Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Οι αιμομίχτες Λωτ και Οιδίποδας


Η ιστορία του Θηβαίου Οιδίποδα ( 3ο Μέρος )

[[ δαμ-ων ]]

Κι έτσι φτάνουμε στην οδυνηρή κατάληξη, που μας δίνει η συνέχεια του μύθου:
[[Η άτυχη βασίλισσα όταν έμαθε ότι δολοφόνος του πρώτου της άντρα, του Λάϊου, ήταν ο γιος τους Οιδίποδας, που είχαν εκθέσει στο δάσος για να γίνει βορά των αγριμιών, ο τωρινός άντρας της και πατέρας των νέων της παιδιών, δεν άντεξε, έτρεξε στην κάμαρά της, όπου κρεμάστηκε. Μόλις ο Οιδίποδας αντίκρισε την κρεμασμένη Ιοκάστη, μητέρα του και συνάμα αγαπημένη του γυναίκα, αγκάλιασε το κρεμασμένο της κορμί, τράβηξε από το φόρεμά της τις πόρπες, τις οποίες έμπηξε στα μάτια του και τυφλώθηκε με τα ίδια του τα χέρια, τιμωρώντας τον εαυτό του για μια πράξη, για την οποία δεν ήταν υπεύθυνος! Κι αφού θρήνησε για της μοίρας τα χτυπήματα, μετά πήρε το δρόμο της εξορίας, στηριγμένος στον ώμο της αγαπημένης του κόρης Αντιγόνης, για ν’ απαλλάξει την πόλη του από την μιαρή παρουσία του.]]
Ο Σοφοκλής βάζει τον εξάγγελο να περιγράψει τη σκηνή, που δάκρυα φέρνει στα μάτια μας κι έναν κόμπο συγκίνησης στο λαιμό. Πριν αρχίσει την εξιστόρηση, λέει: « των δε πημονών μάλιστα λυπούσ’ αί φανώσ’ αυθαίρετοι » [ μετάφρ.: όταν φανεί πως διάλεξες μονάχος τις συμφορές σου, που πολύ πόνο σου φέρνουν ]. Ας μάθουμε την τραγική κατάληξη μέσα από τα λόγια του εξάγγελου:
« ΕΞ.: Αμέσως θα στο πω και θα το μάθεις•
έχει πεθάνει, χάθηκε η Ιοκάστη.
ΧΟ.: Α! η δύστυχη, από ποιαν αιτία τάχα;
ΕΞ.: Μόνη της. Μα τα πιο φριχτά που εγίναν,
δεν είσαστε μπροστά για να τα δείτε.
Μόλις πέρασε το κατώφλι ταραγμένη,
στο νυφικό κρεβάτι πάει αμέσως,
ξεριζώνοντας με τα χέρια τα μαλλιά της.
Κι ως μπήκε κλείνοντας βαριά τις πόρτες,
το νεκρό από χρόνια Λάιο φωνάζει
και τον παλιό του γόνο αναθυμάται,
που από κείνον είχε χάσει τη ζωή του,
αφήνοντάς την να γεννήσει τέκνα
με το γιο της ανόσια. Και θρηνούσε
την κλίνη της η δύστυχη που εγέννα
πάνω σ’ αυτήν παιδιά από το παιδί της
κι απ’ τον άντρα της άντρα. Πως εχάθη
μετά, δεν ξέρω• γιατί άγρια βογκώντας
ο Οιδίπους μέσα χίμηξε και το χαμό της
δεν μπορέσαμε πια να δούμε, μα εκείνον
κοιτούσαμε που εδώ κι εκεί γυρνούσε.
Τρέχει σ’ εμάς γυρεύοντας μαχαίρι
και ρωτάει για τη γυναίκα του πού είναι,
- όχι γυναίκα- μα μάνα που ’χει κάνει
κι αυτόν και τα παιδιά του. Κι όπως ήταν
έτσι μανία γεμάτος, θαρρείς κάποιος
θεός τον οδηγεί κι όχι κανένας
από μας που βρισκόμαστε κοντά του.
Ουρλιάζοντας φριχτά κι ως να τον σπρώχνει
κάποιος, πέφτει βαριά στις διπλές πόρτες
και τους σύρτες λυγώντας μέσα ορμάει.
Βλέπουμε κρεμασμένη τη γυναίκα
με πλεγμένο σκοινί. Κι εκείνος μόλις
την είδε ο δόλιος, άγρια φωνάζει
κι απ’ τον ανάερο βρόχο την ξελύνει.
Όταν την ξάπλωσε στη γη την έρμη,
το τι αντικρίσαμε μετά, ήταν φρίκη.
Τραβώντας τις χρυσόδετες περόνες
από τα ρούχα της που τα στολίζαν,
απανωτά στα μάτια του τις μπήγει
λέγοντας να μη δουν όσα έχει πάθει
κι όσα επέρασε δεινά, μα στο σκοτάδι
τώρα από δω και πέρα θ’ αντικρίζουν
εκείνους που δεν έπρεπε κι εκείνους
που ποθούσαν να δουν δε θα γνωρίσουν.
Σκούζοντας έτσι ολοένα κι ολοένα
σα να έψελνε, τα βλέφαρα τρυπούσε
με τις περόνες και οι ματοβαμμένοι
βολβοί τα γένια του εμουσκέψαν, που όμως
δεν έπεφταν σα ματωμένες στάλες,
μα σα μαύρη βροχή κι αιμάτινο χαλάζι.
Αυτές οι συμφορές κι από τους δύο
ξέσπασαν κι όχι από τον ένα μόνο,
παρά όμοια απ’ τη γυναίκα και τον άντρα.
Η πρωτινή τους ευτυχία που ήταν
αληθινή ευτυχία πριν, σήμερα θρήνος,
θάνατος γίνηκε, ντροπή, κατάρα,
κι απ’ όλα τα δεινά που ονόματα έχουν,
κανένα δε θα βρεις που να τους λείπει.
ΧΟ.: Ο πόνος του έχει τώρα γαληνέψει;
ΕΞ.: Τις πόρτες να του ανοίξουνε φωνάζει
και να τον φανερώσουν στους Καδμείους
αυτόν, τον πατροκτόνο που ’χει κάνει
με τη μάνα του- τ’ ανόσια δε λέω
μήτε τ’ ανείπωτα- και πως θα φύγει
και δε θα μείνει πια στη χώρα, απάνω
μην πέσει στο παλάτι του η κατάρα
που ο ίδιος εξεστόμισε. Όμως τώρα
χρειάζεται βοήθεια κι οδηγό• γιατί ’ναι
τα όσα πάσχει ασήκωτα για κείνον.
Μα θα φανεί μπροστά σου. Ανοίγουν, να τες
οι πόρτες• θέαμα θ’ αντικρίσεις τώρα,
που ακόμη και σ’ εχθρούς φέρνει συμπόνια. » ( όπως παραπάνω 1234-1296 )
Ο Οιδίποδας δεν φέρνει ευθύνη για το ανόσιο σμίξιμο μα τη μάνα του. Οι θεοί έπαιξαν στην πλάτη του κάποιο παιγνίδι. Αλλά, αν ο θεός είναι κακός δεν είναι θεός! μας έχει πει ο τραγικός μας ποιητής. Για να τους οδηγήσει η ζωή σε τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις, δεν είναι αιτία η κακία των θεών, ούτε τα παράξενα παιγνίδια που παίζουν βασανίζοντας τους θνητούς για να περάσουν την ώρα τους. Εδώ λειτουργεί ο δίκαιος νόμος του αντιπεπονθότος. Η οικογένεια έχει βαριές καρμικές οφειλές, που θα πρέπει να ξεπληρώσει. Μπορεί η κατάληξη να ήταν τραγική, αλλά μέσα από την τραγικότητα μπορούσε να επέλθει η κάθαρση! Οι Μοίρες δεν χαρίζουν σε κάποιον ευτυχισμένη ζωή και σε άλλον συμφορές σύμφωνα με το γούστο τους και τη συμπάθειά τους. Υπακούουν στον παγκόσμιο νόμο του κάρμα, γιατί όπως είπε κι ο Απόστολος: « μη πλανάσθαι, Θεός ου μυκτηρίζεται• ό γαρ εάν σπείρη άνθρωπος, τούτο και θερίσει• » ( Παύλου επιστολή προς Γαλάτας, στ’ 7 ). Ο καθένας μας είναι ο αίτιος της ευτυχίας του ή της δυστυχίας. Μόνο που δε το γνωρίζουμε, όπως και ο Οιδίποδας, που λέει:
« Ο Απόλλων ήταν, ο Απόλλων, φίλοι,
που μου ΄στειλε τις συμφορές ετούτες.
Κανένας άλλος, μα εγώ τυφλώθηκα
με το ίδιο μου το χέρι ο δόλιος.
Τι μου χρειαζόταν να βλέπω,
Που ό,τι κι αν έβλεπα, ωραίο δεν ήταν; » ( όπως παραπάνω 1329-1335 )
Ο Οιδίποδας συναισθάνεται τις πράξεις του, που άθελα διέπραξε κι οδηγημένος από τη μοίρα , και οι οποίες έφεραν τόσες συμφορές. Το βγάλσιμο των ματιών, για να μη βλέπει αυτά που έκανε και τα βλέμματα των ανθρώπων που αγάπησε και που τον σέβονταν, είναι πράξη μεταμέλειας. Αυτή τη μεταμέλεια δεν την γνωρίσαμε στο Λωτ, τον άγιο της εκκλησίας μας. Η ανόσια γενιά του Οιδίποδα καταστράφηκε από νέες συμφορές. Αντίθετα οι γιοί από τις θυγατέρες του Λωτ έγιναν γενάρχες νέων φυλών. Βλέπετε, τέτοιες πράξεις δεν ήσαν ανόσιες στις βιβλικές μυθιστορίες, γιατί η εντολή του θεού τους ήταν να πληθυνθούν και να κατακτήσουν τη γη, με κάθε τρόπο.
Ο ήρωας της Καδμείας τα έχει βάλει μ’ αυτόν που τον έσωσε και δεν τον άφησε να τον φάνε του δάσους τ’ αγρίμια:, γιατί αν τότε αφανιζόταν, όπως μονολογεί:
« Δε θα γινόμουν του πατέρα μου φονιάς
μήτε γαμπρό θα μ’ έλεγαν
εκείνης που με γέννησε.
Τώρα δεν έχω πια θεούς
κι είμαι γονιών ανόσιων γιος
κι ομόκλινος ο δύστυχος της μάνας μου.
Κι αν είναι κάτι πιο μεγάλο
κακό από το κακό το ίδιο,
αυτό έχει τύχει στον Οιδίπου. » ( όπως παραπάνω -1357- 1366 )
Επομένως, από το μύθο προκύπτει πως κι ο Οιδίποδας έγινε αιμομίχτης με την μητέρα του, χωρίς όμως να το γνωρίζει. Αυτό ήταν το πεπρωμένο του. Ο Λωτ έγινε αιμομίχτης με τις κόρες του, γιατί τον μέθυσαν. Η πράξη του είναι ηθικά πιο βαριά, γιατί αν δεν αφηνόταν στην ευχαρίστηση που το κρασί μας φέρνει, κι έλεγχε το πόσο ήπιε, δεν θα γινόταν χώμα, ώστε να μη ξέρει τι κάνει. Και υπάρχει δικαιολογία ότι ήταν δήθεν μεθυσμένος και δεν κατάλαβε τίποτα. Όποιος είναι χώμα στο μεθύσι, δεν είναι δα και ο ιδανικός εραστής! Τελικά, μήπως κατά βάθος ήταν χαλαρωμένος και το απόλαυσε; Κι ας πούμε ότι την πρώτη φορά του την έσκασαν. Τη δεύτερη φορά όταν τον πότιζαν με το γλυκόπιοτο κρασί, δεν υποψιάστηκε τον δόλο;
Κι αφού ήρθαν τα ανόσια παιδιά του, που ήσαν κι εγγόνια, που είναι η συντριβή ψυχής και η συγνώμη από το Θεό του, που τον ευεργέτησε σώζοντάς τον από το θειάφι και τη φωτιά;
Έτσι ο Λωτ, αφού πιστεύει στο Θεό του προπάτορά μας Αβραάμ, έχει θέση στη χορεία των αγίων μας. Αντίθετα ο Οιδίποδας, εφόσον επικαλείται τους Ολύμπιους, είναι το μίασμα της εκκλησίας μας, άσχετα αν η συνείδησή του τον έλεγξε. Γιατί ο Θηβαίος βασιλιάς σαν κατάλαβε το αποτρόπαιο της αθέλητης πράξης του, αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε, θεωρώντας τον εαυτό του μίασμα της πόλης.
Ας παρακολουθήσουμε με πόσο σπαραξικάρδιο τρόπο ο Σοφοκλής αποδίδει την απόγνωση του τραγικού μας ήρωα:
« ….Αν έβλεπα, δεν ξέρω με τι μάτια,
πηγαίνοντας στον Άδη, το γονιό μου
θ’ αντίκριζα και τη δυστυχισμένη
μάνα μου που έχω φέρει και τους δυο του
χειρότερα δεινά κι από κρεμάλα.
Μήπως θα λαχταρούσα των παιδιών μου
τα πρόσωπα να δω, που τέτοιος γάμος
τα γέννησε; Ποτέ με τα δικά μου μάτια•
ποτέ την άλλη πόλη ούτε τους πύργους ούτε τ’ άγια
των θεών μας αγάλματα που ο μαύρος,
εγώ, στη Θήβα ο τρισευτυχισμένος,
τα στέρησα από με τον ίδιο κι όλους
τους πρόσταζα τον ασεβή να διώχνουν,
που οι θεοί φανέρωσαν πως είναι
μόλυσμα κι απ’ το γένος του Λάϊου.
Κι αφού μια τέτοια είπα ντροπή για μένα,
μπορούσα ίσια στα μάτια να σας βλέπω;
Καθόλου• άμα γινότανε να φράξω
και την πηγή της ακοής στ’ αυτιά μου,
το άθλιο δε θα δίσταζα κορμί μου
να το κλειδώσω και τυφλός, κουφός να μείνω•...
Όμως για πράξεις άπρεπες δεν είναι
καλό και να μιλάμε. Όσο μπορείτε
γοργά, για τους θεούς κρύψτε με κάπου
μακριά από δω, σκοτώστε με, είτε ακόμη
πετάξτε με στο πέλαγος, απ’ όπου
ποτέ να μη με ξαναδείτε…» ( όπως παραπάνω 1371-1412 )
Παρέδωσε την εξουσία στον Κρέοντα, από τον οποίο ζήτησε: « ρίψόν με γης εκ τήσδ’ όσον τάχισθ’, όπου θνητών φανούμαι μηδενός προσήγορος ». Μετά τον προέτρεψε να προσέχει τις θυγατέρες του. Αυτές είναι οι αδύναμες που θέλουν φροντίδα. Βλέπετε ο θεσμός της οικογένειας ήταν σε περίοπτη θέση για τους προγόνους μας. Οι κόρες δεν ήσαν δούλες και μόνο για τις δουλειές του σπιτιού. Ήσαν ισότιμα μέλη της οικογένειας που κατά την παράδοσή μας έτρωγαν μαζί με τους άντρες, κι όχι χωριστά, όπως οι Εβραιοπούλες. Ας δούμε τι είπε ο τυφλός πλέον πατέρας για τη φροντίδα των θυγατέρων του:
« Η μοίρα μου όμως, όποια να ’ναι, ας πάρει
το δρόμο της• τα δυο μου αγόρια, Κρέων,
μη τα νοιαστείς, είναι άντρες κι όπου
βρεθούν, δε θα πεινάσουν• μα τα έρμα
δύο κορίτσια μου, τις δύστυχες παρθένες,
που χωριστά από μένα δεν καθίσαν
ποτέ να φάνε στο τραπέζι κι όσα
είχα, τα μοιραζόμαστε κι οι τρεις μας,
αυτές να μου φροντίσεις• κι άφησέ με
να τις χαϊδέψω και τις συμφορές μου
πικρά μαζί τους να μοιρολογήσω. » ( όπως παραπάνω 1458- 1467 )


( …Συνεχίζεται…)

Δεν υπάρχουν σχόλια: