Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ-ων ]]

Ενώ ο Ησίοδος μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την Τιτανομαχία- ποιοι ήταν οι αντίμαχοι, τις φάσεις του αγώνα και με ποιο τρόπο πολέμησαν- για τη Γιγαντομαχία δεν αναφέρει λέξη. Για τους Γίγαντες αναφέρει μόνο μια εκδοχή του μύθου για τη γέννησή τους. Μας λέει πως όταν ο Κρόνος έκοψε, μετά από προτροπή και με τη βοήθεια της μάνας του Γης, τα αιδοία του πατέρα του Ουρανού, σταλαγματιές από το αίμα του έπεσαν στο σώμα της Γης. Και τότε αυτή, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, γέννησε τις φοβερές Ερινύες, τους τρομαχτικούς Γίγαντες και τις Μελίες Νύμφες:
[[ Ήρθε και έφερε τη νύχτα ο Ουρανός ο μέγας και γύρω απ᾽ τη Γη
απλώθηκε ποθώντας έρωτα και σ᾽ όλα τα μέρη της
τεντώθηκε. Κι ο γιος του απ᾽ την ενέδρα τ᾽ αριστερό του χέρι
άπλωσε και με το δεξιό του άδραξε το πελώριο δρεπάνι,
το μακρύ, το κοφτερό, κι ορμητικά τα αιδοία του πατέρα του
τα θέρισε και πάλι τα ᾽ριξε να πέσουν προς τα πίσω.
Κι εκείνα ανώφελα απ᾽ το χέρι του δεν έφυγαν:
όσες σταγόνες ματωμένες έσταξαν,
όλες τις δέχτηκε η Γη. Κι όταν παρήλθε ο χρόνος
τις Ερινύες γέννησε τις δυνατές και τους μεγάλους Γίγαντες,
που έλαμπαν στα όπλα τους και δόρατα μακρά στα χέρια τους κρατούσαν,
μα και τις Νύμφες που τις λεν Μελίες επάνω στην απέραντη γη. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 176-187)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Η Γιγαντομαχία, λοιπόν, είναι άγνωστη στον Ησίοδο. Άγνωστη ήταν και στον Όμηρο, γιατί κι αυτός δεν αναφέρει τίποτα. Αναφέρει μονάχα πως οι Γίγαντες ήταν λαός με αυθάδεις κι ασεβείς ανθρώπους:
[[ και πρώτα τον Ναυσίθοον ο σείστης Ποσειδώνας
γέννησε και η Περίβοια, π’ ασύγκριτη στα κάλλη
ήταν του Ευρυμέδοντα νεοτάτη θυγατέρα,
μεγαλοψύχου βασιλιά των προπετών Γιγάντων·
αλλ’ έχασε τον ασεβή λαόν, κι εχάθη κι εκείνος. ]] (Όμηρος, Οδύσσεια, η΄, 56-60)
Από τον Πίνδαρο παίρνουμε την πληροφορία πως η μάχη έγινε στην πεδιάδα της Φλέγρας. Στον Νεμεόνικο αναφέρει πως ο Θηβαίος ήρωας Ηρακλής πήρε μέρος στη Γιγαντομαχία, όπου βοήθησε τους θεούς με τα τόξα του:
[[……………………. Κι όταν
οι θεοί στης Φλέγρας τον κάμπο θα πολεμούν
τους Γίγαντες, τα λαμπρά μαλλιά τους
από τις πυκνές του σαϊτιές θ’ ανακατωθούν
με το χώμα……… ]] (Πίνδαρος, “Νεμεόνικος” Ι, 97- 103)
Ο Απολλόδωρος αναφέρεται στη Γιγαντομαχία και δίνει αρκετές πληροφορίες:
«Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ, μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους, δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους, οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσι κατεφαίνοντο, καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων, εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. ἐγένοντο δέ, ὡς μέν τινες λέγουσιν, ἐν Φλέγραις, ὡς δὲ ἄλλοι, ἐν Παλλήνῃ. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς, ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος. οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι, συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος τελευτήσειν. αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον, ἵνα μηδ᾽ ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Ζεὺς δ᾽ ἀπειπὼν φαίνειν Ἠοῖ τε καὶ Σελήνῃ καὶ Ἡλίῳ τὸ μὲν φάρμακον αὐτὸς ἔτεμε φθάσας, Ἡρακλέα δὲ σύμμαχον δι᾽ Ἀθηνᾶς ἐπεκαλέσατο. κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἐτόξευσεν Ἀλκυονέα· πίπτων δὲ ἐπὶ τῆς γῆς μᾶλλον ἀνεθάλπετο· Ἀθηνᾶς δὲ ὑποθεμένης ἔξω τῆς Παλλήνης εἵλκυσεν αὐτόν.
κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα, Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησε καὶ Ἥρᾳ. Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν, ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο· καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν, Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν· Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε, Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη, Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον, Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα. Πολυβώτης δὲ διὰ τῆς θαλάσσης διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἧκεν εἰς Κῶ· Ποσειδῶν δὲ τῆς νήσου μέρος ἀπορρήξας ἐπέρριψεν αὐτῷ, τὸ λεγόμενον Νίσυρον. Ἑρμῆς δὲ τὴν Ἄιδος κυνῆν ἔχων κατὰ τὴν μάχην Ἱππόλυτον ἀπέκτεινεν, Ἄρτεμις δὲ Γρατίωνα, μοῖραι δ᾽ Ἄγριον καὶ Θόωνα χαλκέοις ῥοπάλοις μαχόμεναι τοὺς δὲ ἄλλους κεραυνοῖς Ζεὺς βαλὼν διέφθειρε· πάντας δὲ Ἡρακλῆς ἀπολλυμένους ἐτόξευσεν.» (Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” Α΄, 6, 1-2)
(Μετ.: […] η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. 2 Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον Γρατίωνα, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε.)
Η παραπάνω περιγραφή είναι περιληπτική. Στη συνέχεια θα βασιστούμε κυρίως στις πληροφορίες που δίνει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στο έργο του “Ωγυγία”, που έγραψε το 1815, καθώς επίσης και σε άλλες πηγές και θα δώσουμε συνθετικά τις λεπτομέρειες της Γιγαντομαχίας.
Μετά την νίκη του Δία και των υπόλοιπων Κρονείων κατά των Τιτάνων, όταν ο Δίας τους έριξε στα Τάρταρα, αγανάκτησε η Γη με τον χαμό των παιδιών της. Αν και είχε βοηθήσει τον εγγονό της Δία να νικήσει, δεν άντεχε στην ιδέα οι γιοι και οι κόρες της να βρίσκονται καταπλακωμένοι στα μαύρα Τάρταρα. Για να πάρει εκδίκηση, αλλά και για να τιμωρήσει τους Ολύμπιους θεούς, που έπαψαν να την τιμούν, γέννησε τους Γίγαντες. Τους γέννησε στις Φλέγρες της Θράκης. Αυτοί είχαν ανθρώπινη μορφή, ήσαν πανύψηλοι και τερατώδεις και ασυναγώνιστοι στη δύναμη. Είχαν φοβερές όψεις, μαλλιά σκληρά και μακριά, μεγάλα γένια και τα πόδια τους κατέληγαν, κάτω στους μηρούς, σε ουρές δράκοντα. Απ’ όλα το τρομερότερο ήταν ότι έβγαζαν φωτιά από το στόμα και εξέπεμπαν κραυγές αγριότατες και ποικίλες, άλλοτε σαν ταύροι, άλλοτε σαν λιοντάρια, και άλλοτε διαφορετικά. Έτσι μόνο η όψη και η κραυγή τους προξενούσαν μέγιστο τρόμο σε όσους τους έβλεπαν και τους άκουγαν. Αντίθετα με τους Τιτάνες, που ήταν αθάνατοι, οι Γίγαντες ήσαν θνητοί. Απ’ αυτούς, λένε, πως κρατούσε και το γένος των ανθρώπων.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Οι κυριότεροι ήσαν οι εξής: Κοίος, Οφίων, Κλύτιος, Άγριος, Αστραίος, Πάλλας,Αλκυονέας, Εφιάλτης, Έμφυτος, Εχίων, Καρύδων Ώτος, Αβσαίος, Άνδης, Άλμωψ, Αιγαίων, Ανώνυμος, Βισάλτης, Οπλάδαμος, Ολύμβρος, Όσταστος, Φέσμις, Πυρίπνοος, Θεοδάμας, Θούριος,Αχέρων, μακρόσιρις, μενεφιάραος,Γρατίων, Θόων, Πορφυρίων, Ιππόλυτος, Μίμας, Όμριμος, Πέλωρος, Δαμάστωρ, Ροίτος, παλληνεύς, Ασκός, Πρόνομος, Κελάδων, Άθως, Εύρυτος, Εγκέλαδος, Αλκυονεύς. Μερικά απ’ αυτά τα ονόματα συγχέονται με αυτά των Τιτάνων. Απ’ αυτούς ο Πορφυρίων ήταν ο πιο αντριωμένος και ο αγριότερος όλων. Ο Αλκυονέας ήταν ο πρώτος και υπήρξε αθάνατος όσο βρισκόταν πάνω στη γη του. Όλοι τους ήσαν άτρωτοι από τους θεούς και μόνον οι άνθρωποι μπορούσαν να τους σκοτώσουν. Στην αρχή συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου που λέει πως η Γη γέννησε στου Γίγαντες σμίγοντας με το Τάρταρο. Πάντως επικρατέστερη είναι η παράδοση που αναφέρει πως οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε πάνω στο σώμα της Γης, σαν του έκοψε τα αιδοία ο γιος του ο Κρόνος με χαλύβδινο δρεπάνι, όπως αναφέραμε παραπάνω, σύμφωνα με τη “Θεογονία” του Ησίοδου. Πάντως, όλες οι παραλλαγές αναφέρουν σαν μάνα τους τη Γη. Αυτοί, λοιπόν, προετοίμασαν πόλεμο κατά του Δία, με την παρακίνηση της Γης, για να εκδικηθεί τον χαμό των Τιτάνων, ή με δική τους πρωτοβουλία για να κυριαρχήσουν στον κόσμο, ξέροντας την μεγάλη δύναμή τους. Έβαλαν όρη, το ένα πάνω στ’ άλλο, για ν’ ανέβουν στον ουρανό. Το πεδίο του πολέμου ήταν η πεδιάδα των Φλεγρών, που μετονομάστηκε αργότερα Παλλήνη, από την Παλλήνη την κόρη του Τυφώνα. Οι Φλέγρες βρίσκονταν στην χερσόνησο της Κασσάνδρας. Κάποιοι αναφέρουν ότι ο πόλεμος συνέβη στην Καμπανία της Ιταλίας, κοντά στην πόλη Κύμη, επειδή και εκεί ονομαζόταν η τοποθεσία πεδίο Φλέγραιο. Όμως, εκεί πραγματοποίησε ο Ηρακλής άλλον πόλεμο αργότερα με τους υπόλοιπους Γίγαντες. Ονομάστηκε ο τόπος της μάχης Φλέγραιος και στην Κασσάνδρα και στην Ιταλία, επειδή ο Δίας έριξε πολλούς κεραυνούς και κάηκε ο τόπος από την πολλή φωτιά. Γι’ αυτό ανάβλυσαν θερμά νερά.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος έγινε στην Ταρτησό της Ισπανίας και κάποιοι άλλοι στη Συρία. Όμως αυτοί ήσαν άλλοι πόλεμοι., που έγιναν αργότερα. Σίγουρα πραγματοποιήθηκαν πολλές μάχες αυτού του πολέμου σε πολλά μέρη όταν υποχώρησαν οι Γίγαντες.
‘Όταν οι άγριοι Γίγαντες ετοιμάστηκαν σε όλα, άρχισαν έναν άγριο πόλεμο, που ονομάστηκε Γιγαντομαχία. Χωρίς να το περιμένουν οι θεοί, μιας και είχαν καλές σχέσεις πρώτα με τους γιους της γιαγιάς τους Γης, δέχτηκαν ξαφνική επίθεση με βροχή από βράχους κι αναμμένους δαυλούς. Έκραζαν κι αλάλαζαν άγρια οι Γίγαντες και έριχναν σαν ακόντια ολόκληρα δένδρα πυρακτωμένα προς τον ουρανό. Και βράχους τόσο μεγάλους, ώστε όσοι έπεσαν στη θάλασσα έγιναν νησιά, και όσοι έπεσαν στη γη έγιναν ψηλά όρη. Έτσι σχηματίστηκαν τα μεγάλα όρη και τα νησιά της θάλασσας. Στη συνέχεια άρπαζαν αυτά τα όρη και τα έριχναν εναντίον των θεών. Όλα πάνω στη γη αναστατώθηκαν, νησιά βούλιαζαν, στεριές γκρεμίζονταν στη θάλασσα, ποτάμια χάνονταν σε χάσματα ή άλλαζαν πορεία, κάνοντας κατάξερα τα μέρη όπου περνούσαν άλλοτε. Το Αιγαίο έγινε μια απέραντη κόλαση φωτιάς, η Θεσσαλία τρανταζόταν συνθέμελα, κι όλα τα βουνά έτρεμαν σαν φύλλα από δέντρα. Τραντάζονταν η Οίτη, η Όθρυς, το Πήλιο, η Πίνδος, η Όσα, ο Όλυμπος, το Παγγαίο, ο Άθως, η Ροδόπη.
Όπως στην Τιτανομαχία, πάλι οι θεοί ζώστηκαν τα όπλα τους. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή, τη βροντή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Στο πλάι του, πρώτη και καλύτερη σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το κεφάλι του. Πάνω στο άρμα της, πάντα στο δεξιό του πατέρα της, φορώντας την πανοπλία της και με το γοργόνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας ονομάστηκε “γιγαντοφόνης” και “γιγαντολέτωρ” και η Αθηνά προσονομάστηκε “γιγαντολέτειρα”, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.
Παραστάτες του Δία ήταν η φοβερή η Στύγα και η κόρη της η Νίκη. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας με την τρίαινα, ο Απόλλωνας με το τόξο και τα βέλη του και ο Ήφαιστος με τον άκμονα, τις πυράγρες και τους μύδρους του. Σε κάποια στιγμή, που είδε ο κουτσοπόδαρος θεός κουρασμένο τον Ήλιο, τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μαζί κι ο Άρης με όλα του τα όπλα, ο Ερμής με το κηρύκειο. Μα και οι θεές δεν έκαναν πίσω. Πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους. Η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες πολέμησαν ισάξια με τους άντρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, που προστάτευε τους καρπούς της, οι οποίοι φύτρωναν στο ιερό της χώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: