιου γέννησε γιο, που τον ονόμασε Περσέα. Μια μέρα ο ρήγας άκουσε το κλάμα του μωρού κι έτσι κατάλαβε πως η κόρη του έφερε στον κόσμο τον φονιά του. Ζήτησε να μάθει την αλήθεια. Ψέματα του φάνηκαν τα λόγια της Δανάης, πως τάχατες πατέρας ήταν ο Δίας. Για να σώσει τη ζωή του από τον εγγονό, διέταξε να φτειάξουν ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο, όπου έκλεισε μάνα και παιδί, και το ‘ριξε στο πέλαγος. Για μέρες το σεντούκι, με τη Δανάη και τον Περσέα μέσα, έπλεε στο αφρό της θάλασσας. Τα κύματα το χτυπούσαν κι άλλοτε το σήκωναν ψηλά κι άλλοτε το ρίχνανε στα βαθιά. Έτριξε το σεντούκι από των κυμάτων τη δύναμη, ώσπου τα κύματα το ξέβρασαν στο γιαλό ενός πετρόνησου, στη Σέριφο, το νησί των Κυκλάδων. Εκεί κοντά στο ακρογιάλι ψάρευε ο Δίχτυς, ο αδερφός του Πολυδέκτη, του βασιλιά του νησιού. Αντί για ψαριά στα δίχτυα του μπλέχτηκε το κιβώτιο. Ξαφνιάστηκε σαν άνοιξε το κιβώτιο και βρήκε μέσα την πεντάμορφη Δανάη με τον θεόμορφο Περσέα. Στην αρχή τους κράτησε στο σπιτικό του προσφέροντάς τους προστασία και φροντίδα. Όταν έμαθε τη βασιλική καταγωγή της μάνας και του μωρού, τους μετέφερε στο παλάτι, στον αδερφό του Πολυδέκτη (*2). Αυτός θαμπώθηκε από την ομορφιά της Δανάης και πρόθυμα ανέλαβε τη φιλοξενία της, με σκοπό να την κάνει γυναίκα του. Έδειξε μεγάλη στοργή και για τον Περσέα, που τον μεγάλωσε σαν γιο του. Ο Περσέας μέρα με τη μέρα αντρωνόταν κι έγινε ένα γεροδεμένο κι όμορφο παλληκάρι. Σαν αστέρας λαμποκοπούσε με τη θεϊκιά ομορφιά του και ξεχώριζε από τους άλλους νέους τόσο στην θωριά, όσο και στη δύναμη, την ευστροφία του μυαλού, το θάρρος και την επιδεξιότητα.
Η Δανάη αρνιόταν να γίνει γυναίκα του ρήγα και μετά τον Δία δεν ήθελε άλλον άντρα στο κρεβάτι της. Της έφτανε ένας γιος, ο Περσέας. Δε λαχταρούσε άλλο παιδί. Χολώθηκε ο Πολυδέκτης από την άρνηση της Δανάης. Ο πόθος του να γευτεί το θεσπέσιο κορμί της μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Αφού δεν ήθελε να γίνει δική με το καλό, θα γινόταν με το στανιό. Μα πρώτα έπρεπε να βγει από τη μέση ο γιος της, που σίγουρα θα την υπερασπιζόταν. Έπρεπε με δόλο να τον ξεμακρύνει και να τον στείλει στον βέβαιο θάνατο. Προσποιήθηκε πως σκόπευε να νυμφευτεί την κόρη του Οινόμαου, την όμορφη Ιπποδάμεια και γι’ αυτό διοργάνωσε ένα συμπόσιο, όπου κάλεσε όλους τους άρχοντες, καθώς και τον Περσέα. Μιας και ο Οινόμαος (*3) αγαπούσε τα άλογα και τις ιπποδρομίες, στη συνήθεια του τόπου να προσφέρουν οι προσκαλεσμένοι δώρα, όταν έγινε το συμπόσιο, ζήτησε να του δωρίσουν από ένα όμορφο άλογο. Τότε ο Περσέας του απάντησε πως ακόμη και το κεφάλι της Μέδουσας θα μπορούσε να του φέρει. Την άλλη μέρα, σαν πήγαν οι προσκεκλημένοι τα άλογά τους, πήγε κι ο Περσέας ένα πανέμορφο κι υπερήφανο άτι. Μα ο Πολυδέκτης δεν το δέχτηκε. Είχε βρει την ευκαιρία να ξεφορτωθεί το γιο της Δανάης κι έτσι ανενόχλητος να τη κάμει δική του. Είπε, λοιπόν, στο θεόμορφο νέο:
« - Δε θέλω το άλογό σου. Εσύ ο ίδιος είπες πως μπορείς να μου φέρεις τη κεφάλι της γοργόνας Μέδουσας. Αν είσαι στ’ αλήθεια γιος του Δία που κρατεί τ’ αστροπελέκια, ζήτα από τον πατέρα σου να σε βοηθήσει να κάνεις αυτό το μεγάλο κι ηρωικό κατόρθωμα. Σίγουρα δε θα σκιαχτεί η καρδιά σου μπροστά στον κίνδυνο. Απόδειξε πως ο Δίας είναι πραγματικά πατέρα σου φέρνοντάς μου το κεφάλι της Μέδουσας. Θα κρατώ μέχρι τότε την μάνα σου. Αν δε τα καταφέρεις θα την πάρω γυναίκα με το ζόρι. » ]]
Πολλοί ποιητές της αρχαιότητας βρήκαν ένα προσφιλές θέμα στο το μύθο του Περσέα και της Δανάης κι έγραψαν πλήθος ποιήματα. Από τον Σιμωνίδη τον Κείο διασώθηκε το παρακάτω απόσπασμα:
« Όταν μέσα στην καλοφτιαγμένη
κασέλα, ο αγέρας που φυσούσε
κι η θάλασσα, που ανατάραχτη,
εδώ κι εκεί τήνε κυλούσε,
με τρόμο τα στεγνά τα μάγουλά της
εξέσκισε και τον Περσέα
έσφιξε στη γλυκιά αγκαλιά της.
Κι είπε: « Ω παιδί μου! πώς πονώ! Μα εσύ κοιμάσαι,
καθώς μωρό βαθιά κοιμάσαι μες σε μαύρη
κι άχαρη κάμαρη και χαλκοκαρφωμένη,
αφού ξαπλώθηκες μες σε σκοτάδι πίσσα.
Και το βαθύβουο το τραγούδι του κυμάτου,
που επάνωθε από τα μαλλάκια σου περνάει,
δεν το ψηφάς μηδέ και του ανέμου το βόγγο,
κειτάμενο μες σ’ άλικο πανωφοράκι,
γλυκό μου προσωπάκι.
Μ’ αλήθεια, αν σου ήταν τρομερό αυτό που τρόμος είναι,
θα στύλωνες στα λόγια μου το τρυφερό σου αυτάκι.
Παρακαλώ σε, αγόρι μου, κοιμήσου· κι ας κοιμάται
κι η θάλασσα και το τρανό κακό μας ας κοιμάται.
Κι άμποτε η τύχη από τα εσέ, πατέρα Δία, ν’ αλλάξει.
Και που με λόγια απόκοτα για χάρη του παιδιού μου
παρακαλώ, συμπάθησέ με ». » ( Σιμωνίδης ο Κείος, “Δανάη”, αποσπ. 13 )
Να συνεχίσουμε, όμως, το μύθο για να δούμε πώς τα κατάφερε με την Μέδουσα:
[[ Ο Περσέας είχε μπροστά του μια πολύ μεγάλη πρόκληση. Έπρεπε να δείξει πως ο συννεφοσυνάχτης Δίας ήταν ο γονιός του. Με τίποτα δεν επιτρεπόταν να κιοτέψει μπρος στο μεγάλο κίνδυνο, που είχε ν’ αντιμετωπίσει. Αποτραβήχτηκε στο πιο απόμακρο του νησιού ακρωτήρι και κάθισε σ’ ένα βράχο να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να βρει αλλόκοτες Γοργόνες και να πάρει το κεφάλι από τη μια, τη Μέδουσα.
Οι Γοργόνες (*4) ήσαν τρεις αδερφάδες, κόρες του Φόρκυ και της Κητώς. Τα ονόματά τους ήταν Σθεννώ, Ευρυάλη και Μέδουσα. Απ’ αυτές οι δύο πρώτες γεννήθηκαν αθάνατες ενώ η τρίτη, η Μέδουσα ή Γοργώ γεννήθηκε θνητή. Μα αυτή ήταν η μόνη από τις αδερφές που ένιωσε τον έρωτα σαν γεύτηκε τα φιλιά κι έσμιξε ερωτικά με το κοσμοσείστη Ποσειδώνα σ’ ένα λιβάδι ανθισμένο. Στα σπλάχνα της έφερνε το σπόρο του αδερφού του Δία. Γι’ αυτό όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας ξεπετάχτηκαν από το κορμί της ο Χρυσάωρ και ο Πήγασος.
Η Γοργώ ήταν ένα τέρας φριχτό στη όψη. Το πρόσωπό της ήταν συσπασμένο από μανία, απαίσιο και στρογγυλό, με γουρλωμένα μάτια, τα οποία εξεκόντιζαν αστραπές. Είχε ορθάνοιχτο το στόμα, από το οποίο πρόβαλαν δύο λευκά αποκρουστικά δόντια, όπως από κάπρο. Είχε πλακουτσωτή μύτη και χάλκινη κόμη, από την οποία ξεφύτρωναν οχιές κι άλλα φίδια, τα οποία έπλεκαν τα κορμιά τους. Το σώμα της ήταν φτερωτό και κατάμαυρο, σκεπασμένο με λέπια, ενώ είχε χάλκινα τα χέρια. Όποιος αντίκριζε το φριχτό της πρόσωπο πέτρωνε από το φόβο και το κορμί του γινόταν σαν γρανίτης.
Οι Γοργόνες ζούσαν μακριά στη Δύση, κοντά στην περιοχή των Εσπερίδων. Εκεί έπρεπε να φτάσει ο Περσέας, γνωρίζοντας πλήθος από λαούς κι άλλες φυλές ανθρώπων. ]]
Ο Ησίοδος στη “Θεογονία” του μας παρουσιάζει τις τρεις αδερφάδες, τις Γοργόνες:
« Στο Φόρκη πάλι η Κητώ τις γριές του γέννησε με τα ωραία μάγουλα,
εκ γενετής μ’ άσπρα μαλλιά, που Γραίες τις καλούνε
οι θεοί οι αθάνατοι και οι άνθρωποι που χάμω σέρνονται,
την Πεμφρηδώ την ομορφόπεπλη και την κροκόπεπλη Ενυώ.
Και τις Γοργόνες γέννησε που κατοικούν στην άκρη του ξακουστού Ωκεανού,
στις εσχατιές, κοντά στη νύχτα, όπου και οι Εσπερίδες μένουν οι γλυκύφωνες
τη Σθεννώ, την Ευρυάλη και τη Μέδουσα που έπαθε συμφορά ολέθρια.
Γιατί αυτή ήταν θνητή, ενώ οι άλλες δυο αγέραστες κι αθάνατες.
Μ’ αυτήν κοιμήθηκε ο Μαυρομάλλης
σε μαλακό λιβάδι και μες τα άνθη τα εαρινά.
Κι όταν της έκοψε απ’ το λαιμό την κεφαλή ο Περσέας,
ξεπήδησε ο μέγας Χρυσάωρ κι ο Πήγασος το άλογο.
Κι εκείνος πήρε αυτό το όνομα, γιατί στου Ωκεανού γεννήθηκε
πλάι τις πηγές, κι ο άλλος γιατί χρυσό σπαθί στα χέρια του κρατούσε.
Κι ο Πήγασος πέταξε κι άφησε πίσω του τη γη, μητέρα των ποιμνίων,
και στους αθάνατους έφτασε. Και κατοικεί στου Δία τα δώματα
την αστραπή και τη βροντή για το συνετό το Δία κουβαλώντας. » ( Ησίοδος, “Θεογονία”, 270- 286 )
Να δούμε τώρα πως ο ήρωάς μας, ο θεόμορφος Περσέας, μπόρεσε να φτάσει στο ξακουστό κατόρθωμά το. Αυτό που τραγούδησαν οι ποιητές και απεικόνισαν γλύπτες πάνω σε μάρμαρο και ζωγράφοι μ’ όλα της φύσης τα χρώματα:
[[ Αφήσαμε τον Περσέα πάνω στο βράχο, στο ακρωτήρι της Σερίφου, να σκέφτεται πώς θα κάνει το κατόρθωμα και θα σώσει τη μάνα του από την αθέλητη αγκαλιά του Πολύδέκτη. Από το λαμπρό Όλυμπο είδαν οι θεοί το γιο του Δία, που δεν ήξερε πώς να βρει τις απαίσιες κόρες του Φόρκυ και κατάλαβαν τη δυσκολία του. Δεν μπορούσαν να τον αφήσουν μόνο και δεν ήταν πρεπούμενο να χαθεί ο γιος του αστραποβρόντη Κρονίδη. Ανέλαβαν ο φτεροπόδαρος Ερμής, αδερφός από τον ίδιο πατέρα του Περσέα, και η Παλλάδα Αθηνά, κι αυτή αδερφή, να συντροφέψουν και να συνδράμουν τον αδερφό τους. Η Παλλάδα του χάρισε μια ασπίδα χαλκοματένια, τόσο γυαλιστερή που μπορούσες να καθρεφτιστείς πάνω της, κι ο Ερμής ένα διαμαντένιο δρεπανοειδές ξίφος ( την έρπην ), που και το πιο σκληρό ατσάλι το ‘κοβε σαν να ‘τανε κερί. Ερμής και Αθηνά οδήγησαν τον Περσέα στις Γραίες, που ήξεραν το δρόμο για τις Γοργόνες.
Οι Γραίες είχαν τους ίδιους γονιούς με τις Γοργόνες, δηλαδή τον Φόρκυ και τη Κητώ. Και οι Γραίες ήσαν τρεις, η Πεμφρηδώ, η Ενυώ και η Δεινώ. Ζούσαν στη μακρινή Δύση κοντά στο τόπο της θεάς Νύχτας. Από γεννησιμιού τους ήταν άσχημες γριές ασπρομάλλες και οι τρεις μαζί είχαν ένα μάτι κι ένα δόντι. Όταν είχε το μάτι η μια, οι άλλες δυο δεν έβλεπαν κι έπρεπε να τις σέρνει αυτή που κατείχε το μάτι. Κι όταν είχε το δόντι κάποια οι άλλες πεινούσαν και γκρίνιαζαν. Για το μοναδικό τους μάτι και δόντι συνέχεια μάλωναν αναμεταξύ τους, γιατί η καθεμιά το ήθελε δικό της.
Τα θεϊκά αδέρφια ορμήνεψαν τον Περσέα να παραμονέψει και να κλέψει το μάτι και το δόντι από τις Γραίες. Παραφύλαξε στο σκοτάδι κι όταν αντάλλασαν μάτι και δόντι οι ασπρομαλλούσες κόρες του Φόρκυ, τους τα ‘ρπαξε. Έμπηξαν απελπισμένες τις φωνές αυτές καθώς ήσαν τυφλές και θρηνούσαν για τη συμφορά τους. Ανήμπορες, χωρίς μάτι να βλέπουν και δόντι να τρώνε, ικέτευαν τον Περσέα να τους τα δώσει πίσω. Αυτός τους υποσχέθηκε να τα επιστρέψει αν του έδειχναν το δρόμο για να συναντήσει τις Νύμφες πρώτα και μετά τις Γοργόνες. Ήθελαν- δεν ήθελαν του είπαν πώς θα ‘φτανε στον τόπο τους.

---------------------------------------------------------------------------------
(*1) Ο Ακρίσιος ήταν βασιλιάς του Άργους. Από γενεαλογικής απόψεως ήταν γιος του Άβαντα και της Αγλαΐας, κόρης του Μαντινέα. Ο Ακρίσιος είχε ένα δίδυμο αδελφό, τον Προίτο, με τον οποίο είναι χαρακτηριστικό ότι μάλωνε από τότε που βρίσκονταν ακόμα μέσα στην κοιλιά της Αγλαΐας. Οι έριδες των δύο αδελφών συνεχίσθηκαν και κατά την παιδική τους ηλικία, διαχρονικά. Φυσιολογικά, όταν μεγάλωσαν ο Άβαντας χώρισε στα δύο το βασίλειό του της Αργολίδας και έδωσε το Άργος στο Ακρίσιο και την Τίρυνθα στον Προίτο, μετά από αιματηρές μάχες μεταξύ των δύο κληρονόμων. Μάλιστα μυθολογείται ότι σε αυτές τις μάχες χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η ασπίδα ως αμυντικό όπλο.
Σε κάποια από τις συνεχείς μάχες τους, ο Ακρίσιος νίκησε τον Προίτο και τον έδιωξε στη Μικρά Ασία, από όπου επέστρεψε με στρατό του Λύκιου βασιλιά Ιοβάτη. Με τον στρατό αυτό ο Προίτος κατάφερε να ξανακερδίσει την Τίρυνθα, περιορίζοντας τον Ακρίσιο στο νόμιμο μερίδιό του.
Ο Ακρίσιος πήρε ως σύζυγό του την Ευρυδίκη, την κόρη του Λακεδαίμονα, και απέκτησαν μόνο μία κόρη, τη Δανάη (για τον λόγο αυτό, η Δανάη απαντάται και με το επίθετο Ακρισιώνη).

(*2) Υπάρχουν διάφορες παραδόσεις για την καταγωγή του Πολυδέκτη. Ως γιος του Μάγνητα, από μια Ναϊάδα νύμφη, είναι εγγονός του Αίολου, δισέγγονος του Έλληνα και τρισέγγονος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, του ζευγαριού που είχε σωθεί από τον κατακλυσμό. Λεγόταν ακόμη γιος του Περισθένη, από τη γενιά του Ναύπλιου, και της Ανδροθόης, κόρης του Τυνδαρίδη Κάστορα· ή του Ποσειδώνα και της Κηρεβίας. Όσο συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για την καταγωγή του τόσο με σαφήνεια παραδίδεται ότι με τον αδελφό του Δίκτυ εγκαταστάθηκαν στη Σέριφο και ότι έγινε ο βασιλιάς του νησιού.

(*3) Ο Οινόμαος, ήταν βασιλιάς της Πίσας, γιος του θεού Άρη και μιας από τις κόρες του Ασωπού ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, της Αρπίννης ή της Πλειάδας Στερόπης.Με τη σύζυγό του Ευαρέτη (κατ' άλλους σύζυγός του ήταν η Στερόπη, ή η Ευρυθόη, κόρη του Δαναού), απέκτησαν μια πανέμορφη κόρη, την Ιπποδάμεια, την οποία όμως κατά βάθος ο Οινόμαος δεν επιθυμούσε να παντρέψει, γιατί είχε πιστέψει σε ένα χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο ο γαμβρός του θα τον σκότωνε. Διακήρυσσε λοιπόν ότι θα έδινε ως σύζυγο την Ιπποδάμεια σε όποιον τον νικούσε σε αρματοδρομία αντοχής, με αφετηρία τον Ναό του Δία στην Ολυμπία και τέρμα τον Ναό του Ποσειδώνα στον Ισθμό της Κορίνθου. Επειδή όμως τα άλογα του Οινομάου ήταν δώρο του πατέρα του, του Άρη, είχαν θεϊκή δύναμη και αντοχή, και έτσι Τότε ο Μυρτίλος αντικατέστησε τα καρφιά στον άξονα του εμπρόσθιου τροχού στο άρμα του βασιλιά με κέρινα, ή δεν έβαλε καθόλου καρφιά. Μόλις λοιπόν ξεκίνησε ο αγώνας, το τέθριππο του βασιλιά αναποδογύρισε και ο Οινόμαος σκοτώθηκε. Σύμφωνα όμως με άλλη εκδοχή του μύθου, ο Πέλοπας νίκησε τον Οινόμαο χάρη στα άλογα που του είχε χαρίσει ο Ποσειδών και μετά σκότωσε ο ίδιος τον Οινόμαο. Μετά τη νίκη του ο Πέλοπας διέφυγε στην πατρίδα του με την Ιπποδάμεια και τον Μυρτίλο. ο Οινόμαος νικούσε πάντα τον αντίπαλό του και υποψήφιο γαμβρό του. Στη συνέχεια, του έκοβε το κεφάλι. Αφού είχε καρφώσει ήδη δώδεκα κεφάλια σε πασσάλους γύρω από το ανάκτορό του (ή τα είχε κρεμάσει στο ναό του Άρη κατ' άλλη εκδοχή), εμφανίσθηκε μπροστά του ο Πέλοπας και ζήτησε την κόρη του για γυναίκα.Ο Πέλοπας είχε φροντίσει να εξαγοράσει προηγουμένως τον Μυρτίλο, τον ηνίοχο του Οινομάου, γιο του θεού Ερμή. Ο Πέλοπας του υποσχέθηκε ότι θα του έδινε το μισό βασίλειο ή την Ιπποδάμεια για μια νύχτα.

(*4) Οι γοργόνες ήταν κόρες της Κητώς και του Φόρκυ. Αυτές ήταν η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έκοψε ο Περσεύς, μιας και ήταν η μόνη θνητή από τις τρείς. Η Σθενώ παράγεται από το ρήμα «σθένω», που σημαίνει είμαι δυνατός, έχω ισχύ. Η λέξη σθένος βέβαια χρησιμοποιείται και σήμερα. Η Σθενώ συμβόλιζε τη δύναμη της θάλασσας και δεν αναφέρεται σε κανένα προσωπικό της μύθο.
Η Ευρυάλη παράγεται από το «ευρύς» και το αλς (γεν. αλός) και σήμαινε τη πλατιά θάλασσα. Μαζί με τη Σθενώ συμβόλιζαν την δύναμη και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Ούτε κι αυτή αναφέρεται σε προσωπικούς της μύθους και ίσως να έχει δίκιο η Jane Harisson (Prolegomena to the Greek Religion 87), που λέει ότι η τριαδική εμφάνιση των γοργόνων είναι απλώς η τάση να εμφανίζονται οι θεότητες σε τριάδες, όπως οι Ώρες, οι Χάριτες, οι Μοίρες, κ.α. και επομένως ίσως οι δύο εκ των τριών να αποτελούν μια προσθήκη μεταγενέστερη, η οποία όμως είναι τόσο παλιά ώστε να είναι γνωστή στον Ησίοδο. Η Τρίτη γοργόνα, η Μέδουσα, είναι η κυρίως γοργόνα γύρω από την οποία πλέκονται οι διάφοροι μύθοι.
Το όνομά της παράγεται από το ρήμα «μέδω» που σημαίνει άρχω, κυβερνώ, κυριαρχώ, προστατεύω. Ο δε μεδέων ήταν ο προστάτης, ο φύλακας, ο κυρίαρχος (“ώ φίλοι, Αργείων ηγήτορες ηδέ μέδοντες”). Άρα Μέδουσα σήμαινε τη βασίλισσα, την προστάτιδα, αυτή που είχε οριστεί να φυλάει κάτι. Ο χαρακτηρισμός μέδων έχει δοθεί πολλές φορές σε θαλάσσιες θεότητες όπως στον Νηρέα, στον Φόρκυ, στον Πρωτέα, στον Τρίτωνα κ.α. Έχουμε δηλαδή μία αρσενική απόδοση της Μέδουσας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: