Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Κάποτε υπήρχε και φιλότιμο…Το φιλότιμο του Αίαντα του Τελαμώνιου


[[ δαμ-ων ]]
(4o Mέρος)

Ο Σοφοκλής αφιέρωσε μια τραγωδία στον ήρωά μας. Εκεί με εικόνες τραγικές δίνει την απόγνωση του Αίαντα, αλλά και το φιλότιμό του. Στους πρώτους στίχους δίνει το διάλογο της Αθηνάς με τον Οδυσσέα, όπου η θεά του περιγράφει πως προκάλεσε στον Αίαντα την παραφορά, που τον οδήγησε στη σφαγή των ζώων. H Παλλάδα έχει τα ομηρικά στοιχεία, ενώ ο Οδυσσέας δεν είναι ο πανούργος ήρωας της Ιλιάδας, αλλά ένας ήρωας που αναδίδει ανθρωπιά, εκφράζοντας συμπόνια και συμπάθεια για τον “άρρωστο” σύντροφο στις μάχες:
« ΟΔ.: Για ποιο λόγο έτσι τρελό σήκωσε χέρι;
AΘ.: Τον θόλωσε ο θυμός για τα όπλα του Αχιλλέα.
ΟΔ.: Γιατί ξέσπασε απάνω στα κοπάδια;
ΑΘ.: Θαρρούσε πως εσάς σκοτώνει.
ΟΔ.: Η απόφασή του αυτή για τους Αργείτες;
ΑΘ.: Και θα την είχε κάνει πράξη, εγώ αν δεν ήμουν.
ΟΔ.: Με ποιάν αποκοτιά και τρελό θράσος;
ΑΘ.: Μονάχος κίνησε για σας κλεφτά τη νύχτα.
ΟΔ.: Ζύγωσε τάχα κι έφτασε στο τέρμα;
ΑΘ.: Ήταν μπροστά στων δυο αρχηγών τις πόρτες.
ΟΔ.: Πώς κράτησε απ’ το φόνο τ’ άγριο χέρι;
ΑΘ.: Τον εμπόδισα εγώ, στα θολά μάτια
βαριές απλώνοντάς του φαντασίες
αγιάτρευτης χαράς και στα κοπάδια
τον στρέφω και τα βόδια, που απ’ το κούρσος
ανάκατα κι αμοίραστα οι βοσκοί φυλάγαν•
με λύσσα ρίχνεται σ’ αυτά κι αρχίζει
μια πολυκέρατη σφαγή με το σπαθί του
τρόγυρα μακελεύοντας, θαρρώντας
πότε πως είχε σφάξει τους Ατρείδες,
πότε απ’ τους στρατηγούς κανέναν άλλον
πέφτοντας πάνω του. Κι εγώ τον άντρα
που ΄χε σαλέψει ο νους απ’ τη μανία,
τον κέντριζα, τον βύθιζα σε μαύρες
παγίδες χαλασμού. Κι όταν κατόπι
λούφαξε ο φονικός του μόχθος, όσα βόδια
ζωντανά μέναν, με σκοινιά τα δένει
κι ολάκερο κοπάδι κουβαλάει
στις σκηνές, σα να ήταν άντρες κι όχι
ζώα με κέρατα, κυνήγι• τώρα
μέσα τα τυραννάει σφιχτοδεμένα. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 40-65 )

Η Συνέχεια ΕΔΩ

Στη συνέχεια παρουσιάζει την Τέκμησσα, τη γυναίκα του ήρωα, που ήταν αιχμάλωτη Τρωαδίτισσα, αλλά του παραστέκει σαν νόμιμη σύζυγος, να διηγείται στο χορό, που αποτελείται από άντρες του στρατού του, δηλαδή συμμαχητές του, την μάνητα του άντρα της:
« Όσα γενήκαν, όλα θα τα μάθεις, αφού είσαι σύντροφος. Προχωρημένη
ήταν η νύχτα και του στρατόπεδου
τα βραδινά φώτα δεν καίγαν, όταν
δίκοπο ξίφος παίρνοντας εκείνος,
ήθελε δίχως λόγο έξω να πάει.
Κι εγώ τόνε μαλώνω και του λέω.
« Τι κάνεις, Αίαντα; Πώς έτσι βγαίνεις
ακάλεστος, χωρίς να σε φωνάξουν
κήρυκες κι ούτε μήνυμα ν’ ακούσεις
να κράζει η σάλπιγγα; Ο στρατός όλος
τώρα κοιμάται απ’ άκρη σ’ άκρη ». Τότε
μ’ αυτά τα λίγα λόγια μου αποκρίθη
που πάντοτε τα ξαναλέν. « Γυναίκα
η σιωπή στολίδι στις γυναίκες ».
Ακούγοντάς τον σώπασα κι εκείνος
όρμησε μόνος του έξω. Τα όσα γίναν
εκεί, δεν τα γνωρίζω• μα γυρνώντας
έφερε μέσα ταύρους και κριάρια
πυκνόμαλλα, σκυλιά της στάνης, όλα
μαζί δεμένα. Κι άρχιζε να σφάζει,
στο σβέρκο άλλα χτυπώντας, άλλα το λαιμό τους
τεντώνοντας και σύγκαιρα τη ράχη
βαθιά κρεοκοπώντας• άλλα πάλι
δετά όπως ήταν, στο κοπάδι ορμώντας,
σα να ‘ταν άντρες τα βασάνιζε. Στο τέλος
γοργά πετάχτηκε έξω και με κάποιον
ίσκιο μιλούσε, πότε στους Ατρείδες
βαριές σωριάζοντας βρισιές, και πότε
στον Οδυσσέα, ανάκατες με γέλια
πολλά, πως άξια τους είχε αντιπληρώσει
το ντρόπιασμα που του έκαναν. Κατόπι
μπαίνει με φόρα στη σκηνή του πάλι
κι αργά και λίγο ξαναβρίσκει
τα λογικά του• κι όταν είδε γύρω
τη σφαγή να υψώνεται ως τις στέγες,
ούρλιαζε το κεφάλι του χτυπώντας•
και στα σφαχτάρια πέφτοντας σωριάστη
απάνω στον αρνίσιο φόνο, με τα νύχια
τα μαλλιά ξεριζώνοντας. Πολλή ώρα
βουβός έτσι καθόταν. Μετά στρέφει
σε μένα και ξεστόμιζε φοβέρες
φριχτές, αν όλη δεν του φανερώσω
τη συμφορά που γίνηκε, ρωτώντας
σε ποια θέση βρισκόταν. Κι εγώ τότε,
φίλοι μου, όσα γνώριζα που εγίναν,
όλα, περίφοβη, του τα είπα. Εκείνος
ξέσπασε ευθύς σε τέτοιους πικρούς βόγκους,
που δεν ξανάκουσα απ’ αυτόν ποτέ μου•
γιατί έλεγε πάντα τέτοιοι θρήνοι
σε δειλούς και μικρόψυχους ταιριάζουν•
έτσι χωρίς ξεφωνητά βογκούσε
πνιχτά σαν ταύρος που μουγκρίζει. Τώρα
δίχως ψωμί, δίχως νερό στο σπαραγμένο
κοπάδι ήσυχος κάθεται και κάποιο
φαίνεται μελετάει κακό να κάμει.
Γιατί τα βογκητά του και τα λόγια
δείχνουνε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό, φίλοι,
εδώ ήρθα• μπείτε μέσα κι αν μπορείτε,
βοηθάτε τον• λυγίζουνε στα λόγια
πάντα των φίλων άντρες σαν ετούτον. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 284-330 )
O Αίαντας έχει συνέλθει και διαισθάνεται τα αποτελέσματα της παραφοράς του. Έχει οικτρά μετανιώσει, κι νιώθει μεγάλη ντροπή. Λέει τον πόνο του στους συντρόφους του από την πατρίδα τους τη Σαλαμίνα:
« Με βλέπεις τον αντρειωμένο
με την αδείλιαστη καρδιά,
τον άφοβο στις άγριες μάχες
να δείχνω χέρι τρομερό
στα ήμερα ζώα; Αλίμονο,
με περγελούν, τι ντρόπιασμα για μένα! » ( Σοφοκλής, “Αίας” 364-367 )
Με πίκρα μιλάει για την αδικία που του έγινε. Μετά σκέφτεται την απογοήτευση που θα προκαλέσει το γερο- Τελαμώνα αν γυρίσει χωρίς ανδρείας βραβεία και με τη ρετσινιά της τρέλας να ριχτεί σε αθώα ζωντανά:
« Αν ζούσε ο Αχιλλέας κι ήταν να κρίνει
ποιος θ’ άξιζε για την παλικαριά του
τα όπλα του να λάβει, κανείς άλλος
εξόν από μένα δε θα τα ΄παιρνε• μα τώρα
σ’ έναν πανούργο τα ‘δωσαν οι Ατρείδες,
καταφρονώντας τη δική μου αξία.
………………………………………..
Και με τι μάτια το γονιό μου Τελαμώνα
θα δω; Πώς η καρδιά μου θα βαστάξει
να μ’ αντικρίσει μπρος του μ’ άδεια χέρια
δίχως βραβεία παλικαριάς, που εκείνος
πήρε γι’ αυτές λαμπρό στεφάνι δόξας; » ( Σοφοκλής, “Αίας” 442-446 και 462-465 )
O τραγικός ποιητής δίνει την αιτία της αποστροφής της Αθηνάς προς τον ήρωα. Η αλαζονεία του Αίαντα αποτελεί ύβρη και πρέπει να τιμωρηθεί:
« ……………………….Μονάχα
στη μέρα στη σημερινή, όπως είπε,
της θεϊκιάς θα τόνε κυνηγήσει
Αθηνάς ο θυμός. Τι σε μεγάλες,
έλεγε ο μάντης, πέφτει δυστυχίες,
θεοσταλμένες, όποιος περηφάνια
δείχνει ανωφέλευτη, που ενώ εγεννήθη
μ’ ανθρώπινα μυαλά, δεν έχει γνώμες
ταιριαστές για τον άνθρωπο. Γιατί εκείνος
όταν απ’ την πατρίδα του κινούσε,
ανέμυαλος εφάνηκε, παρ’ όλο
που γνωστικά του μίλαγε ο γονιός του.
Τα λόγια του είπε αυτά. « Να θες, παιδί μου,
με το κοντάρι να νικάς και πάντα
με το θεό βοηθό σου ». Του αποκρίθη
ανόητα, καυχησιάρικα. « Πατέρα,
κι ο αδύναμος θα μπόραε να νικήσει
με τη βοήθεια των θεών• μα εγώ πιστεύω
δίχως αυτούς, μονάχος μου, τη δόξα
πως θα κερδίσω ». Έτσι καυχιόταν. Κι όταν,
η θεϊκή Αθηνά, φωνάζοντάς του
με φονικό χέρι καταπάνω
στους εχθρούς να χιμήξει, τότες ένα
λόγο φριχτό κι ανάκουστο της είπε.
« Βασίλισσα, τους άλλους τους Αργείους
να σταθείς παραστάτης• η δικιά μας
εδώ μεριά ποτέ δε θα λυγίσει ».
Με τέτοια λόγια και με φρένα που ΄ναι
ψηλότερα απ’ τον άνθρωπο, εφορτώθη
την άγρια της θεάς οργή………….. » ( Σοφοκλής, “Αίας” 757-777 )
Ο Αίαντας έχει έντονη την συναίσθηση της τιμής και της αξιοπρέπειας. Αυτές είναι σύμφυτες με την έννοια της ζωής. Λέει χαρακτηριστικά: « αλλ’ ή καλώς ζην ή καλώς τεθνηκέναι τον ευγενή χρή ». Διακατέχεται από αρχές που είναι σταθερές, ακλόνητες κι αδιαμφισβήτητες. Όποιος έχει χάσει την τιμή του ισοδυναμεί με νεκρό. Κι αυτουνού η τιμή έχει διπλά τρωθεί. Από τη μια παραγνωρίστηκε η αντρειοσύνη του, αφού έδωσαν τα όπλα του Αχιλλέα στον Οδυσσέα κι από την άλλη νομίζει πως έχασε τον σεβασμό των Αχαιών όταν παραφρόνησε και ξέσπασε στα κοπάδια. Κι ο Αίαντας ζει μόνο για την τιμή. Χωρίς αυτήν δεν έχει κανένα νόημα η ζωή. Γι’ αυτό παίρνει την απόφαση να φύγει από αυτή τη ζωή, που δεν έχει μέτρο την αρετή αλλά τις σκοπιμότητες.
(…Συνεχίζεται…)

Δεν υπάρχουν σχόλια: