Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Κάποτε υπήρχε και φιλότιμο…Το φιλότιμο του Αίαντα του Τελαμώνιου



[[ δαμ-ων ]] ( 2ο Μέρος )

Ο Όμηρος στο έπος του μας μεταφέρει την πρόκληση του πρωτοπαλίκαρου των Τρώων, του Έκτορα, προς τους Αχαιούς, για να μονομαχήσει με κάποιον Έλληνα:
« Όπως του Ζέφυρου η πνοή στη θάλασσα σκορπιέται
και με το πρώτο φύσημα αυτή ανατριχιάζει,
έτσι των Τρώων κι Αχαιών οι φάλαγγες στον κάμπο
στέκονταν• και ο Έκτορας είπε στους δυο τους τότε:
« Ακούστε με, Τρωαδίτες και Αχαιού αντρείοι,
να πω ό,τι στα στήθη μου με σπρώχνει η ψυχή μου.
Ο Δίας ο ψηλόθρονος δε στέριωσε τους όρκους,
μα το κακό στη σκέψη του και για τους δυο μας κλώθει,
ωσότου την καλοτείχιστη κουρσέψετε την Τροία
ή πλάι στα πελαγόδρομα καράβια σας χαθείτε.
Ανάμεσά σας έχετε αντρεία παλικάρια•
όποιον τον σπρώχνει η ψυχή να χτυπηθεί μαζί μου
ας έρθει εδώ ν’ αντιταχτεί στον Έκτορα τον άξιο…» » ( Ομήρου Ιλιάδα, ραψ.Η’, 63-75 )
Εννιά αρχηγοί πετάχτηκαν ν’ αναμετρηθούν με τον Έκτορα. Γι’ αυτό έριξαν κλήρο. Ο κλήρος έλαχε στον Αίαντα, που χάρηκε για την τιμή. Έτσι ετοιμάστηκε ν’ αντιμετωπίσει της Τροίας τον πρώτο πολεμιστή. Ο Όμηρος περιγράφει την μονομαχία με τους ακόλουθους στίχους:
« Έτσι είπαν• και ο Αίαντας φορούσε τ’ άρματά του•
τ’ αστραφτερά του άρματα φορώντας στο κορμί του
όρμησε μπρος, όπως τρέχει ο πελώριος Άρης,
που πάει σε πόλεμο, θνητών σπρωγμένων απ’ το Δία
να χτυπηθούν με δύναμη σε ψυχοφθόρα μάχη.
Θεόρατος ο Αίαντας, των Αχαιών ο πύργος,
χαμογελώντας βλοσυρά σηκώθηκε• μεγάλες
έκαμε μπρος τους δρασκελές κουνώντας το κοντάρι.
Είχαν χαρά οι Αχαιοί, έτσι που τον θωρούσαν,
τρόμος μεγάλος έλυσε τα γόνατα των Τρώων.
Ακόμη και του Έκτορα χτυπούσε η καρδιά του,
μα δεν ήταν δυνατό να φύγει ή και πάλι
μες στο στρατό του να χωθεί, γιατί είχε προκαλέσει.
Ο Αίαντας πήγε κοντά μ’ ασπίδα όμοια πύργου
χάλκινη μ’ εφτά δέρματα, που του ‘καμε ο Τυχίος,
ο έξοχος ο μάστορας που ζούσε μες στην Ύλη•
έκαμε ασπίδα πλουμιστή μ’ εφτά τομάρια ταύρων
καλοθρεμμένων μ’ όγδοη χάλκινη στρώση επάνω.
Ο Τελαμώνιος Αίαντας μ’ αυτήν μπροστά στο στήθος
στάθηκε μπρος στον Έκτορα και είπε με φοβέρες:
« Καλά θα νιώσεις, Έκτορα, τώρα τι παλικάρια
έχουν ακόμη οι Δαναοί, κι ας μην είναι στη μάχη
μαζί ο λιονταρόκαρδος διώκτης Αχιλλέας.
Σε πλοία πελαγόδρομα βρίσκεται τώρα εκείνος,
γιατί του Αγαμέμνονα ρήγα θυμό κρατάει.
Να σ΄ αντιμετωπίσουμε είμαστε άξιοι ωστόσο
κι εμείς πολλοί. Αρχίνησε τον πόλεμο, τη μάχη!»

Ο λοφοσείστης Έκτορας του είπε απαντώντας:
« Αίαντα Τελαμώνιε, αρχοντικέ αφέντη,
σαν να ήμουν μικρό παιδί, μην πας να με τρομάξεις,
ή σαν γυναίκα άμαθη στα έργα του πολέμου.
Και απ’ αντροσκοτώματα και από μάχες ξέρω•
ζερβά δεξιά να κυβερνώ την ασπίδα μου ξέρω,
που έχω σύνεργο γερό στην ώρα του πολέμου•
ξέρω να ορμώ στην ταραχή των γρήγορων αλόγων•
ξέρω να μπαίνω στο χορό του αντρειωμένου Άρη.
Όμως παραμονεύοντας δε θέλω να χτυπήσω
άντρα τρανό, μα φανερά, αν ίσως σε πετύχω!»
Είπε και το μακρόσκιο του έριξε κοντάρι
με φόρα και τον χτύπησε στη φοβερή ασπίδα
με τα εφτά της δέρματα στην όγδοη τη στρώση.
Τις έξι στρώσεις πέρασε ξεσκίζοντάς τες όλες,
σταμάτησε στην έβδομη η άσπλαχνη αιχμή του.
Δεύτερος πάλι ο Αίαντας του έριξε κοντάρι
και χτύπησε του Έκτορα την κυκλική ασπίδα.
Το φοβερό κοντάρι του ξέσχισε την ασπίδα
και χώθηκε στο θώρακα τον πολυστολισμένο•
πλάι στο λαγγόνι του του ‘σχισε σε βάθος το χιτώνα•
μα έσκυψε κι απόφυγε το θάνατο εκείνος.
Τα μακριά κοντάρια τους ανέσπασαν κι οι δυο τους,
σαν ωμοφάγα λιοντάρια όρμησαν ένας του άλλου
ή σαν αγριογούρουνα με δύναμη μεγάλη.
Ο Έκτορας τον χτύπησε στη μέση της ασπίδας•
δεν την έσχισε, στράβωσε του κονταριού η μύτη.
Την ασπίδα του τρύπησε ο Αίαντας πηδώντας•
αντίκοψε τον Αίαντα, μ’ όση ορμή κι αν είχε•
πήρε ξυστά το σβέρκο του, κι έτρεχε μαύρο αίμα.
Ο λοφοσείστης Έκτορας δεν έφυγε απ’ τη μάχη•
μα λίγο πισωγύρισε και άρπαξε μια πέτρα
που κειτόταν στο έδαφος, μαύρη, τραχιά, μεγάλη•
την έριξε στου Αίαντα την τρομερή ασπίδα,
στον αφαλό• και βρόντησε ολόγυρα ο χαλκός της.
Τρανότερη κι ο Αίαντας αρπάζοντας μια πέτρα
στριφογυρνώντας του ‘ριξε με φόρα γιγαντένια•
με τη μυλόπετρα αυτή του ‘σπασε την ασπίδα
και του ‘λυσε τα γόνατα• ξάπλωσε σκεπασμένος
απ’ την ασπίδα ανάσκελα• τον όρθωσε ο Φοίβος.
Θα ΄βγαζαν τότε τα σπαθιά να χτυπηθούν οι δυο τους,
αν κήρυκες δεν έφταναν, του Δία, των ανθρώπων
άγγελος, των Τρώων ένας, των Αχαιών ο άλλος,
Ιδαίος και Ταλθύβιος, κι οι δυο τους μυαλωμένοι•
στους δυο αυτούς ανάμεσα σήκωσαν τα ραβδιά τους
και ο Ιδαίος ο σοφός τους μίλησε και είπε:
« Παιδιά μου, μη χτυπιέστε πια, τη μάχη τώρα πάψτε•
όμοια ο Δίας αγαπά ο νεφελοστοιβάκτης
και τους δυο• κι οι δυο σας είστε μαχητές, γνωστό σ’ όλους.
Νύχτωσε πια• κι είναι καλό στη νύχτα να υπακούμε.»
Ο Τελαμώνιος Αίαντας γύρισε και του είπε:
« Ιδαίε, στον Έκτορα πες να πει αυτό το λόγο•
γιατί αυτός προκάλεσε όλα τα παλικάρια.
Ας κάνει αρχή• και σ’ ό,τι αυτός κι εγώ θα στέρξω αμέσως.»
Ο λοφοσείστης Έκτορας ο τρανός είπε τότε:
« Αίαντα, μια που σου ‘δωσε θεός δύναμη, γνώση,
κορμοστασιά, κι είσαι πρώτος απ’ όλους στο κοντάρι,
ας πάψουμε για σήμερα τη μάχη, τον αγώνα•
μετά χτυπιόμαστε ξανά, ωσότου μας χωρίσει
πια ο θεός χαρίζοντας σ’ ένα απ’ τους δυο τη νίκη.
Νύχτωσε πια• κι είναι καλό στη νύχτα να υπακούμε.
Πηγαίνοντας στα πλοία σας και συ χαρά θα δώσεις
στους Αχαιούς, στους σύντροφους, σε όσους φίλους έχεις•
κι εγώ πάλι πηγαίνοντας στου Πρίαμου την πόλη
σε γυναίκες μακρόπεπλες, σ’ άντρες χαρά θα δώσω•
και θα δοξάσουν τους θεούς αυτές συγκεντρωμένες.
Έλα τώρα, να δώσουμε ένας του άλλου δώρα
ξακουστά, για να λεν για μας και Αχαιοί και Τρώες:
- Οι δυο εκείνοι πάλεψαν σε ψυχοφθόρα μάχη,
Μα πάλι συμβιβάστηκαν κι έφυγαν φιλιωμένοι.»
Είπε κι ασημοκάρφωτο σπαθί με το θηκάρι
και με καλόφτιαχτο λουρί του έδωσε για δώρο.
Κι ο Αίαντας του χάρισε ζωνάρι πορφυρένιο.
Χώρισαν τότε• ο ένας στους Αχαιούς τραβούσε,
ο άλλος στους Τρωαδίτες… » ( Ομήρου “Ιλιάδα”, ραψ. Η’ 206-307 )
Ο Πίνδαρος στους επαίνους του προς τους νικητές των πανελλήνιων αγώνων, φέρνει τον Αίαντα σαν παράδειγμα παλικαριάς, λέγοντας πως ο Έκτορας ένιωσε για τα καλά τη δύναμη του Τελαμώνιου: « εν Τροία μεν Έκτωρ Αίαντος άκουσεν…»
Συνεχίζουμε τη διήγηση του μύθου:
[[ Αφού ο Αχιλλέας είχε αποτραβηχτεί από τις μάχες, ξεθάρρεψαν οι Τρώες κι έκαναν γιουρούσια ακόμη και στο στρατόπεδο των Αχαιών, θέλοντας να κάψουν τα καράβια τους. Όταν κιότευαν οι Έλληνες, οι δυο Αίαντες, ο Τελαμώνιος κι ο Λοκρός τους εμψύχωναν. Σωστός λιόντας, άτρωτος από των εχθρών τα βέλη και τα κοντάρια, απωθεί τους εχθρούς.]]
Σε πολλές ραψωδίες ο επικός μας ποιητής, υμνεί τα κατορθώματα του ήρωα:
« Οι Αίαντες οι δυο μαζί τριγύριζαν στους πύργους
κι εμψύχωναν τους Αχαιούς προτρέποντάς τους όλους.
Σ’ άλλον μιλούσαν μαλακά, με σκληρά λόγια σ’ άλλον,
Που έβλεπαν πως δείλιαζε πολύ να πολεμήσει:
« Σύντροφοι, όσοι έξοχοι και μεσιακοί και σκάρτοι
είσαστε- γιατί στη μάχη δεν είναι ίδιοι όλοι-
δουλειά υπάρχει σήμερα πολλή για τον καθένα.
Και μόνοι σας το βλέπετε• κανένας μη γυρίσει
στα καράβια, σαν άκουσε του ρήγα του τα λόγια•
μπροστά τραβάτε, κουράγιο δώστε ο ένας του άλλου,
αν δώσει ο κεραυνόχαρος ο Δίας ο ολύμπιος
τους εχθρούς μας να διώξουμε νικώντας την ορμή τους.»
Έτσι φωνάζοντας αυτοί εμψύχωναν στη μάχη. » ( Ομήρου “Ιλιάδα”, ραψ.Μ’ 265-277 )
Ο Όμηρος περιγράφει με τους ακόλουθους στίχους τις μάχες στα καράβια:
« Του αντρειωμένου Αίαντα δεν άρεσε καθόλου
να στέκει όπου έστεκαν οι άλλοι Αργείοι•
απ’ το ένα κατάστρωμα στο άλλο δρασκελούσε•
κοντάρι στις παλάμες του μακρύ θαλασσομάχο
κουνούσε, καρφοκόλλητο, εικοσιδύο πήχες.
Όπως άντρας που άλογα να καβαλάει ξέρει,
που παίρνει τέσσερα άλογα κι αφού τα ζέψει, τρέχει
μέσα στον κάμπο και τραβά να φτάσει σε μια πόλη
απ’ έναν δρόμο ανοιχτό κι άντρες, γυναίκες πλήθος
με θαυμασμό παρατηρούν κι εκείνος ολοένα
πηδά απ’ το ένα στ’ άλλο κι άπαυτα αυτά τρέχουν,
έτσι πήγαινε ο Αίαντας με δρασκελιές μεγάλες
στων πλοίων το κατάστρωμα κι έφτανε η φωνή του
στον ουρανό κι εμψύχωνε άπαυτα τους Αργείους
μ’ άγρια φωνή πλοία, σκηνές να προστατέψουν τότε. » ( Ομήρου “Ιλιάδα”, ραψ. Ο’ 674-688)

(…Συνεχίζεται…)

Δεν υπάρχουν σχόλια: