Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Αισθήσεις: τα παράθυρα της ψυχής προς τη γνώση


[[ δαμ-ων ]]

Η λέξη “αίσθηση” προέρχεται από το ρήμα αισθάνομαι, που σημαίνει αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις, γνωρίζω καλά κάτι, έχω επίγνωση, συνειδητοποιώ. Για τους αρχαίους Έλληνες η λέξη “αίσθησις” σήμαινε την δια των αισθήσεων γνώση, σε αντιδιαστολή με την επιστήμη, την σοφία.
Για την φυσιολογία, η αίσθηση είναι το σύνολο των μέσων, με τα οποία ένας οργανισμός αντιδρά στις μεταβολές του εξωτερικού ή του εσωτερικού περιβάλλοντος. Αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση ειδικών τμημάτων που μετατρέπουν τις ανάλογες ενεργειακές μεταβολές σε βιολογικές διεργασίες. Οι μεταβολές του περιβάλλοντος μεταβιβάζονται από το όργανο δέκτη ( αισθητήριο όργανο, π.χ. μάτι ) ή όργανο- υποδοχέα σε άλλα τμήματα του σώματος διαμέσου ειδικευμένων κυττάρων. Στα ανώτερα ζώα και στον άνθρωπο η λήψη των ερεθισμάτων γίνεται με τα αισθητικά νευρικά στοιχεία, που μετατρέπουν τις μεταβολές σε νευρικούς παλμούς .
Με τις αισθήσεις γνωρίζουμε το φυσικό μας περιβάλλον, τον λεγόμενο αισθητό κόσμο, τροφοδοτούμε την μνήμη μας, και με τις νοητικές λειτουργίες τα ερεθίσματα γίνονται προϊόντα μάθησης κι εμπειρίας. Έτσι οι αισθήσεις αποτελούν μέσα γνώσης. Πριν δούμε τις απόψεις των αρχαίων φιλοσόφων για τις αισθήσεις, ας ανατρέξουμε σε ένα απόσπασμα από την “Ασκητική” του Ν. Καζαντζάκη:
[[ Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.
Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.
Τ’ άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι ιδέες, οι ανθρώποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρυκυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα• σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.
« Εγώ μονάχα υπάρχω!» φωνάζει ο νους.
Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.
Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σν το νερό, το χάος μουγκρίζει.
Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.
Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές μου ανάγκες.
Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπό μου, στο χάος.
Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερή μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ• δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερό, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: « Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!» το παραπέτασμα αυτό είναι η εικόνα.

Η συνέχεια >>> εδώ…

Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω.
Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει…
Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν’ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ’ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.
Ο νους: « Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.»
Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: « Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»
Ο νους: « Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιγνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου.
Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν’ ανέβω απάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία.
Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας. Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!» ]]
Δε θα σχολιάσω το παραπάνω απόσπασμα. Θα το αφήσω σε εσένα εκλεκτέ φίλε, γιατί στόχος μου είναι να παίξω μαζί σου νοητικά. Πίσω από τις λέξεις υπάρχουν πολύ μεγάλα νοήματα. Δούλεψέ τα με τη σκέψη σου. Είναι ένας τρόπος να αποφύγεις τη νόσο Αλτσχάιμερ…
Θα εξετάσουμε στη συνέχεια τις απόψεις των προγόνων μας για τη σημασία των αισθήσεων στη διαδικασία της μάθησης.
Ας αφήσουμε πρώτα τον Αριστοτέλη να μας πει πώς οι αισθήσεις μας οδηγούν στη γνώση: « Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει. σημεῖον δ’ ἡ τῶν αἰσθήσεων ἀγάπησις· καὶ γὰρ χωρίς τῆς χρείας ἀγαπῶνται δι’ αὑτάς, καὶ μάλιστα τῶν ἄλλων ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων…αἴτιον δ’ ὅτι μάλιστα ποιεῖ γνωρίζειν ἡμᾶς αὕτη τῶν αἰσθήσεων καὶ πολλάς δηλοῖ διαφοράς. φύσει μὲν οὖν αἴσθησιν ἔχοντα γίγνεται τὰ ζῷα, ἐκ δὲ ταύτης τοῖς μὲν αὐτῶν οὐκ ἐγγίγνεται μνήμη, τοῖς δ’ ἐγγίγνεται. καὶ διὰ τοῦτο φρονιμώτερα και μαθητικώτερα τῶν μὴ δυναμένων μνημονεύειν ἐστί…γίγνεται δ’ ἐκ τῆς μνήμης ἐμπειρία τοῖς ἀνθρώποις· αἱ γὰρ πολλαί μνῆμαι τοῦ αὐτοῦ πράγματος μιᾶς ἐμπειρίας δύναμιν ἀποτελοῦσιν.» [ Μετάφρ.: Όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους διψούν για γνώση. Σημάδι, η αγάπη τους για τις αισθήσεις, διότι και ανεξάρτητα από την πρακτική τους χρησιμότητα τις αγαπούν γι’ αυτές τις ίδιες, και περισσότερο από τις άλλες την όραση… Αιτία είναι ότι τούτη κυρίως η αίσθηση μας κάνει να γνωρίζουμε και μας υποδεικνύει πολλές διαφορές ανάμεσα στα πράγματα. Από τη φύση τους όλα τα ζώα γεννιούνται με αισθήσεις, σε μερικά όμως από αυτά δεν παράγουν αυτές μνήμη, ενώ σε άλλα παράγουν. Για τον λόγο τούτο αυτά που μπορούν να απομνημονεύουν είναι τα πιο νοήμονα και έχουν μεγαλύτερη ικανότητα για μάθηση από εκείνα που δεν μπορούν… Στους ανθρώπους η εμπειρία προκύπτει από τη μνήμη, και οι πολλές μνημονικές εντυπώσεις του ίδιου πράγματος αποτελούν τελικά το δυναμικό της εμπειρίας.] ( Αριστοτέλους “Μετά τα Φυσικά”, βιβλίο Α’, 980a 1- 981a 1 )
Για τον προσωκρατικό Παρμενίδη τον Ελεάτη οι γνωσιακές δυνάμεις του ανθρώπου είναι οι αισθήσεις και ο νους, που ανάγονται, όπως και ο άνθρωπος στο σύνολό του αλλά κι ολόκληρος ο κόσμος, στην κράση των δύο στοιχείων, του θερμού ( πυρ ) και του ψυχρού ( γη ). Ο Ελεάτης φιλόσοφος δεν ταυτίζει την αίσθηση με τη νόηση. Όπως προκύπτει από το απόσπασμα 4, πράγματα που για τις αισθήσεις είναι απόντα ή και ανύπαρκτα, είναι παρόντα για τον νου, γιατί με τη σκέψη μας και τη φαντασία μας καθίστανται παρόντα.
« λεῦσσε δ’ ὅμως ἀπεόντα νόῳ παρέοντα βεβαίως·
οὐ γὰρ ἀποτμήξει το ἐόν τοῦ ἐόντος ἔχεσθαι
οὔτε σκιδνάμενον πάντῃ πάντως κατά κόσμον
οὔτε συνιστάμενον. »
[ Μετάφρ.: Πρόσεξε όμως ότι τα απόντα είναι στο νου με βεβαιότητα παρόντα.
Διότι δεν θα διασπάσει ( ο νους ) τη συνοχή του όντος με το ον,
ούτε διασπειρώμενο πανταχού ολοκληρωτικά κατά τάξη
ούτε πάλι συντιθέμενο.] ( Παρμενίδου “Περί Φύσιος”, απόσπ. 4 )
Εξαίρει τη δύναμη, την σημασία και την υπεροχή της νόησης έναντι των αισθήσεων, επισημαίνοντας πως οι αισθήσεις χωρίς την παρουσία του λόγου και της λογικής δύναμης δεν μπορούν να συμβάλλουν στη γνώση και την κατανόηση των πραγμάτων του κόσμου.
Έτσι, η όραση, που είναι η βασίλισσα των αισθήσεων, από υπέροχο όργανο γνώσης όταν συνεργάζεται με το λόγο, καθίσταται ένα άσκοπο βλέμμα, μια άχρηστη αισθητική λειτουργία, όταν είναι αποκομμένη από το νου και τον λόγο. Όταν είμαστε αφηρημένοι και βλέπουμε κάτι με απλανές βλέμμα, μπορούμε να θαυμάσουμε το σχήμα του, τα χρώματά του, να συγκινηθούμε, να κατανοήσουμε τη χρησιμότητά του, τη θέση του στο θείο σχέδιο; όχι, βέβαια. Μπροστά μας είναι μια εικόνα, που συλλαμβάνει η όραση, αλλά χωρίς νόημα! Το ίδιο συμβαίνει και με την ακοή. Το γλυκολάλημα του αηδονιού, οι ωραιότερες μελωδίες, ένα τραγούδι του Τσιτσάνη, ένα έργο του Μπετόβεν είναι ένας ανόητος θόρυβος, ένα ενοχλητικό, ίσως, πολύβουο ερέθισμα, ένα μάταιο άκουσμα, όταν ο νους δεν συλλάβει τους ήχους των οργάνων, τις αρμονικές τους, όταν μείνει ασυγκίνητη η ψυχή μας. Επομένως, οι αισθήσεις χωρίς την παρουσία του νου δεν μπορούν να επιτελέσουν την αποστολή τους. Αυτό ακριβώς επισημαίνει κι ο Ηράκλειτος, όταν μας λέει ότι τα μάτια μας και τα αφτιά είναι κακοί πληροφοριοδότες μας, όταν η ψυχή ( ο νους ) μας, το κέντρο αναφοράς των αισθήσεων, δεν είναι ικανή να αξιοποιήσει γνωσιακά το περιεχόμενο των αισθήσεων κατά τρόπο πρόσφορο: « κακοί μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοί καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχάς ἐχόντων » ( Ηράκλειτος, “Περί Φύσεως”, απόσπ. 107 ).(*1)
Τόσο για τον Παρμενίδη, όσο και για τον Ηράκλειτο, ο λόγος έχει ένα σαφές προβάδισμα, είναι κάτι το θεϊκό, αφού στον Ηράκλειτο εκφράζει την κοσμική νομοτέλεια, την τάξη και την αρμονία και ταυτίζεται με το θεϊκό νόμο, ενώ στον Παρμενίδη με τη δύναμη του λόγου ο άνθρωπος γίνεται σχεδόν ισόθεος, και ανάγεται στον “απόλυτο κόσμο του « εόντος »”, ο οποίος και σαφέστατα υπερέχει έναντι του σχετικού κόσμου των αισθήσεων. Για να γνωρίσουμε το « εόν » και την ουσία των πραγμάτων χρησιμοποιούμε το νου. Για τη γνώση των πραγμάτων ως φαινομένων ο νους πρέπει να συνεργαστεί στενά με τις αισθήσεις, οι οποίες μας προσφέρουν κάποιο σκόρπιο κι ασυνάρτητο υλικό, που χρειάζεται να επεξεργαστεί και να αξιοποιηθεί από το νου, ώστε να οργανωθεί σε γνώση. Οι αισθήσεις αποτελούν αξιόπιστες πηγές γνώσεις, εφόσον προβλήματα αξιοπιστίας κι εγκυρότητας της όρασης και της ακοής παρουσιάζουν αυτοί που έχουν διαταραγμένη σκέψη, « πλαγκτόν νόον ». Τότε είναι ανωφελείς οι αισθήσεις γνωσιακά, γιατί δεν συνοδεύονται από έγκυρο λόγο ( ορθή κρίση ).
Γίνεται φανερό πως για τον Παρμενίδη ο ένας και μοναδικός κόσμος διακρίνεται σε κόσμο φυσικό- αισθητό, που στη γλώσσα του Παρμενίδη ονομάζεται « ἐοικώς διάκοσμος » ( φαινομενική διάταξη του κόσμου ) και σε κόσμο νοητό, που ονομάζεται από τον Παρμενίδη « ἐόν ». Ο πρώτος κόσμος συλλαμβάνεται με τις αισθήσεις και τη νόησή μας, ενώ ο δεύτερος μόνο με τη νοήσή μας (*2). Ο αισθητός κόσμος υπακούει στο νόμο της γένεσης και της φθοράς και γενικά διέπεται από τους φυσικούς νόμους. Είναι ο κόσμος του “γίγνεσθαι” και “ὄλλυσθαι”, δηλαδή ο κόσμος των συνεχών μεταβολών, καθόσον όλα, όσα ανήκουν σ’ αυτόν γεννιούνται και αφανίζονται στο πλαίσιο μιας αέναης κυκλικής μεταβολής: « τῷ πάντ’ ὄνομα ἔσται , ὅσσα βροτοί κατέθεντο πεποιθότες εἶναι ἀληθῆ, γίγνεσθαί τε καὶ ὄλλυσθαι, εἶναί τε καὶ οὐχί, καὶ τόπον ἀλλάσσειν διά τε χρόα φανόν ἀμείβειν.»
Οι αισθήσεις είναι τα μέσα, με τα οποία η ψυχή έρχεται σ’ επαφή με το περιβάλλον της και ερευνά το παχυλό φυσικό πεδίο. Με αυτές εξαγοράζει την εμπειρία της και διευρύνει τη συνείδησή της. Γι’ αυτό οι αρχαίοι φιλόσοφοι αποκαλούσαν τις ανθρώπινες αισθήσεις ως “παράθυρα της ψυχής”. Κατά τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος έχει πέντε κύριες αισθήσεις, που είναι: όραση, ακοή , όσφρηση, γεύση και αφή (*3). Απ’ αυτά τα παράθυρα ατενίζουμε τη γνώση αλλά και την προσλαμβάνουμε.
Ο Όσιος Θεόδωρος Εδέσσης μας αναφέρει: « Η γνώση είναι κατά φύση και υπέρ φύση. Και η δεύτερη θα γίνει φανερή από την πρώτη. Κατά φύση λέμε τη γνώση που αποκτά η ψυχή περί της κτίσεως από την έρευνα και την αναζήτηση, μεταχειριζόμενη τα φυσικά μέσα και τις δυνάμεις, όσο δηλαδή είναι εφικτό στην ψυχή που είναι δεμένη με την ύλη. Γιατί όπως έχει λεχθεί στα περί αισθήσεως και φαντασίας και νου, αμβλύνεται η ενέργεια του νου λόγω της ενώσεως και αναμίξεως με το σώμα. Ένεκα τούτου δεν μπορεί να έρθει σ’ επαφή με τα νοερά, αλλά για να νοήσει έχει ανάγκη από τη φαντασία, της οποίας ο χαρακτήρας είναι εικονιστικός και ανήκει στην υλική διάσταση και τη πυκνή υφή. Χρειάζονται λοιπόν στο νου που είναι μέσα στο σώμα, ανάλογες εικόνες για να μπορέσει να τα εννοήσει αυτά. Όση λοιπόν γνώση λάβει ένας τέτοιος νους με τη μέθοδο τη φυσική, που του είναι οικεία, αυτή τη γνώση τη λέμε φυσική.
Υπερφυσική όμως είναι η γνώση που έρχεται στο νου πέρα από τη φυσική του μέθοδο και δύναμη, όταν δηλαδή τα νοούμενα υπερβαίνουν τις δυνατότητες του νου που είναι ενωμένος με σώμα, ώστε να είναι γνώση που αρμόζει σε νου χωρίς σώμα. Αυτή η γνώση δίνεται μόνο από το Θεό, όταν βρει το νου να είναι πολύ καθαρμένος από κάθε υλική προσκόλληση και να κατέχεται από θείο έρωτα.» ( Φιλοκαλία, τομ. Β’ ).
Η γνώση του φυσικού κόσμου, αρχίζει με την παρατήρηση. Αντιλαμβανόμαστε τα αίτια, τους νόμους και τις ιδιότητες της ύλης με τη βοήθεια των αισθήσεων. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εκτός από τις σωματικές αισθήσεις μας μιλάει και για ψυχικές αισθήσεις: « Πρέπει να ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώμα και ψυχή, και έχει διπλές αισθήσεις και διπλές τις αρετές του. Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώμα. Οι ψυχικές αισθήσεις είναι: νους, διάνοια, γνώμη, φαντασία και αίσθηση· οι σοφοί τις ονομάζουν και δυνάμεις. Οι σωματικές αισθήσεις είναι τούτες: όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση και αφή. Γι’ αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες. Ώστε είναι αναγκαίο να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωματικές. Και ποια είναι τα ψυχικά πάθη και ποια τα σωματικά. Ψυχικές αρετές είναι εν πρώτοις οι τέσσερις γενικότερες αρετές, οι οποίες είναι: ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, μακροθυμία, ανεξικακία, χρηστότητα, αοργησία, θεία γνώση, ευφροσύνη, απλότητα, αταραξία, ειλικρίνεια, η χωρίς έπαρση διάθεση, η χωρίς υπερηφάνεια, φθόνο, δόλο, η αφιλαργυρία, συμπάθεια, ελεημοσύνη, μεταδοτικότητα, αφοβία, αλυπία, κατάνυξη, σεμνότητα, ευλάβεια, επιθυμία των μελλόντων αγαθών, πόθος της βασιλείας του Θεού και επιθυμία της θείας υιοθεσίας.» ( Φιλοκαλία, τομ. Β’ ).
Οι αισθήσεις είναι τα παράθυρα της ψυχής για τη γνώση, όμως δεν είναι γνώση. Με τα αισθητήρια όργανα παίρνουμε πληροφορίες από το περιβάλλον, παρατηρούμε, δοκιμάζουμε, όμως οι συλλογισμοί, με βάση την κρίση μας, θα παράγουν τη γνώση. Ο Πλάτωνας μας μεταφέρει ότι τόσο τα ανθρώπινα αισθητήρια όσο και ο εξωτερικός κόσμος αποτελούν σύνολα κίνησης, των οποίων η συνάντηση δημιουργεί το αισθητό, που είναι προϊόν εξίσου του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του. « Η αρχή, από την οποία είναι εξαρτημένα όλα όσα τώρα μόλις λέγαμε, είναι τούτη, ότι το παν είναι κίνηση και εκτός από αυτό τίποτα· υπάρχουν δύο είδη κίνησης (*4), με άπειρο αριθμό το καθένα τους, που το ένα είναι ικανό να ενεργεί και το άλλο να υφίσταται. Από την ένωσή τους και την αμοιβαία παρέμβαση δημιουργούνται άπειρα στο πλήθος προϊόντα, διφυή: το ένα είναι το αισθητό γνώρισμα και το άλλο η αίσθηση, η οποία συναντιέται και γεννιέται μαζί με το αισθητό. Οι αισθήσεις λοιπόν έχουν για μας τέτοια ονόματα, χαρακτηριζόμενες ως όραση, ακοή, όσφρηση, ψυχρό, θερμό, ηδονή, λύπη, επιθυμία, φόβος και άλλα, ενώ ατέλειωτες είναι αυτές που δεν έχουν όνομα και πάμπολλες αυτές που έχουν. Το γένος πάλι των αισθητών έχει συγγένεια με καθεμιά από τούτες, δηλαδή για την όραση κάθε είδους χρώματα, για κάθε είδους οράσεις κάθε είδους χρώματα, το ίδιο ισχύει για τους ήχους ως προς τη ακοή, και τα υπόλοιπα αισθητά γνωρίσματα είναι συγγενικά με τις υπόλοιπες αισθήσεις.» ( Πλάτωνος “Θεαίτητος”, 156 a-c )
Και ο Αριστοτέλης συνδέει την αίσθηση με την κίνηση: « η δ’ αίσθησις εν τω κινείσθαί τε και πάσχειν συμβαίνει, καθάπερ είρηται· δοκεί γαρ αλλοίωσίς τις είναι. » [ Μετάφρ.: H αίσθηση λοιπόν, όπως είπαμε προκύπτει από την κίνηση και το πάθος· γιατί φαίνεται πως είναι κάποια αλλοίωση.] ( Αριστοτέλους “Περί Ψυχής” Β’, 416 b, 35). Τονίζει όμως πως η ικανότητα της αίσθησης δεν υπάρχει ως εντελέχεια, παρά μόνον σαν δυνατότητα στον άνθρωπο. Αναφερόμενος στο αισθητό μας λέει: «Σε ό,τι, τώρα, αφορά την κάθε αίσθηση, πρέπει πρώτα να μιλήσουμε για τα αισθητά. Στο “αισθητό” δίνουμε τρεις σημασίες· στις δύο από τις οποίες υποστηρίζουμε ότι αισθανόμαστε τα πράγματα καθαυτά, ενώ στη μία κατά περίσταση. Και, στις δύο πρώτες σημασίες, το ένα αισθητό είναι ιδιαίτερο για κάθε αίσθηση, ενώ το άλλο κοινό για όλες. Λέω, μάλιστα, πως είναι ιδιαίτερο, αυτό που δεν μπορεί να γίνει αισθητό με άλλη αίσθηση, και, για το οποίο, η αίσθηση αυτή δεν μπορεί να πλανηθεί· για παράδειγμα, η όραση είναι η αίσθηση του χρώματος, η ακοή του ήχου και η γεύση του γευστικού. Η αφή, βεβαίως, έχει αντικείμενό της πολλές διαφορές…» ( όπως παραπάνω,418 a, 8-15).
Για τον Αριστοτέλη η αίσθηση δεν είναι αλλοίωση με την έννοια της απλής μεταβολής μιας κατάστασης στο αντίθετό της, αλλά με την έννοια της πραγμάτωσης ενός πράγματος « εν δυνάμει » και της προόδου του « προς τον εαυτό του και προς την εντελέχεια », αυτού που ονομάζει “τελείωσις” στα Φυσικά.
Διασαφηνίζοντας τα περί των αισθήσεων μας λέει: « Ἑκάστη μὲν οὖν αἴσθησις τοῦ ὑποκειμένου αἰσθητοῦ ἐστίν, ὑπάρχουσα ἐν τῷ αἰσθητηρίῳ ᾗ αἰσθητήριον, καὶ κρίνει τὰς τοῦ ὑποκειμένου αἰσθητοῦ διαφοράς, οἷον λευκόν μὲν καὶ μέλαν ὄψις, γλυκύ δὲ καὶ πικρόν γεῦσις. ὁμοίως δ’ ἔχει τοῦτο καὶ ἐπί τῶν ἄλλων. » [ Μετάφρ.: Κάθε αίσθηση, λοιπόν, είναι αίσθηση του αισθητού που είναι αντικείμενό της· βρίσκεται στο αισθητήριο ως αισθητήριο, και διακρίνει τις διαφορές του αισθητού της αντικειμένου· όπως, για παράδειγμα, η όραση το λευκό και το μαύρο, ενώ το γλυκό και το πικρό η γεύση. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες αισθήσεις.] ( όπως παραπάνω, 426b 10-14 ). Ο Σωκράτης εκφράζει την άποψη πως θα ήταν δεινό να είχαμε πολλές αισθήσεις, γιατί θα δρούσαν σαν δούρειοι ίπποι, χωρίς να βοηθούν καθόλου την ψυχή μας: « Δεινόν γαρ που, ὦ παῖ, εἰ πολλαί τινες ἐν ἡμῖν ὥσπερ ἐν δουρείοις ἵπποις αἰσθήσεις ἐγκάθηνται, ἀλλά μὴ εἰς μίαν τινά ἰδέαν, εἴτε ψυχήν εἴτε ὅτι δεῖ καλεῖν, πάντα ταῦτα συντείνει, ᾗ διά τούτων οἷον ὀργάνων αἰσθανόμεθα ὅσα αἰσθητά. »
[Μετάφρ.: Θα ήταν άτοπο, παιδί μου, αν μέσα μας είχαν καθίσει πολλές αισθήσεις, σαν μέσα σε δούρειους ίππους, και να μην κατατείνουν όλα σε κάποια ιδέα, είτε ψυχή είτε όπως αλλιώς πρέπει να την ονομάσουμε, με την οποία αντιλαμβανόμαστε τα αισθητά δια μέσου τούτων, σαν να είναι όργανα.] ( Πλάτωνος Θεαίτητος, 184 d ). Επισημαίνει ,επίσης, ότι βλέπουμε με τα μάτια, ακούμε με τα αυτιά, και αντιλαμβανόμαστε τα υπόλοιπα με τα άλλα αισθητήρια όργανα. Θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι βλέπουμε, ακούμε κ.λ.π. διαμέσου αυτών των οργάνων, έχοντας το καθένα τους τη δική του ξεχωριστή αποστολή. Όταν όμως ο άνθρωπος σχηματίζει κρίση για τα αντικείμενα διαφορετικών αισθήσεων, εξετάζοντας προσδιορισμούς των αισθητών ή μεταξύ τους συσχετισμούς, αυτή που ενεργεί είναι η ψυχή, χωρίς τη σύμπραξη σωματικών οργάνων. Έτσι η αναζήτηση της γνώσης μετατοπίζεται από το πλαίσιο των αισθητηριακών δεδομένων στο αντίστοιχο των συλλογισμών και σκέψεων γι’ αυτά. Χαρακτηριστικά περί αυτού, λέει: « Ἐν μεν ἄρα τοῖς παθήμασι οὐκ ἔνι ἐπιστήμη, ἐν δέ τῷ περί ἐκείνων συλλογισμῷ· » [ Μετάφρ.: Στα δεδομένα λοιπόν των αισθήσεων δεν υπάρχει γνώση, αλλά υπάρχει στους συλλογισμούς σχετικά με αυτά.]
Η θεμελίωση της γνώσης πάνω σε αισθητηριακά δεδομένα δίνει στη γνώση μια διάσταση πολύ υποκειμενική αλλά και παροδική, ενώ της αφαιρεί κάθε αντικειμενικό στοιχείο. Προφανώς, όταν η γνώση θεμελιώνεται μόνο στις αισθήσεις, γίνεται υποκειμενική δυνατότητα, χωρίς θεμελίωση, χωρίς σταθερότητα, αξία και κύρος. Τόσο ο Πλάτωνας, όσο και ο Παρμενίδης δέχονται τις αισθήσεις σαν την πρώτη πηγή αντίληψης και γνώσης, χωρίς να είναι οπωσδήποτε έγκυρη και αληθής. Γνώση που βασίζεται αποκλειστικά στις αισθήσεις είναι υποκειμενική και σχετικιστική, ενώ γνώση που θεμελιώνεται στον καθαρό λόγο είναι αντικειμενική και στατική.
Ο Σωκράτης διασαφηνίζει ότι η αίσθηση δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη γνώση « οὐκ ἄρ’ ἄν εἴη ποτέ αἴσθησίς τε και ἐπιστήμη ταὐτόν.» Επομένως: « καταφανέστατον γέγονεν ἄλλο ὄν αἰσθήσεως ἐπιστήμη ». Στον διάλογό του με τον Θεαίτητο σχετικά με τη γνώση, κάνει την διαπίστωση: « ὅμως δὲ τοσοῦτόν γε προβεβήκαμεν, ὥστε μή ζητεῖν ἐν αἰσθήσει τό παράπαν ἀλλ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ ὀνόματι, ὅτι ποτ’ ἔχει ἡ ψυχή, ὅταν αὐτή καθ΄αὑτήν πραγματεύηται περί τα ὄντα. » [ Μετάφρ.: προχωρήσαμε όμως τόσο πολύ, ώστε να μην την αναζητούμε περισσότερο στην αίσθηση, αλλά στην ονομασία εκείνη που έχει η ψυχή, όταν μόνη της η ίδια διανοείται για την πραγματικότητα.] ( Πλάτωνος “Θεαίτητος”, 187 a )
Μ’ αυτό τον τρόπο οδηγεί τον συνομιλητή του στη διαπίστωση ότι γνώση είναι η αληθής κρίση: « ἡ ἀληθής δόξα (*5) ἐπιστήμη εἶναι ». Επομένως η αίσθηση δεν είναι γνώση, αλλά το μέσο πρόσκτησης της γνώσης.
Ο Σωκράτης αναπτύσσοντας τα σχετικά με τη διαδικασία της μάθησης κάνει την παρομοίωση του κέρινου εκμαγείου. Λέει, λοιπόν, πως μέσα στον καθένα μας υπάρχει εκμαγείο από κερί η ποιότητα του οποίου παραλλάσσει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Πάνω του αποτυπώνεται σαν με σφράγισμα κάθε αντικείμενο, κι αυτό είναι η αίσθηση. Ας παρακολουθήσουμε, όμως, το διάλογο, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον:
« ΣΩΚΡΆΤΗΣ: Τοποθέτησέ μου λοιπόν, για χάρη του διαλόγου, μέσα στις ψυχές μας κέρινο εκμαγείο, στον ένα μεγαλύτερο, στον άλλο μικρότερο, στον ένα από καθαρό κερί, στον άλλο από λιγότερο καθαρό και σκληρότερο, σε μερικούς πιο μαλακό και σε μερικούς κανονικό.
ΘΕΑΊΤΗΤΟΣ: Τοποθετώ.
ΣΩΚ.: Ας πούμε πως είναι δώρο της μητέρας των Μουσών, της Μνημοσύνης, και πως πάνω σε τούτο αποτυπώνεται ό,τι θελήσουμε ν’ απομνημονεύσουμε απ’ όσα τυχόν δούμε ή ακούσουμε ή καταλάβουμε οι ίδιοι, προσφέροντας ό,τι αντιλαμβανόμαστε ή εννοούμε, σαν ν’ αφήναμε πάνω του το αποτύπωμα δαχτυλιδιών. Όποιο λοιπόν αποτυπωθεί το απομνημονεύουμε και το γνωρίζουμε όσο διατηρείται η εικόνα του˙ όποιο τυχόν σβήσει ή δεν σταθεί δυνατό ν’ αποτυπωθεί, το λησμονούμε και δεν το γνωρίζουμε.
ΘΕΑΙΤ.: Ας είναι έτσι.
ΣΩΚ.: Εκείνος λοιπόν που γνωρίζει αυτά, όταν εξετάζει κάτι απ’ όσα βλέπει ή ακούει, πρόσεξε αν με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να σχηματίσει ψευδή κρίση.
ΘΕΑΙΤ.: Με ποιόν τρόπο λοιπόν;
ΣΩΚ.: Νομίζοντας πως αυτά που γνωρίζει τη μια φορά είναι αυτά που γνωρίζει, και την άλλη αυτά που δεν γνωρίζει. Για τούτα κακώς συμφωνήσαμε στους προηγούμενους λόγους μας, όταν ομολογήσαμε πως είναι αδύνατα.
ΘΕΑΙΤ.: Τώρα λοιπόν πώς το εννοείς;
ΣΩΚ.: Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά ως εξής, ορίζοντας από την αρχή πως ό,τι γνωρίζει ο καθένας, αποκτώντας ανάμνησή του μέσα στην ψυχή του αλλά χωρίς να έχει αίσθηση γι’ αυτό, είναι αδύνατο να το θεωρήσει ως κάτι άλλο απ’ όσα γνωρίζει, του οποίου επίσης διαθέτει αποτύπωμα χωρίς να έχει αίσθηση. Και επίσης αυτό που γνωρίζει, είναι αδύνατο να το θεωρήσει ως άλλο το οποίο δεν γνωρίζει ούτε έχει το αποτύπωμά του. Και αυτό πάλι που δεν γνωρίζει, να το θεωρήσει ως κάτι που γνωρίζει. Και αυτό επίσης που αισθάνεται, να το θεωρήσει πως είναι κάτι άλλο απ’ όσα αισθάνεται. Και αυτό που αισθάνεται, να το θεωρήσει ως κάτι απ’ αυτά που δεν αισθάνεται. Και κάτι από αυτά που δεν αισθάνεται, να το θεωρήσει ως κάτι άλλο από αυτά που δεν αισθάνεται. Και κάτι από αυτά που δεν αισθάνεται, να το θεωρήσει ως κάτι από αυτά που αισθάνεται. Και επιπλέον αυτό που γνωρίζει και αισθάνεται και έχει το αποτύπωμά του σύμφωνα με την αίσθηση, είναι ακόμα περισσότερο αδύνατο να το θεωρήσει ως κάτι από εκείνα, αν είναι δυνατό να μιλήσουμε έτσι. Και αυτό που γνωρίζει και αισθάνεται έχοντας σωστή ανάμνησή του, είναι αδύνατο να το θεωρήσει ως κάτι άλλο που γνωρίζει. Και αυτό που γνωρίζει και αισθάνεται με σταθερότητα, είναι αδύνατο να το θεωρήσει ως κάτι άλλο που αισθάνεται. Και πάλι αυτό που δεν γνωρίζει ούτε αισθάνεται, δεν μπορεί να το θεωρήσει ως κάτι άλλο που δεν γνωρίζει και δεν αισθάνεται. Και αυτό που δεν γνωρίζει ούτε αισθάνεται δεν μπορεί να το θεωρήσει ως κάτι άλλο που δεν γνωρίζει. Και αυτό που δεν γνωρίζει και δεν αισθάνεται, δεν μπορεί να το θεωρήσει ως κάτι άλλο που δεν αισθάνεται. Ξεπερνάει όλα τούτα, επειδή είναι αδύνατο να σχηματίσει ως προς τις επιπτώσεις αυτές ψευδή κρίση. Κάτι τέτοιο απομένει να γίνει, αν βέβαια μπορεί να γίνει σε άλλες περιπτώσεις, στις εξής.
ΘΕΑΙΤ.: Σε ποιες όμως; Ίσως από αυτές μάθω κάτι περισσότερο, γιατί τώρα δεν παρακολουθώ.
ΣΩΚ.: Σ’ αυτές όπου όσα γνωρίζει μπορεί να θεωρήσει ως άλλα απ’ όσα γνωρίζει και αισθάνεται ή απ’ όσα δεν γνωρίζει αλλά αισθάνεται˙ ή όπου μπορεί να θεωρήσει αυτά που γνωρίζει και αισθάνεται ως άλλα, που επίσης γνωρίζει και αισθάνεται.
ΘΕΑΙΤ.: Τώρα έμεινα πίσω πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τότε.
ΣΩΚ.: Άκουσε πάλι κατ’ αντίστροφο τρόπο, έτσι˙ γνωρίζοντας εγώ τον Θεόδωρο και ενθυμούμενος μέσα μου ποιος είναι, και κατά τον ίδιο τρόπο τον Θεαίτητο, δεν τους βλέπω κάποιες φορές ενώ κάποιες άλλες όχι, και δεν τους αγγίζω τη μια φορά ενώ την άλλη όχι, και δεν τους ακούω ή έχω κάποια άλλη αίσθηση, άλλοτε χωρίς να έχω καμιά αίσθηση σχετικά με σας, αλλά σας θυμάμαι και σας γνωρίζω μέσα μου εξίσου;
ΘΕΑΙΤ.: Βεβαίως.
ΣΩΚ.: Μάθε λοιπόν, απ’ όσα θέλω να πω, τούτο πρώτα, ότι είναι δυνατόν αυτά που γνωρίζει κάποιος να μην τα’ αντιλαμβάνεται με την αίσθηση, ενώ είναι δυνατό και να τα’ αντιλαμβάνεται.
ΘΕΑΙΤ.: Αλήθεια.
ΣΩΚ.: Και αυτά όμως που δεν γνωρίζει δεν είναι δυνατό πολλές φορές να μην τα αισθάνεται, ενώ πολλές φορές μόνο τα αισθάνεται;
ΘΕΑΙΤ.: Είναι δυνατόν και τούτο.
ΣΩΚ.: Κοίτα λοιπόν αν τώρα παρακολουθείς περισσότερο.
Αν ο Σωκράτης γνωρίζει τον Θόδωρο και τον Θεαίτητο, αλλά δεν βλέπει κανέναν από τους δυο ούτε διαθέτει άλλη αίσθηση σχετικά με αυτούς, δεν θα μπορούσε ποτέ να σχηματίσει μέσα του κρίση πως ι Θεαίτητος είναι ο Θεόδωρος. Λέω κάτι σημαντικό ή όχι;
ΘΕΑΙΤ.: Ναι, αλήθεια.
ΣΩΚ.: Το’υτο λοιπόν ήταν το πρώτο από κείνα που έλεγα.
ΘΕΑΙΤ.: Ήταν βέβαια.
ΣΩΚ.: Το δεύτερο λοιπόν ήταν ότι, αν γνωρίζω έναν από σας ενώ τον άλλο όχι και δεν έχω αισθητηριακή αντίληψη για κανέναν, δεν θα μπορούσα ποτέ να θεωρήσω πως αυτός που γνωρίζω είναι αυτός που δεν γνωρίζω.
ΘΕΑΙΤ.: Σωστά.
ΣΩΚ.: Τρίτο, αν δεν γνωρίζω κανέναν από τους δύο ούτε έχω αισθητηριακή αντίληψη δεν θα μπορούσα να θεωρήσω πως αυτός που δεν γνωρίζω είναι κάποιος άλλος που δεν γνωρίζω. Θεώρησε πως και όλα τα υπόλοιπα τα προηγούμενα έχεις ακούσει πάλι, κατά τα οποία ουδέποτε θα σχηματίσω λανθασμένη κρίση για σένα και τον Θόδωρο, ούτε σε περίπτωση που γνωρίζω ούτε σε περίπτωση που δεν γνωρίζω και τους δύο, ούτε αν γνωρίζω τον ένα αλλά όχι τον άλλο. Με τον ίδιο τρόπο σκέψου και σχετικά με τις αισθήσεις, αν βέβαια παρακολουθείς.
ΘΕΑΙΤ.: Παρακολουθώ.
ΣΩΚ.: Απομένει λοιπόν να σχηματίζονται ψευδείς κρίσεις στην εξής περίπτωση˙ όταν γνωρίζω εσένα και τον Θεόδωρο, και διαθέτω στο κέρινο εκμαγείο τα αποτυπώματα και των δύο σας σαν από δαχτυλίδια, αν, βλέποντάς σας από μακριά και όχι καλά, δείξω προθυμία ν’ αποδώσω το αποτύπωμα που ανήκει στον καθένα στη δική του εικόνα και, τοποθετώντας τη μέσα, την προσαρμόσω στο δικό της ίχνος, για να επέλθει αναγνώριση, αν στη συνέχεια κάνω λάθος σε τούτα και, αλλάζοντας την κατάσταση, όπως εκείνοι που φορούν τα υποδήματά τους ανάποδα, συνδέσω την εικόνα καθενός με το ξένο αποτύπωμα, ή όπως στους καθρέφτες με αυτά που παθαίνει η εικόνα, η οποία μετακυλάει από δεξιά προς τα αριστερά, αν λοιπόν πάθω τούτα, κάνω λάθος. Τότε λοιπόν επέρχεται η σύγχυση του ενός με το άλλο και σχηματίζονται ψευδείς κρίσεις.
ΘΕΑΙΤ.: Έτσι φαίνεται, Σωκράτη. Με θαυμαστό τρόπο αναφέρεις το πάθημα της κρίσης.
ΣΩΚ.: Ακόμα λοιπόν συμβαίνει τούτο και σε περίπτωση που γνωρίζω και τους δύο, και έχω για τον ένα, εκτός από γνώση, και αισθητηριακή αντίληψη, ενώ για τον άλλο όχι, αλλά τη γνώση του ενός δεν έχω σύμφωνα με την αίσθηση, όπως έλεγα και προηγουμένως, αλλά τότε δεν με καταλάβαινες.
ΘΕΑΙΤ.: Πραγματικά όχι.
ΣΩΚ.: Αλλά τούτο εννοούσα, ότι γνωρίζοντας κάποιος τον ένα και έχοντας αισθητηριακή αντίληψη γι’ αυτόν, διαθέτοντας επίσης τη σχετική με κείνον γνώση ανάλογη προς την αίσθηση, δεν θα θεωρήσει ποτέ πως εκείνος είναι κάποιος άλλος, τον οποίο γνωρίζει και αισθάνεται και για τον οποίο πάλι διαθέτει γνώση ανάλογη προς την αίσθηση. Ήταν λοιπόν κι αυτό;
ΘΕΑΙΤ.: Nαι.
ΣΩΚ.: Παραλείφθηκε όμως αυτό που λέγεται τώρα, στο οποίο υποστηρίζουμε πως ψευδής κρίση δημιουργείται από το ότι κάποιος γνωρίζει και τους δύο και βλέπει ή έχει κάποια άλλη αίσθηση και για τους δυο, χωρίς όμως να έχει τα αποτυπώματα και των δύο ανάλογα με την αίσθηση καθενός, αλλά σαν κακός τοξότης ξεφεύγει από τον στόχο και αστοχεί, πράγμα που έχει αποκληθεί ψεύδος.
ΘΕΑΙΤ.: Είναι βέβαια λογικό.
ΣΩΚ.: Και όταν στο ένα από τα αποτυπώματα υπάρχει επιπλέον αίσθηση ενώ στο άλλο όχι, και αν προσαρμόσεις το αποτύπωμα που του λείπει αίσθηση με την υπάρχουσα αίσθηση, κατ’ αυτό τον τρόπο η διάνοιά μας πλανάται απολύτως. Με ένα λόγο, σχετικά με όσα δεν γνωρίζει κάποιος ούτε επιπλέον αισθάνεται, δεν είναι δυνατόν, όπως φαίνεται, να διαψευδόμαστε ούτε να σχηματίζουμε ψευδείς αντιλήψεις, αν βέβαια τώρα εκφράζουμε κάποια υγιή άποψη. Σχετικά όμως με όσα γνωρίζουμε και αισθανόμαστε, γύρω από αυτά στρέφεται και ελίσσεται η δημιουργημένη, ψεύτικη και αληθινή, κρίση, και, αν συνδέει κατ’ αντιστοιχία και ευθέως τα σωστά αποτυπώματα με τις μήτρες, είναι αληθινή, ενώ, αν τα συνδέει με πλάγιο και στραβό τρόπο, είναι ψεύτικη.
ΘΕΑΙΤ.: Δεν αναφέρονται λοιπόν, Σωκράτη, με σωστό τρόπο αυτά;
ΣΩΚ.: Αν επιπλέον ακούσεις και τούτα, θα το υποστηρίξεις περισσότερο. Ο σχηματισμός άλλωστε αληθινής κρίσης είναι ωραίο, ενώ ψεύτικης άσχημο.
ΘΕΑΙΤ.: Πώς όχι;
ΣΩΚ.: Λένε λοιπόν πως τούτα προέρχονται από εδώ. Όταν το κερί κάποιου στην ψυχή είναι βαθύ, πολύ, λείο και αρκετά μαλακό, αυτά που έρχονται μέσω των αισθήσεων, χαράσσονται σ’ αυτή την “καρδιά”, όπως είπε ο Όμηρος υπαινισσόμενος την ομοιότητα με το κερί, τότε και σε τούτους δημιουργούνται καθαρά αποτυπώματα, που αποκτούν μεγάλο βάθος και αποβαίνουν μακροχρόνια. Οι κάθε είδους άνθρωποι λοιπόν γίνονται κατ’ αρχάς ευμαθείς, έπειτα μνημονικοί και τέλος δεν αποδίδουν με λανθασμένο τρόπο τα αποτυπώματα των αισθήσεων αλλά σχηματίζουν αληθινές κρίσεις. Γιατί καθώς τούτα είναι ευδιάκριτα και βρίσκονται σε ευρυχωρία, αμέσως τα μοιράζουν αυτοί στα εκμαγεία που τους αντιστοιχούν, τα οποία βέβαια ονομάζονται πραγματικά και κείνοι ονομάζονται σοφοί. Ή δεν νομίζεις;
ΘΕΑΙΤ.: Με λαμπρό τρόπο βέβαια έτσι είναι.
ΣΩΚ.: Όταν όμως τα στήθη κάποιου είναι δασύτριχα, πράγμα που επαίνεσε ο πάνσοφος ποιητής, ή όταν το κερί είναι ρυπαρό και όχι καθαρό, ή πολύ υγρό ή σκληρό, οι άνθρωποι των οποίων το κερί είναι υγρό μαθαίνουν βέβαια εύκολα αλλά γίνονται επιλήσμονες, ενώ σε κείνους, των οποίων το κερί σκληρό, συμβαίνουν τα αντίθετα. Εκείνοι που έχουν δασύτριχο και σκληρό, κάπως σαν πέτρινο, από την ανάμειξη χώματος ή ακαθαρσίας, έχουν τα εκμαγεία ασαφή. Ασαφή τα έχουν επίσης και όσοι έχουν τα υγρά στήθη, γιατί από τη σύγχυση αμέσως τα αποτυπώματα γίνονται αμυδρά. Αν εκτός απ’ όλα τούτα πέσουν το ένα πάνω στο άλλο εξαιτίας της έλλειψης χώρου, αν κάποιος έχει μικρή ψυχούλα, γίνονται ακόμα πιο ασαφή από κείνα. Όλοι τούτοι λοιπόν γίνονται τέτοιοι, ώστε να σχηματίζουν ψευδείς κρίσεις. Όταν δηλαδή βλέπουν κάτι ή ακούνε ή σκέπτονται και δεν μπορούν αμέσως να δώσουν στο καθένα το κάθε τι, είναι αργοί και, διανέμοντας το καθένα ξένο αποτύπωμα, βλέπουν, ακούνε και διανοούνται με λάθος τρόπο στα περισσότερα, και ονομάζονται τούτοι πλανημένοι και αμαθείς της πραγματικότητας.
ΘΕΑΙΤ.: Πιο σωστά απ’ όλους μιλάς, Σωκράτη.
ΣΩΚ.: Θα πούμε λοιπόν πως σχηματίζουμε ψεύτικες κρίσεις;
ΘΕΑΙΤ.: Κατ’ εξοχήν.
ΣΩΚ.: Και αληθινές όμως;
ΘΕΑΙΤ.: Και αληθινές.
ΣΩΚ.: Πιστεύουμε πια πως έχει γίνει απολύτως παραδεκτό ότι περισσότερο απ’ οτιδήποτε υπάρχουν τα δύο τούτα είδη κρίσης;
ΘΕΑΙΤ.: Με λαμπρό τρόπο έτσι είναι.» ( Πλάτωνος “Θεαίτητος”, 191 c – 195 b) ($7)
Από τον διάλογο αυτό καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το σφάλμα στην κρίση βρίσκεται στον συνδυασμό της αισθητηριακής αντίληψης με τη διαδικασία της σκέψης ( « ἐν τῇ συνάψει αἰσθήσεως προς διάνοιαν »).
Το αποκορύφωμα είναι η τελική κατάληξη, σύμφωνα με την οποία « η γνώση είναι αληθινή κρίση μαζί με λόγο » ( « την μετά λόγου ἀληθῆ δόξαν ἐπιστήμην εἶναι »).
Για τον άλλο μεγάλο μας φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη από τα Στάγειρα, κάθε αισθητήριο όργανο είναι ευαίσθητο σε μια ή σε περισσότερες ομάδες ιδιοτήτων, που κυμαίνονται ανάμεσα στα δυο άκρα. Λ.χ. το μάτι είναι ευαίσθητο στο χρώμα, που κατά την αριστοτελική άποψη σχηματίζει μια κλίμακα.
Στην οποία κάθε ενδιάμεσο χρώμα αποτελεί τη σύνθεση του λευκού και του μαύρου σε ορισμένη αναλογία. Το όργανο για να είναι ευαίσθητο σε όλο αυτό το φάσμα των ιδιοτήτων, πρέπει να χαρακτηρίζεται και από το μείγμα τους, στο οποίο να μην υπερισχύει ιδιαίτερα κανένα άκρο. Επομένως, η αίσθηση είναι μέσο ή λόγος. Για να δεχτεί ένα όργανο την επίδραση ενός εξωτερικού αντικειμένου, είναι απαραίτητες τρεις προϋποθέσεις:
1) Η μεταβολή που προκαλεί το αντικείμενο στο μέσο πρέπει να έχει ορισμένη ένταση, διαφορετικά η αδράνεια του οργάνου εμποδίζει την επίδραση. Έτσι τα πολύ μικρά έγχρωμα αντικείμενα ή οι πολύ σιγανοί ήχοι δεν γίνονται από μόνοι τους αντιληπτοί, ενώ όταν αποτελούν μέρος μεγαλύτερων αντικειμένων ή δυνατότερων ήχων γίνονται δυνάμει αντιληπτοί, με την έννοια ότι μπορεί να αναγνωριστούν από το νου σαν συστατικά στοιχεία του αντικειμένου της αντίληψης.
2) Η αναλογία σύνθεσης των αντιθέτων στο αντικείμενο πρέπει να είναι ως ένα βαθμό διαφορετική από την αναλογία της σύνθεσής τους στο όργανο. Έτσι το χέρι δεν αντιλαμβάνεται ένα αντικείμενο, που έχει την ίδια θερμοκρασία μ’ αυτό, ούτε σαν θερμό, ούτε σαν ψυχρό.
3) Η διαφορά ανάμεσα στις αναλογίες δεν πρέπει να είναι υπερβολική. Μια μικρή απόκλιση στην αναλογία των αντίθετων ιδιοτήτων συμβιβάζεται με τη διατήρηση του οργάνου, αν όμως η αναλογία παρουσιάζει υπερβολική απόκλιση, τότε το όργανο καταστρέφεται.
Η εντελέχεια της αντίληψης είναι ταυτόχρονα εντελέχεια του αντικειμένου. Κατ’ ενέργεια ήχος και κατ΄ ενέργεια ακοή είναι απλά διακριτές όψεις ενός και του ίδιου γεγονότος. Χωρίς κατ’ ενέργεια ακοή δεν υπάρχει κατ’ ενέργεια ήχος, αλλά μόνο κατά δύναμη. ($9)
Ο Αριστοτέλης μας τονίζει ότι κάθε ζώσα οντότητα που έχει αίσθηση νιώθει την ευχαρίστηση και τον πόνο, το ευχάριστο και το οδυνηρό, ενώ έχει επιθυμίες. Έτσι τα όσα αναφέραμε είναι βασικές ιδιότητες της ψυχής. « Ἡ μὲν γὰρ αἲσθησις ἀλοίωσίς τις εἶναι δοκεῖ, αἰσθάνεται δ΄ οὐθεν ὅ μὴ μετέχει ψυχῆς » [ Μετάφρ: η αίσθηση, πράγματι, είναι, φαίνεται, κάποια αλλοίωση, και τίποτα δεν αισθάνεται που δεν έχει ψυχή] ( Αριστοτέλους Περί ψυχής 415b 24-26) μας λέει χαρακτηριστικά, και συνεχίζει λέγοντας: « τοῦ δ’ αἰσθητοῦ ἡ μὲν μεταβολή γίνεται ὑπό τοῦ γεννῶντος, ὅταν δὲ γεννηθῇ, ἔχει ἤδη, ὥσπερ ἐπιστήμην, καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι. τὸ κατ’ ἐνέργειαν δὲ ὁμοίως λέγεται τῷ θεωρεῖν· διαφέρει δὲ, ὅτι τοῦ μὲν τὰ ποιητικά τῆς ἐνεργείας ἔξωθεν, τὸ ὁρατόν καὶ τὸ ἀκουστόν, ὁμοίως δὲ καὶ λοιπά τῶν αἰσθητῶν. αἲτιον δ’ ὅτι τῶν καθ΄ἕκαστον ἡ κατ’ ἐνέργειαν αἴσθησις, ἡ δ’ ἐπιστήμη τῶν καθόλου· » [ Μετάφρ.: Τώρα, για το ον που έχει αίσθηση, η πρώτη μεταβολή προκαλείται από το γεννήτορα, και, όταν γεννηθεί, ήδη έχει αίσθηση, όπως θα είχε γνώση. Επιπλέον, η αίσθηση σε ενέργεια, αντιστοιχεί στην άσκηση της γνώσης· με τη διαφορά όμως, ότι, για την πρώτη, αυτά που προκαλούν την ενέργεια βρίσκονται έξω, το αντικείμενο δηλαδή της όρασης και της ακοής, το ίδιο και τα υπόλοιπα αισθητά. Η αιτία είναι πως η ενεργητική αίσθηση είναι για τα επιμέρους πράγματα, ενώ η γνώση για τα γενικά.] ( όπως παραπάνω,417b 18-25 ).
Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος κάνοντας την ακόλουθη διάκριση, μας λέει: « …ἐίπωμεν πάλιν ὅτι ἡ ψυχή τὰ ὄντα πώς ἐστι πάντα· ἤ γὰρ αἰσθητά τὰ ὄντα ἤ νοητά, ἔστι δ’ ἡ ἐπιστήμη μὲν τὰ ἐπιστητά πως, ἡ δ’ αἴσθησις τὰ αἰσθητά· πῶς δὲ τοῦτο, δεῖ ζητεῖν. τέμνεται οὖν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ αἴσθησις εἰς τὰ πράγματα, ἡ μὲν δυνάμει, ἡ δ’ ἐντελεχείᾳ εἰς τὰ ἐντελεχείᾳ. τῆς δὲ ψυχῆς τὸ αἰσθητικόν καὶ τὸ ἐπιστημονικόν δυνάμει ταὐτά ἐστι, τὸ μὲν <τὸ> ἐπιστητόν τὸ δὲ <τὸ> αἰσθητόν. ». [ Μετάφρ.: …ας πούμε πάλι πως η ψυχή, κατά κάποιον τρόπο, είναι όλα τα όντα. Γιατί τα όντα είναι είτε αισθητά είτε νοητά· και η γνώση, κατά κάποιο τρ΄πο, είναι τα αντικείμενα της γνώσης, ενώ η αίσθηση τα αισθητά· και πρέπει να ερευνήσουμε πώς γίνεται αυτό. Η γνώση, λοιπόν, και η αίσθηση, διαιρούνται όπως τα αντικείμενά τους· η δυνάμει γνώση και η αίσθηση αντιστοιχεί στα πράγματα που βρίσκονται σε κατάσταση δυνατότητας, και η αίσθηση και η γνώση σε εντελέχεια στα πράγματα με εντελέχεια. Η ικανότητα της ψυχής για αίσθηση, και η ικανότητά της για γνώση, δυνάμει είναι τα αντικείμενά τους· από τα οποία το ένα είναι αντικείμενο της γνώσης, και το άλλο αισθητό.] ( όπως παραπάνω, 431b 20-28).
Έτσι καταλήγει στο συμπέρασμα: « καὶ διὰ τοῦτο οὔτε μὴ αἰσθόμενος μηθέν οὐθέν ἂν μάθοι οὐδέ ξυνείη, ὅταν τε θεωρῇ, ἀνάγκη ἅμα φάντασμά τι θεωρεῖν· τὰ γὰρ φαντάσματα ὥσπερ αἰσθήματά ἐστι, πλήν ἄνευ ὕλης. » [ Μετάφρ.: Και, γι’ αυτό, κάποιος που δεν αισθάνεται τίποτα, ούτε να μάθει μπορεί τίποτα, ούτε να καταλάβει· κι όταν σκέφτεται κανείς, είναι ανάγκη να σκέφτεται μαζί κάποια εικόνα· γιατί οι εικόνες μοιάζουν με αισθήματα, με τη διαφορά ότι δεν έχουν ύλη.] ( όπως παραπάνω, 432a 7-9).

{ Σε άλλο άρθρο θα εξετάσουμε τη μεταφυσική διάσταση των αισθήσεων…}

---------------------------------------------------------------
(*1). Σχετικά μ’ αυτό το απόσπασμα, ο Σέξτος στο έργο του “Προς μαθηματικούς”, VII, μας λέει:
« Ο Ηράκλειτος, καθώς πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι οπλισμένος για τη γνώση της αλήθειας με δύο τρόπους, με την αίσθηση και τον λόγο ( λογικό ), από τα δύο θεωρεί την αίσθηση αναξιόπιστη και θέτει ως κριτήριο το λόγο. Ελέγχει την αίσθηση αναφέροντας ότι είναι χαρακτηριστικό των βάρβαρων ψυχών να δίνουν πίστη στις άλογες αισθήσεις. Αναγορεύει τον λόγο κριτή της αλήθειας, όχι όμως τον οποιοδήποτε, αλλά τον καθολικό και θεϊκό. »

(*2). Μελετώντας τον Παρμενίδη, καταλήγουμε ότι γι’ αυτόν το «νοεῖν » υπάρχει αυθεντικά μόνον όταν υπάρχει το « ἐόν » ( όν, είναι ), όταν δηλαδή έναντι του νοείν, του νοούντος εγώ του ανθρώπου, υπάρχει το Ον. Και αυτό το Ον είναι, ουσιαστικά, πίσω από τον χώρο, όπου ενεργούν οι αισθήσεις. Οι αισθήσεις δεν είναι αξιόπιστες δυνάμεις γνώσης του αισθητού κόσμου, γιατί μερικές φορές δίνουν άλλες εντυπώσεις, που είναι άσχετες με την αλήθεια. Η αλήθεια κατακτιέται μόνο με τη νοητική ικανότητα, δια του νοείν του ανθρώπου. Αντίθετα, οι αισθήσεις μας δίνουν την “δόξα” (δόξα= υποκειμενική κρίση, γνώμη, από το ρήμα δοκώ –έω = νομίζω, έχω τη γνώμη ) περί των πραγμάτων, δηλαδή ρευστές εντυπώσεις « ἠδὲ βροτών δόξας ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθής ». Όταν οι δόξες (= γνώμες ) αληθεύουν γίνονται, κατά τον Παρμενίδη “δοκούντα”.
Το “ἐόν” του Παρμενίδη είναι η νοητική εικόνα του κόσμου, στην οποία μπορούμε ν’ αναχθούμε μέσα από την υπέρβαση της φαινομενικότητας και πολλότητας ( πολλαπλότητας ) του κόσμου των φαινομένων της γένεσης και της φθοράς, για να φθάσουμε έτσι στη νοητή σύλληψη του κόσμου, σαν οντότητας ενιαίας, αδιαίρετης, αγέννητης κι άφθαρτης, αμετάβλητης. Η έννοια του κόσμου ως “φαινομένου” και η έννοια του κόσμου ως “εόντος” είναι δύο θεμελιακές έννοιες με καθαρά οντολογική- κοσμολογική αναφορά, είναι, ουσιαστικά, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το “φαίνεσθαι” δεν είναι ούτε πλάνη, ούτε ψευδαίσθηση. Είναι η όψη του “Είναι”. Αναπόσπαστα και κατ΄ανάγκην ανήκει στο “Είναι”. Αποτελεί την αισθητηριακή εικόνα, την πολλότητα του ενός και μοναδικού κόσμου. Πίσω, όμως, από την πολλότητα κρύβεται η ενότητα, και η ενότητα παρουσιάζεται στον αισθητικό άνθρωπο σαν πολλότητα.

(*3). Η επίδραση του Αριστοτέλη ήταν τέτοια, ώστε ακόμη και στην εποχή μας πολλοί να μιλούν για πέντε αισθήσεις. Όμως υπάρχουν κι άλλες. Π.χ. στο δέρμα έχουμε αισθητήρες που αντιλαμβάνονται μια σειρά από αισθητικές ποιότητες, όπως το θερμό, το ψυχρό, την πίεση, τον πόνο κ.λ.π. Ο σύγχρονος κατάλογος των αισθήσεων περιλαμβάνει την κινησιοαίσθηση ή κιναισθησία ( αισθητήρια όργανα σε μυς, τένοντες και συνδέσμους ) και την αίσθηση του χώρου ή της ισορροπίας ( αιθουσαία όργανα του έσω ωτός που ερεθίζονται από την επιτάχυνση και τη βαρύτητα ). Στο πεπτικό σύστημα υπάρχουν υποδοχείς που αισθητοποιούν την έλλειψη τροφής ( πείνα ) και την έλλειψη νερού ( δίψα ).
Σήμερα δεχόμαστε ότι αίσθηση είναι το συνειδητό αποτέλεσμα ορισμένων νευρικών επεξεργασιών, που γίνονται στον εγκέφαλο, με τις οποίες γνωρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε τα διάφορα ερεθίσματα ( όπως φωτεινά, ηχητικά, πίεσης, πείνας κ.λ.π.). Η επεξεργασία των ερεθισμάτων γίνεται σε ορισμένη και την ίδια πάντα περιοχή του φλοιού του εγκεφάλου για κάθε είδους ερέθισμα.
Για να δημιουργηθεί μια αίσθηση είναι απαραίτητο να υπάρχουν τα εξής:
α) το ειδικό για κάθε αίσθηση υποδεκτικό όργανο, το οποίο βρίσκεται μέσα στο αντίστοιχο αισθητήριο όργανο.
β) το ειδικό αισθητήριο νεύρο ( π.χ. οπτικό, ακουστικό ) και η συνολική αισθητική οδός ( οπτική, ακουστική ) που συνεχίζει και μετά το νεύρο μέχρι το αντίστοιχο κέντρο του εγκεφάλου.
γ) το ειδικό αισθητικό κέντρο ( οπτικό, ακουστικό ) του φλοιού του εγκεφάλου, όπου γίνεται η μετατροπή του ερεθίσματος σε ειδική αίσθηση.
Οι αισθήσεις χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις γενικές και τις ειδικές.
Οι γενικές αισθήσεις γίνονται αντιληπτές απ’ όλα τα σημεία του σώματος ( δέρμα, μυς, αρθρώσεις, σπλάγχνα ) και αφορούν ερεθίσματα που προκαλούν πόνο, πίεση, θερμοκρασία κ.λ.π. Τα ερεθίσματα παραλαμβάνονται από τα αισθητικά νεύρα και με την αισθητική οδό φτάνουν στο αισθητικό κέντρο του φλοιού του εγκεφάλου.
Οι ειδικές αισθήσεις διαθέτουν ειδικά όργανα, εντελώς εξειδικευμένα για την υποδοχή των αντίστοιχων ερεθισμάτων, όπως π.χ. το μάτι για τα φωτεινά ερεθίσματα, το αυτί για τα ηχητικά κ.λ.π. Ειδικές αισθήσεις είναι η όραση, η ακοή και η αίσθηση της ισορροπίας στο χώρο, η όσφρηση και η γεύση.

(*4). Ο Σωκράτης, που λέει τα παραπάνω λόγια, αναφέρεται σε δύο είδη κίνησης, κίνηση ενεργητική και κίνηση παθητική, « το μεν ποιείν έχον, το δε πάσχειν ». Από την αλληλεπίδρασή τους παράγεται ένα ζεύγος κινήσεων, που είναι ταχύτερες από τις γενεσιουργές τους. Γι’ αυτή την αλληλεπίδραση μας λέει: « ούτε γαρ ποιούν εστί τι πριν αν τω πάσχοντι συνέλθη, ούτε πάσχον πριν αν τω ποιούντι· το τε τινι συνελθόν και ποιούν άλλω αυ προσπεσόν πάσχον ανεφάνη. ώστε εξ απάντων τούτων, όπερ εξ αρχής ελέγομεν, ουδέν είναι έν αυτό καθ’ αυτό, αλλά τινι αεί γίγνεσθαι,» [ Μετάφρ.: Άλλωστε δεν υπάρχει κάτι ενεργητικό πριν συνευρεθεί με κάτι παθητικό, ούτε παθητικό πριν συνευρεθεί με ενεργητικό. Αυτό επίσης που συναντήθηκε ως ενεργητικό, όταν πάλι συναντηθεί με άλλο θ’ αποδειχθεί παθητικό. Απ’ όλα τούτα λοιπόν, όπως λέγαμε προηγουμένως, τίποτα δεν υπάρχει ως ένα καθαυτό, αλλά διαρκώς γίνεται με την επίδραση κάποιου άλλου.] Επομένως αυτές οι κινήσεις είναι σχετικές, που σημαίνει ότι η μία κίνηση είναι ό,τι είναι μόνο σε συνάρτηση με την άλλη, αλλά και το παράγωγο ζεύγος εξαρτάται πάντοτε από τις αρχικές κινήσεις.

(*5). Στην πλατωνική γνωσιολογία η “δόξα” μας παραπέμπει στις πεπερασμένες γνωστικές δυνατότητες των ανθρώπων και στις λανθασμένες γνώμες που είναι δυνατόν να σχηματίζουν. Σαν ευρύτερη γνωστική κατηγορία συνδυάζει τις μερικότερες της πίστης και της εικασίας, που συνδέονται με τα αισθητά, σε αντίθεση με την επιστήμη, η οποία συμπυκνώνει τις μερικότερες νόηση και διάνοια και η οποία σχετίζεται με τα νοητά. Η σημασία της λέξης “δόξα” στον “Θεαίτητο” είναι αυτή της κρίσης, της διανοητικής πεποίθησης, χωρίς αρνητική αξιολόγηση. Καθώς διαπραγματεύονται, στον διάλογο, το ζήτημα, διακρίνουν την κρίση σε ψευδή και αληθή. Ο Σωκράτης προωθεί τη διερεύνηση ορίζοντας τη σκέψη ( το διανοείσθαι ) ως λόγον ( δια-, αντί- λογο ) που διεξάγει η ψυχή μόνη με τον εαυτό της ( « λόγον ὅν αὐτή προς αὑτήν ἡ ψυχή διξέρχεται περί ὧν ἂν σκοπῇ » ), ο οποίος περατώνεται με τον τελικό σχηματισμό της κρίσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια: