Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Ο Μύθος του Κάδμου


[[ δαμ-ων ]]

Σε προηγούμενη δημοσίευση δώσαμε τον μύθο της Ευρώπης. Σε αυτήν θα δώσουμε τον μύθο τους αδελφού της Κάδμου, που είναι συνέχεια του προηγούμενου. Αναφέρουμε τον μύθο του Κάδμου, γιατί αυτός υπήρξε ο οικιστής της Θήβας. Σήμερα θα αναφερθούμε καθαρά στον μύθο, ενώ σε άλλες συνέχειες θα κάνουμε ορισμένα σχόλια και θα αναλύσουμε τον μύθο.

Ο Μύθος:
Ο βασιλιάς Αγήνορας, πατέρας του Κάδμου και της Ευρώπης, μόλις έμαθε για την εξαφάνιση της κόρης του, την οποία είχε κλέψει ο Δίας μεταμορφωμένος σε λευκό ταύρο, κόντεψε να πεθάνει από τον καημό, που ’χασε την ακριβοθυγατέρα του. Τίποτε δεν ήταν ικανό να γλυκάνει τον πόνο του. Κάλεσε τους γιους του Κάδμο, Φοίνικα και Κίλικα, και γυναίκα του, την Τηλέφασα, και τους έδωσε την εντολή να ψάξουν παντού για να βρουν την κόρη, κι αν δεν την βρουν να μη ξαναπατήσουν το πόδι τους στο παλάτι. Αν λάχαινε να γυρίσουν χωρίς την Ευρώπη, το κεφάλι δεν θα ‘μενε στους ώμους τους. Άλλη επιλογή δεν τους έμεινε κι έτσι ξεκίνησαν την αναζήτηση. Τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους ο καθένας, για να μπορέσουν να ψάξουν παντού. Ο Φοίνικας πήρε το δρόμο για τη δύση, προς την Αφρική, κι έφτασε μέχρι την Καρχηδόνα, χωρίς να βρει τα ίχνη της αδελφής του, ενώ, τέλος, κατέληξε στα παράλια του σημερινού Λίβανου ( υπάρχει η εκδοχή να ξεκίνησαν από την Αίγυπτο, οπότε καταλήγοντας στη χώρα αυτή, να πήρε απ’ αυτόν το όνομα η χώρα). Ο άλλος αδελφός, ο Κίλικας, πήρε το δρόμο κατά τη Μ. Ασία κι έφτασε μέχρι μια χώρα, που την έλεγαν Υπαχαϊα. Μη βρίσκοντας την αδελφή του, σταμάτησε εκεί, όπου κι εγκαταστάθηκε και το μέρος αυτό πήρε αργότερα το όνομά του, λέγοντάς το Κιλικία.
Ο τρίτος γιος, ο Κάδμος ξεκίνησε μαζί με την μητέρα του, την Τηλέφασσα με προορισμό την Ελλάδα. Από τη στεριά ανέβηκε μέχρι τους Αρίμους της Μ.Ασίας, συνέχισε στη Θήρα, όπου παρέμειναν μερικοί από τους συντρόφους του στο ταξίδι της αναζήτησης. Απ’ όπου περνούσε έχτιζε πόλεις ή έκανε αφιερώματα σε θεούς. Αυτά αργότερα, για πολλά χρόνια, θύμιζαν το πέρασμά του στους ανθρώπους. Έτσι στη Ρόδο έχτισε ναό στον Ποσειδώνα, ενώ στην Αθηνά άφησε αφιερώματα. Πάνω σ’ αυτά χάραξε επιγραφές με καινούρια γράμματα, και γι’ αυτό τα είπαν “Καδμήϊα” από το όνομά του ή “φοινικικά γράμματα”. Αυτά τα γράμματα θέλησε να διδάξει αργότερα και στους άλλους Έλληνες. Είχε όμως κι έναν ανταγωνιστή, κάποιον Λίνο, που είχε κι αυτός τα δικά του γράμματα και προσπαθούσε να τα διαδώσει. Ο Κάδμος, για να γλιτώσει από τον αντίπαλό του, τον σκότωσε, κάτι που δεν του συγχώρεσαν οι άνθρωποι και γι’ αυτό τον έδιωχναν από τις πόλεις τους. Έτσι η νίκη του Κάδμου ήταν ανώφελη. Επικράτησε από τότε, κάθε ανώφελη νίκη να λέγεται “καδμεία νίκη”.
Περιπλανήθηκε πολύ, ρωτώντας παντού για την αδελφή του. Μα, πώς ήταν δυνατό να τη βρει, αφού ο Δίας την είχε κρύψει και γευόταν τα κάλλη της;
Κατά τη περιπλάνησή του, η τύχη τα ’φερε έτσι ώστε ο ήρωας να συναντήσει τον απαγωγέα της αδελφής του, και μάλιστα να τον βοηθήσει, θνητός αυτός έναν θεό, να διατηρήσει το θρόνο του βασιλιά του κόσμου! Πως έγινε, όμως, αυτό;
Όταν περνούσε από τον τόπο της Μ. Ασίας, που αργότερα θα τον έλεγαν προς τιμή του αδελφού του, Κιλικία, και προχωρούσε ανάμεσα στα πυκνά δέντρα ενός δάσους από κέδρους, πέρασε ένα σμήνος πουλιών, που πετάριζαν γεμάτα τρόμο, πηγαίνοντας προς το νοτιά. Τα είδε με απορία, γιατί ο καιρός δεν προμηνούσε αιφνίδια αλλαγή, ούτε άγρια όρνεα μαύριζαν το γαλανό ουρανό. Δεν ήξερε πως εκείνα τα πετεινά ήσαν οι Ολύμπιοι, που φοβισμένοι κατευθύνονταν στην Αίγυπτο! Το περήφανο βουνό της κατοικίας τους ήταν έρημο, σαν μουσείο μεσ’ στο μαύρο σκοτάδι χειμωνιάτικης νύχτας.

Η συνέχεια >> εδώ…

Λίγα βήματα πιο κάτω, σε μια σπηλιά, που μύριζε μούχλα και οι τοίχοι της έσταζαν νερά, κείτονταν ανυπεράσπιστος ο βασιλιάς των θεών! Το φιδόμορφο τέρας, ο Τυφωέας, άλλοι τον έλεγαν Τυφώνα , είχε κατορθώσει να του πάρει το διαμαντένιο δρεπάνι και να του κόψει τα νεύρα από τα χέρια κι από τα πόδια. Το σώμα του Δία ήταν ριγμένο σε μια γωνιά της κοιλότητας της γης σα παρατημένο σακί. Τα νεύρα του τα φύλαγε η Δελφίνη, μισό κορίτσι και μισό φίδι, τυλιγμένα σε αρκουδοτόμαρο.
Χάθηκε η τάξη και η αρμονία στη φύση, μετά από τη νίκη του τέρατος, κι έμελλε ο ταξιδιώτης πρίγκιπας να βοηθήσει για την επαναφορά τους. Ο Κάδμος δεν είχε όπλα ικανά να αντιμετωπίσει τον Τυφωέα, πέρα από τα αόρατα τεχνάσματα του μυαλού. Όταν στην πρώτη νεότητά του ακολουθούσε στις περιπλανήσεις της γνώσης τον πατέρα του, ήπιε από “το ανέκφραστο γάλα των βιβλίων”, που του πρόσφεραν οι ιερείς των αιγυπτιακών ναών. Έμαθε και τη θεία μουσική του Απόλλωνα, που μπορεί να σε φέρει στον τρίτο ουρανό, να ανταμώσεις τα υπερούσια όντα. Με αυτή, σκαρφίστηκε, να πλανήσει το τέρας. Έβγαλε από το δισάκι του τη φλογέρα και πιότερο μαγευτικά από τον Πάνα γέμισε μελωδίες τον ευωδιαστό από τους κέδρους αγέρα. Ο γλυκός ήχος χάϊδεψε τα μαλλιαρά αυτιά του Τυφωέα και μούδιασαν τα μέλη του. Κάλεσε τον πρίγκιπα να παραβγούν, κείνος με τον ήχο της βροντής, που συνθέμελα ανταριάζει σκορπώντας φόβου ανατριχίλα, και ο Κάδμος με τον ήχο της καλαμένιας φλογέρας, που ημερεύει τα άγρια θεριά. Με τον εγωϊσμό του μοναδικού κυρίαρχου του κόσμου υποσχέθηκε, αν κέρδιζε ο Κάδμος, πως θα τον ανέβαζε στον Όλυμπο, όπου μπορούσε να χαρεί το παρθένο σώμα της Αθηνάς, ή το σφιχτό της Άρτεμης ή το λάγνο κορμί της Αφροδίτης ή μήπως ήθελε της Ήβης; Την Ήρα μόνο δεν ημπορούσε να αγγίσει , γιατί ανήκε σε ‘κείνο. Ο Κάδμος καμώθηκε πως δεν άξιζε να χρησιμοποιήσει τους ήχους της φλογέρας, και θα ήταν προτιμότερο στους θεσπέσιους ήχους της λύρας να παραβγεί. Με τη μουσική της λύρας ήταν ικανός να διακόψει την πορεία των πλανητών και τα θηρία να μαγέψει. Μα όταν, κάποτε, κάλεσε τον Διογενή Απόλλωνα να διαγωνιστούν, ο πατέρας του για ν’ αποφύγει ήττα επονείδιστη του γιου του, με το αστροπελέκι του τσάκισε τις γλυκόλαλες χορδές. Έτσι τώρα η μαγεύτρα λύρα σαν άψυχο κουφάρι κείτονταν στο βάθος στο τρίχινο δισάκι. Όμως μπορούσε ευθύς ζωή να πάρει, αν ο μέγας κατακτητής Τυφωέας, του έδινε τα ανθεκτικά νεύρα του αντίπαλού τους Δία.
Το απονήρευτο τέρας δέχτηκε και πρόσφερε τη λαμπερή δέσμη με τα νεύρα του Ολύμπιου βασιλιά. Ο πονηρός πρίγκιπας καμώθηκε πως έπρεπε γαλήνιος να σκεφτεί για να συνταιριάσει τις θείες χορδές. Έκρυψε τα νεύρα πίσω από έναν γκρίζο βράχο, μετά προχώρησε στο βάθος του κεδρόδασους κι αντάμα με το τιτίβισμα των πουλιών, αλλάζοντας προσεχτικά τον ήχο σύριγγας (*1), της καλαμένιας φλογέρας, έπαιξε μια μελωδία πιότερο γλυκιά από το μέλι των άγριων μελισσών, κάνοντας να σωπάσουν όλα τα ζώα του δάσους. Ο Τυφωέας άκουγε την αρμονία και βυθιζόταν στην απόλαυση. Σαν από γλυκόπιοτο κρασί μούδιαζε το σώμα του και σφάλισαν τα μάτια του πέφτοντας σε μακάριο ύπνο. Βρήκε τότε ο Δίας την ευκαιρία, βγήκε από τη σπηλιά, πήρε από το βράχο τα νεύρα και σε λίγο κρατούσε στο χέρι του τη δέσμη με τους κεραυνούς. Με οργή εξακόντισε το τρομερό αστροπελέκι στο τέρας και το ‘ριξε στα Τάρταρα. Ο πατέρας των θεών ποτέ δεν ξέχασε την βοήθεια του θνητού και πολλές φορές του συμπαραστάθηκε.
Όταν έπλεαν κοντά στη Ρόδο, ο Ποσειδώνας έκανε τη θάλασσα ν’ ανταριάσει και τα κύματα αψύλωσαν σα να ‘σαν βουνά. Ο Κάδμος έταξε στο θεό να του κτίσει ναό κι όταν καταλάγιασε η θάλασσα έδεσαν στη Ρόδο, όπου λαμπρό έχτισε ναό στον αδελφό του Δία, που ήταν η αιτία της περιπλάνησής του. Άφησε εκεί μερικούς συντρόφους για να υπηρετούν το θεό, τον οποίο τίμησε με πολλά και πλούσια αναθήματα. Το ίδιο έκανε και στη Λινδία Αθηνά. Σ’ αυτή χάρισε και μια ορειχάλκινη λεκάνη, όπου είχε χαράξει επιγραφή με κάποιους παράξενους χαρακτήρες.
Κάποτε ο Κάδμος με τους δικούς του έφτασαν στην Θράκη, όπου οι κάτοικοι τους υποδέχθηκαν φιλικά και με χαρά τους φιλοξένησαν. Εκεί τον μύησαν στα Καβείρια μυστήρια. Ανταποδίδοντας, ο Κάδμος τους έμαθε να βγάζουν από το όρος Παγγαίο το πολύτιμο μέταλλο χρυσάφι και με αυτό τους δίδαξε να φτιάχνουν κοσμήματα κι άλλα κομψοτεχνήματα. Τους έμαθε κι άλλες τέχνες, που ήξερε από την πατρίδα του. Μαζί με τον Κάδμο είχε ξεκινήσει κι ο Θάσος, γιος του Ποσειδώνα. Φτάνοντας στη Θράκη, ο Θάσος πέρασε σε ένα κοντινό νησί, απέναντι από τη Θράκη, όπου έχτισε μια πόλη. Το νησί αυτό από τότε ονομάστηκε Θάσος.
Μετά από καιρό πέθανε η Τηλέφασσα, η μητέρα του Κάδμου, και ο ήρωας πήρε πάλι το δρόμο της αναζήτησης, ψάχνοντας για την αδελφή του , την Ευρώπη. Η περιπλάνηση έφερε τον Κάδμο και την ακολουθία του στην κεντρική Ελλάδα, όπου κατέληξε με κουρασμένα βήματα στο Μαντείο των Δελφών, μη βρίσκοντας άλλη λύση, για να ρωτήσει για την αδελφή του, και τι πρέπει να κάνει για να την βρει. Ο δοξαριστής Απόλλωνας, που γνώριζε πως ο μπερμπάντης πατέρας του είχε πλανέψει τη βασιλοκόρη Ευρώπη, και στης Κρήτης τον τόπο τον ιερό γευόταν τα κάλλη της, δια μέσου της ιέρειας, του συνέστησε να σταματήσει να ψάχνει πια για την αδελφή του. Τούτα τα λόγια είπε η Πυθία, σαν ένιωσε το γλυκό ζάλισμα από τους καπνούς της δάφνης :
« Άκουσε προσεχτικά τα λόγια μου, γιε του Αγήνορα, Κάδμε! Είναι μάταιο να περιπλανιέσαι και να αναζητάς τον ταύρο, που καμιά δαμάλα δεν γέννησε. Αυτός ο ταύρος δεν μπορεί να βρεθεί από θνητό, επιλέγει τους τρυφερούς δεσμούς της Κύπριδας κι όχι το ζυγό του αλετριού. Ο σβέρκος του προσφέρεται μόνο στον Έρωτα, όχι στη Δήμητρα. Μην αναζητάς άλλο τον ταύρο του Ολύμπου, αλλά να ακολουθήσεις σαν οδηγό της αποστολής σου για γήινη αγελάδα. Αφού σηκωθείς το χάραμα, προτού ο λαμπρός ήλιος πάνω στο άρμα του πάρει τον ανηφορικό δρόμο του ουρανού, να φύγεις με τους συντρόφους από το Μαντείο. Ντυμένος όπως πάντα κι οπλισμένος μόνο με ξίφος κυνηγού, πάρε το δρόμο μέσα από το λαό των Φλεγύων και μέσα από τη χώρα της Φωκίδας μέχρι να φτάσεις σε ένα ξεμοναχιασμένο λιβάδι, όπου θα βρεις να βόσκουν αγελάδες. Εκεί υπάρχει μια, που ποτέ της δε γνώρισε ζυγό, και στα δυο της πλευρά έχει το άσπρο σημάδι του ολόγιομου φεγγαριού. Αυτή να έχεις σαν οδηγό στο δρόμο που ξανοίγεται μπροστά σου. Άκουσε τώρα και το άλλο σημάδι. Πάρε ξοπίσω τη δαμάλα κι όπου, από του δρόμου τον κάματο, γείρει τα γόνατά της και το στολισμένο με κέρατα κεφάλι ακουμπήσει στης χλόης το μαλακό προσκέφαλο, εκεί να τη θυσιάσεις στους θεούς. Τέλεια καθαρός να κάμεις τη θυσία, αφού πρώτα θα’ χεις στείλει στο κάτω κόσμο τον φοβερό φύλακα του βασιλιά του πολέμου. Παράτησε την επιθυμία του πατέρα σου και στη ξένη γη, να ιδρύσεις πόλη ξακουστή, που κανένα χέρι δε θα σβήσει, με σπίτια και παλάτια αρχοντικά, πλατιούς δρόμους και ιερά για τους θεούς, που θα πάρει το όνομα της πατρογονικής πατρίδας σου, της αιγυπτιακής Θήβας. Πάνω στους λόφους χτίσε την και με απόρθητα τείχη να την οχυρώσεις. Έτσι θα είσαι ονομαστός ανάμεσα στους ανθρώπους και το όνομά σου θα μείνει χαραγμένο στις καρδιές όχι μόνο των τωρινών αλλά κι αυτών που θα ζήσουν μετά από μύρια χρόνια, έχοντας βρει αθάνατη σύζυγο, ευτυχισμένε Κάδμε!» Ξεκίνησαν τότε ο Κάδμος με τη συνοδεία του από τους Δελφούς, κι αφού πέρασαν τη Φωκίδα, βρήκαν στο κοπάδι του Πελάγοντα, γιου του Αμφιδάμου, την αγελάδα, που είχε υποδείξει το μαντείο. Την αγόρασαν, την άφησαν ελεύθερη και την ακολούθησαν. Την ακολούθησαν κι ο γιος του Αγήνορα, καθώς βάδιζε πάνω στα ίχνη της, δοξολογούσε, μέσα σε θρησκευτική σιωπή, το θεό του φωτός, που τους οδηγούσε. Μπροστά η αγελάδα και πίσω της ο Κάδμος με τους ανθρώπους του, διέσχισαν τη Βοιωτία, πέρασαν την κοιλάδα του Κηφισού, τους κάμπους της Πανόπης, οπότε φτάνοντας στα μέρη της Θήβας, στο Αόνιο πεδίο, το ζώο σταμάτησε, πρώτα σήκωσε το κεφάλι της στον ουρανό κι άφησε να βγει από τα σπλάχνα της χαρούμενο μουγκανητό, που έκανε ολάκερο τον τόπο ν΄ αντηχήσει. Μετά γύρισε το βλέμμα της σ’ εκείνους που την ακολουθούσαν, σαν να’ θελε να τους πει, πως εδώ τέλειωσε το χρέος της, και γονάτισε πάνω στο τρυφερό χορτάρι, το βρεγμένο από τη δροσιά της ανθρωποθρέφτας γης, κι άφησε από τα σπλάχνα της να βγει μουγκάνισμα κούρασης μα κι ευχαρίστησης, που των θεών το θέλημα έγινε. Εκεί ήταν γραφτό να χτιστεί η Θήβα. Ο Κάδμος κατάλαβε πως είχε εκπληρωθεί ο χρησμός. Γονάτισε ευχαριστώντας τον Φοίβο Απόλλωνα, φίλησε το χώμα της νέας πατρίδας και παρακάλεσε τους θεούς να ευλογήσουν τ’ άγνωστα βουνά , τις κοιλάδες που ήσαν τριγύρω και την μεγάλη πεδιάδα, η οποία απλωνόταν στα βόρεια, που θα ‘διναν τροφή στους μελλοντικούς κατοίκους. Πήρε την απόφαση να χτίσει την πόλη, που οι θεοί όρισαν, σ’ αυτό το μέρος και για να τους ευχαριστήσει, θέλησε να θυσιάσει την αγελάδα στην Αθηνά.
Κάνοντας τις απαραίτητες ετοιμασίες για την ιεροτελεστία της θυσίας, έδωσε την εντολή σε μερικούς από τους ανθρώπους της ακολουθίας του να φέρουν νερό από μια κοντινή πηγή. Σιμά της πηγής ήταν ένα δασάκι, που τσεκούρι ανθρώπου δεν το είχε αγγίσει. Καταμεσής ήταν κουφωτή σπηλιά, περιτριγυρισμένη από φουντωτούς θάμνους και σωρούς από πελώριες πέτρες. Μες στη σπηλιά ζούσε ένας δράκοντας, γιος του Άρη, που σπίθιζαν τα μάτια του κι απ’ τα ρουθούνια του έβγαινε καυτή ανάσα. Τρεις σειρές κοφτερά δόντια στεφάνωναν το στόμα του, απ’ όπου πρόβαλε διχαλωτή γλώσσα και στη κορυφή του κεφαλιού, σαν στέμμα, ασημόλαμπο λοφίο. Αυτήν την πηγή, που την έλεγαν Άρεια, την φύλαγε ο δράκοντας. Σαν είδε να πλησιάζουν οι σύντροφοι του Κάδμου, με μεγάλα άλματα, διπλώνοντας και ξεδιπλώνοντας σε κουλούρες το μακρύ λεπιοσκεπασμένο του σώμα, τους επιτέθηκε και τους έσπασε τα κόκαλα με τις σπείρες του κορμιού του. Του κάκου περίμενε ο Κάδμος με τις ώρες να γυρίσουν οι σύντροφοι. Μετά πήρε την απόφαση να κινήσει να τους βρει. Αφού φόρεσε για θώρακα τομάρι λιονταριού και ζώστηκε το ξίφος του, ακολούθησε τα ‘χνάρια τους. Καθώς προχώρησε μέσα στο δεντρώνα, αντίκρισε τα άψυχα κορμιά των ανδρών του. Κατάκαρδα θλιμμένος, έδωσε υπόσχεση εκδίκησης:
«- Ω, θα γδικηθώ τον αφανισμό σας, πιστοί μου σύντροφοι. Ή θα γδικηθώ το χαμό σας ή έρχομαι αντάμα σας στα σκιερά βασίλεια του Άδη».
Άδραξε ένα μεγάλο κοτρόνι και με μάνητα το ‘ριξε στο δράκοντα. Ήταν τόσο δυνατό το χτύπημα, που θα μπορούσε να γκρεμίσει ολόκληρο καστρόπυργο, μα ούτε που πείραξε το θεριό, γιατί το κοτρόνι εξοστρακίστηκε στα σκληρά σαν ατσάλι λέπια του. Τότε, με ασπίδα το περίσσιο θάρρος του, σήκωσε το θανατερό κοντάρι και το ‘μπηξε, μ’ όλη τη δύναμη στη ράχη του θεριού. Αυτό βρυχήθηκε με πόνο, υποχώρησε και η ράχη του βρήκε τον κορμό αιωνόβιας βελανιδιάς, όπου καρφώθηκε η λόγχη. Ο λαβωμένος δράκος βάλθηκε με τα δόντια του να βγάλει το κοντάρι, μα το μόνο που μπόρεσε ήταν να σπάσει ένα κομμάτι. Στηρίχτηκε στο κορμό της βελανιδιάς, που έγειρε από το βάρος του, και χτυπώντας με την ουρά ξερίζωνε θαλερούς θάμνους κι εκατοντάχρονα δέντρα, σκόρπαγε ολούθε μυτερά κοτρόνια, μετά ορθώθηκε κι άπλωσε το λαιμό για ν’ αρπάξει τον ήρωα στα κοφτερά του δόντια. Αυτός σβέλτος πήδησε στα πλάγια και μ’ εκδικητική μανία έχωσε το σπαθί του, μέχρι τη λαβή, στο μαλακό λαιμό του δράκοντα. Κι ενώ σαστισμένος ο Κάδμος θώραγε το άγριο θεριό να ψυχορραγεί και δεν πίστευε στα μάτια του για το αναπάντεχο κατόρθωμα, άκουσε μια άγνωστη φωνή:
« Τί στέκεις αποσβολωμένος, γιε του Αγήνορα, και θαυμάζεις το φοβερό δράκοντα , που μπροστά σου θανατοχτυπιέτα; Κάποτε κι εσύ δράκος θα γενείς κι οι άνθρωποι θα ξαφνιάζονται θωρώντας σε!»
Ανατρίχιασε ο ήρωας ακούγοντας την προφητεία και πισωπάτησε, μα να, βλέπει να στέκεται σιμά η Παλλάδα Αθηνά με την επιβλητική θωριά της. Η Αθηνά τον συμβούλεψε, μετά το φόνο του δράκοντα, να βγάλει τα δόντια του θεριού και να τα σπείρει, όπως οι δουλευτές της γης σπέρνουν το καρπερό σιτάρι σε οργωμένο χωράφι. Εκτελώντας τη προτροπή της θεάς ο Κάδμος οξύυνο αλέτρι έζεψε σε δυνατόκορμα άλογα κι έσχισε της γης το δέρμα κάνοντας βαθιά αυλάκια, όπου του δράκου έσπειρε τα δόντια και τότε, σαν να γίνηκε ξαφνικά θαύμα, ξεφύτρωσαν από τα σπλάχνα της γης λόγχες από κοντάρια και λοφία από κράνη κι απ’ της αυλακιές ξεπετάχτηκαν άντρες πολλοί, που ήσαν τρομαχτικοί με την αρματωσιά τους, ενώ κρατούσαν στα γερά τους μπράτσα μεγάλες σαν αλώνια ασπίδες. Το γένος αυτό ήταν οι ‘‘Σπαρτοί’’, δηλαδή οι σπαρμένοι, και είχαν προορισμό να αποτελέσουν τους πρώτους κατοίκους της νέας πόλης, μια και τους περισσότερους από τους συντρόφους του Κάδμου τους είχε αφανίσει ο δράκοντας. Αντικρίζοντας τους Σπαρτούς ο ήρωας τρόμαξε κι από τον τρόμο του πέταξε μια πέτρα ανάμεσά τους. Άρχισαν να μαλώνουν με τα λόγια, στην αρχή, μα σύντομα να χτυπιούνται μεταξύ τους, γιατί νόμισαν πως την πέτρα την έριξε κάποιος από τους ίδιους. Ο ένας τρυπούσε τον άλλο με το μυτερό κοντάρι ή το κοφτερό σπαθί και σωριάζονταν ο ένας μετά τον άλλο στη γη, που πριν λίγο τους είχε γεννήσει.
Φοβήθηκε ο γιος του Αγήνορα κι έσυρε το σπαθί του, μα ένας δρακονταγεννημένος του ‘πε: « Άφησε τα όπλα σου, αυτή η μάχη δεν είναι δική σου. Μην ανακατευτείς στον αδελφοκτόνο πόλεμο, που είναι δική μας μάχη ». Κι ευθύς όρμησε κι έμπηξε το μακρύ σπαθί στο στήθος αδελφού του, μα η θριαμβευτική κραυγή του κόπηκε στη μέση, γιατί το κεφάλι του έπεσε βαρύ από το ξίφος άλλου δρακονταγεννημένου. Από τη φοβερή μάχη, που σταμάτησε με προσταγή της Αθηνάς, σώθηκαν μόνο πέντε άντρες, ο Ουδαίος, ο Χθόνιος, ο Πέλωρ, ο Υπερήνωρ και ο Εχίων (*2). Αυτοί βοήθησαν τον Κάδμο να χτίσει την πόλη και να την τειχίσει. Ήσαν και οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης, η οποία ονομάστηκε προς τιμή του ιδρυτή της, “Καδμεία”. Αυτή ήταν η ακρόπολη της μελλοντικής μεγάλης πόλης, που ονομάστηκε Θήβα. Στο κέντρο ορθώθηκε το παλάτι και γύρω του όλα έγιναν με τη γεωμετρία των ουρανών. Πέτρες με διαφορετικά χρώματα, όπως τα σημάδια των πλανητών, συσσωρεύτηκαν από τον Κιθαιρώνα και τον Ελικώνα, ενώ στις επτά ζώνες του ουρανού αντιστοιχούσαν οι επτά πύλες, καθεμιά αφιερωμένη σε κάποια θεότητα ή μεγάλο ήρωα. Οι Σπαρτοί είχαν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, το σχέδιο μιας λόγχης πάνω στο σώμα τους, από γεννησιμιού τους.
Ο φόνος του δράκοντα εξαγρίωσε τον Άρη, που ήθελε να προξενήσει μεγάλο κακό στον Κάδμο. Μεσολάβησε όμως ο πατέρας των θεών, ο Δίας, που στον Κάδμο χρωστούσε χάρη, και του επιβλήθηκε σαν τιμωρία να υπηρετήσει τον αρματοντυμένο θεό του πολέμου για οκτώ χρόνια. Για να εξαγνιστεί λοιπόν ο ήρωας από τον θάνατο του δράκοντα αλλά και των Σπαρτών, υπηρέτησε πιστά τον θεό.
Τελειώνοντας την υπηρεσία του στον Άρη ανέλαβε, με τη βοήθεια της Αθηνάς, τη βασιλεία της Θήβας και ο Άρης, για τις υπηρεσίες του, του έδωσε σαν σύζυγο την κόρη του από την Αφροδίτη, την σαν την μάνα όμορφη Αρμονία. Ο γάμος αυτός έγινε με μεγάλη λαμπρότητα στο παλάτι του Κάδμου, στον οποίο έλαβαν μέρος όλοι οι θεοί, που κατέβηκαν από τον Όλυμπο, ενώ οι Μούσες τραγουδούσαν τα νυφιάτικα τραγούδια.
Όλοι οι λαμπροί του Ολύμπου θεοί, άφησαν τους χρυσούς τους θρόνους, το νέκταρ και την αμβροσία, και κατέβηκαν στης Καδμείας το νεόχτιστο παλάτι. Εκεί ακουγόταν το ανάλαφρο θεϊκό σύρσιμο των ποδιών τους και φλυαρούσαν ανέμελοι από θείες σκοτούρες. Χαίρονταν το σμίξιμο με τους θνητούς. Η μάνα της νύφης, η Αφροδίτη, με περισσή φροντίδα είχε αναλάβει να στολίσει το γαμήλιο κρεβάτι. Ο πατέρας, ο Άρης, είχε αφήσει τα όπλα και τα πολεμικά παιγνίδια και μάθαινε πως οι θνητοί σταυρώνουν τα ποδάρια και λικνίζουν με χάρη το κορμί ακολουθώντας των χορών τη μουσική και πως κάνουν αέρινες φιγούρες. Οι Μούσες (*3) όριζαν τη σειρά, με την οποία θα πουν τους γαμήλιους ύμνους. Η φτερωτή Νίκη διασκέδαζε κάνοντας τη θεραπαινίδα και τα μεγάλα φτερά της έσμιγαν με τα μικρούλικα του σαïτοβόλου Έρωτα.
Σαν ήρθε η ώρα, παρουσιάστηκε στη γαμήλια τελετή το θαυμαστό για τη χάρη και την ομορφιά ζευγάρι. Ήσαν στητοί σαν αγάλματα από μάρμαρο Πεντελικό, πάνω σε χρυσοστόλιστο άρμα, που το ’σερναν ένα λιοντάρι κι ένας κάπρος. Κανένας δε σάστισε με τα ασυνήθιστα ζώα ζεμένα στο άρμα. Την ημέρα του γάμου της Αρμονίας, όλα πάνω στη γη ήσαν αρμονικά Έλαμπαν από ομορφιά κι ευτυχία ο Κάδμος και η Αρμονία, ντυμένοι με χρυσοκεντημένα λαμπρά ρούχα, ενώ χρυσά στεφάνια στόλιζαν τα κυματιστά μαλλιά τους, σχηματίζοντας έναν φωτοστέφανο στο χαρούμενο πρόσωπό τους. Δίπλα στο άρμα ο Απόλλωνας με τη λύρα σκορπούσε ουράνιες μελωδίες (*4). Μόλις ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από του Ελικώνα τις χιονοσκέπαστες κορφές, άναψαν χιλιάδες πυρσούς, που έκαμαν τη νύχτα μέρα. Στον ουρανό τ’ άστρα λαμπύριζαν πιότερο συμμετέχοντας στη χαρά, ενώ το ολόγιομο φεγγάρι έλουζε την πόλη με το ασημένιο φως του.
Βρέθηκαν όλοι στο συμπόσιο, που ’γινε στο ανθοστόλιστο παλάτι, καθισμένοι σε χρυσούς θρόνους. Πάνω στα τραπέζια υπήρχαν όλα τα αγαθά, που η μάνα γη δίνει να θρέψει τα παιδιά της. Ο Δίας και ο Κάδμος στο ίδιο τραπέζι κάθονταν δίπλα-δίπλα και γέμιζαν διαδοχικά τις κούπες τους με ευωδιαστό γλυκόπιοτο κρασί. Ο Δίας κοίταζε τον Κάδμο με τα μάτια ενός φίλου που κράτησε τη μυστική υπόσχεσή του. Άκουγες χαράς τραγούδια και χορεύτριες ανέμιζαν ρυθμικά τα πολύχρωμα πέπλα τους. Σαν σπαρτάρισε ο Δράκος στον ουρανό, κατάλαβαν πως έπρεπε να συνοδέψουν το νέο ζευγάρι στο γαμήλιο κρεβάτι. Τότε οι Ολύμπιοι με τη σειρά τους παρουσίασαν τα δώρα τους. Το πιο μυστηριώδες και το πιο μεγάλο ήταν το δώρο του Δία. Χάρισε στον Κάδμο “καθετί το τέλειο”! Τι σήμαινε, άραγε ; Ο Κάδμος έσκυψε το κεφάλι με ευγνωμοσύνη κι ευχαρίστησε τον πατέρα των θεών.
Η Αφροδίτη πλησίασε την κόρη της Αρμονία και της πέρασε στο λαιμό ένα μαγικό περιδέραιο. Ήταν το αξιοθαύμαστο έργο που είχε δημιουργήσει ο στραβοκάνης Ήφαιστος για να δοξάσει τη γέννηση του τοξευτή Έρωτα. Η Αρμονία αναψοκοκκίνησε στη θέα του κοσμήματος, αν και το τρυφερό της δέρμα αναρίγησε κάτω από το ψυχρό βάρος του μαλαματένιου αριστουργήματος. Είχε το σχήμα ενός φιδιού, που διαπερνούσε του ουρανού τ’ άστρα και κατέληγε σε δύο κεφαλές, που ήσαν αντικριστά και άνοιγαν διάπλατα τα στόματά τους. Ανάμεσα στα στόματα πρόβαλαν δυο αετοί με ολάνοιχτες τις φτερούγες τους. Πολύτιμα πετράδια ήσαν διάσπαρτα, βαλμένα με περίσσεια τέχνη, διαμάντια άστραφταν σαν χίλιοι ήλιοι, ρουμπίνια σκόρπαγαν κόκκινες ανταύγειες γεμάτες πόθο, σμαράγδια λαμπύριζαν θυμίζοντας την απέραντη θάλασσα και μαργαριτάρια τον θαυμαστό της κόσμο. Σ’ εκείνο το περιδέραιο, κατά τύχη, κόσμος και στολίδια συνέπιπταν.
Ο Ερμής τους χάρισε μια γλυκόλαλη λύρα, η Αθηνά έναν αραχνοϋφαντο πέπλο, που τον είχαν υφάνει οι Χάριτες, και τους αυλούς. Η Ηλέκτρα τους έφερε τα όργανα, με τα οποία τελούσαν τα μυστήρια της μεγάλης μητέρας των θεών, των οργίων τα κύμβαλα και τα τύμπανα που σε ξεσηκώνουν σε ξέφρενους χορούς. Η Δήμητρα τους χάρισε το στάρι, που δίνει στο κορμί ζωή. Τα δύο δώρα, το περιδέραιο και ο πέπλος θα παίξουν αργότερα τραγικό ρόλο στους απογόνους του Κάδμου ( θα τα αναφέρουμε αργότερα στους “Επτά επί Θήβας”).
Aπ’ αυτό το γάμο, το ζευγάρι απόκτησε τέσσερις κόρες : τη Σεμέλη, την Ινώ, την Αγαύη και την Αυτονόη, και έναν γιο, τον Πολύδωρο (*5).
Ο Κάδμος έγινε ένας από τους πιο ονομαστούς βασιλιάδες της Ελλάδας. Είχε πλούτη αρίφνητα, κοπάδια με γαλακτερά ζώα, κήπους με ζουμερούς καρπούς, μποστάνια και χωράφια με όλα τα καλούδια. Οργάνωσε στρατό με αρχηγούς τους δρακονταγεννημένους. Ζούσε μέσα στη χαρά και στην ευτυχία. Μα οι θεοί δεν δίνουν μόνο χαρές κι ευτυχία, ανακατεύουν μαζί δάκρυα και πίκρες. Στα στερνά της ζωής του, όταν τα χρόνια αυλάκωσαν το μέτωπό και γίνηκαν σαν χιόνι τα μαλλιά του, οι συμφορές έπεσαν η μια μετά την άλλη. Η Σεμέλη έμελλε να χτυπηθεί από το αστροπελέκι του βροντορίχτη Δία, που είχε λιμπιστεί τα κάλλη της, όπως πριν από χρόνια της θείας της Ευρώπης, η Αγαύη σε μια στιγμή θείας παραφροσύνης να κατασπαράξει το γιο της, η Ινώ να αποτολμήσει ένα πήδημα στη θάλασσα αγκαλιά με το γιο της Παλαίμονα, και η Αυτονόη να μαζέψει τα κόκαλα του γιου της Ακταίονα, που σπαράχτηκε από τα κυνηγόσκυλα της γοργοπόδαρης Άρτεμης. Μαζί με τη Σεμέλη κάηκε και το λαμπρό παλάτι. Έτσι ο Κάδμος έκλαψε για το χαμό των θυγατέρων αλλά και των εγγονών του.
Ο ήρωάς μας, αφού βασίλεψε στη Θήβα πολλά χρόνια, μετά αναγκάστηκε να φύγει με την Αρμονία, άλλη μια φορά ξενιτεμένος, αφήνοντας το θρόνο στο γιο τους Πολύδωρο, για την Ιλλυρία (*6), έναν τόπο όπου έμεναν οι Εγχελείς (*7). Αιτία του ξενιτεμού ήταν ο εγγονός του Διόνυσος, καρπός του έρωτα της κόρης του Σεμέλης με τον αστραποβρόντη Δία, ο θεός της νέας θρησκείας, που οι κάτοικοι της πόλης, την οποία έχτισε ο Κάδμος, δε δέχτηκαν με προθυμία. Η αποπομπή τους έγινε πάνω σ’ ένα αμάξι, που το έσερναν δύο βόδια. Αναθυμόταν την ημέρα του γάμου τους, που νεαροί κι υπέροχοι μπήκαν στη γαμήλια πομπή πάνω σ’ ένα χρυσοστόλιστο άρμα, που το ’σερναν ένα λιοντάρι κι ένας κάπρος, ενώ τώρα με αυλακωμένο το πρόσωπο και γκρίζα τα μαλλιά, διωγμένοι από την πόλη που ΄χτισαν, κάθονταν σ’ ένα ξύλινο κάρο, φορτωμένο με αναμνήσεις, που το ’σερναν δυο βόδια
Τον καιρό αυτό οι Εγχελείς ήσαν σε πόλεμο με τους Ιλλυριούς, και ένας χρησμός τους είχε πει πως θα νικούσαν τους Ιλλυριούς αν έπαιρναν ως αρχηγούς τον Κάδμο και την Αρμονία. Τους έβαλαν, λοιπόν, αρχηγούς και κατόρθωσαν να υποτάξουν τους Ιλλυριούς και μετά τη νίκη ανακήρυξαν βασιλιά τους τον Κάδμο. Έτσι την τελευταία περίοδο της ζωής τους την πέρασαν στην Ιλλυρία, όπου ο Κάδμος και η Αρμονία απόκτησαν άλλον ένα γιο, τον Ιλλυριό.
Έφτασαν τα γερατειά, σταφίδωσε του Κάδμου το κορμί, το ίδιο και της αγαπημένης του Αρμονίας, και τα μαλλιά πήραν το χρώμα του χιονιού. Συχνά περνούσαν από τον καθρέφτη του μυαλού οι θύμισες ολάκερης της ζωής του . Αναθυμόταν τις περιπέτειες και τις δυσκολίες, που πέρασε, αναλογιζόταν και το δράκοντα που σκότωσε και πως το κακορίζικο θεριό ήταν θεού γιος. Έσπαγε η κρούστα της λησμοσύνης κι από τα βάθη της μνήμης ερχόντουσαν τα λόγια, που είχε ακούσει σαν σκότωσε το δράκοντα. Σκέψεις φόρτωναν τον κουρασμένο νου του.
« Μήπως, τάχα, ήταν αφιερωμένος στους ύψιστους θεούς ο δράκος, που κάρφωσα πρώτα με το μακρύ κοντάρι και μετά με το δίκοπο σπαθί; Μήπως γι’ αυτό το θάνατο, ο χάρος έκανε κατοχή στο παλάτι και συμφορές αντάριασαν ολάκερη τη ζωή μου; Αν είναι πως γι’ αυτό με τιμωρούν οι Ολύμπιοι, καλύτερα να μεταμορφωθώ σε φίδι».
Παρακαλούσε τους θεούς να τον κάνουν κι αυτόν φίδι. Κάποια μέρα είδε το δέρμα του να σκληραίνει και να παίρνει της γης το χρώμα, το κορμί του να σκεπάζεται με φιδίσια λέπια και μαύρες φολίδες ν’ απλώνονται στα πλευρά του. Τα χέρια άρχισαν να εξαφανίζονται ενώ τα πόδια να ενώνονται σε φιδίσια ουρά Με μάτια βουρκωμένα άπλωσε τα χέρια, πριν σβήσουν από το σώμα, προς τη λατρευτή σύντροφο της ζωής του Αρμονία, νιώθοντας να σχίζεται η γλώσσα του στα δυο και να γίνεται φιδίσια. Πρόλαβε μόνο δύο λόγια απόγνωσης να πει: « Πλησίασε, πιστή συντρόφισσα της ζωής μου, πλησίασε, δυστυχισμένη, πριν η μορφή μου γίνει αγνώριστη. Άγγισε το χέρι μου, πριν αυτό αφανιστεί, και κράτα το μ’ αγάπη. Νιώσε για λίγο τη θέρμη της αγάπης μου, γιατί σε λίγο το ψυχρό άγγιγμα του ερπετού, που στη γη σέρνεται, θα σου ανατριχιάζει τη ραχοκοκαλιά ».
Με καρδιά, που από τον πόνο σπάραζε, η Αρμονία είπε : « Ω, λατρευτέ της ζωής μου άντρα, πως άλλαξε η μορφή σου; Πως γίνηκε το σώμα, οπού με τόση λαχτάρα αγκάλιαζα; Ω θεοί, δεν ημπορώ να ζήσω μακριά από τον αγαπημένο μου άντρα, που στου γάμου μας τις χαρές ήσασταν σιμά μας. Γιατί δεν με κάνετε κι εμένα φίδι;»
Ένιωσε κι αυτή τότε το σώμα της να γεμίζει φιδίσια λέπια. Έτσι οι θεοί τους μεταμόρφωσαν σε άκακα φίδια και ζούσαν έτσι μέχρι την ώρα που ο Δίας τους έστειλε γαλήνια να ζήσουν εκεί όπου δεν υπάρχουν βάσανα και συμφορές, παρά ηρεμία και δικαιοσύνη, στα Ηλύσια Πεδία.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- (*1 ). Η σύριγξ ( σύριγγα ) είναι το πρώτο πνευστό καλαμένιο όργανο, που ανακάλυψαν οι πρόγονοί μας, μετά από παρατήρηση του φυσικού φαινομένου, του συριγμού του αέρα στα καλάμια. Απ’ αυτό προέκυψε το επτατονικό μουσικό σύστημα.
Ξέρουμε από την πείρα μας, πως αν φυσάει ο αέρας μπροστά από το ένα άκρο σωλήνα, παράγονται διάφοροι φθόγγοι (νότες ), ανάλογοι του μήκους και της έντασης του αέρα. Υπάρχουν δύο είδη σύριγγας, η μονοκάλαμη και η πολυκάλαμη. « Σύριγγος είδη δύο, το μεν εστι μονοκάλαμον, το δε πολυκάλαμον, ό φασιν εύρημα Πανός ». Ο σχετικός μύθος είναι ο ακόλουθος :
Ο Πάνας αγάπησε τη Νύμφη Σύριγγα, κόρη του ποταμού Λάδωνα. Βάλθηκε να την κάμει δικιά του, και η Νύμφη τρομαγμένη από την καταδίωξη του θεού ικέτευσε τον Δία να τη σώσει. Έτσι, τη στιγμή που ο Πάνας της έπιασε, αυτή μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Τρελός από απογοήτευση και θυμό ο Πάνας έσπασε την καλαμιά σε κομμάτια. Τότε κατάλαβε πως έκοβε το σώμα της Νύμφης, που ποθούσε, και μετανιωμένος άρχισε κα κλαίει και να φιλά το κομμάτια της καλαμιάς. Καθώς φυσούσε κλαίγοντας, διαπίστωσε ότι έβγαιναν ήχοι από τα καλαμένια κομμάτια. Έτσι οδηγήθηκε στην κατασκευή της σύριγγας.

(*2 ). Τα ονόματα αυτά είναι δηλωτικά της προέλευσης των Σπαρτών, δηλ. των σπαρμένων, των γαιογέννητων, των γη-γενών ή των σωματικών προσόντων τους. Χθόνιος ( από το χους- χώμα) δηλ. ο χωμάτινος, αυτός που βγήκε από το χώμα. Ουδαίος ( από το ούδας, το έδαφος), αυτός που βγήκε από τη γη. Εχίων ( από το εχίς-εως, πλ. εχίων, δηλ. την έχιδνα), αυτός που έχει επαφή με τη γη γιατί έρπει, ο φιδάνθωπος. Υπερήνωρ ( ο εύψυχος, ο ανδρείος) ο υπερέχων κατά την ανδρεία, ο υπεράνθρωπος. Πέλωρ ( ο πελώριος) ο γιγάντιος.

(*3 ). Ο Ησίοδος στη “Θεογονία” μας λέει:
« Γιατί απ΄ τις Μούσες κι απ’ τον Απόλλωνα που μακριά τοξεύει
γίνονται οι τραγουδιστές και οι κιθαριστές πάνω στη γη,
από το Δία όμως οι βασιλιάδες. Μακάριος αυτός που αγαπούν οι Μούσες. »

(*4). Ο Πίνδαρος σε μια θαυμάσια ωδή του τραγουδάει:
« χρυσέα φόρμιξ, Απόλλωνος και ιοπλοκάμων
σύνδικον Μοισάν κτέανον. τας ακούει
μεν βάσις αγλαϊας αρχά, πείθονται δ’ αοιδοί σάμασιν
αγησιχόρων οπόταν προοιμίων εμβολάς τεύχης ελελιζομένα.
Και τον αιχνατάν κεραυνόν σβεννύεις αενάου πυρός.
εύδει δ’ ανά σκάπτω Διός αιετός ωκείαν
πτέρυγ’ αμφοτέρωθεν χαλάξαις, αρχός οιωνών,
κελαινώπιν δ’ επί οι νεφέλαν αγκύλω κρατί,
γλεφάρων αδύ κλάιθρον, κατέχευας. Ο δε κνώσσων
υγρόν νώτον αιωρεί, τεαίς ριπαίσι κατασχόμενος.
[ Μετάφρ.: Ω φόρμιγγα χρυσή, του Απόλλωνα και των Μουσών με τις μενεξελιές πλεξούδες
κτήμα κοινό και ταιριαστό, σε σένα των χορδών και το βήμα υπακούει
σαν η λαμπρή γιορτή αρχίζει. Τα σήματά σου οι αοιδοί ακολουθούνε,
όταν τα προοίμια, με των χορδών σου τον παλμό, ανακρούεις, που του χορού δηλώνουν την αρχή.
Εσύ και την ανέσπερη φωτιά στου κεραυνού τη λόγχη σβήνεις.
Πάνω στο σκήπτρο του Διός κοιμάται ο αετός, των πουλιών ο αρχηγός,
αφήνοντας χαλαρές δεξιά- ζερβά να πέφτουν
τις γοργές φτερούγες. Γλυκά τα βλέφαρά του κλείνει, γιατί νεφέλη μελανή
στο αγκυλωτό κεφάλι γύρω έχεις απλώσει και κοιμισμένος
τη λυγερή του ράχη ανασηκώνει από τις συγχορδίες σου μαγεμένος.] ( Πινδάρου “Πιθιόνικος Ι”, στ. 1-10 )

(*5).O ίδιος ποιητής και στο ίδιο έργο αναφέρει:
« Κάδμω δ’ Αρμονίη, θυγάτηρ χρυσής Αφροδίτης,
Ινώ και Σεμέλην και Αγαυήν καλλιπάρηον
Αυτονόην θ’, ην γήμεν Αρισταίος βαθυχαίτης,
γείνατο και Πολύδωρον ευστεφάνω ενί Θήβη. »
[ Μετάφρ.: Στον Κάδμο η Αρμονία, η θυγατέρα της χρυσής της Αφροδίτης,
γέννησε την Ινώ, τη Σεμέλη, την Αγαύη με τα ωραία μάγουλα,
την Αυτονόη, που ο βαθυχαίτης ο Αρισταίος την παντρεύτηκε,
γέννησε τον Πολύδωρα στη Θήβα που ωραία τη στεφανώνουν κάστρα. ] ( Ησιόδου “Θεογονία”, στ. 975-978 )

(*6). Iλλυρία : Με αυτό τον όρο μπορούμε να δηλώσουμε μια περιοχή της δυτικής Βαλκανικής Χερσονήσου, που ως πυρήνα είχε μια ευρεία παραλιακή ζώνη στην Αδριατική συνορεύοντας προς νότο με την Ήπειρο. Τα όριά της είναι ασαφή. Το φύλο των Ιλλυριών πρέπει να εγκαταστάθηκε στην περιοχή κατά την 3η π.χ. χιλιετία, δηλ. στις αρχές της εποχής του χαλκού. Ανέπτυξαν σχέσεις με τους Θράκες καθώς και τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους, που έλεγχαν τις οδούς του θαλάσσιου εμπορίου προς την Αδριατική. Δυτικά είχαν επαφές με τους Πρωτοïταλούς και τους Ετρούσκους.
Στην ανάπτυξή τους συμβάλλουν αισθητά οι ελληνικές πόλεις των ακτών της ανατολικής Αδριατικής. Τους υπέταξε ο Μ. Αλέξανδρος και συμμετείχαν στην εκστρατεία των Ελλήνων στην Ασία, υπό την αρχηγία του μεγάλου στρατηλάτη.

(*7).Εγχελείς : Ονομάζονται και Εγχέλεες ή Εγχέλεοι. Είναι αρχαίος λαός της Ιλλυρίας, εγκατεστημένος μεταξύ Επιδάμνου και Κεραυνίων Ορέων, μεταξύ Χαόνων και Ταυλαντίων, στην Ήπειρο, όπου κατέβηκαν από τον Βορρά. Ο μύθος μας αναφέρει πως πρώτος βασιλιάς τους ήταν ο Κάδμος, πιστοποιώντας την εμπορική επικοινωνία των Ελλαδικών πόλεων με την περιοχή.
Κάθε λαός της Ιλλυρίας είχε το δικό του ιερό φυτό ή ζώο. Οι Εγχελείς, όπως φαίνεται από την ετυμολογία του ονόματός τους, είχαν το χέλι. Και η περιοχή που κατοικούσαν ονομαζόταν Εγχέλη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: