Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Υψιπύλη

Α΄ μέρος
Η Υψιπύλη στην μυθολογία μας ήταν βασιλοπούλα, κόρη του Θόαντα, που λόγω της ανθρωπιάς της έγινε δούλα.
[[ Στη Λήμνο, όπου είχε το εργαστήρι του ο πρωτομάστορας των θεών, ο κουτσοπόδαρος Ήφαιστος, ο αδελφός του ο Διόνυσος, που είχε μητέρα τη Σεμέλη, την κόρη του Κάδμου, έσμιξε ερωτικά με την Αριάδνη, που είχε αφήσει την πατρίδα της την Κρήτη, ακολουθώντας τον Θησέα (*1). Ο έρωτας του θεού με τη ρηγοπούλα είχε σαν αποτέλεσμα να έρθουν στον κόσμο οι γιοι τους Θόανατας, Στάφυλος, Οινοποίωνας και Πεπάρηθος. Ο πρώτος, ο Θόαντας, βασίλαψε στην Λήμνο, κι απόχτησε μια κόρη, την Υψιπύλη.
Κείνο τον καιρό οι γυναίκες του νησιού δεν τιμούσαν καταπώς έπρεπε την Αφροδίτη. Χολώθηκε η συντρόφισσα του Ήφαιστου, κι έκανε το σώμα των γυναικών να αναδίδει μια βρώμικη μυρωδιά, που ανάγκαζε του άντρες να μη τις πλησιάζουν. Όσο κι αν τους προκαλούσαν αυτές, οι αρσενικοί δε μπορούσαν ν’ αντέξουν τη μπόχα τους. Μα άντρες ήσαν, και του θηλυκού η γλύκα και το χάδι τους ήσαν απαραίτητα, σαν το οξυγόνο της ζωής. Έτσι πήγαιναν στα κοντινά ακρογιάλια της Θράκης κι άρπαζαν γυναίκες, που τις έφερναν στη Λήμνο.
Αυτό δεν άρεσε στις ντόπιες γυναίκες, που από τη μια έβλεπαν να μη μπορούν να ανάψουν τον πόθο των αντρών κι έτσι ξέπεφταν στην καταφρόνια, ενώ από την άλλη γεννιόντουσαν παιδιά με ξένες, με αποτέλεσμα την επιμειξία και το χάσιμο των δικαιωμάτων των δικών τους παιδιών. Πάνω στην απελπισία τους έκαναν κρυφή από τους άντρες σύναξη και πήραν την απόφαση το βράδυ να σφάξουν όλους τους αρσενικούς του νησιού. Έτσι κι έγινε. Μέσα σε μια νυχτιά το μαχαίρι των καταφρονεμένων γυναικών, που η καταφρόνια είχε σαν αιτία της θεάς την οργή, έστειλε στον Άδη όλους τους άντρες. Ούτε ένας δεν απόμεινε ζωντανός, για να μην υπάρχει τρόπος να τις εκδικηθεί.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Κι όμως, ένας και μοναδικός σώθηκε. Αυτός ήταν ο ρήγας του νησιού, ο Θόας, και σώτειρά του, η αγαπημένη θυγατέρα του, η Υψιπύλη. Ο Διόνυσος δεν άντεχε στην ιδέα να σφαχτεί ο γιος του Θόας, και φανερώθηκε στην Υψιπύλη δίνοντας την εντολή να σώσει τον πατέρα της. Αυτή τον έβαλε, κρυφά, σ’ ένα ξύλινο σεντούκι, που το έριξε στην αφρισμένη θάλασσα (*2). Τα κύματα τον μετέφεραν στη Χίο, όπου βασίλευε ο αδελφός του ο Οινοποίωνας. Εκεί τον καλοδέχτηκε ο αδελφός του και του χάρισε το μισό νησί να βασιλέψει.
Αφού σ’ ολόκληρο το νησί δεν υπήρχε άντρας, οι γυναίκες ανέλαβαν την εξουσία, καθιερώνοντας τη γυναικοκρατία, με βασίλισσα την Υψιπύλη. Οργανώθηκαν και μοίρασαν τις δουλειές, ακόμη και τις αντρικές. Άλλες ασχολήθηκαν με τη δούλεψη της γης, φέρνοντας το πάχος της γης για τροφή. Άλλες με τα κοπάδια κι άλλες με την ψαρική. Κάποιες σε καμίνι έφτιαχναν εργαλεία κι όπλα. Αυτά τα πήραν οι πιο χειροδύναμες κι οργάνωσαν του νησιού την άμυνα. Στον ελεύθερο χρόνο τους πήγαιναν για κυνήγι.
Σαν Αμαζόνες ζούσαν στη Λήμνο οι γυναίκες, ώσπου έφτασαν στο λιμάνι του νησιού οι Αργοναύτες (*3), που είχαν πάρει το ταξίδι από την Ιωλκό για τη μακρινή Κολχίδα. Ο μάστορας των θεών, ο ασχημοθεός Ήφαιστος, δεν μπορούσε ν’ αφήσει το νησί του να οδηγηθεί στον αφανισμό, αφού χωρίς αρσενικούς δε γεννιόντουσαν άλλοι κάτοικοι και οι γυναίκες μεγάλωναν σε ηλικία. Ζήτησε από τη συντρόφισσα της κλίνης του, την ομορφότερη θηλυκιά, την Αφροδίτη, να πάψει το θυμό της κι αφού οι γυναίκες πήραν το μάθημά τους και πια την τιμούσαν, να ευλογήσει τον ερχομό μιας νέας γενιάς στο νησί.
Μια γερόντισσα, η γρια- Πολυξώ, έφερε τις γυναίκες στα σύγκαλά τους:
« Γυναίκες υπερήφανες μα κι ανόητες, ποιός θα σας υπερασπίσει αν οχθροί κάνουν ρεσάλτο στο νησί; Και ποιος θα σας φροντίσει σαν έρθουν τα γηρατειά κι από τον χρόνο πάψετε να είστε ορθόκορμες κι ανήμπορες να παίρνετε από τη γης καλούδια ή στα βουνά να βόσκετε τα γίδια και τα πρόβατα; Αφήστε την έχθρα για τους αρσενικούς και σμίχτε μαζί τους φέρνοντας παιδιά να γιομώσει το νησί φωνές και νέο αίμα. »
Άκουσαν οι γυναίκες τα λόγια της γριάς και καλοδέχτηκαν στην πόλη τους τους Αργοναύτες. Τότε η Κύπριδα φούντωσε με ερωτικό πόθο τις διψασμένες για έρωτα γυναίκες, το ίδιο και τους ξένους ναύτες. Στις μέρες που κάθισαν οι ξένοι στο νησί έσμιξαν και ξαναέσμιξαν με τις μοναχικές γυναίκες. Έτσι σπάρθηκαν παιδιά σε όλες τις καρπερές γυναίκες. Η ρήγισσα Υψιπύλη έσμιξε με τον Ιάσονα, τον αρχηγό των Αργοναυτών.
Ο Ηρακλής, που δεν πήγε στην πόλη, έβαλε τις φωνές στους συντρόφους, που το είχαν ρίξει στο φαγητό, το γλυκό λημνιότικο κρασί και τη πλανεύτρα αγκαλιά των γυναικών. Έτσι με μαύρη καρδιά αυτοί γύρισαν στο καράβι κι άνοιξαν πανιά για την Κολχίδα. Οι γυναίκες σε λίγο καιρό άρχισαν να βυζαίνουν τη νέα γενιά. Η βασίλισσα έφερε στον κόσμο δυο γιούς, τον Εύνηο και τον Θόα ή Νεβροφόνο.
Σαν έφτασε στη Λήμνο το μαντάτο πως ο γερο-βασιλιάς Θόας ήταν ζωντανός, φρένιασαν με την Υψιπύλη οι γυναίκες, που ‘χε πατήσει τον όρκο. Αμέσως οι Λήμνιες της πήραν το βασιλικό ραβδί κι έκαναν σύναξη, όπου την καταδίκασαν σε θάνατο. Αυτή κατόρθωσε να φύγει μ’ ένα καράβι να γλυτώσει του θανάτου την μαύρη αγκάλη. Μα η μοίρα πικρό παιγνίδι της έπαιξε, γιατί πάνω στο ταξίδι έπεσε πάνω στα χέρια κουρσάρων. Αυτοί κατάληξαν στην Πελοπόννησο, όπου την πούλησαν σκλάβα στο Λυκούργο, της Νεμέας το ρήγα.
Έτσι από βασίλισσα η Υψιπύλη κατάληξε δούλα στης Νεμέας το παλάτι. Ο Ρήγας Λυκούργος και η ρήγισσα Ευρυδίκη (*4) της ανέθεσαν να φροντίζει το βρέφος τους, τον Οφέλτη. ]]
Ο Ευριπίδης έγραψε μία τραγωδία με τον τίτλο “Υψιπύλη”, η οποία δεν διασώζεται ολόκληρη. Έχουν διασωθεί όμως αρκετά αποσπάσματα, μικρά ή μεγάλα, από τα οποία ο εκλεκτός συγγραφέας Τάσος Ρούσσος, έκανε μια ανασύνθεση, απόλυτα επιτυχή κατά την ταπεινή μας γνώμη. Απ’ αυτή την διασκευή, που βασίστηκε στα διασωθέντα σπαράγματα, θα παρουσιάσουμε κάποια αποσπάσματα, στα οποία προφανώς δεν θα αναφέρονται οι στίχοι, όπως έχουμε στις κανονικές τραγωδίες.
Στην πρώτη σκηνή εμφανίζεται η Υψιπύλη, που σε μονόλογο μας δίνει το γενεαλογικό της δέντρο:
« Ο Διόνυσος, που μες στου Παρνασού τα πεύκα
πηδά χορεύοντας με τις γυναίκες των Δελφών,
ντυμένος λαφοτόμαρα και θύρσο
βαστώντας έχει σπείρει τη γενιά μου.
Τη Νάξο αφήνοντας πήγε στη Λήμνο
με συντροφιά την Αριάδνη, κόρη
του Μίνωα, κι εκεί μαζί της σμίγει
τέσσερις γιους ισάξιους γεννώντας·
τον Στάφυλο κι ύστερα τον Πεπάρηθο,
που βασιλιάς στη Σκόπελο έχει γίνει,
τον Οινοποίωνα, στη Χίο κυβερνήτη,
και τέταρτο τον Θόαντα, τον πρώτο
κυρίαρχο στη Λήμνο. Αυτός εμένα
την Υψιπύλη γέννησε μονάχα.
Σαν ήρθε η ώρα, μου έκανε ο πατέρας
τη χάρη στο νησί να βασιλέψω· » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Συνεχίζει η Υψιπύλη αναφέροντας την κατάρα της Αφροδίτης και το φόνο των αντρών στη Λήμνο. Μετά μας λέει για την επίσκεψη της Αργούς με τους Αργοναύτες και το σμίξιμο μ’ αυτούς. Στο τέλος του μονόλογου περιγράφει πώς ανακάλυψαν οι Λήμνιες τον σωσμό του πατέρα της και πώς κατέληξε σκλάβα στη Νεμέα:
« το κυβερνούσα δίκαια, μα η Κύπρη
με τις γυναίκες θύμωσε που κάποια
ξεχάσαμε γι’ αυτή θυσία κι έτσι
με μια φριχτή μας παίδεψε κατάρα.
Δεν μας ζύγωναν οι άντρες μας, πηγαίναν
στη Θράκη ή στα νησιά και σμίγαν μ’ άλλες.
Θόλωσε ο νους μας απ’ την καταφρόνια
- κατάρα ήταν κι αυτό της Αφροδίτης-
και μας κυρίεψε φονική μανία.
Σε σύναξη κρυφή ορκιστήκαμε όλες
να σφάξουμε τους άντρες και μια νύχτα
- το Λήμνιο κακό που λέει ο κόσμος-
καθώς κοιμόνταν, τους σκοτώσαμε. Όμως
εγώ το γέρο, δύστυχο πατέρα
δεν άντεξα να σφάξω· τον αφήνω
κρυφά στο κύμα μες σ’ ένα σεντούκι
το πέλαο να τον πάρει, να γλιτώσει.
Στη Λήμνο τότε αφέντρες οι γυναίκες
απόμειναν κι εγώ τις κυβερνούσα.
Μια μέρα ωστόσο εφάνηκε στην άκρη
του πέλαου γαλαζόπλωρο καράβι,
η Αργώ, κι οι πλυξάκουστοι αργοναύτες.
Τότες, ω θαύμα, η Κύπρη την κατάρα
ετράβηξε από πάνω μας κι οι άντρες
άραξαν στο λιμάνι και σε λίγο
αντιλαλούσε η χώρα απ’ τα τραγούδια
και τις χαρές του υμέναιου· εγώ πήρα
ταίρι μου τον Ιάσονα· δυο τέκνα
του γέννησα, τον Εύνηο και τον Θόα.
Γοργά κι οι άλλοι ναύτες ζευγαρώσαν
με τις γυναίκες του νησιού· σε λίγο
πλούτισε η Λήμνος με φωνούλες, γέλια
μικρών παιδιών, των γυναικών οι κόρφοι
γέμισαν ευτυχία…………. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
…………………………………..
Μα κάποτε έφτασε ο καιρός να φύγει
για την Κολχίδα ο Ιάσονας και πήρε
στο πλοίο τους δυο γιους του, ακόμη βρέφη,
δίχως να στέρξει καν στα δάκρυά μου.
Όμως η μία συμφορά φέρνει την άλλη·
το γέροντα γονιό μου ήρθε μαντάτο
πως είδαν ζωντανό και βγήκε τότε
στο φως η αλήθεια ότι τον είχα σώσει
απ’ τη σφαγή, τον όρκο μου πατώντας.
Της Λήμνου πέσαν πάνω μου οι γυναίκες,
με βγάλαν απ’ το θρόνο εξοργισμένες
και μελετούσαν να με θανατώσουν·
μα βρήκα τρόπο ν’ ανοιχτώ στο κύμα·
με πιάσαν όμως πειρατές και σκλάβα
στο βασιλιά Λυκούργο με πουλήσαν,
που τη Νεμέα ετούτη διαφεντεύει
μαζί με τη γυναίκα του Ευρυδίκη.
Μου ‘δωσαν το μωρό τους, τον Οφέλτη,
Να τον προσέχω κι έτσι κάθε μέρα,
σαν τον φροντίζω, πάντα αναθυμάμαι
τους δυο μου γιους που, αν τώρα ζούνε, θα ‘ναι
στον πρώτο ανθό της νιότης. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
H σκλάβα Υψιπύλη ζει έχοντας μια λαχτάρα, να ξαναβρεί τους γιους της:
« Είμαι χωρίς πατρίδα πια, μ’ αβέβαιη μοίρα
- ποτέ δεν έχει ο δούλος καλή τύχη -
μα με κρατάει μια κρυφή λαχτάρα,
να ‘ρθουν οι γιοι μου εδώ και να με βρούνε,
οδηγημένοι απ’ τον προπάτορά τους,
το θεϊκό Διόνυσο………. » ( Ευριπίδης, “Υψιπύλη” )
Να, η υπόδειξη από την Υψιπύλη, άγιοι πατέρες της εκκλησίας. Προπάτοράς μας είναι ο Διόνυσος ( η προϊστορική μορφή που μετέφερε το ελληνικό πνεύμα μέχρι τις Ινδίες και την επίδρασή του είδε πολλούς αιώνες αργότερα ο Αλέξανδρος ) . Κι αν αυτόν δεν μπορείτε να τον καταλάβετε, γιατί στο βραχυκυκλωμένο στον Γιαχβέ μυαλό σας τον έχετε συνδέσει με τη μέθη και τα όργια, υπάρχουν προπάτορες ο Σωκράτης, ο Περικλής, ο Αριστείδης ο δίκαιος, ο Λυκούργος της Σπάρτης, ο Λεωνίδας και άλλοι πάμπολλοι, ώστε να μη χρειαζόμαστε να εισάγουμε κακέκτυπους από το Ισραήλ, όπως ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ κλπ!
Ας συνεχίσουμε, όμως, τον μύθο μας:
[[ Εκείνο τον καιρό από το Άργος είχε κινήσει στρατός πολυάριθμος, έχοντας εφτά στρατηγούς, κατά της Θήβας. Στην ιστορία έμεινε σαν η εκστρατεία των επτά (*5). Στο δρόμο δεν βρήκαν πηγή, μήτε πηγάδι για να σβήσουν τη δίψα τους. Ένας από τους αρχηγούς ήταν ο Άμφιάραος (*6), μάντης κι άρχοντας από το Άργος. Πάνω στο ψάξιμο για νερό συνάντησε την σκλάβα Υψιπύλη, που πρόθυμα τους έδειξε του τόπου την πηγή. Στον πηγαιμό, σάστισε το παιδί από των όπλων το θόρυμο και το χλιμίντρισμα των αλόγων κι έβαλε τα κλάματα. Το άφησε καταγής η δούλα να ησυχάσει, κι αυτό ξεγελάστηκε από τ’ αγριολούλουδα κι άρχισε να παίξει σταματώντας το κλάμα. Έτρεξε η Υψιπύλη γρήγορα να τους δείξει την πηγή αφήνοντας στη λουλουδιασμένη γη τον μικρό Οφέλτη, κι αμέσως να γυρίσει να τον πάρει. Δεν άργησε η άμοιρη γυναίκα να πάρει του γυρισμού το δρόμο, μα ένα φίδι φαρμακερό, που το τράβηξε η μυρωδιά από το γάλα, που το παιδί είχε πιει, δάγκωσε το βρέφος. Σαν γύρισε η Υψιπύλη αντίκρισε άπνοο το μωρό. Ταραχή γέμισε η τρικυμισμένη της καρδιά και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα λύπης κι απελπισίας.

----------------------------------------------------------

(*1). Αριάδνη: κόρη του θαλασσοκράτορα Μίνωα και της Πασιφάης, ερωτεύτηκε τον Θησέα, όταν είχε μεταβεί στην Κρήτη για να σκοτώσει το Μινώταυρο, τον οποίο βοήθησε να κάνει το κατόρθωμα. Φοβούμενη την τιμωρία της από τον Μίνωα, ακολούθησε τον Θησέα στην επιστροφή στην Αθήνα. Όταν απέπλευσαν από την Κρήτη, αγκυροβόλησαν για λίγο στη Νάξο. Εκεί ο Θησέας είδε στο όνειρό του τον Διόνυσο να τον απειλεί πως θα τον βρουν πολλές συμφορές αν δεν εγκαταλείψει την Αριάδνη. Το βασιλόπουλο της Αθήνας έφυγε άνοιξε πανιά κρυφά, ενώ η Αριάδνη είχε πέσει σε βαθύ ύπνο. Όταν ξύπνησε και είδε πως ήταν μόνη, έπεσε σε θλίψη και έκλαιγε απαρηγόρητη, οπότε της παρουσιάστηκε ο Διόνυσος και την παρηγόρησε, δείχνοντας αγάπη και καλοσύνη. Ενώθηκε μαζί της και της πρόσφερε ένα ολόχρυσο στεφάνι, το οποίο κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Ήταν τόσο λαμπρό, που οι θεοί αργότερα το τοποθέτησαν στον ουρανό για να λάμπει μαζί με τα άλλα άστρα. Αυτό ήταν το δώρο των Ωρών στο γάμο του θεού Διόνυσου με την Αριάδνη. Από τη Νάξο ο θεός την εγκατέστησε στη Λήμνο, όπου γεννήθηκαν τα παιδιά τους: Θόας, Πεπάρηθος, Λάτραμυς, Ευανθής, Στάφυλος, Οινοπίωνας και Ταυρόπολης.
Το αγαπημένο ζευγάρι δέχτηκαν οι αθάνατοι με θεϊκές τιμές στον Όλυμπο.

(*2). Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου, που λέει ότι τα κύματα έσπρωξαν το σεντούκι στη νησί Οινοίη, όπου ο Θόας έσμιξε με μια ναϊάδα, που έφερε στον κόσμο γιό, τον Σίκινο, που έγινε η αιτία να μετονομαστεί το νησί από Οινοίη σε Σίκινο.
Μια άλλη εκδοχή του μύθου, θέλει την Υψιπύλη να κρύβει τη νύχτα της σφαγής των αντρών τον πατέρα της στο ναό του Διόνυσου, όπου τον έντυσε με το λατρευτικό ομοίωμα του θεού. Την άλλη μέρα έπεισε τις γυναίκες της Λήμνου να κάνουν καθαρμούς, για να φύγει το μίασμα των φόνων. Με τελετουργική πομπή μετέφεραν το ξόανο του θεού, δηλαδή τον μεταμφιεσμένο Θόα, στην ακρογιαλιά και το επιβίβασαν σ’ ένα πλοίο, που το έσυραν μέσα στη θάλασσα και το άφησαν να το οδηγήσουν τα κύματα. Αυτά το παρέσυραν σε μακρινή χώρα, στην Ταυρική χερσόνησο. Εκεί ο Θόας έγινε ρήγας και ιερέας της Άρτεμης, όπου μετά έγινε ιέρεια και η Ιφιγένεια. Όπως θα δούμε σε άλλον μύθο ο Θόας βρήκε το θάνατο από τον Ορέστη, τον αδελφό της Ιφιγένειας.

(*3). Αργοναύτες: είναι οι ήρωες που αποτέλεσαν το πλήρωμα της Αργώς. Πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, ξεκινώντας από την Ιωλκό για να φτάσουν στην Κολχίδα με σκοπό να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρμα (δέρας). Τόσο η μετάβαση όσο και η επιστροφή υπήρξαν εξαιρετικά περιπετειώδεις. Αρχηγός ήταν ο Ιάσονας, γιος του Αίσονα. Μερικοί από τους ήρωες που πήραν μέρος στην εκστρατεία ήσαν οι: Ηρακλής, Θησέας, Αμφιάραος, Ορφέας, Διόσκουροι, Άδμητος, Ασκληπιός, ο μάντης Μόψος, Πειρίθους, Ναύπλιος, Αυγείας, Μελέαγρος, η Αταλάντη, ο Ιόλαος, Νέστοραςκ.α.

(*4). Λυκούργος: βασιλιάς της Νεμέας, γιος του Πρώνακτα. Παντρεύτηκε την Ευρυδίκη. Ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες πολλών ετών το βασιλικό ζευγάρι κατάφερε να αποκτήσει ένα γιο. Κατά τη συνήθεια της εποχής ο Λυκούργος κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει πώς θα μπορούσε να εξασφαλίσει με τον καλύτερο τρόπο το ότι ο γιος του θα μεγάλωνε δυνατός και υγιής, ώστε να τον διαδεχθεί στο θρόνο της Νεμέας. Σύμφωνα με το χρησμό της Πυθίας ο Οφέλτης δεν θα ‘πρεπε να πατήσει στο χώμα μέχρι να μάθει να περπατάει.
Ο Λυκούργος ήταν και ιερέας σε ναό αφιερωμένο στο Δία.

(*5). Εκστρατεία των επτά: εκστρατεία που διοργανώθηκε κατά της Θήβας, για να αποκατασταθεί στο θρόνο της ο μεγαλύτερος γιος του Οιδίποδα Πολυνείκης, που είχε εκδιωχθεί από τον μικρότερο αδελφό του Ετεοκλή. Ο Πολυνείκης είχε καταφύγει στην αυλή του βασιλιά του Άργους Άδραστου, όπου παντρεύτηκε την κόρη του Αργεία. Ο πεθερός του προθυμοποιήθηκε να οργανώσει εκστρατευτική στρατειά με επικεφαλής επτά στρατηγούς, τους: Άδραστο, πολυνείκη, Τυδέα, Αμφιάραο, Καπανέα, Ιππομέδωντα και Παρθενοπαίο.
Προτού ξεκινήσουν έστειλαν τον Τυδέα για να διευθετηθεί φιλικά το θέμα της διαδοχής, αλλά ο Ετεοκλής ήταν ανένδοτος. Στην επιστροφή μάλιστα του Τυδέα οι Θηβαίοι έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τους άνδρες της συνοδείας του. Αυτός όμως σώθηκε και μετά την επιστροφή του στο Άργος, ξεκίνησε η στρατειά, περνώντας από τη Νεμέα, όπου διαδραματίστηκε το γεγονός με τον μικρό Οφέλτη και την Υψιπύλη. Στη συνέχεια έφτασαν στη Θήβα και παρατάχθηκαν μπροστά από τα τείχη της πόλης. Η πόλη είχε επτά πύλες και γι’ αυτό κάθε στρατηγός με το στρατό του παρατάχθηκε μπροστά από μια πύλη. Η πρώτη επίθεση των Αργείων αποκρούστηκε από τους Θηβαίους. Για να μη χυθεί άσκοπα το αίμα των στρατιωτών οι γιοι του Οιδίποδα αποφάσισαν να μονομαχήσουν και ο νικητής να γίνει ο μόνιμος βασιλιάς της Θήβας. Στη μονομαχία σκοτώθηκαν και οι δυο. Στη συνέχεια επακολούθησε μάχη στην οποία κατατροπώθηκαν οι πολιορκητές και τράπηκαν σε φυγή. Σκοτώθηκαν οι έξι από τους αρχηγούς. Σώθηκε μόνον ο Άδραστος.

(*6). Αμφιάραος: Αργείος ήρωας, γιος του Οϊκλή και της Υπερμνήστρας. Έξοχος πολεμιστής και μάντης. Γυναίκα του υπήρξε η Εριφύλη, αδερφή του Άδραστου, που υπήρξε ο αρχηγός της εκστρατείας των επτά κατά της Θήβας. Σαν μάντης γνώριζε πως η εκστρατεία θα αποτύχει και θα λήξει με την ήττα των Αργείων, όπου θα σκοτωθούν πολλοί άνδρες και οι αρχηγοί τους. Έτσι κι ο ίδιος θα σκοτωνόταν και γι’ αυτό δεν ήθελε να πάρει μέρος στην εκστρατεία. Ο Πολυνείκης, που ήταν η αιτία της εκστρατείας, για να τον πείσει η γυναίκα του, μιας και ήταν ανένδοτος, την δελέασε με περίφημο περιδέραιο που οι θεοί είχαν κάνει δώρο στην Αρμονία, τη γυναίκα του Κάδμου, στο γάμο τους, όταν είχαν κατέβει στη γη. Εκείνη τον εξανάγκασε να ακολουθήσει τους άλλους στρατηγούς. Πριν φύγει όρκισε τον γιο του Αλκαίωνα να εκδικηθεί το θάνατό του.
Μετά τις πρώτες μέρες, όπου οι Θηβαίοι αμύνθηκαν, πέρασαν στην επίθεση και κατατρόπωσαν τους Αργείους, σκοτώνοντας όλους τους αρχηγούς, εκτός από τον Άδραστο. Καθώς οι Αργείοι ετράπησαν σε φυγή, ο Δίας θέλησε να μην πεθάνει από εχθρικό χέρι ο αγαπητός κι ευσεβής μάντης. Γι’ αυτό κατά τη φυγή του άνοιξε ένα χάσμα με τον κεραυνό του, όπου καταποντίστηκε με όλο το άρμα του.
Ο Αμφιάραος τιμήθηκε πολύ από τους Έλληνες που τον θεωρούσαν σαν θεό. Στον Ωρωπό υπήρχε ιερό, μαντείο και θεραπευτήριο με την ονομασία Αμφιαράειο.





Δεν υπάρχουν σχόλια: