Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Ο Περσέας



[[ δαμ- ων ]]

Έτσι οι τρεις ταξιδιώτες, Περσέας- Ερμής κι Αθηνά έφτασαν στη χώρα που κατοικούσαν οι Νύμφες (*5). Πρόθυμα αυτές του πρόσφεραν τρία χρήσιμα όπλα, τη σκούφια ή κράνος (την κυνήν) του του νεκραφέντη του Άδη, που όποιος τη φορούσε τον έκανε αόρατο, ένα ζευγάρι φτερωτά πέδιλα, που μ’ αυτά μπορούσε να γοργοπετάξει κι ένα δισάκι, που ανάλογα μ’ ό,τι έβαζες μέσα μπορούσε να φαρδαίνει ή να στενεύει. Έβαλε στα ποδάρια τα φτερωτά πέδιλα, φόρεσε το σκουφί στο κεφάλι, έριξε το δισάκι στον ώμο και ταχειά πέταξε κατά το νησί των Γοργόνων. Χαιρόταν ο Περσέας το ταξίδι καθώς πετούσε στο γαλανό ουρανό κι έβλεπε κάτω του άλλοτε ν’ απλώνεται η καταπράσινη γη όπου πάνω της φιδογλυστρούσανε τα ποτάμια, άλλοτε τα βουνά με τις μυτερές κορφές τις χιονοστεφανωμένες κι άλλοτε τα νερά της θάλασσας όπου λαμπίριζαν σαν σε διαμαντόπετρες του ήλιου οι αχτίδες. Γοργός σαν καταιγίδα πέταγε ο Περσέας πιο ψηλά κι από τους περήφανους δυνατοφτέρουγους αητούς. Σίμωσε το νησί και σαν τον αητό το κυκλόφερε να βρει τις Γοργόνες. Αυτές κοιμούνταν πάνω σ’ ένα βράχο.
Η Αθηνά του ‘δειξε τη φοβερή Μέδουσα, που κοιμόταν μ’ ανοιχτά τα μπράτσα. Όλη λαμποκοπούσε καθώς ο ήλιος φώτιζε τα λέπια που σκέπαζαν το κορμί της και τις χρυσές φτερούγες της. Ναρκωμένα από του βράχου τη ζέστη κοιμούνταν και τα φίδια στο κεφάλι της. Του ‘δωσε θάρρος ο Ερμής και του είπε να κάνει γρήγορα. Για να μην απολιθωθεί ο Περσέας είδε τη Γοργώ μέσα στην ασπίδα σαν σε καθρέφτη και όρμησε όπως ο αητός στο θήραμα με το δρεπανωτό ξίφος. Της έκομε μεμιάς το κεφάλι και το ‘ριξε στο δισάκι. Από τον κομμένο της λαιμό ξεπήδησε ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο και ο Χρυσάωρ, ο πατέρας του τρικέφαλου Γηρυόνη. Σφύριξαν θυμωμένα τα φίδια από το κεφάλι της Μέδουσας. Από το σφύριγμα ξύπνησαν οι αδερφές της, μα δε μπορούσαν να δουν τον αόρατο Περσέα. Απεγνωσμένα ζητούσαν την αδερφή τους, μα δεν την έβρισκαν. Ο φονιάς της γοργός σαν τον άνεμο πέταξε μακριά από το νησί. Όπως πετούσε πάνω από την Αφρική, έπεσαν μερικές σταγόνες από την κομμένη κεφαλή και η ήπειρος αυτή γέμισε άγρια θηρία.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog..

Από την κραυγή των δύο αδερφών που αναζητούσαν τη Μέδουσα και το θρήνο σαν κατάλαβαν το χαμό της η Αθηνά, που τις άκουσε καθώς παραστεκόταν στον Περσέα, με αυλό συνέθεσε μια μελωδία, τον “νόμον πολυκέφαλον”. ]]
Ο Ησίοδος στο ποίημά του “Η ασπίδα του Ηρακλή”, όπου περιγράφει την ασπίδα που περίτεχνα χάλκεψε ο χωλός θεός τεχνίτης, ο Ήφαιστος, γιο τον Ηρακλή, περιγράφει το στόλισμά της με σκηνές από το κατόρθωμα του Περσέα. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
« Ήταν εκεί και της καλλίκορμης Δανάης ο γιος, ο ιππότης ο Περσέας,
κι ούτε ακουμπούσε την ασπίδα με τα πόδια του, ούτε και μακριά της ήταν,
μα θαύμα μέγα να το στοχαστείς: εκείνος πουθενά δε στηριζόταν!
Αφού έτσι τον έφτιαξε αυτόν με τις παλάμες του ο ξακουστός Χωλός,
χρυσό. Κι είχε στα πόδια του ολόγυρα πέδιλα φτερωτά.
Ξίφος σε μαύρη θήκη στους ώμους του κρεμότανε
με τελαμώνα χάλκινο. Κι εκείνος όπως η σκέψη πέταγε.
Κι όλη την πλάτη του την κάλυπτε τέρατος φοβερού η κεφαλή:
ήτανε της Γοργώς. Μες σε ταγάρι αργυρό ήτανε
τυλιγμένο, πράγμα θαυμάσιο
να το βλέπεις. Κρόσσια του κρέμονταν λαμπρά, χρυσά.
Και φοβερή στου βασιλιά τους κρόταφους ολόγυρα
του Άδη βρισκόταν η καλύπτρα με το φρικτό της νύχτας ζόφο.
Ο ίδιος ο Περσέας, της Δανάης ο γιος, σαν άνθρωπος που βιάζεται
και τρέμει, έτρεχε μ’ όλη τη δύναμη.
Πίσω του ορμούσαν οι Γοργόνες, απλησίαστες κι ακατανόμαστες,
να τον αρπάξουν ποθώντας. Κι όπως επάνω στο χλωρό αδάμαντα
πατούσανε, ηχούσε η ασπίδα με μεγάλο ορυμαγδό,
διαπεραστικά και έντονα. Πάνω στις ζώνες τους δυο φίδια
κρέμονταν και τα κεφάλια τους καμπύλωναν.
Γλύφανε με τις γλώσσες τους και με οργή τα δόντια τους ακόνιζαν
κοιτώντας φοβερά. Και στα κεφάλια επάνω των Γοργόνων
μεγάλος σηκωνόταν φόβος. Κι άντρες πέρα απ’ αυτές
όπλα πολεμικά φορώντας μάχονταν. ( Ησίοδος, “ Η ασπίδα του Ηρακλή”, 216- 238 )
Κι ο Θηβαίος λυρικός ποιητής Πίνδαρος, σε κάποια ποιήματά του, με περιφάνεια αναφέρει τον άθλο του Περσέα:
« ... το επινόημα κάποτε της Παλλάδας Αθηνάς,
όταν από τις φοβερές Γοργόνες τον ολέθριο
θρήνο τους ανασύνθεσε. Άκου το μοιρολόι
να ξεχύνεται από τις παρθένες και τ’ αζύγωτα
κεφάλια των φιδιών, όταν ο Περσέας σκότωσε
με δυσβάσταχτο μόχθο τη μία από τις τρεις
αδελφές, φέρνοντας αφανισμό στη θαλασσόζωστη
Σέριφο και τον λαό της. Έσβησε λοιπόν
το τερατώδες γένος του Φόρκου κι έκανε
πικρό το συμπόσιο του Πολυδέκτη,
τη μακρόχρονη σκλαβιά της μητέρας του
και τον αναγκαστικό γάμο της, όταν
έκοψε το κεφάλι της ωριομάγουλης Μέδουσας
ο γιος της Δανάης, που λένε πως γεννήθηκε
από χρυσή βροχή. Όμως η παρθένα θεά, μόλις
γλίτωσε τον ακριβό της ήρωα απ’ τους κινδύνους
αυτούς, πολύφωνη έφτιαξε μουσική αυλών,
για να μιμηθεί με τις φλογέρες τον πολύβουο
θρήνο που ξεχυνόταν γοργός απ’ τα σαγόνια
της Ευρυάλης. Τη μελωδία ετούτη βρήκε η θεά
και δωρίζοντάς τη στους θνητούς, την ονόμασε
“ρυθμό πολυκέφαλο”, για να τον έχουν ένδοξη
ανάμνηση στους αγώνες που μαζεύουν τα πλήθη. » ( Πίνδαρος, “Πυθιόνικος”, ΧΙΙ, 12- 42 )
Συνεχίζει και σε άλλο ποίημά του:
« Κανείς δεν μπορεί ν’ ανέβει στο χάλκινο ουρανό·
όσες δόξες πασκίζουμε ν’ αγγίξουμε οι θνητοί, αυτός
τις αρμένισε ως το τέλος· όμως ούτε με καράβι
ταξιδεύοντας ούτε πεζοπορώντας μπορείς
να βρεις τον θαυμαστό δρόμο για τη χώρα
των Υπερβορείων (*6). Κάποτε ο Περσέας,
ο αρχηγός του λαού, μαζί τους έφαγε
και στα σπίτια τους μπαίνοντας τους βρήκε
να προσφέρουν στο θεό πλούσιες θυσίες
όνων· με τις γιορτές και τα τραγούδια τους
ο Απόλλωνας χαίρεται και γελάει,
βλέποντας την όρθια λαγνεία των ζώων.
…………………………………………..
Την ιερή φυλή τους δεν αγγίζουν ούτε
αρρώστιες ούτε τ’ ολέθριο γήρας· χωρίς
μόχθους και χωρίς μάχες ζουν, αποφεύγοντας
την αυστηρότατη Νέμεση. Με την καρδιά
γεμάτη θάρρος έφτασε κάποτε ο γιος
της Δανάης- τον οδηγούσε η Αθηνά-
σ’ εκείνο το λαό των ευτυχισμένων·
σκότωσε τη Μέδουσα, και με το φιδοστόλιστο
φοβερό κεφάλι της ήρθε να φέρει πέτρινο
θάνατο στους νησιώτες…..» ( Πίνδαρος, “Πυθιόνικος”, Χ, 41-74 )
Ο ήρωάς μας κράτησε τα φτερωτά του πέδιλα και τα άλλα θεϊκά όπλα για να κάνει κι άλλα κατορθώματα. Οι θεοί τον προίκισαν με φτερωτά σανδάλια και σαν τον αητό πετούσε από χώρα σε χώρα για να κάνει άθλους. Ένιωσε τη χαρά του ουράνιου ταξιδιού. Μπορούσε να δει από ψηλά τη γη και τη θάλασσα. Συνομίλησε με τους θεούς, οι οποίοι τον συντρόφεψαν στον άθλο του και τον βοήθησαν. Αυτοί τον ορμήνεψαν να σκοτώσει ένα τέρας που απολίθωνε κάθε θνητό που το αντίκριζε.
Τα φτερωτά πέδιλα του Περσέα του επέτρεψαν να κάνει κι άλλο κατόρθωμα, να σώσει την Ανδρομέδα από το φοβερό κήτος. Ας δούμε τώρα κι αυτό τον μύθο:
[[ Πετώντας ο Περσέας έφτασε στην Αιθιοπία, έχοντας στο δισάκι του το κεφάλι της Μέδουσας. Από ψηλά είδε ένα απροσδόκητο θέαμα, στη βραχώδη ακτή, πάνω σ’ ένα βράχο που τον είχε φάει η αρμύρα της θάλασσας, ήταν δεμένη μια πανέμορφη κοπέλα. Αλλά γιατί ήταν δεμένη στο σκληρό βράχο;
Η κοπέλα ήταν η Ανδρομέδα, η κόρη του βασιλιά της Αιθιοπίας Κηφέα και της Κασσιόπης ( ή Κασσιέπειας ). Κι η μάνα της ήταν πολύ όμορφη, μα ήταν και πολύ εγωίστρια. Καυχήθηκε, λοιπόν, πως αυτή και η θυγατέρα της ήσαν ομορφότερες κι από τις Νηρηίδες (*7). Χολώθηκαν οι Νηρηίδες με τη καυχησιάρα ρήγισσα και ζήτησαν από τον αφέντη της θάλασσας, τον τριενορίχτη Ποσειδώνα να την τιμωρήσει λόγω της αλαζονείας της. Ο κοσμοσείστης προκάλεσε στη χώρα μια καταστρεπτική πλημμύρα κι έστειλε ένα φιβερό κήτος, που κατάτρωγε τα πάντα. Μπροστά στο κακό, ο ρήγας Κηφέας ζήτησε χρησμό από το μαντείο του Άμμωνα Δία. Έχασε το φως ο ρήγας, έφυγε η γη από τα πόδια του σαν έμαθε το χρησμό. Για να σωθεί η χώρα έπρεπε να προσφερθεί η ζωή της μονοθυγατέρας του Ανδρομέδας. Τι μπορούσε, όμως, να κάμει, όταν ο λαός έμαθε το χρησμό και μπροστά στα βάσανα από το χαλασμό που σκορπούσε το κήτος απαιτούσε να θυσιαστεί η Ανδρομέδα; Με βαριά καρδιά και δάκρυα στα μάτια έδωσε τη συγκατάθεση να προσφερθεί η μονάκριβή του θυγατέρα. Η θυσία της κόρης του θα έσωνε τη χώρα από τη συμφορά και θα ερχόταν γαλήνη στο λαό. Έτσι αλυσόδεσαν την όμορφη κόρη στο βράχο και περίμεναν να φανεί το θεριό.
Κατάχλωμη από το φόβο θρηνούσε την κακή της τύχη η Ανδρομέδα και τα μαύρα της δάκρυα έσμιγαν με της θάλασσας το αρμυρό νερό. Ήταν της μοίρας της αντί να νιώσει τη χαρά του άντρα και των παιδιών, κάνοντας οικογένεια, να καταλήξει στο απαίσιο στομάχι του θηρίου.
Τότε ήταν που πέρασε ο γιος της Δανάης. Από ψηλά είδε σαν να ήταν άγαλμα την Ανδρομέδα, μα ανέμιζαν τα μαύρα της μαλλιά στο φύσημα του αγέρα και κατάλαβε πως ήταν ζωντανή γυναίκα. Κατέβηκε χαμηλά να δει, και σαν αντίκρισε την ωραιομάγουλη αλυσοδεμένη νέα σκίρτησε από αγάπη η καρδιά του. Τον πέτυχε ένα βέλος από το γιο της Αφροδίτης, τον Έρωτα.
Σαν έμαθε γιατί την είχαν δέσει στον αρμυροποτισμένο βράχο, είπε πως αυτός θα την σώσει σκοτώνοντας το αιμοβόρο κήτος. Μα αφού την έσωνε αξίωσε να την πάρει γυναίκα. Έτσι κι έγινε.
Ένα τρομαχτικό μούγκρισμα ακούστηκε από μακριά κι η θάλασσα αναταράχτηκε. Φάνηκε το θεριό χτυπώντας με την ουρά του μανιασμένο τα νερά σηκώνοντας πελώρια αφρισμένα κύματα.
Πάγωσε από τον τρόμο η παρθενοκόρη, ενώ οι κάτοικοι που ήσαν σιμά στην ακτή σκόρπισαν με πανικό. Ο Περσέας άτρομος, φορώντας τα φτερωτά του πέδιλα, υψώθηκε στον ουρανό κι όρμησε στο θεριό. Ξεφύσισε μ’ ορμή το κήτος και χτύπησε με πάταγο το νερό βγάζοντας πυρωμένη ανάσα από τα ρουθούνια του μόλις είδε τον φτερωτό εχθρό. Ο γιος του Δία χωρίς να δειλιάσει ούτε στιγμή σημάδεψε την μαλακιά κοιλιά του θηρίου κι έριξε το μακρύ κοντάρι. Έγειρε από πόνο το κήτος και τότε με δρεπανωτό σπαθί του έκοψε το κεφάλι. Έτσι έσωσε την Ανδρομέδα που τώρα έκλαιγε από χαρά. Την έλυσε από το βράχο και την οδήγησε στο παλάτι.
Ο βασιλιάς Κηφέας τους δέχτηκε όλο χαρά, με δάκρυα στα μάτια, κι άρχισαν του γάμου τις ετοιμασίες. Έγινε ένας λαμπρός γάμος. Κι ενώ η γαμήλια τελετή ήταν στο αποκορύφωμά της κι όλοι γλεντούσαν χαρούμενοι, χωρίς το φόβο του θηρίου, στην αίθουσα εισέβαλαν οπλισμένοι άντρες με αρχηγό τον Αγήνορα ή Φινέα, τον πρώην μνηστήρα της Ανδρομέδας. Αυτός έξαλλος άρχισε να κατηγορεί τον Περσέα πως του έκλεψε τη γυναίκα που δικαιούνταν και τον Κηφέα πως δεν κράτησε το λόγο του και πάντρεψε την αρραβωνιαστικιά του μ’ άλλον. Απαίτησε να σταματήσει ο γάμος και να δοθεί η Ανδρομέδα σ’ αυτόν, γιατί του ανήκε. Πήρε το λόγο ο Κηφέας και υπερασπίστηκε τον Περσέα, κατηγορώντας τον Φινέα πως στη δυσκολία, όταν η Ανδρομέδα ήταν στο βράχο αλυσοδεμένη για να την κατασπαράξει το κήτος, αυτός κιότεψε να το αντιμετωπίσει και την εγκατέλειψε. Έτσι δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω στην κόρη του, που τώρα παντρευόταν τον σωτήρα της.
Χαμένα πήγαν του βασιλιά τα λόγια, γιατί ο Φινέας επιτέθηκε στους άοπλους γλεντοκόπους. Ο Περσέας για να τους σώσει, ζήτησε να στρέψουν προς τα πίσω το βλέμμα τους, κι έβγαλε από το σάκκο το κεφάλι της Μέδουσας. Σαν το αντίκρισαν ο Φινέας και οι οπλισμένοι ακόλουθοί του αμέσως απολιθώθηκαν κι έγιναν άψυχοι βράχοι.
Έμεινε ακόμη λίγες μέρες ο Περσέας στου πεθερού την πατρίδα, και μετά πήρε τη γυναίκα του και τράβηξε για το νησί, όπου μεγάλωσε. Σαν έφτασε στη Σέριφο, τα πράγματα δεν ήσαν ευχάριστα. Ο ρήγας Πολυδέκτης, πιστεύοντας πως ο Περσέας είχε πεθάνει, απαιτούσε με πόθο ακόρεστο από τη Δανάη να γίνει γυναίκα του. Αυτή πάνω στην απελπισιά της κατέφυγε ικέτισσα στου Δία το ναό. Μα ο ιερόσυλος ρήγας έστειλε στρατιώτες με την εντολή ν’ αποσπάσουν την ικέτισσα από το άγαλμα του εραστή της Δία, και να την φέρουν με το στανιό στο παλάτι. Πάνω στην ώρα ήρθε ο Περσέας και ζήτησε τη μητέρα του, μιας και είχε κάνει το μεγάλο κατόρθωμα. Μόλις ο βασιλιάς άκουσε πως ο νέος είχε το κεφάλι της Μέδουσας έβαλε τα γέλια, και τον αποκάλεσε ψευτοπαλικαρά. Ο Περσέας του είπε πως δεν μπορούσε να του δείξει το κεφάλι της νεκρής Γοργόνας γιατί θα ξεσπούσε κακό στο παλάτι. Σαν γέλασε απαξιωτικά και πάλι ο βασιλιάς, ο Περσέας έβγαλε από το σακί το κεφάλι της Μέδουσας και το έστρεψε προς τον Πολυδέκτη. Αμέσως αυτός κι όσοι βρίσκονταν κοντά του γίνηκαν πέτρες. Λένε πως από τότε η Σέριφος έγινε ένα νησί γεμάτο βράχους.
Ο Περσέας έδωσε το θρόνο στο Δίκτυ, κι αφού πήρε τη γυναίκα του και τη μητέρα του γύρισαν στο Άργος. ]]
Σαν γύρισαν μετά από πολλά χρόνια στην ποθητή πατρίδα, εκεί που αντίκρισαν το φως του ήλιου τα μάτια του Περσέα, έμελλε να επαληθευτεί ο χρησμός, που τόσο φοβόταν ο παππούς του. Αθέλητα ο εγγονός σκότωσε τον παππού. Ο Περσέας έριξε τον δίσκο, παίρνοντας μέρος σε αγώνες. Μα αστόχησε ο δίσκος, που χτύπησε τον Ακρίσιο στο πόδι, προκαλώντας το θάνατό του. Έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός. Ας δούμε, όμως, τις δύο παραλλαγές του μύθου.
[[ Σαν γύρισε στο Άργος ο Περσέας, αναζητώντας τον παππού του, δεν τον βρήκε στο παλάτι. Γιατί ο γέρος Ακρίσιος, φοβούμενος μήπως αληθέψει ο χρησμός, κατέφυγε στη Λάρισα, όπου κατοικούσαν οι Πελασγοί. Άλλο, πάλι, λένε πως ο Ακρίσιος εξορίστηκε από τον αδελφό του Προίτο. Τον Προίτο βρήκε βασιλιά όταν έφτασε στο Άργος ο Περσέας. Το παλικάρι εκδικήθηκε τον σφετεριστή του θρόνου του παππού και βιαστή της μάνας του. Έδειξε στον Προίτο το κεφάλι της Μέδουσας κι έτσι τον απολίθωσε. Μετά κίνησε για να βρει τον παππού του στην Λάρισα. Τον βεβαίωσε πως δεν ήταν πρεπούμενο να φοβάται τον χρησμό, γιατί τον αγαπούσε και δεν ήθελε το κακό του. Μάλιστα τον έπεισε να γυρίσουν στην πατρίδα τους, το Άργος. Πριν πάρουν του γυρισμού το δρόμο, οι Λαρισαίοι διοργάνωσαν αγώνες, στους οποίους πήρε μέρος και ο Περσέας. Ο ήρωας έριξε τον δίσκο, και χωρίς να το θέλει χτύπησε τον παππού του στο πόδι. Έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός γιατί τελικά ο Ακρίσιος πέθανε. Οι Λαρισαίοι τίμησαν τον πεθαμένο και τον έθαψαν έξω από την πόλη τους σαν βασιλιά. Δεν άντεχε η καρδιά του Περσέα να καθίσει στο θρόνο του παππού του, του οποίου είχε προκαλέσει τον θάνατο. Γι’ αυτό πήγε στην Τίρυνθα, όπου βασίλευε ο γιός του Προίτου, ο Μεγαπένθης. Τα ξαδέλφια συμφώνησαν να ανταλλάξουν τα βασίλειά τους. Έτσι ο Μεγαπένθης βασίλεψε στο Άργος και ο Περσέας στην Τίρυνθα. Ο γιός του Δία και της θνητής Δανάης μεγάλωσε το βασίλειο του χτίζοντας τις Μυκήνες.
Σύμφωνα με την άλλη παραλλαγή του μύθου, ο Πολυδέκτης ήταν μέχρι το τέλος προστατευτικός για τον Περσέα και τον είχε σαν παιδί του. Έτσι όταν ο Περσέας έφτασε στη Σέριφο, τον δέχτηκε σαν να ήταν πραγματικά γιός του. Στο ίδιο νησί είχε φτάσει κι ο Ακρίσιος, σαν έμαθε για την τύχη της κόρης και του εγγονού του. Ο ήρωας καθησύχασε τον Ακρίσιο πως ούτε μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του να του κάνει κακό. Ο Ακρίσιος πείστηκε από τα λόγια του και συμφώνησαν να επιστρέψουν όλοι μαζί στο Άργος. Μα ξέσπασε κακοκαιρία, που κράτησε πολλές μέρες κι έγινε αιτία να βραδύνουν την αναχώρηση. Στις μέρες της κακοκαιρίας έτυχε να πεθάνει ο Πολυδέκτης, που ήταν πια γέρος. Τον έθαψαν με μεγάλες τιμές. Η οικογένεια του Περσέα τον τίμησε ιδιαίτερα γιατί σ’ αυτούς στάθηκε πατέρας και προστάτης. Οργάνωσαν, λοιπόν, αγώνες προς τιμή του, όπου ο Περσέας πήρε μέρος πετώντας τον δίσκο. Αστόχησε ο δίσκος και τραυμάτισε στο πόδι τον Ακρίσιο, ο οποίος τελικά πέθανε. Μ’ αυτό τον τρόπο βγήκε αληθινός ο χρησμός πως ο βασιλιάς του Άργους θα σκοτωνόταν από το χέρι του εγγονού του. ]]

Σχόλια:
● Γνωστές Νύμφες ήταν οι Ναϊάδες, δηλαδή οι νύμφες των νερών, των πηγών και ποταμών. Ζούσαν μέσα στις σπηλιές που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή κάτω από τους ποταμούς. Όταν οι Αργοναύτες έφτασαν στην Προποντίδα, ο Ύλας σύντροφος του Ηρακλή, στάλθηκε να αναζητήσει μια πηγή για να φέρει νερό. Όταν πλησίασε για να γεμίσει την υδρία του, οι νύμφες που κατοικούσαν στην πηγή αυτή, τον άρπαξαν από το χέρι και τον έφεραν στην κατοικία τους.
Άλλες γνωστές Νύμφες ήταν οι Αμαδρυάδες. Ήταν οι νύμφες των δέντρων και των λιβαδιών. Τα πεύκα, έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν όταν άρχιζε η ζωή μιας νύμφης. Ήταν δυνατά δέντρα που ζούσαν πολλά χρόνια και απαγορεύονταν στους θνητούς να τα κόψουν. Όταν ερχόταν η ώρα της νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της.
Οι Νύμφες λατρεύονταν σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Δεν υπήρχαν όμως ναοί αφιερωμένοι σε αυτές. Οι θυσίες προς τιμή τους γίνονταν μέσα στις σπηλιές ή κοντά σε πηγές. Συχνή ήταν η ύπαρξη βωμών τους μέσα σε ιερά θεών. Απέδιδαν επίσης στις νύμφες θεραπευτικές, ιατρικές και μαντικές ικανότητες. Τα πνεύματα που κατοικούσαν στις πηγές και στις σπηλιές θεωρήθηκαν ότι ήταν ικανά να πληροφορούν τον άνθρωπο για το μέλλον και να του χαρίζουν μια θεϊκή γνώση.

● Ορφικός Ύμνος προς τις Νύμφες
«Νύμφες θυγατέρες του μεγαλόκαρδου Ωκεανού.
Σεις πού έχετε τις κατοικίες σας στα βάθη της γης σε δρόμους υγρούς,
και κατοικείτε σε κρυφούς τόπους, πού εθρέψατε τον Βάκχο γήινες, πού παρέχετε
μεγάλη χαρά, πού τρέφετε τους καρπούς και ζείτε στα λιβάδια σεις πού γυρίζετε στα
λοξοειδή μονοπάτια, οι αγνές πού χαίρεστε στα σπήλαια και περιπλανιέστε στον αέρα
σεις ζείτε στις πηγές και κινείστε γρήγορα
έχετε την δροσιά για φόρεμα και πόδια ελαφρά φανερώνεστε, αλλά και δε φαίνεστε,
ζείτε στις κοιλάδες και έχετε πολλά άνθη· μαζί με τον Πάνα πηδάτε επάνω στα βουνά,
ενθουσιαστικές, πού βγαίνετε από τις πέτρες, είστε λιγερόφωνες προέρχεστε από τις
βρύσες, και ζείτε στα δάση είστε αρωματισμένες παρθένες, ντυμένες στα λευκά,
αποπνέετε ωραίες αύρες, έχετε σχέση με τους αιγοβοσκούς, με τους ποιμένες, είστε
φίλες των θηρίων, φέρετε ωραίους καρπούς χαίρεστε στους δρυμούς, είστε απαλές,
τρέφετε πολλούς, βοηθάτε στην αύξηση είστε κόρες πού γεννηθήκατε μαζί με τις
βελανιδιές, αγαπάτε τα παιγνίδια, περπατάτε στα νερά,
Νύσιαι, μανιακές, θεραπευτικές, ευχαριστείστε με την άνοιξη καί μαζί με τον Βάκχο και
την Δηώ φέρετε χαρά στους ανθρώπους. Ελάτε με χαρούμενη καρδιά στις ιερές
θυσίες και χύνετε νερό υγιεινό σε εποχές πού βοηθούν την αύξηση των
καρπών.»

● Οι Υπερβόρειοι ήσαν φίλοι των Ελλήνων και κατοικούσαν προς τον Β. Πόλο. Κατά την επίσκεψη του ήρωα Περσέα στις περιοχές των Υπερβορείων από τους οποίους έλαβε βοήθεια στην επικείμενη σύγκρουση του με την Μέδουσα, οι Υπερβόρειοι του προσφέρανε το «σπαθί» που θα προοριζόταν για τον αποκεφαλισμό του φοβερού τέρατος, καθώς επίσης και την περικεφαλαία που θα τον έκανε κατά βούληση αόρατο. Φύλακας Άγγελος του Περσέα αναλαμβάνει η θεά Αθηνά η οποία και αρχικά τον βοηθάει να μεταβεί στους Υπερβόρειους, όπως μας πληροφορεί ο Πίνδαρος: «...Εις των ευτυχών τούτον ανθρώπων το έθνος ήλθεν άλλοτε της Δανάης ο υιός (ο Περσεύς) με τόλμην και θάρρος υπό την οδηγίαν της Αθηνάς»
Παράδοξος όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Περσέας βρέθηκε ανάμεσά τους. Στο παρακάτω απόσπασμα του Πίνδαρου μπορούμε να διαβάσουμε: «...Λέγω τους Υπερβορείους εις των οποίων τα δώματα ήλθεν άλλοτε ο Περσεύς ο ήρως, και παρακάθισεν εις γεύμα. Εύρε δε αυτούς προσφέροντας εις τον θεόν ιεράς θυσίας όνων...». Ο Περσέας λοιπόν θυσίασε όνους για να μπορέσει να μεταβεί στη χώρα τους. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι ο ποιητής στη συγκεκριμένη ωδή μιλάει με κώδικα. Ο συγγραφέας Παναγιώτης Τουλάτος στο έργο του «Τα Αρχεία της Χαμένης Γνώσης, Βιβλίο1» δίνει μια εξήγηση: «...Ο γνωρίζων ελληνικά θα καταλάβει ότι η προσφορά των Υπερβορείων αδελφών μας, είναι προσφορά του όλου νοητικού κόσμου, αφού ο Περσέας τους βρήκε "προσφέροντας θυσίας ό ν ω ν" (διάβαζε αποκωδικοποιημένα ν ό ω ν)... Και για όποιον δεν εννόησε, τον παραπέμπω στον μεγάλο γραμματολόγο Λουκιανό (έργο Λούκιος ή Όνος), στον Πλάτωνα (έργο «Ευθύδημος»). Επίσης στον «Κρατύλο» του Πλάτωνα, να καταλάβει τη βαθύτερη ουσία του Ελληνικού αλφαβήτου και να συλλαμβάνει μηνύματα μέσα από λέξεις κλειδιά όπως, Κρ-Ονος ή Θρ-Ονος...» Για όποιον θα θελήσει να ψάξει περισσότερο το θέμα σχετικά με τους «όνους», θα πρέπει να καταφύγει και σε εργασίες που ασχολούνται με την πινακίδα του Ιδαλίου στη Κύπρο.
Ο γυρισμός του Απόλλωνα γιορτάζονταν στους Δελφούς κάθε εαρινή ισημερία, με τα Θεοφάνια ενώ υπήρχε και ο Αστραφτερός Κύκνος που συμβόλιζε το ιπτάμενο άρμα του θεού.


● Οι Νεράιδες στην Ομήρου Ιλιάδα θρηνούν μαζί με τον Αχιλλέα τον θάνατο του Πάτροκλου:
«Είπε, κι εκείνον τον περίζωσε σα μαύρο γνέφι ο πόνος·
και διπλοπάλαμα αθαλόσκονη φουχτώνοντας τη ρίχνει
πα στο κεφάλι, και την όψη του μολεύει την πανώρια’
κι η στάχτη απά στο μοσκομύριστο του κάθουνταν χιτώνα’
κι αυτός μακρύς φαρδύς ξαπλώθηκε και κοίτουνταν στη σκόνη,
και με τα χέρια του ανασκάλευε μαδώντας τα μαλλιά του.
Κι οι σκλάβες, που ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος είχαν κουρσέψει,
έσυραν τρανή φωνή, απ’ τον πόνο που ‘νιωσαν, και δράμαν απ’ τις πόρτες
30 στον Αχιλλέα το γαύρο ολόγυρα, και χεροπάλαμα όλες
κρούγαν τα στήθη τους, και λύθηκαν της κάθε μιας τα γόνα.
θρηνούσε κι απ’ την άλλη ο Αντίλοχος, πνιγμένος μες στο κλάμα,
τον Αχιλλέα στα χέρια πιάνοντας—κι αυτός βαριά εβογγούσε—
τι έτρεμε μπας και με το σίδερο θερίσει το λαιμό του.
Κι έσκουξεν άγρια» ευτύς τον άκουσεν η σεβαστή του η μάνα,
που πλάι στο γέρο κύρη εκάθουνταν, στα βάθη του πελάγου,
κι αρχίνησε το θρήνο’ γύρα της μεμιάς εμαζωχτηκαν
όσες θεές νεράιδες έμεναν στου πελάγου τα βάθη·
η Κυμοθόη κι η Γλαύκη εκεί ‘τανε, κι η Θάλεια κι η Νησαία
40 κι η βοϊδομάτα Αλία κι η Φέρουσα κι η Θόη κι η Κυμοδόκη·
ήταν ακόμα κι η Λιμνώρεια κι η Αμφιθόη κι η Ακταίη
με τη Μελίτη και την Ίαιρα, την Αγαυή, τη Μαίρα,
και την Πρωτώ καί την Ιάνασσα, τη Σπειώ και την Πανόπη
και τη Δωτώ και την Καλλιάνειρα, την ξακουστή Γαλάτεια,
τη Δυναμένη, την Καλλιάνασσα καί τη Δωρίδα’ κι ήταν
κι η Νημερτή μαζί και η Ιάνειρα, μαζί τους κι η Αμφινόμη·
κι η Ωρείθεια κι η Κλυμένη κι η Άψευδη μες στη σπηλιά βρεθήκαν,
κι η Αμάθια ακόμα η καλοπλέξουδη κι η Δεξαμενή, κι άλλες,
όσες θεές νεράιδες έμεναν στου πελάγου τα βάθη.
50 Και γέμισε η σπηλιά η κρουστάλλινη, κι αυτές έδερναν όλες
τα στήθη τους· και πρώτη η Θέτιδα κινάει το μοιρολόγι:
« Νεράιδες αδερφές μου, ακούστε με, καλά να ξέρετε όλες
γρικώντας, πόσους κρύβω μέσα μου βαθιά καημούς και πόνους.
Αλί κι αλί σε με την άμοιρη πικρολεβεντομάνα!
Γέννησα γιο τρανό, αψεγάδιαστο, στους αντρειωμένους πρώτο,
κι ως τρυφερό κλωνάρι ανάδωσε’ κι εγώ, που ανάστησα τον
σα ροδαμό που ξεπετάχτηκε στου χωραφιού τον όχτο,
πάνω στα πλοία τα δρεπανόγυρτα στην Τροία τον έχω στείλει,
τους Τρώες να πολεμήσει. Αλίμονο, δε θα τον δω να γέρνει
60 στο πατρικό ξοπίσω σπίτι του, να τον καλωσορίσω!
Μα κι όσο ακόμα ζει και χαίρεται το φως του γήλιου, πάντα
τραβάει καημούς, κι ουδέ πηγαίνοντας μπορώ να τον συντράμω.
Κι όμως θα πάω να ιδώ το τέκνο μου, ποια συφορά ν’ ακούσω
το ‘χει πλακώσει, από τον πόλεμο μακριά κι ας μένει τώρα.»
Είπε, και τη σπηλιά παράτησε, κι εκείνες δακρυσμένες
ομάδι της τραβούσαν κι άνοιγε της θάλασσας το κύμα
τρογύρα, ως πια στην Τροία που φτάσανε την παχιοχωματούσα’
κι αράδα στο γιαλό ξεπρόβαλαν, κει που ήταν τραβηγμένα
πυκνά των Μυρμιδόνων τ’ άρμενα, στον Αχιλλέα τρογύρα’
70 κι ως εβογγούσε κείνος, σίμωσεν η σεβαστή του η μάνα’
σέρνει φωνή μεγάλη, εφούχτωσε την κεφαλή του γιου της,
και μες στα κλάματα ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
« Τι κλαις, παιδί μου; Ποιος σου ετάραξε καημός τα σπλάχνα τώρα;
Για μίλα μου ανοιχτά, μην κρύβεσαι· σου τα ‘χει ο Δίας τελέψει
τα όσα πιο πριν τον παρακάλεσες με σηκωμένα χέρια,
να στριμωχτούν οι Αργίτες σύψυχοι μπροστά απ’ των πλοίων τις πρύμνες
και στενεμένοι απ’ την ανάγκη σου φριχτά κακά να πάθουν.»



---------------------------------------------------------------------------------

(*5) Οι Νύμφες κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν γυναικείες ιδεατές μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την Άρτεμη και παίζοντας μαζί της. Ήταν όλες τους πανέμορφες, η Άρτεμη όμως ξεχώριζε με τη θωριά της ανάμεσά τους. Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα στα λιβάδια και στις πλαγιές, συνήθως κοντά στις πηγές των οποίων και αποτελούσαν στην πραγματικότητα την αλληγορική εκπροσώπησή τους. Υμνούσαν με τις γλυκές φωνές τους, τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. Μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη, μαζί με τις Χάριτες, όπως λέει ο Όμηρος, στο βουνό Ίδα, στην Τροία. Άλλοτε το χορό τους τον οδηγεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Οι Νύμφες κατατάσσονταν γενικά μεταξύ θεών και θνητών, ως ημίθεες. Δεν ήταν αθάνατες, ζούσαν όμως πάρα πολύ και τρέφονταν με αμβροσία.
Συγγένευαν με μεγάλους θεούς, ενώ ο Ερμής θεωρούνταν γιος Νύμφης, της Μαίας. Γενικά, επικρατούσε η αντίληψη πως ήταν κόρες του Δία. Άλλοι, πάλι, τις θεωρούσαν κόρες ποταμών: είτε του μεγαλύτερου ποταμού που υπήρχε, του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών ενός τόπου. Έτσι, κάθε περιοχή είχε τα ποτάμια της και καθένα απ' αυτά είχε γεννήσει τις Νύμφες (πηγές) της περιοχής αυτής, λ.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών (των πηγών) της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ήταν ο γεννήτορας των Νυμφών αντίστοιχα της Τροίας. Πολύ συχνά εκείνες έδιναν τα ονόματά τους στις κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα. Υπήρχαν όμως και κάποιες Νύμφες, οι οποίες λέγονταν Μελίες και είχαν γεννηθεί από τις σταγόνες του αίματος του Ουρανού, που έπεσαν στη Γη, όταν ο Κρόνος, ο γιος του, του έκοψε τα γεννητικά του όργανα.

(*6) Οι Υπερβόρειοι ήταν μία φυλή ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν στην περιοχή που οι αρχαίοι μας ονόμαζαν Υπερβόρεια. Οι Υπερβόρειοι είχαν συνεχή επικοινωνία με τους Έλληνες και μάλιστα μιλούσαν και την ίδια γλώσσα. Η διαφορά ανάμεσα στους Υπερβόρειους και τους Έλληνες της αρχαιότητας ήταν ότι οι Υπερβόρειοι ήταν κάτοχοι υψηλής τεχνολογίας, αφού ταξίδευαν ταχύτατα και είχαν όπλα με απίστευτες δυνάμεις ενώ οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν στην κατοχή τους τέτοιες τεχνολογίες. Ωστόσο οι αρχαίοι μας σώζουν μαρτυρίες και περιγραφές που μας μιλούν για αυτούς.
Οι Υπερβόρειοι μιλούσαν Ελληνικά αφού σύμφωνα με τον Διόδωρο: «Έχειν δε τους Υπερβορείους τίνα διάλεκτον, και προς τους Έλληνες οικειότατα διακείσθα...». Μη ξεχνάμε ότι οι τοπικοί Ήρωες που προστάτευαν τους Δελφούς είχαν τα ελληνικά ονόματα Φύλακος και Αυτόνοος. Με ποιο τρόπο όμως ταξίδευαν οι Υπερβόρειοι για να καταφτάσουν στην Ελλάδα ; Σύμφωνα με τον Πίνδαρο «Την θαυμαστήν οδόν την άγουσαν εις τας πανηγύρεις των Υπερβορείων ούτε πεζός, ούτε δια πλοίων ερχόμενος θα δυνηθείς να εύρεις...». Δηλαδή δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τρόπο να πάμε στην Υπερβόρεια γιατί πολύ απλά δεν έχουμε την τεχνολογία - ή τουλάχιστον δεν την είχαν οι Έλληνες την εποχή του Πίνδαρου.

(*7) Οι Νηρηΐδες, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν νύμφες, που προσωποποιούσαν τις καταστάσεις και τα χαρακτηριστικά της θάλασσας. Ήταν κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας και εξ αυτής εγγονές του Ωκεανού. Ήταν γύρω στις πενήντα, ενώ έφταναν και τις εκατό, κατά άλλη άποψη. Οι Νηρηΐδες ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, στο παλάτι του πατέρα τους και περνούσαν τη μέρα τους κολυμπώντας και παίζοντας με δελφίνια, ή καθισμένες σε χρυσούς θρόνους ή βράχους τραγουδώντας και υφαίνοντας ή στεγνώνοντας τα πλούσια και μακριά μαλλιά τους. Δεν επέτρεπαν σε καμία θνητή να παραβάλλεται με αυτές στην ομορφιά. Είχαν τη δύναμη να ταράζουν τη θάλασσα αλλά και να την ηρεμούν. Γενικά ήταν πάντοτε περιχαρείς για την αθανασία τους και συνόδευαν τά άρματα των ενάλιων θεών.
Οι πιο γνωστές από αυτές είναι η Αμφιτρίτη, η οποία ήταν γυναίκα του Ποσειδώνα και μητέρα του Τρίτωνα, η Θέτις (η μελλοντική μητέρα του ήρωα Αχιλλέα), η Ψαμάθη (γυναίκα του Αιακού) και η Γαλάτεια (γυναίκα του κύκλωπα Πολύφημου).

Δεν υπάρχουν σχόλια: