Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Παναγιά, η μάνα του Χριστού μας

[[ δαμ-ων ]]

Έφτασε και ο Δεκαπενταύγουστος. Σήμερα τιμούμε την Πλατυτέρα των Ουρανών, τη μητέρα του Χριστού μας. Στη μεγάλη γιορτή της 15ης Αυγούστου, που την αποκαλούμε και Πάσχα του Καλοκαιριού, όλη η Ελλάδα, απ’ το Βορρά ως το Νότο κι απ’ την Ανατολή μέχρι τη Δύση, σε εκκλησίες κι εξωκλήσια γιορτάζει την κοίμηση της Θεοτόκου.
Στην Παναγιά μας σήμερα θα αφιερώσω λίγες αράδες από ανάκατα γράμματα, σαν να της ανάβω ένα κερί.
Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο (άγνωστο στους περισσότερους) του Ν. Καζαντζάκη με τίτλο “Συμπόσιον” :
[[ Όταν μπήκα στη σκοτεινή εκκλησία, ανατρίχιασα: ήτανε γιομάτη αγίους, αγγέλους, πέτρινα περιστέρια στα κεφαλοκόλονα και κισσούς και κεφάλια κριαριών και κλήματα με χοντρά σταφύλια. Τρεμάμενος προσκύνησα το εξαίσιο θαματουργό κόνισμα της Παναγιάς της Πορταΐτισσας, που το φέραν αγγέλοιαναβαστώντας το απάνου απ’ το κύμα, κι όλο το πέλαο σιγούσε, με τρόμο φιλώντας τα πόδια της Κεράς του, κι ,ένιωσα να κυκλώνουμαι από αόρατες παρουσίες και να γλιστρούν απ’ το θόλο και να με αγγίζουν ψαχουλεύοντας τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.
Κι ανάμεσα στη σκοτεινιά, τεράστια, γλυκύτατα εφέγγαν τα μάτια της Πορταΐτισσας και το στρογγυλό της, σαν της Ήρας, ρωμαλέο πηγούνι.
Γλυκοφιλούσα, Κερά της Θάλασσας, της είπα, ω Καρδιά ανθρώπινη που χάρισες εκείνον που ουρανός και γης δεν τον χωρούν, ω Πράξη που γαληνά αναβαίνοντας το Όρος της Σιωπής αγγίζεις την κορφή της θεότητας, ω Μάνα, που κάρπισες το σαπημένο δέντρο της ζωής κι υπόταξες το θάμα, ήρθα στο περιβόλι σου, χτυπώ τη θύρα του σπιτιού σου κι είμαι όλος ένα κρίνο ευαγγελικό, κλειστό και καταπόρφυρο, σα δόρατο στα χέρια σου, Αμαζόνα.

Η συνέχεια >>>VagiaBlog…

Κερά πηγή, άσε ν’ ακουμπήσω τις απαλάμες μου στις γυαλιστερές πέτρες, να πιώ το αθάνατο νερό, ν’ ανοίξουν τα κόκαλά μου, σα γιασεμόκλωνα. Και να χαρώ το μελαψό μου πρόσωπο να φεγγρίζει εφτακάθαρο κι ασάλευτο στη γαληνή της Αιωνιότητας, γιατί δεν είσαι Εσύ, αναφωνούσα, η Μάνα μόνο που παρηγοράει και κλαίει. Οι καλογέροι στα τροπάριά τους σε κράζουν Ρόδο και Μήλο, Αυγή και Σύννεφο, Κλήμα, Κοχύλι, Δροσούλα, και Παστάδα. Μα δε σε φτάνουν. Πώς να σε πουν για να σ’ αγγίξουν, Κερά μου; Θάλασσα σε κράζουν τώρα, Λουτρό, Δαμάλα, πόρτα κι Αυλή, Ποταμό, Βροντή, Πύργο, Παλάτι, Κροντήρι κι Ευωχία.
Μα εσύ είσαι η Στρατηγίνα της ράτσας μου, η Οδηγήτρα του Γένους των Ελλήνων, η Παντάνασσα ψυχή της Ρωμιοσύνης!
Πότε με τον ακριβό καμουχά της Αθηνιώτισσας, ευγενική κι από μεγάλο σόι, πότε παλικαρούσα τέμπλα της Ρούμελης, σα να ‘σφιξεν η σάρκα σου στα χιόνια της Λιάκουρας πάνου απ’ το Δαδί, πότε γλυκιά νησιώτισσα, ασπροθαλασσίτισσα, μ’ ένα στεφάνι ανθούς στα καλοχτενισμένα με ίση χωρίστρα μαλλιά, και πότε αρχόντισσα Κορφιάτισσα με τη χρυσή κορόνα και τα πράσινα μεταξωτά.
Πότε πάλι μια νύχτα στ’ όνειρό μου Μακεδονίτισσα με την αψηλή περκεφαλαία από μαύρη προβιά, με τα χρουσά γιορντάνια στ’ όρθιο στήθος, ηλιοκαμένη, ξυπόλυτη, όλο κουρέλια λοήσιμα και πίσου, σε κούνια από σκοινιά και πλατανόφυλλα, κουβαλούσες, ανηφορίζοντας ένα έρημο βουνό, το Γιό σου.
Ω Δέκατη Μούσα, Παναγιά Αναφωνήτρα, έσυρες κραυγή κιντύνου σα βίγλα ακριτική που αγνάντεψε μακριάθε να μερμηγκιάζουν οι αραπάδες και να πατούν το ιερό φως της Ελλάδας, κι ορθώθης, Στρατηγίνα, παίζοντας αλαφρά το απελατίκι και βροντήσαν τα γεροκοκούδουνα και τ’ αργυρά τσαπράζα σου κι έλαμψε το ανέγγιχτο στήθος, σαν Πανσέληνο, και τιναχτήκαν όλοι οι νέοι που μεστώνανε για τη δίδυμη ηδονή, του Θεού και της Γυναίκας, κι ορμούν ξοπίσου σου, Αμαζόνα, γιατί μες στην καρδιά μου σαλεύεις σα χριστιανή νίκη που δε φοβάται το αίμα κι ακλουθάεικλαγγάζοντας, με μεγάλες δρασκελιές. Το στρατευόμενο απάνου στη γης Θεό!
Μύρο, μιλώντας και κοιτάζοντας την Πορταΐτισσα ένιωθα την καρδιά μου ν’ αλαφρώνει, γιατί με την προσπάθεια που έκανα να βρω και να πω τη συγκίνησή μου για το αξαίσιοκόνισμα, φώτιζα τον αγώνα μου, και για πρώτη βολά ξεχώριζε κι έπαιρνε πρόσωπο το μέσα μου χάος. Θεός, Γυναίκα και Πόλεμος- να η φοβερή που μ’ έφλεγε τριάδα. Πότε, την ώρα που μιλούσα, την ένιωθα σαν πλούσια μονάδα, πότε ξέχωρο το κάθε πρόσωπο, λαμπρό, ανελεήμονο, που μισούσε τ’ άλλα κι ήθελε να με πάρει αλάκερο. ]]
Η Παναγία έγινε το υπόδειγμα της Μάνας καθώς κλήθηκε να φέρει με γενναιότητα, υπομονή και καρτερία ως το τέλος την θεία της αποστολή. Δοκίμασε πόνους και θλίψεις. Από την αρχή ως το τέλος η ζωή της Παναγίας είναι μια συνεχιζόμενη υπομονή κι εγκαρτέρηση.
Η μάνα υποφέρει όταν χάνει το παιδί της. Ο Καβάφης δίνει παραστατικά τον πόνο της μάνας του Αχιλλέα:
«Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα
κι έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια»
όταν μαθαίνει για το θάνατο του γιου της του Αχιλλέα.»
Ο πόνος της Παναγιάς είναι βουβός. Κλαίει σιωπηλά και με καημό συμπαντικών διαστάσεων στη βάση του Σταυρού. Δεν ολοφύρεται, δεν ξεσχίζει τα ρούχα της, δεν ξεριζώνει τα μαλλιά της. Βουβά υπομένει τον πόνο της μάνας που βλέπει το μαρτύριο του παιδιού της, τον άδικο θάνατό του…
Ο Λιβανέζος στοχαστής ΧαλίλΓκιμπράν γράφει για το βουβό μαρτύριο της Παναγίας στο Γολγοθά, κάτω από το σταυρό του Γιου της:
[[ Μου είναι δύσκολο να μιλήσω περισσότερο για τη Μαρία και το Γιο της. Νιώθω έναν κόμπο στο λαιμό και τα λόγια μου φτάνουν στ’ αυτιά σας με δεκανίκι, μα πρέπει να μιλήσω για όσα είδα κι άκουσα.
Μες στη νιότη του χρόνου, τότε που κάλυπταν τους λόφους οι ανεμώνες, ο Ιησούς κάλεσε τους μαθητές Του και τους είπε, «Ελάτε μαζί μου στην Ιερουσαλήμ και θα γενείτε μάρτυρες της σφαγής του αμνού για το Πάσχα». Την ίδια μέρα η Μαρία ήρθε στο κατώφλι μου. «Γυρεύει την Πόλη την Ιερή», μου είπε. «Θα ‘ρθεις να Τον ακολουθήσουμε μαζί με τις άλλες γυναίκες;»
Περπατήσαμε το δρόμο το μακρύ μαζί με τη Μαρία και το Γιο της, έως ότου φθάσαμε στην Ιερουσαλήμ. Εκεί μια ομάδα ανδρών και γυναικών μας αποθέωσε στην πύλη. Βλέπετε η άφιξή Του είχε ήδη αναγγελθεί σε όσους Τον αγαπούσαν. Όμως, το ίδιο βράδυ ο Ιησούς έφυγε απ’ την πόλη μαζί με τους ανθρώπους Του. Μάθαμε πως τράβηξε για τη Βηθανία. Η Μαρία έμεινε μαζί μας στο πανδοχείο αναμένοντας την επιστροφή Του. Το βράδυ της Πέμπτης Τον έπιασαν απροστάτευτο και τον φυλάκισαν.
Αμίλητη έμεινε η Μαρία σαν ακούσαμε τη φυλάκισή Του. Στα μάτια της, όμως, υπήρχε η οδύνη που της υποσχέθηκαν και η χαρά που τη γέμιζε σαν ήταν νύφη στη Ναζαρέτ. Δεν έκλαψε, αλλά τριγύριζε ανάμεσά μας σα φάντασμα μητέρας που δε θρήνησε το φάντασμα του γιου της.
Καθίσαμε στο πάτωμα με το κεφάλι σκυμμένο. Εκείνη, όμως, έμεινε όρθια, να βηματίζει πέρα- δώθε στο δώμα. Στάθηκε μπρος στο παράθυρο και κοίταξε προς τη μεριά της Ανατολής. Κατόπι έστρωσε προς τα πίσω τα μαλλιά της με τα δάχτυλα των χεριών της. Το πρωί στεκόταν ακόμη ανάμεσά μας, σα λάβαρο μοναχικό στην ερημιά, εκεί που δεν υπάρχουν άνθρωποι να σε φιλοξενήσουν.
Κλαίγαμε, γιατί ξέραμε τι έφερνε το αύριο στο Γιο της. Μα εκείνη δεν έκλαιγε, γιατί γνώριζε καλά τι έμελλε να Του συμβεί. Από μπρούντζο ήταν καμωμένα τα οστά της, από αρχαία φτελιά τα νεύρα της. Με τα ουράνια έμοιαζαν τα μάτια της, ορθάνοιχτα και θαρρετά. Άκουσες ποτέ τσίχλα να τραγουδάει και το κελάιδισμά της να χάνεται στον άνεμο; Είδες γυναίκα με την πίκρα της πολύ μεγάλη για δάκρυα; Είδες πληγωμένη καρδιά να υψώνεται πάνω απ’ τον πόνο της; Τέτοια γυναίκα δεν ξανάδες, γιατί δε βρέθηκες μπρος στην παρουσία της Μαρίας. Δε σ’ αγκάλιασε ποτέ η Αόρατη Μητέρα.
Σε τούτη τη σιωπηλή στιγμή, τότε που χτυπούν στα στήθη εκείνων που ξαγρυπνούν οι τυλιγμένες οπλές της σιγής, ήρθε ο Ιωάννης, ο νεότερος γιος του Ζεβεδαίου. «Μητέρα Μαρία», είπε, «ο Ιησούς ξεκίνησε. Ελάτε να Τον ακολουθήσουμε». Η Μαρία απίθωσε το χέρι στον ώμο του Ιωάννη και βγήκε. Εμείς τους ακολουθήσαμε. Σαν φτάσαμε στον πύργο του Δαβίδ, είδαμε τον Ιησού να σηκώνει το σταυρό Του. Πλήθος μέγα τον περιέβαλε. Δύο άνθρωποι ακόμη κουβαλούσαν κι εκείνοι το δικό τους σταυρό.
Η Μαρία περπατούσε πίσω απ’ το Γιο της με βήμα σταθερό και το κεφάλι ορθωμένο. Από πίσω της περπατούσε η Σιών και η Ρώμη, ο κόσμος ολάκερος για να εκδικηθεί έναν Άνθρωπο λεύτερο.
Σαν φτάσαμε στο λόφο, Τον είχαν ήδη ανεβάσει στο σταυρό. Στράφηκα και κοίταξα τη Μαρία. Το πρόσωπό της δεν έδειχνε γυναίκα ορφανεμένη. Ήταν η όψη της γης της γόνιμης, που γεννά και θάβει τα παιδιά της. Ήρθαν τότε στα μάτια της οι μνήμες της παιδικής Του ηλικίας και φώναξε,
«Γιε μου, που γιος μου δεν είσαι. Άνθρωπε που κάποτε επισκέφθηκες τη μήτρα μου. Ας είναι δοξασμένη η δύναμή σου. Γνωρίζω πως κάθε σταγόνα απ’ το αίμα σου πηγή θε να ‘ναι για έθνος ολάκερο. Πεθαίνεις μες στην καταιγίδα, όπως έσβησε κάποτε η καρδιά μου μες στο ηλιοβασίλεμα, μα δε θα πικραθώ».
Τη στιγμή εκείνη ένιωσα πως ήθελα σκεπάσω το πρόσωπό μου με το κάλυμμά μου και να φύγω μακριά για το Βορρά. Μα άκουσα ξάφνου τη Μαρία να λέει,
«Γιε μου, που δεν είσαι γιος μου. Τί είπες σ’ εκείνον που σταύρωσαν δεξιά σου και είν’ ευτυχισμένος μες στην οδύνη του; Αλαφρήείν’ η σκιά του θανάτου στο πρόσωπό του πάνωθε και δεν μπορεί να στρέψει τα μάτια του από σένα. Μου χαμογελάς, κι επειδή χαμογελάς, γνωρίζω πως νίκησες».
Ο Ιησούς κοίταξε τη μητέρα Του και είπε, «Μαρία, από τούτη τη στιγμή να είσαι μάνα του Ιωάννη».
Στον Ιωάννη είπε, «Στοργικός γιος να ‘σαι για τούτη τη γυναίκα. Πήγαινε στο σπίτι της κι ας πέφτει η σκιά σου στο κατώφλι που στεκόμουν εγώ κάποτε. Κάντο στη θύμησή μου».
Ύψωσε η Μαρία το δεξί της χέρι προς το μέρος Του κι έμοιαζε σα δέντρο μ’ ένα μόνο κλωνάρι. Ξαναφώναξε,
«Γιε μου, που γιος μου δεν είσαι. Αν είναι τούτο θέλημα Θεού, είθε να μας χαρίσει ο Θεός την υπομονή και τη γνώση Του. Αν είναι θέλημα ανθρώπου, είθε ο Θεός να τον συγχωρήσει για πάντα.
Αν είναι θέλημα Θεού, σάβανό σου θε να ‘ναι τα χιόνια του Λιβάνου. Αν είναι θέλημα τούτων εδώ των ιερέων μοναχά και των στρατιωτών, τότε έχω τούτο δω το φόρεμα για τη γύμνια σου.
Γιε μου, που γιος μου δεν είσαι. Ό,τι έχτισε ο Θεός εδώ δε θα χαθεί. Κι εκείνο που θα καταστρέψει ο άνθρωπος, όρθιο θε να μείνει, μα όχι για τα μάτια του πια».
Εκείνη τι στιγμή Τον παραχώρησε ο ουρανός στη γη, κραυγή και πνοή αντάμα. Εκείνη τη στιγμή η Μαρία Τον παραχώρησε στον άνθρωπο, πληγή και βάλσαμο μαζί.
«Κοιτάξτε, έφυγε», μας είπε, «η μάχη τέλειωσε. Το άστρο έστειλε το λάμψη του. Το σκαρί έφτασε στο λιμάνι. Αυτός που ακουμπούσε κάποτε στην καρδιά μου τώρα πάλλεται στο άπειρο».
Πήγαμε σιμά της και μας είπε, «Χαμογελά ακόμη και μες στο θάνατο. Νίκησε. Αληθινά είμαι η μητέρα ενός νικητή».
Η Μαρία επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, στηριζόμενη στον Ιωάννη, το νεαρό μαθητή. Ήταν μια γυναίκα που ‘χε φτάσει στον προορισμό της. Σαν φτάσαμε στην πύλη της πόλης κοίταξα το πρόσωπό της κι εντυπωσιάστηκα. Αν εκείνη τη μέρα το κεφάλι του Ιησού έστεκε ψηλότερα απ’ όλων των άλλων ανθρώπων, το κεφάλι της Μαρίας δεν έστεκε λιγότερο ψηλά.]]
Το πρόσωπο της Θεοτόκου αποτέλεσε αντικείμενο εμπιστοσύνης, τιμήθηκε και υμνήθηκε όσο κανένα άλλο στο θρησκευτικό χώρο. Γιατί ως Μάνα γνωρίζει τον καημό κάθε μάνας, ως γυναίκα γεμάτη από συναισθηματισμούς ανταποκρίνεται στο σπαραγμό κάθε χειμαζόμενης ψυχής.
Καταφύγιο η ματιά της, ανακούφιση η μορφή της, η μητέρα για τα ορφανά, παρηγοριά για τους θλιβόμενους, η προστάτιδα για τους αδικημένους, η τροφή για τους φτωχούς, η γιατρειά για τους αρρώστους, η ελπίδα για τους απελπισμένους, το καταφύγιο για τους κινδυνεύοντες.
Η Παναγία για εμάς τους Έλληνες, περισσότερο από Θεοτόκος, από Υπεραγία, από Υπέρμαχος Στρατηγός, από ένα θρησκευτικό πρόσωπο, είναι η μεγάλη Μάνα μας, γιατί είναι το αποκούμπι μας.
Σ' αυτήν καταθέτουμε τις ευαισθησίες μας και τους καημούς μας. Εκείνης το όνομα φέρνουμε αβίαστα στα χείλη μας κάθε φορά που καλούμαστε ν' αντιμετωπίσουμε κινδύνους, προβλήματα, να ξεπεράσουμε τις ανασφάλειές μας.
Είναι η Μάνα μας γιατί σ' αυτήν ακουμπάμε και παρακαλούμε γιατί είμαστε σίγουροι πως θ' ακούσει, όπως ακούει η κάθε μάνα την παράκληση των παιδιών της.
Η μητρική της ιδιότητα είναι εκείνη που την καθιστά ικανή να πρεσβεύει μετά παρρησίας στον Υιό και Θεό της, μεταφέροντας στο Θρόνο Του τις δικές μας ικεσίες και παρακλήσεις.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, όταν ζητούν εξ ύψους βοήθεια και ειδικά όταν είναι αρνητικά αιφνιδιασμένοι από ένα γεγονός, η πρώτη φράση που έρχεται στο στόμα τους είναι «Παναγιά μου». Αναζητούν δηλαδή την «θνητή» μητέρα και όχι τον Θεό Υιό της. Αυτός ο ρόλος είναι πράγματι ξεχωριστός και ο Δημιουργός τον ανέθεσε σε μια γυναίκα. Γιατί η γυναίκα βρίσκεται πολύ πιο κοντά από τον άνδρα στη δημιουργία, αφού αυτή εκκολάπτει στα σπλάχνα της και φέρνει στον κόσμο την ζωή. Αυτή που γεννά τον άνθρωπο είναι σαφές ότι είναι κοντά σε αυτόν, συνομιλεί μαζί του, γίνεται μεσίτρια, βοηθός και συμπαραστάτης του, τον καταλαβαίνει, τον πονά. Kαι αυτός, αυτήν αναζητά όποτε έχει ανάγκη, αυτήν εμπιστεύεται.
Είναι η Παναγία η Μάνα του, που εκφράζεται μέσα στην καθημερινότητα από την κάθε μάνα, η οποία στο δικό της μικρόκοσμο γίνεται η καθημερινή κλίμακα ανυψώσεως του δικού της δημιουργήματος.
Η Μάνα Παναγία είναι το παντοτινό σκαλοπάτι που πατάει ο άνθρωπος για να βρει τον κατ' εικόνα και ομοίωσηΔημιουργό του.. Η Παναγία-μάνα είναι η κλίμακα ανάμεσα σε γη και ουρανό που ανυψώνει τον άνθρωπο.
Η Παναγία αποτελεί το αρχέτυπο του θηλυκού στοιχείου της φύσης, που στην μήτρα του φέρει το πνεύμα. Είναι η νέα μορφή της Μεγάλης Θεάς, της Συμπαντικής Ύλης στην οποία δρα το Πνεύμα. Είναι η Πλατυτέρα των Ουρανών… στην αγκαλιά της οποίας εκδηλώνεται το Σύμπαν.
Μόνο μια μάνα θα μπορούσε να πει για τη Μάνα του Χριστού και του Κόσμου όλου: « Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και οι μαστοί, ουςεθήλασας».


Δεν υπάρχουν σχόλια: