Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ ων ]]

Β΄. Μέρος
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Οι Γίγαντες ήταν αλύγιστοι. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή, που είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη, και τον Διόνυσο, που τον γέννησε με την Σεμέλη. Σαν το ‘μαθε η Γη- από τους κατασκόπους της- αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε άτρωτους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Τούτο το θαυματουργό βοτάνι φύτρωνε μόνο σε ένα μέρος της γης, κι ετοιμάστηκε το πρωί να ψάξει να το βρει. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, την Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι κη νίκη έγειρε προς το μέρος των θεών.
Κατέφθασε στο πλευρό των θεών, πρόθυμος να αγωνιστεί μαζί τους, ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε, όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με την συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, μαζί κι ο Σιληνός, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια, που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Το όπλο του Διόνυσου ήταν ο θύρσος. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν μετά και έγιναν αθάνατοι.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Οι μάχες διεξήχθηκαν στην πεδιάδα της Παλλήνης, όπου έγινε η πολυθρύλητη Γιγαντομαχία. Οι αρχαίοι μυθογράφοι μέσα από τα έργα τους μας δίνουν σημαντικές σκηνές αυτού του άγριου πολέμου. Πρώτα ο Ηρακλής τόξευσε τον Αλκυονέα, που ήταν ο μεγαλύτερος και ο πιο αντρειωμένος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με την μυθική παράδοση ο αρχηγός τους. Η Γη του είχε τάξει να του δώσει ταίρι του την Άρτεμη. Το βέλος του Ηρακλή πέτυχε τον Γίγαντα και τον έριξε στη γη. Εκείνος έπεσε με βρόντο, αλλά πάλι εγέρθηκε. Κι ενώ ο Θηβαίος ήρωας πανηγύριζε για τη νίκη του, τον είδε ορθό και πάλι αντιμέτωπό του. Ο Ηρακλής τον τόξευσε πάλι. Κι όσες φορές τον χτύπησε θανάσιμα με τα βέλη του, τόσες φορές ο Γίγαντας σηκώθηκε. Αγνοώντας την αιτία ο Ηρακλής τον τόξευε αδιάκοπα. Κάποια στιγμή ο Γίγαντας ετοιμάστηκε να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Τότε η Αθηνά συμβούλεψε τον Ηρακλή να παρασύρει τον Αλκυονέα μακριά από τον τόπο του, που γεννήθηκε, γιατί όσο πατούσε σ’ αυτόν ήταν άτρωτος. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί, και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι επτά κόρες του, οι Αλκυονίδες- που ήσαν οι: Φθονία, Άνθη, Μεθώνη, Αλκίππη, Παλλήνη, Δριμώ και Αστερία- απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα. Τις λυπήθηκε η Αμφιτρίτη και τις μεταμόρφωσε σε πουλιά, τις γνωστές μας αλκυόνες.
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή. Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα στον Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε πιάσει τη βασίλισσα των θεών και έσκισε τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Δίας τον κεραύνωσε και ο Ηρακλής τον αποτελείωσε με το βέλος του.
Τον ίδιο ρόλο μηχανεύτηκε να παίξει και η Αφροδίτη. Σε μια δύσκολη στιγμή για τον Ηρακλή, όπου δεκαπέντε Γίγαντες τον είχαν περικυκλώσει με άγρια μανία, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Μετά, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες, που μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πόθο και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου βρισκόταν ο Ηρακλής. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας- ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να εξοντώσει και τους δεκαπέντε.
Η Αθηνά δεν κατέφυγε σε παρόμοια γυναικεία κόλπα. Χρησιμοποιώντας την ασπίδα και το δόρυ της πολέμησε πιότερο κι από αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη. Από τότε πήρα και την προσωνυμία Παλλάδα.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Αυτός ονειρευόταν να εξουσιάσει τη θάλασσα, στη θέση του κοσμοσείστη Ποσειδώνα, και να πάρει γυναίκα του την Αθηνά. Η Αθηνά, όμως, η τρομερή μαχήτρια, αντιλήφθηκε την φυγή του Γίγαντα, και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια άλλη παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον βασιλιά των θεών και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
Παρόμοια τύχη με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη γίνηκε μέσα στη θάλασσα και ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα. Μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησί Νίσυρος, που ‘χει αποκάτω του θαμμένο τον Πολυβώτη.
Και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ, αντιτάχτηκε στους φοβερούς Γίγαντες. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του Φοίβου βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Μα ο Εφιάλτης τίποτα δεν καταλάβαινε. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Σαν είδε το τόξευμα στους οφθαλμούς του Εφιάλτη, ο Άθως άρπαξε το ψηλότερο όρος της Θράκης και το εκσφενδόνισε κατά των θεών, που έπεσε στη Μακεδονία κι εκεί στάθηκε. Ονομάστηκε το όρος Άθως, από το όνομα του Άθωνα.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος της Σεμέλης τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει τον Γίγαντα. Αλλά η μανία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας έκανε το χατίρι του γιού του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος, μεταμορφωμένος σε λιοντάρι, κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο.
Ο Πέλωρας, σαν είδε το αποκρουστικό τέλος του αδερφού του, βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε, λοιπόν, με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον αδελφό του Διόνυσο από βέβαιο χαμό. Μετά ο Άρης έμπηξε το σπαθί του στο στήθος του Πέλωρα και τον ξάπλωσε νεκρό. Υπάρχει και η παραλλαγή του μύθου που λέει πως ο Ποσειδώνας σκότωσε τον Γίγαντα. Ο Ποσειδώνας, σαν γλίτωσε τον θάνατο ο Διόνυσος, κυνήγησε τον Πέλωρα και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να σωθεί, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
Ο κουτσοπόδαρος Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας έβαλε το μυαλό του και επινόησε τους μύδρους. Χρησιμοποίησε δηλαδή σαν όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο εργαστήρι του. Έλιωνε πάνω στη φωτιά διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο.
Ο φτεροπόδης Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στο χώρο της μάχης και φορώντας το μαγικό σκούφο πλησίασε τον Ιππόλυτο. Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, να τον χτυπούν με κλοτσιές και γροθιές σ’ όλο του το κορμί, μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται γύρω του. Τότε νόμισε πως έχασε τα λογικά του από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία, χρησιμοποιώντας το κηρύκειο, να τον αποτελειώσει.
Όμως, και οι θεές, που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία, κατάφεραν να δώσουν σημαντική βοήθεια στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός , βάζοντας σαν ασπίδα τα πελώρια χέρια του, δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν. Τότε, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς και ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο.
Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα με το τόξο τις σαΐτες της , σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους.Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα.
Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Εκείνη την ώρα περνούσε ο Ήλιος με το άρμα του. Την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα. Σκέφτηκαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους κι έτσι όρμησαν μαζί πάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος κι αντάμα με τον Ηρακλή και τον Διόνυσο, μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Μετά απ’ αυτά κρίθηκε η μάχη και οι Γίγαντες τράπηκαν σε ολοκληρωτική φυγή σπάζοντας το μέτωπό τους. Οι θεοί τους καταδίωξαν στην άτακτη φυγή τους κατά πόδας. Κάποιους σκότωσαν, κάποιοι, όμως, γλίτωσαν. Μερικοί λένε πως ο γάιδαρος του Σιληνού καθώς είδε παραταγμένους τους Γίγαντες άρχισε να γκαρίζει τόσο δυνατά, ώστε αυτοί πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Σκόρπισαν άτακτα σε διάφορους τόπους, οπότε μετά από χρόνια, όπου τους έβρισκαν οι θεοί και οι σύμμαχοι θνητοί τους εξολόθρευσαν. Όταν ερχόταν ο Ηρακλής στην Ερύθυια για τα βόδια του Γηρυόνη, βρήκε στην Ιταλία πολλούς Γίγαντες συγκεντρωμένους κοντά στον Βεζούβιο και στην Κύμη, στην περιοχή της Νεάπολης, που προηγούμενα λεγόταν Καμπανία, για να τον εμποδίσουν να περάσει. Εκεί έγινε πολύ δυνατή μάχη. Τελείωσαν, όμως, τα βέλη του Ηρακλή και βρέθηκε σε κίνδυνο. Γι’ αυτό παρακάλεσε τα Δία σε βοήθεια, που τους κατακεραύνωσε όλους , και γι’ αυτό το πεδίο της Κύμης ονομάστηκε πεδίο Φλέγραιο.
Κάποιοι λένε πως εφόρμησαν στην Ήρα ο Ανώνυμος και ο Πυρίπνοος. Τους πρόφτασε, όμως, ο Ηρακλής και τους σκότωσε. Από τότε επονομάστηκε Ηρακλής, από το «απαλαλκείν» και της Ήρας, επειδή προηγούμενα ονομαζόταν Νείλος. Επιπλέον ο Ηρακλής συνεπλάκη και με τον Θούριο. Ο τάφος του Μακροσόριδα βρέθηκε στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, έχοντας μήκος εκατό πήχεις. Τον Εχίονα η Αθηνά τον μεταμόρφωσε σε βράχο με την κεφαλή της Μέδουσας. Το ίδιο έπαθαν ο Δαμάστορας και ο Παλληνέας. Κάποιοι λένε πως ο Τιτάνας δεν πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των θεών και πέθανε στην Αττική. Ένεκα αυτού ονομάστηκε Τιτανίδα η Αττική. Και ίσως να ήταν ο Μακρόσιρης αυτός.
Επιστρέφοντας ο Ηρακλής με τα βόδια του Γηρυόνη, βρήκε στον Ισθμό της Κορίνθου τον δεύτερο Αλκυονέα, που φύλαγε το στενό και σκότωνε τους διαβάτες. Αυτός έριξε μεγάλο βράχο κατά του Ηρακλή και του συνέτριψε δώδεκα άμαξες, σκοτώνοντας εικοσιτέσσερις ανθρώπους και μερικά βόδια. Έπειτα πήρε δεύτερο βράχο και τον εκσφενδόνισε προς τον Ηρακλή, αλλά πρόλαβε ο γιος της Αλκμήνης και τον απόκρουσε με το ρόπαλο. Μετά σκότωσε τον Αλκυονέα. Αυτό το βράχο τον είχε μεταφέρει ο Αλκυονέας από την Ερυθρά θάλασσα και τον μεταχειριζόταν σαν όπλο και ρόπαλο. Σωζόταν για πολύ καιρό στον Ισθμό για να υπενθυμίζει το συμβάν.
Ο Ασκός κατέφυγε στη Συρία. Όταν περνούσε από ‘κει ο Διόνυσος, συναπαντήθηκαν και πάλεψαν. Νίκησε ο Ασκός και έδεσε τον Διόνυσο στον ποταμό Βαδίνη της Δαμασκού. Τον ελευθέρωσε ο Ερμής, που συνέλαβε στον Ασκό, το έγδαρε και χρησιμοποίησε σαν αγγείο το δέρμα του για να να μεταφέρει κρασί στις οδοιπορίες του. Από τότε είναι γνωστοί σαν ασκοί τα δέρματα, που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά υγρών, παίρνοντας το όνομα από τον Ασκό. Η πόλη που έγινε αυτό ονομάστηκε Δερμασκός, απ’ όπου άλλαξε αργότερα σε Δαμασκό.
Ο Δίας καταδίωκε τον Συκέα, αλλά η μητέρα του η Γη τον έκρυψε και πάνω του βλάστησε το ομώνυμο δέντρο. Απ’ αυτόν ονομάστηκε Συκέα και η πόλη της Κιλικίας. Άλλοι Γίγαντες πέρασαν στις Πιθηκούσες νήσους κι εκεί έμειναν. Αρχηγός τους ήταν ο Μίμας, που γέννησε τον Ιππότη. Από την θυγατέραα του Σεγέστη ο Δίας απόκτησε τον Αίολο. Κι άλλοι Γίγαντες πέρασαν στο νησί των Φαιάκων με αρχηγό τον Ευρυμέδοντα. Από την θυγατέρα του Περίβοια ο Ποσειδώνας απόκτησε τον ναυσίθοο, και ο Ναυσίθοος τον Αλκίνοο. Επίσης κάποιοι κατέφυγαν στον Βόσπορο, τους οποίους ο Δίας κεραύνωσε και τους έριξε στον Τάρταρο. Πολλούς δε σκότωσε και ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: